Legislator Case Law & Legislation
77/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on tort claim where employment contract termination was legally justified.

Case Number 77/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the plaintiff's appeal against the Court of Appeal's decision dismissing her tort claim for moral damages. The plaintiff argued that the employer's refusal to accept her services constituted a tortious violation of her personality rights, but the court found the employment contract had legally terminated upon her arrival. Consequently, the employer's failure to pay arrears was merely a breach of contract, not a tort, and the lower court correctly applied the Civil Code provisions regarding personality rights.

Legislator headnote

AI generated

Articles 57, 59, 58, 60, 656 of the Civil Code; A refusal to accept a worker after the legal termination of an employment contract constitutes a breach of contract rather than a tortious violation of personality rights.

Keywords

AI generated
employment contract termination tort liability personality rights violation breach of contract moral damages claim legal termination contractual obligation

Cited Legislation

AI generated
Article 57 of the Civil Code
Article 59 of the Civil Code
Article 58 of the Civil Code
Article 60 of the Civil Code
Article 656 of the Civil Code
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 9 of Law 2643/1998

Cited Case Law

AI generated
Case 524/1965 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 77 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 77/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Τρύφωνα Κωτσόβελο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ Κορινθίας", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο αυτής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Παπανικολάου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 153/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 400/2007 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-1-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου διάβασε την από 4-11-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 556 ΚΠολΔ "δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος ...", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 578 του ίδιου Κώδικα, "αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο 'Αρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της".Δεν δημιουργείται όμως δεδικασμένο κατά τις διατάξεις των άρθρων 321 και επ.

ΚΠολΔ,όταν το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση περιέλαβε σ' αυτήν αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού, και ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δε δικασμένο με την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ακόμη και ως προς την τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της και κατά συνέπεια δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως (για να αποτραπεί δεδικασμένο), κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 524/1965).

Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου) με την υπ' αριθ. 153/2006 οριστική απόφασή του, κατά παραδοχή κατά ένα μέρος της της ένδικης από 15-9-2005 αγωγής της αναιρεσείουσας, επιδίκασε σ' αυτήν αποδοχές υπερημερίας συνολικού ύψους 9.576,04 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 13-1-2005 έως 14-10-2005, για το οποίο και μόνο κρίθηκε νόμιμη η εν λόγω αγωγή αναφορικά με το κεφάλαιό της που αφορούσε ζητούμενους μισθούς υπερημερίας.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας επί της εφέσεως της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας κατά της αμέσως πιο πάνω πρωτόδικης αποφάσεως, δέχτηκε, εκτός άλλων, και ότι μεταξύ της αναιρεσείουσας ως μισθωτής και μάλιστα υπό την ιδιότητα της υπαλλήλου αφενός και της αναιρεσίβλητης ως εργοδότριας αφετέρου από τις 13-1-2005 καταρτίστηκε αναγκαστικώς, με βάση το ν. 2643/2998, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ότι η πρώτη (αναιρεσείουσα) εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της τελευταίας (αναιρεσίβλητης), η οποία όμως δεν αποδέχτηκε την προσφερθείσα εργασία της αντιδίκου της και έτσι έγινε υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας αυτής, με αποτέλεσμα να οφείλει τις αποδοχές του αμέσως πιο πάνω επίδικου (και μόνο) κατά την κατ' έφεση δίκη χρονικού διαστήματος (από 13-1-2005 έως 14-10-2005), κατά το οποίο έτσι βρισκόταν σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας αυτής, κατά τα ειδικότερα στην εν λόγω απόφασή του σχετικώς διαλαμβανόμενα.

Ακολούθως δε απέρριψε ως αβάσιμους τους ενιαίως κριθέντες 1ο και 3ο λόγους της προαναφερόμενης εφέσεως της αναιρεσίβλητης, με τους οποίους αυτή παραπονούνταν για εσφαλμένη παραδοχή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της υπάρξεως υπερημερίας στο πρόσωπό της κατά το εν λόγω ήδη επίδικο (και μόνο) χρονικό διάστημα ως προς την αποδοχή της εργασίας της αναιρεσείουσας.

