Legislator Case Law & Legislation
553/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to specify violated substantive law articles and precise errors in reasoning.

Case Number 553/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a lawyer's fee dispute. The appellant argued for reversal based on unspecified violations of substantive law and procedural errors, but the court found these grounds too vague to meet the strict requirements of Article 559 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1 KPolD; Art. 579 no. 1 KPolD; An appeal must clearly specify the violated substantive law provisions and the precise error in interpretation or application to be admissible.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation Code of Civil Procedure legal costs vague grounds court of appeal lawyer fees

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 KPolD
Art. 579 no. 1 KPolD
Art. 92A of the Lawyers Code
Law 3026/1954
Law 1093/1980

Cited Case Law

AI generated
AP 348/1968
AP 42/1972
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 553 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 553/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευθυμία Καδδά - Κοντογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος" (ΟΣΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Δημάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 935/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 9158/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 30-1-2003 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 463/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 9158/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 6678/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-11-2006 αίτησή της και τους από 22-11-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 11-12-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και όλων των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όπως προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, που τον προβλέπει, αφορά κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση σχετικά με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την απόφαση αυτήν, ανεξάρτητα από το αν το νομικό αυτό ζήτημα ανάγεται στο ουσιαστικό ή στο δικονομικό δίκαιο.

Και αυτό για να αποφευχθεί, για την ασφάλεια του δικαίου, να δοθεί από το δικαστήριο της παραπομπής λύση που δεν έδωσε ο Αρειος Πάγος ως Ακυρωτικό Δικαστήριο. Εξάλλου, ο ΚΠολΔ ορίζει: α) Στο άρθρο του 579 παρ. 1 ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτήν ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.

Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν". β) Στο άρθρο του 580 παρ. 3 ότι "αν ο Αρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αντίστοιχα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές".

γ) Στο άρθρο του 581 παρ. 2 ότι "η υπόθεση συζητείται (στο δικαστήριο της παραπομπής) μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση... ". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή).

Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή ως προς τα κεφάλαιά της που προσβλήθηκαν με την αναίρεση, όχι δε ως προς άλλα κεφάλαιά της, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα κεφάλαια ως προς τα οποία χώρησε αναίρεση της αποφάσεως, οπότε συναναιρούνται. Τα παράπονα που είχαν διατυπωθεί ως λόγοι εφέσεως και ως αναιρετικοί λόγοι κατ' αρχήν (όχι όμως και πάντοτε) καλύπτονται από το δεδικασμένο της αναιρετικής αποφάσεως.

Και στην περίπτωση αυτήν, αν είχαν γίνει δεκτά ως αναιρετικοί λόγοι, τότε το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται να τα δεχτεί και ως βάσιμους λόγους της εφέσεως, ενώ αν είχαν απορριφθεί ως αναιρετικοί λόγοι είναι ως λόγοι εφέσεως απαράδεκτοι. Στην προκειμένη περίπτωση με την επί της υποθέσεως εκδοθείσα υπ' αριθ. 463/2005 απόφαση του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου έγιναν δεκτά τα εξής:

Κατά το άρθρο 10 παρ. 1 του ΝΔ 674/1970, όπως τροποποιήθηκε με το Β.Δ. 532/1972 (ΦΕΚ 161/1972 τεύχ. Α') το ΔΣ του Ο.Σ.Ε. καθορίζει το εκάστοτε ισχύον σύστημα και το ύψος των μισθών και των πάσης φύσεως αποδοχών του προσωπικού του ΟΣΕ, επιφυλασσομένων των περί κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων ισχυουσών εκάστοτε διατάξεων.

Με την 3103/11-9-19979 απόφαση του ΔΣ του ΟΣΕ καθορίστηκαν οι αποδοχές του Νομικού Συμβούλου και του Αναπληρωτή Νομικού Συμβούλου του ΟΣΕ σε ποσό ίσο με τον βασικό μισθό και τα επιδόματα νομικού συμβούλου του Κράτους και Παρέδρου του ΝΣΚ αντίστοιχα. Με την υπ' αριθ. 1252/31-1-1994 απόφαση του ΔΣ του ΟΣΕ ορίστηκε ότι "ο καθορισμός των αποδοχών των εμμίσθων δικηγόρων του ΟΣΕ θα γίνεται βάσει των εκάστοτε ισχυουσών μισθολογικών διατάξεων για το κύριο προσωπικό του ΝΣΚ, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις και αντιστοιχίες, με απόφαση του Γεν.

Δ/ντή του ΟΣΕ (ήδη μετά το ν. 2414/1996 του Διευθύνοντος Συμβούλου του ΟΣΕ) εξουσιοδοτημένου προς τούτο με την παρούσα απόφαση". Με το ν. 2521/1997 άρθρα 9 και 10 καθορίστηκε νέο μισθολόγιο για το κύριο προσωπικό του ΝΣΚ, το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 26 του νόμου αυτού ισχύει αναδρομικά από 1-1-1997. Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 9 του ιδίου νόμου η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 9 και 10 περιορίζεται αποκλειστικά στο κύριο προσωπικό του ΝΣΚ και δεν εφαρμόζεται και σε άλλους λειτουργούς ή υπαλλήλους του δημοσίου τομέα που τυχόν εξομοιώνονται βαθμολογικά ή μισθολογικά.

Κάθε διάταξη τυπικού νόμου, που παραπέμπει ως προς τον καθορισμό αποδοχών και παροχών εν γένει σε βαθμούς ή αποδοχές του κύριου προσωπικού του ΝΣΚ, θεωρείται ότι παραπέμπει στις διατάξεις που ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού. Κατά την έννοια της αμέσως παραπάνω διατάξεως η μη επέκταση του νέου μισθολογίου αφορά μόνο τους λειτουργούς ή υπαλλήλους του δημόσιου τομέα, οι οποίοι βάσει διατάξεων νόμων έχουν εξομοιωθεί βαθμολογικά ή μισθολογικά με το κύριο προσωπικό του ΝΣΚ και δεν αφορά σε μισθωτούς εν γένει των οποίων ο μισθός καθορίστηκε συμβατικά με παραπομπή στις εκάστοτε ισχύουσες μισθολογικές διατάξεις για το κύριο προσωπικό του ΝΣΚ.

Ακολούθως κρίθηκε ότι το Εφετείο με το να δεχτεί με την προηγουμένως εκδοθείσα και με αναίρεση έχουσα προσβληθεί υπ' αριθ. 9158/2001 απόφασή του α) ότι ο αναιρεσίβλητος είχε, με βάση το άρθρο 10 παρ. 9 του ν. 2521/1997, ευχέρεια και όχι νόμιμη υποχρέωση να αναπροσαρμόσει τη μηνιαία αντιμισθία της αναιρεσείουσας ως απασχολούμενης σ' αυτόν ως δικηγόρου με πάγια μηνιαία αντιμισθία, με συμφωνία να αμείβεται, κατά τα οριζόμενα στην παραπάνω υπ' αριθ. 1252/1994 απόφαση του Διοικητικού αυτού Συμβουλίου, με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες μισθολογικές διατάξεις για το κύριο προσωπικό του Ν.Σ.Κ.

και β) ότι, κατόπιν τούτου, ο αναιρεσίβλητος δεν είχε νόμιμη υποχρέωση να αναπροσαρμόσει αναδρομικά από 1-1-1997 μέχρι 31-12-1997 τις αποδοχές της αναιρεσείουσας στο ύψος του νέου μισθολογίου του ν. 2521/1997 παραβίασε με την εφαρμογή της την ως άνω διάταξη του άρθρου 10 παρ. 9 του ν. 2521/1997, εφόσον αυτή "δεν έχει εφαρμογή στην ένδικη διαφορά, η οποία αφορά σε συμβατικά καθορισμένες αποδοχές με παραπομπή στις εκάστοτε νόμιμες αποδοχές άλλης κατηγορίας εργαζομένων".