Δέχτηκε όμως περαιτέρω και δη εκ περισσού το Εφετείο και τα εξής: Ήδη για πρώτη φορά η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις που αυτή υπέβαλε στην κατ' έφεση δίκη ισχυρίστηκε και δη βασίμως κατ' ουσίαν ότι με βάση το άρθρο 3 παρ.2 στοιχείο ι' του π.δ. 229/1994 ("Γενικός Κανονισμός Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων-ΚΤΕΛ"), που είχε στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, η απασχόλησή της ως εισπράκτορα λεωφορείων της αναιρεσίβλητης δεν θα ήταν νόμιμη, αφού κατά τον ως άνω χρόνο της τοποθετήσεώς της στην αντίδικό της είχε υπερβεί το 35ο έτος της ηλικίας της.

Όμως η ηλικία της αυτή δεν αποδείχθηκε ότι ήταν γνωστή στην αναιρεσίβλητη" αφού ούτε της είχε γνωστοποιηθεί από την ίδια την αναιρεσείουσα, αλλ' ούτε και κατ' άλλο τρόπο είχε περιέλθει σε γνώση της, ενώ ποτέ μέχρι και το πέρας της πρωτοβάθμιας δίκης η αναιρεσείουσα δεν είχε επικαλεστεί την ηλικία της ως δικαιολογητικό λόγο για την άρνησή της να εργαστεί ως εισπράκτορας των λεωφορείων της αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα η τελευταία, όπως δέχτηκε τελικά το Εφετείο, όπως εκτιμάται, να μην έχει γίνει, υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας της αναιρεσείουσας για το πέραν της 14-10-2005 και εφεξής χρονικό διάστημα.

Η τελευταία όμως αιτιολογία (για μη ύπαρξη υπερημερίας της αναιρεσίβλητης ως προς την αποδοχή της εργασίας της αναιρεσείουσας για το πέραν της 14-10-2005 και εφεξής χρονικό διάστημα) εκφέρθηκε εκ περισσού, αφού δεν ήταν αναγκαία για την κρίση της διαφοράς, εφόσον με την άσκηση της εφέσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης η υπόθεση είχε μεταβιβαστεί μέσα στα όρια που καθορίζονταν με την έφεση αυτήν και συγκεκριμένα αναφορικά με τους ζητούμενους από την αναιρεσείουσα με την ένδικη αγωγή της μισθούς της υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 13-1-2005 έως 14-10-2005 (χρόνο επιδόσεως της εν λόγω αγωγής, κατά την παραδοχή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου), ως προς τους οποίους και μόνο είχε γίνει δεκτή πρωτοδίκως η αγωγή αυτή, δεδομένου ότι αναφορικά με τους ζητούμενους μισθούς υπερημερίας του περαιτέρω χρονικού διαστήματος η αγωγή είχε κριθεί, όπως προαναφέρθηκε, ως μη νόμιμη και έτσι δεν είχε εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με αποτέλεσμα η υπόθεση κατά το σχετικό μέρος της να μην έχει μεταβιβαστεί στο Εφετείο, εφόσον δεν υπήρχε παράπονο (λόγος εφέσεως) της αναιρεσίβλητης για εσφαλμένη απόρριψη της αγωγής κατά το σχετικό μέρος της ως μη νόμιμης ενώ έπρεπε κατά το μέρος της αυτό να απορριφθεί κατ' ουσίαν.

Ενόψει τούτων: α) Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να αναιρεθεί ως προς την περαιτέρω αιτιολογία της, που αφορά τη μη ύπαρξη υπερημερίας της αναιρεσίβλητης ως προς την αποδοχή της εργασίας της αναιρεσείουσας για το πέραν της 14-10-2005 και εφεξής χρονικό διάστημα, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, εφόσον δεν ιδρύεται σχετικός λόγος αναιρέσεως (για να αποτραπεί δεδικασμένο), κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, ακριβώς διότι η αιτιολογία αυτή εκφέρθηκε εκ περισσού και ως εκ τούτου δεν υπάρχει, έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο με την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την εν λόγω αιτιολογία της ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία αυτή ήταν, ενδεχομένως, εσφαλμένη, εφόσον στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν δημιουργείται δεδικασμένο.

β) Ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναιρέσεως κατά το από

το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών, όπως εκτιμάται, αιτιολογιών αναφορικά με το αμέσως πιο πίνω υπό το στοιχείο α' ζήτημα πρέπει να απορριφθεί επίσης ως απαράδεκτος, ακριβώς διότι η σχετική παραπάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως εκφέρθηκε εκ περισσού, με αποτέλεσμα η μνεία της περιττής αυτής αιτιολογίας να μη θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ.