Κατόπιν τούτου με την ως άνω αναιρετική απόφαση αναιρέθηκε η προσβληθείσα πιο πάνω υπ' αριθ. 9158/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Το εν λόγω Εφετείο, στο οποίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, η υπόθεση εισήχθη και συζητήθηκε, δέχτηκε με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, και δη ανελέγκτως (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η αναιρεσείουσα (χ1), δικηγόρος Αθηνών, απασχολείται στον αναιρεσίβλητο Οργανισμό Σιδηροδρόμων Ελλάδος (Ο.Σ.Ε.), από ....., ως δικηγόρος με πάγια μηνιαία αντιμισθία, η οποία στις 31-12-1996, ανερχόταν στο ποσό των 510.038 δραχμών. Η αναιρεσείουσα είχε συμφωνήσει με τον αναιρεσίβλητο να αμείβεται, όπως και όλοι οι δικηγόροι που απασχολούνταν σ' αυτόν με πάγια αντιμισθία, κατά τα οριζόμενα στην υπ' αριθ. ......

απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Σ.Ε., με την οποία καθορίστηκαν οι αποδοχές των έμμισθων δικηγόρων του Ο.Σ.Ε. σε αντιστοιχία με τις αποδοχές των Δικαστικών Αντιπροσώπων του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (πλην του Νομικού Συμβούλου και του Αναπληρωτή Νομικού Συμβούλου του Ο.Σ.Ε., των οποίων οι αποδοχές, σύμφωνα με την υπ' αριθ. .....

απόφαση του Δ.Σ., καθορίστηκαν αντίστοιχες με τις αποδοχές του Νομικού Συμβούλου του Κράτους και του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, αντίστοιχα). Ειδικότερα, το Διοικητικό Συμβούλιο του Ο.Σ.Ε., το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν.δ. 674/1970, όπως τροποποιήθηκε με το β.δ. 532/1972, είναι αρμόδιο να καθορίζει το εκάστοτε ισχύον σύστημα και το ύψος των μισθών και των κάθε φύσεως αποδοχών του προσωπικού του Ο.Σ.Ε., επιφυλασσομένων των περί κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων ισχυουσών εκάστοτε διατάξεων, με την ως άνω απόφασή του όρισε ότι ο καθορισμός των αποδοχών των έμμισθων δικηγόρων του Ο.Σ.Ε.

θα γίνεται με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες μισθολογικές διατάξεις για το κύριο προσωπικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (βασικό μισθό και κάθε φύσεως προσαυξήσεις), κατά τις αναφερόμενες στην απόφαση αυτή διακρίσεις και αντιστοιχίες, με απόφαση του Γενικού Διευθυντή του Ο.Σ.Ε. (ήδη μετά το Ν. 2414/1996 του Διευθύνοντος Συμβούλου του Ο.Σ.Ε.) εξουσιοδοτημένου προς τούτο με την εν λόγω απόφαση, και συγκεκριμένα για δικηγόρο στον Άρειο Πάγο με 12ετή άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος, όπως ήταν η αναιρεσείουσα, οι μηνιαίες αποδοχές του καθορίστηκαν ως εξής:

βασικός μισθός ίσος προς τον εκάστοτε βασικό μισθό του Δικαστικού Αντιπροσώπου Α' τάξεως με προϋπηρεσία 12 ετών, πλέον των εκάστοτε προσαυξήσεων, του χρονοεπιδόματος υπολογιζόμενου με βάση τα έτη δικηγορίας, πλέον του ειδικού επιδόματος βιβλιοθήκης από 15.000 δραχμές το μήνα, που εγκρίθηκε με την ίδια πιο πάνω απόφαση (.....) του Δ.Σ.