2.- Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλύση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση. "Πράγματα", κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως αν είναι ορισμένοι .

Εξάλλου, αν ο ισχυρισμός (ή ο λόγος εφέσεως) είναι επουσιώδης, δηλαδή δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκταση της δίκης, όμως είναι και ο για οποιοδήποτε λόγο μη κρίσιμος, έστω και αν λήφθηκε υπόψη, αν και δεν προτάθηκε, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, όπως στην πρώτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως αναφέρεται, εκτός άλλων, και ότι η αναιρεσίβλητη δεν βρισκόταν σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας της αναιρεσείουσας κατά το πέραν της 14-10-2005 και εφεξής χρονικό διάστημα.

Με το να κρίνει όμως έτσι το Εφετείο δεν υπέπεσε, σύμφωνα με τα παραπάνω, στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε σχετικώς δεν ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ακριβώς διότι εκφέρθηκαν εκ περισσού, με αποτέλεσμα να μη δημιουργείται δεδικασμένο και να μη θεμελιώνεται ο από την αμέσως πιο πάνω διάταξη αναιρετικός λόγος.

Επομένως οι ενιαίως κρινόμενοι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως κατά τα από τη διάταξη αυτήν του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ μέρη τους, με τα οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

3.- Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ.4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το λόγο αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται από αυτόν σε ποιόν από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 του ίδιου Κώδικα αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση, όπου χρειάζεται, τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο.

Ειδικότερα: α) Για να είναι, ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθ.17 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως εξαιτίας της υπάρξεως στην ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικών διατάξεων, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η ίδια η απόφαση, αυτή περιέχει αντιφατικές διατάξεις και να προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφαση των διατάξεων αυτών, αντίφαση η οποία πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και δη στο ίδιο διαδικαστικό έγγραφο της αποφάσεως αυτής, και όχι στο αιτιολογικό της.

β) Για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθ.11 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για την από το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο λήψη υπόψη αποδείξεων που δεν προσκομίστηκαν, πρέπει πρωτίστως να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες είναι οι αποδείξεις, τις οποίες παρά το νόμο το δικαστήριο έλαβε υπόψη μολονότι δεν είχαν προσκομιστεί.

Στην προκειμένη περίπτωση με το υπόλοιπο μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες επί του ως άνω στη δεύτερη σκέψη της παρούσας αποφάσεως αναφερόμενου ζητήματος.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η ίδια η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, αλλ' ούτε προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφαση τέτοιων διατάξεων, εντοπιζόμενη στο διατακτικό και όχι στο αιτιολογικό της εν λόγω αποφάσεως.

Η υποχρέωση παραθέσεως των ως άνω στοιχείων για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως είναι απολύτως σύμφωνη με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., διότι διασφαλίζει την από αυτό αξιούμενη δίκαιη δίκη, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του και συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος προσβάσεως του καθενός στα δικαστήρια, το οποίο (δικαίωμα) μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης, σύμφωνα με το νόμο προσφυγής οποιασδήποτε μορφής, η οποία επιτρέπει, λόγω του ορισμένου περιεχομένου της, την από το δικαστήριο κρίση.

Γι' αυτό τα απαιτούμενα από το νόμο για το ορισμένο της εν γένει προσφυγής στα δικαστήρια, μορφή της οποίας είναι και το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, δεν δυσχεραίνουν, αλλ' αντιθέτως διευκολύνουν την πρόσβαση στα δικαστήρια για παροχή έννομης προστασίας, αφού με αυτά συγκεκριμενοποιείται το είδος αυτής.

Σε κάθε περίπτωση ο αμέσως πιο πάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αυτή δεν περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ακόμη. με το υπόλοιπο μέρος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την ίδια (προσβαλλόμενη) απόφασή του παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, κυρίως γιατί δεν αναφέρεται σ' αυτόν ποιες είναι οι αποδείξεις, τις οποίες παρά το νομό το δικαστήριο έλαβε υπόψη μολονότι δεν είχαν προσκομιστεί.