του Ο.Σ.Ε. Με την υπ' αριθμ. ......απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου του Ο.Σ.Ε. (αναιρεσιβλήτου) καθορίστηκαν οι μηνιαίες αποδοχές του Νομικού Συμβούλου του Οργανισμού, με βάση τον ως άνω ν. 2521/1997, στο ποσό των 885.000 δραχμών, αναδρομικά από 1-1-1997. Επίσης με την υπ' αριθμ. ....... απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου του αναιρεσιβλήτου Ο.Σ.Ε., οι μηνιαίες αποδοχές του Αναπληρωτή Νομικού Συμβούλου του Ο.Σ.Ε.

καθορίστηκαν στο ποσό των 791.000 δραχμών, αναδρομικά από 1-1-1998. Τέλος, με την υπ' αριθ. ..... απόφαση του ίδιου Διευθύνοντος Συμβούλου, καθορίστηκαν και οι αποδοχές των αναφερόμενων στην απόφαση αυτή 13 έμμισθων δικηγόρων του Οργανισμού, μεταξύ των οποίων ήταν και η αναιρεσείουσα, επίσης, αναδρομικά από 1-1-1998.

Συγκεκριμένα με την απόφαση αυτήν οι μηνιαίες αποδοχές της αναιρεσείουσας ορίστηκαν στο ποσό των 705.000 δραχμών, αναδρομικά από 1-1-1998. Οι αποδοχές του Αναπληρωτή Νομικού Συμβούλου και των λοιπών έμμισθων δικηγόρων του Ο.Σ.Ε. καθορίστηκαν αναδρομικά από 1-1-1998, και όχι από 1-1-1997, όπως έγινε με τις αποδοχές του Νομικού Συμβούλου, διότι πριν από την έκδοση των παραπάνω αποφάσεων του Διευθύνοντος Συμβούλου (.....

και ...) αυτοί, δηλαδή ο Αναπληρωτής Νομικός Σύμβουλος και οι παραπάνω έμμισθοι δικηγόροι του Ο.Σ.Ε., μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα, απέστειλε στο Διευθύνοντα Σύμβουλο του Ο.Σ.Ε., το υπ' αριθμ. ...... έγγραφο, που υπογράφεται από όλους τους δικηγόρους και την αναιρεσείουσα, στο οποίο δηλώνουν επιλέξει τα ακόλουθα: "Οι υπογράφοντες την παρούσα Δικηγόροι του Ο.Σ.Ε., αμειβόμενοι με πάγια μηνιαία αντιμισθία σας δηλώνουμε ότι παραιτούμεθα ρητώς και ανεπιφυλάκτως από κάθε αξίωση ή απαίτησή μας κατά του Ο.Σ.Ε.

που προέρχεται από τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές των μηνιαίων αποδοχών μας, ένεκα αναπροσαρμογής αυτών για το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 μέχρι 31-12-1997 και ότι δεν διατηρούμε κατά το Ο.Σ.Ε., καμία αξίωση ή απαίτηση από την παραπάνω αιτία". Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι η παραίτηση αυτή της αναιρεσείουσας από τις μισθολογικές διαφορές των μηνιαίων αποδοχών της του χρονικού διαστήματος από 1-1-1997 έως 31-12-1997, είναι έγκυρη καίτοι απορρέει από εργασιακή σύμβαση έμμισθης εντολής, διότι αφορά σε συμβατικές αποδοχές, οι οποίες είναι μεγαλύτερες από το ελάχιστο όριο της τακτικής μηνιαίας αντιμισθίας που καθορίζεται από το άρθρο 92Α του Κώδικα των Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), που προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1093/1980.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατόπιν παραδοχής και ως ουσιαστικά βάσιμης της ως άνω ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου για παραίτηση της αναιρεσείουσας από την αξίωσή της να απαιτήσει την καταβολή των παραπάνω μισθολογικών διαφορών εξαιτίας της μη εφαρμογής του νέου μισθολογίου αναδρομικώς κατά το από 1-1-1997 έως 31-12-1997 ένδικο χρονικό διάστημα, το Εφετείο έκρινε και αυτό ως απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη από 22-2-1999 αγωγή της αναιρεσείουσας και ακολούθως, αφού απέρριψε ως αβάσιμους τους σχετικούς περί του αντιθέτου λόγους της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 935/2000 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε κατ' ουσίαν και την ίδια την έφεση αυτήν, επικυρώνοντας έτσι την εν λόγω εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η προαναφερόμενη ένδικη αγωγή είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη για τον ίδιο λόγο, δηλαδή κατόπιν παραδοχής ως ουσιαστικά βάσιμης της αμέσως πιο πάνω ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δεν παρέλειψε να συμμορφωθεί προς την πιο πάνω υπ' αριθ. 463/2005 αρεοπαγιτική αναιρετική απόφαση, αλλ' αντιθέτως συμμορφώθηκε προς την απόφαση αυτήν, αφού έκρινε μέσα στα όρια που διαγράφονται με την τελευταία αυτήν (αναιρετική) απόφαση (άρθρο 581 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Και αυτό γιατί ρητώς δέχτηκε ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 10 παρ. 9 του ν. 2521/1977 δεν έχει εφαρμογή και δεν την εφάρμοσε στην ένδικη διαφορά, η οποία αφορά σε συμβατικά καθορισμένες αποδοχές με παραπομπή στις εκάστοτε νόμιμες αποδοχές άλλης κατηγορίας εργαζομένων και επομένως δέχτηκε, όπως εκτιμάται, ότι ναι μεν η αναιρεσείουσα κατ' αρχήν δικαιούνταν μισθολογικές διαφορές εξαιτίας της μη εφαρμογής του νέου μισθολογίου του ν. 2521/1997 κατά το από 1-1-1997 έως 31-12-1997 ένδικο χρονικό διάστημα, πλην όμως η όλη σχετική αξίωσή της είχε καταργηθεί ύστερα από την προαναφερόμενη πραίτησή της από την αξίωσή της αυτήν, χωρίς η τελευταία κρίση του να ευρίσκεται εκτός των ορίων που διαγράφονται με την εν λόγω αναιρετική απόφαση, εφόσον αυτή περιορίστηκε αποκλειστικά και μόνο στη λύση του ως άνω νομικού ζητήματος και δεν ασχολήθηκε με την παραπάνω ένσταση του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ούτε το Εφετείο με την προηγουμένως εκδοθείσα και αναιρεθείσα υπ' αριθ. 9158/2001 απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, είχε ασχοληθεί.

Στην προκειμένη δε περίπτωση οι 3ος και 4ος λόγοι της ως άνω εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τους οποίους προβάλλονταν παράπονα για παραβίαση με την εφαρμογή της, μολονότι δεν ήταν εφαρμοστέα, της διατάξεως του άρθρου 10 παρ. 9 του ν. 2521/1997, θα έπρεπε πράγματι να απορριφθούν, γιατί στηρίζονταν επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε εφαρμόσει με την εκκληθείσα απόφασή του και στην περίπτωση της αναιρεσείουσας την εν λόγω διάταξη και κατόπιν τούτου απέρριψε την ένδικη αγωγή, ενώ στην πραγματικότητα η αγωγή αυτή είχε απορριφθεί ύστερα από παραδοχή και ως ουσιαστικά βάσιμης της αμέσως πιο πάνω ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου, κατά τα προαναφερόμενα.

Επομένως τόσο ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου κατά το από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του όσο και ο από την ίδια διάταξη ταυτόσημος πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ακόμη, το Εφετείο με το να κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως πιό πάνω αναφέρεται, δεν παραβίασε (με την εφαρμογή της) την ως άνω διάταξη του άρθρου 10 παρ. 9 του ν. 2521/1997, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, δεν εφάρμοσε τη διάταξη αυτήν, και επίσης δεν παραβίασε και τις λοιπές διατάξεις του ίδιου άρθρου, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 9 και 26 του εν λόγω νόμου.

Ετσι οι πρώτος και δεύτερος (χωρίς αρίθμηση) λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου κατά τα μέρη τους με τα οποία υποστηρίζεται το αντίθετο, δηλαδή λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καθώς και οι δεύτερος, τέταρτος και έκτος (χωρίς αρίθμηση) πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, επίσης από την ίδια διάταξη, κατά τα μέρη τους με τα οποία προβάλλεται η ίδια αιτίαση πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Οι ίδιοι (2ος, 4ος και 6ος χωρίς αρίθμηση) πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, καθώς και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου κατά τα μέρη τους με τα οποία προβάλλεται, όπως εκτιμάται, πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγω παραβιάσεως της ως άνω υπ' αριθ. 1252/1994 αποφάσεως του Δ.Σ. του αναιρεσιβλήτου Ο.Σ.Ε., πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι, γιατί η απόφαση αυτή δεν αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου και επομένως η τυχόν παραβίασή της δεν δημιουργεί τον από την αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως.

Ο έκτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά το τμήμα του υπόλοιπου, επίσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, μέρους του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ευθείας παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων "που αναφέρονται στην αίτηση αναιρέσεως" πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως δημιουργείται όταν παραβιάζεται ευθέως κανόνας του ουσιαστικού και όχι του δικονομικού δικαίου, όπως είναι εκείνες, οι οποίες, κατά το λόγο αναιρέσεως, φέρονται ότι παραβιάστηκαν ευθέως, έτσι ώστε, και υπό την εκδοχή ότι αυτές έχουν παραβιαστεί να μη στοιχειοθετείται η από την τελευταία διάταξη προβλεπόμενη πλημμέλεια.

Εξάλλου, το Εφετείο με το να κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του όπως πιο πάνω αναφέρεται δεν στέρησε την απόφασή του αυτήν από νόμιμη βάση, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, και διέλαβε αιτιολογίες στην εν λόγω απόφασή του αναφορικά με την ένσταση του αναιρεσιβλήτου για παραίτηση της αντιδίκου του από την όλη ένδικη αξίωσή της, αλλά και οι αιτιολογίες αυτές, σε κάθε περίπτωση, και πλήρεις και σαφείς είναι και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της σχετικής ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 454 του ΑΚ.

Επομένως οι ενιαίως κρινόμενοι πρώτος και τρίτος (και τελευταίος, χωρίς αρίθμηση) λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, κατά τα από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ μέρη τους, με τα οποία προβάλλεται, όπως εκτιμάται, η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω μη υπάρξεως αιτιολογίας επί του αμέσως πιο πάνω ζητήματος, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. 2.- Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το λόγο αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται από αυτόν σε ποιόν από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 του ίδιου Κώδικα αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση, όπου χρειάζεται τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο.

Ειδικότερα, όταν πλήττεται η απόφαση με την αιτίαση της παραβιάσεως κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει, για την πληρότητα του δικογράφου της αναιρέσεως, να προσδιορίζονται σ' αυτό με σαφήνεια τόσο οι κρίσιμες για την ουσία παραδοχές της αποφάσεως επί του σχετικού θέματος όσο και η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, καθώς και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο της ουσίας σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, αλλά και η επίδραση που έχει το σφάλμα στο διατακτικό της αποφάσεως.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για την ύπαρξη στην ίδια απόφαση αντιφατικών διατάξεων, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο με ακρίβεια η αντίφαση των διατάξεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αντίφαση η οποία πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της αποφάσεως αυτής και όχι στο αιτιολογικό της.

Στην προκειμένη περίπτωση: α) Με το υπόλοιπο μέρος του δεύτερου (χωρίς αρίθμηση) λόγου αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση, όπως εκτιμάται, ότι το Εφετείο παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του (με εσφαλμένη ερμηνεία τους και μη εφαρμογή τους) "τις ουσιαστικές διατάξεις του ΑΚ στις οποίες στηρίζεται η εργασιακή σύμβαση της έμμισθης εντολής" μεταξύ της αναιρεσείουσας και του αναιρεσιβλήτου, με αποτέλεσμα να μην επιδικαστούν υπέρ της πρώτης οι από αυτή με την ένδικη αγωγή της ζητηθείσες δεδουλευμένες μισθολογικές διαφορές των αναπροσαρμοσθεισών αποδοχών της ως έμμισθης δικηγόρου αναδρομικά από 1-1-1997 έως 31-12-1997.

β) με το υπόλοιπο μέρος του τρίτου (και τελευταίου, χωρίς αρίθμηση) λόγου αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου προβάλλεται η αιτίαση, όπως εκτιμάται, ότι το Εφετείο εσφαλμένως δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η ως άνω παραίτηση της αναιρεσείουσας από τις μισθολογικές διαφορές των μηνιαίων αποδοχών της είναι έγκυρη με την αιτιολογία ότι η παραίτηση αυτή αφορά συμβατικές αποδοχές, οι οποίες είναι μεγαλύτερες από το ελάχιστο όριο της τακτικής μηνιαίας αντιμισθίας που καθορίζεται από το άρθρο 92 Α του Κώδικα των Δικηγόρων, "χωρίς να λάβει υπόψη του...

ότι οι συμβατικές αποδοχές αυτής (αναιρεσείουσας) δεν συγκρίνονται με τα ελάχιστα όρια των μηνιαίων αποδοχών που καθορίζει" το τελευταίο άρθρο, "γιατί είναι καθορισμένες κατ' αντιστοιχίαν προς τις εκάστοτε νόμιμες αποδοχές του κυρίου προσωπικού του Ν.Σ.Κ.". γ) Με το τελευταίο μέρος του σώματος του αναιρετηρίου (πριν δηλαδή από το αιτητικό του) προβάλλεται και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί και κατά το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ.

δ) Με ένα από τα μέρη του τρίτου (χωρίς αρίθμηση) πρόσθετου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχτεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η ως άνω παραίτηση της αναιρεσείουσας από οφειλόμενες σ' αυτήν μισθολογικές διαφορές είναι έγκυρη έσφαλε, διότι μια τέτοια παραίτηση "δεν χωρεί" "ή άλλως η γενόμενη είναι άκυρη...

Πέραν και πλέον του γεγονότος ότι η επίμαχη δήλωσή της, δεν υφίσταται εν προκειμένω, όπου δεν έχει κριθεί το ένδικο αίτημά της επί τη βάσει της νομικής υποχρεώσεως του εργοδότη Ο.Σ.Ε.". ε) Με τον πέμπτο (χωρίς αρίθμηση) πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αντί να κρίνει ότι η συμβατική αντιμισθία της αναιρεσείουσας είναι νόμιμα καθορισμένη και δεν επιδέχεται ούτε μείωση ούτε οποιαδήποτε σύγκριση, ακόμη και με τα ελάχιστα όρια της τακτικής μηνιαίας αντιμισθίας που καθορίζεται από το άρθρο 92Α του Κώδικα των Δικηγόρων, "παραβιάζοντας το νόμιμο των συμβατικών αποδοχών της, στις οποίες στηρίζει (η αναιρεσείουσα) το ένδικο αίτημά της", δέχτηκε την ως άνω ένσταση του αναιρεσιβλήτου για παραίτηση της αναιρεσείουσας από τις οφειλόμενες σ' αυτήν ένδικες μισθολογικές διαφορές, παρά το ότι η προαναφερόμενη αναιρετική απόφαση "έχει ανατρέψει τον ισχυρισμό του Ο.Σ.Ε.

περί ευχέρειας αυτού για την αναπροσαρμογή των αποδοχών των έμμισθων δικηγόρων αυτού... και ως εκ τούτου η πρωτόδικη απόφαση ήταν εξαφανιστέα ως επί εσφαλμένης βάσεως στηριχθείσα με αποτέλεσμα να μην υφίσταται δήλωση παραιτήσεως στη νόμιμη βάση στην οποία τίθεται το ένδικο αίτημα... (της αναιρεσείουσας), της υποχρεώσεως δηλονότι του Ο.Σ.Ε.

στην αναπροσαρμογή των αποδοχών της από 1-1-1997... ". Και στ) με τον έκτο (και τελευταίο, χωρίς αρίθμηση) κατά το άλλο τμήμα του υπόλοιπου μέρους του προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση της ευθείας παραβιάσεως "των σχετικών διατάξεων του ΑΚ περί συμβάσεως έμμισθης εντολής ως και των λοιπών διατάξεων των σχετικών εργατικών νόμων εφαρμοζομένων στη...

σύμβαση της έμμισθης εντολής". Ολοι οι αμέσως πιο πάνω (υπό τα στοιχεία α' έως στ') λόγοι αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με όσα στην προτασσόμενη σκέψη διαλαμβάνονται, να απορριφθούν, προεχόντως, ως αόριστοι, εφόσον: 1) Στους αμέσως πιο πάνω υπό τα στοιχεία α' και στ' λόγους αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, κυρίως, δεν προσδιορίζονται με σαφήνεια οι ειδικότερες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, καθώς και το αποδιδόμενο στο Εφετείο σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή των διατάξεων αυτών. 2) Αναφορικά με τους επίσης αμέσως πιο πάνω υπό τα στοιχεία β', δ' και ε' λόγους αναιρέσεως δεν προσδιορίζεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο η πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να κριθεί αν πράγματι καθένας από τους λόγους αυτούς υπάγεται σε κάποιον από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους.

Υπό την εκδοχή δε ότι η προβαλλόμενη με κάθε έναν από τους λόγους αυτούς αναιρέσεως πλημμέλεια είναι εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ή κανόνων του ουσιαστικού δικαίου) κυρίως δεν προσδιορίζονται με σαφήνεια οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, καθώς και το αποδιδόμενο στο Εφετείο σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή των διατάξεων αυτών.

Και 3) αναφορικά με τον αμέσως πιο πάνω υπό τα στοιχεία γ' λόγο αναιρέσεως δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο με ακρίβεια η ύπαρξη αντιφάσεως των διατάξεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως και δη αντίφαση η οποία να εντοπίζεται στο διατακτικό (και όχι απλώς στο αιτιολογικό) της αποφάσεως αυτής. Επικουρικώς επί του ως άνω υπό στοιχείο β' λόγου αναιρέσεως θα πρέπει να αναφερθεί ότι το Εφετείο με το να δεχτεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι εγκύρως παραιτήθηκε η αναιρεσείουσα από τις ως άνω μισθολογικές διαφορές των μηνιαίων αποδοχών της επειδή η παραίτηση αυτή "αφορά συμβατικές αποδοχές οι οποίες είναι μεγαλύτερες από το ελάχιστο όριο της τακτικής μηνιαίας αντιμισθίας που καθορίζεται από το άρθρο 92Α του Κώδικα των Δικηγόρων" δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, εφόσον κρίνοντας έτσι, δεν παραβίασε κάποιο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και ιδίως εκείνη του άρθρου 92Α του Κώδικα των Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), που προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1093/1980, με το οποίο ορίζεται το κατώτατο όριο της πάγιας περιοδικής αμοιβής του δικηγόρου που αμείβεται με τέτοια αμοιβή.

Και αυτό γιατί η εν λόγω παραίτηση, με βάση τη σχετική παραδοχή του Εφετείου, πράγματι είναι έγκυρη, ακριβώς διότι αφορά συμβατικές αποδοχές, οι οποίες υπερβαίνουν το κατώτατο όριο της προαναφερόμενης πάγιας περιοδικής αμοιβής (πρβλ. Ολ. ΑΠ 348/1968 ΝοΒ 16,946, ΑΠ 42/1972 ΝοΒ 20,613). Επομένως ο αμέσως πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, ως τέτοιος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 30 Νοεμβρίου 2006 αίτηση της χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 6678/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, καθώς και τους από 22 Νοεμβρίου 2007 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως. και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