4. Επειδή με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί επειδή δεν έχει, νόμιμη βάση λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, εφόσον με αυτήν, ενώ απορρίφθηκαν και οι τρεις λόγοι, της εφέσεως της αναιρεσίβλητης αναφορικά με τις οφειλόμενες αποδοχές υπερημερίας από τις 13-1-2005 μέχρι και τις 14-10-2005, εν τούτοις αντιφατικώς γίνεται δεκτό ότι οφείλονται αποδοχές υπερημερίας από 13-1-2005 μέχρι το πρώτο δεκαήμερο του μήνα Οκτωβρίου του έτους 2005, δηλαδή μέχρι τις 10-10-2005. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, ως χωρίς έννομο συμφέρον προβαλλόμενος (άρθρα 68 και 559 ΚΠολΔ), εφόσον το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, παρά την πράγματι ατελή διατύπωση του σχετικού μέρους του αιτιολογικού του, εν τούτοις τελικά δέχεται ότι έπρεπε να επιδικαστούν υπέρ της αναιρεσείουσας αποδοχές της υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 13-1-2005 έως 14-10-2005, όπως είχε κριθεί και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την από την αναιρεσίβλητη εκκληθείσα πρωτόδικη απόφασή του, απορρίπτοντας στη συνέχεια ως αβάσιμους τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, με τους οποίους υποστηρίζονταν τα αντίθετα.

5.- Επειδή με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1, 8 περ. β', 9 περ. γ' , 11 περ. γ' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες, γιατί, αντίστοιχα, παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της) τη διάταξη του άρθρου 325 του ΑΚ, δεν έλαβε υπόψη ένσταση της αναιρεσείουσας για επίσχεση της εργασίας της κατά το χρονικό διάστημα από 13-1-2005 έως 14-10-2005 ωσότου η αναιρεσίβλητη εκπλήρωνε την υποχρέωση που τη βάρυνε για καταβολή των αποδοχών της πρώτης για το εν λόγω χρονικό διάστημα, άφησε αδίκαστη την ένστασή της αυτή, δεν έλαβε υπόψη "επικληθέντα και προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα και έγγραφα εξώδικης δήλωσης επισχέσεως εργασίας" και στέρησε την εν λόγω απόφασή του από νόμιμη βάση αναφορικά με την αμέσως πιο πάνω ένσταση επισχέσεως.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, προεχόντως διότι στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι η προαναφερόμενη ένσταση της αναιρεσείουσας για επίσχεση της εργασίας της έπρεπε να ερευνηθεί από το Εφετείο επειδή συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις της, ενώ στην πραγματικότητα κάτι τέτοιο δεν χρειαζόταν να γίνει, ακριβώς διότι το Εφετείο δέχτηκε, όπως στην πρώτη, σκέψη της παρούσας αποφάσεως αναφέρεται, ότι κατά το ένδικο από 13-1-2005 έως 14-10-2005 χρονικό διάστημα η αναιρεσίβλητη, ως ευρισκόμενη σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας της αναιρεσείουσας, είχε υποχρέωση να καταβάλλει σ' αυτήν τους μισθούς της υπερημερίας για το εν λόγω (ένδικο) χρονικό διάστημα.

6.- Επειδή υπαίτια ζημιογόνος πράξη η παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί πέραν της από τη σύμβαση αξιώσεως να επιστηρίξει και τέτοια από αδικοπραξία, αν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στο από το δίκαιο, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κάποιος άλλον υπαιτίως, χωρίς να απαιτείται, προς τούτο κάποιο άλλο στοιχείο.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 παρ. 1 ΑΚ, για τη θεμελίωση αξιώσεως προς άρση της προσβολής της προσωπικότητας απαιτείται πράξη που επάγεται μειωτική διαταραχή αυτής σε κάποια από τις εκφράσεις της και είναι παράνομη, ενώ για τη θεμελίωση αξιώσεως αποζημιώσεως από πράξη που επάγεται, πάντως, τέτοια προσβολή απαιτείται, κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, η συνδρομή των όρων της αδικοπραξίας.

Ακόμη, κατά το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα, "στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις". 'Ετσι ή από την τελευταία διάταξη αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης προϋποθέτει επίσης, όπως απαιτούν τα άρθρα 57 και 58 ΑΚ, σε συνδυασμό τους και με το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα, πράξη που επάγεται προσβολή της προσωπικότητας και είναι παράνομη.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 1, 2, 5 παρ.1, 2 και 3 και 9 του ν. 2643/1998 ("μέριμνα για την απασχόληση προσώπων ειδικών κατηγοριών και άλλες διατάξεις") συνάγεται ότι μεταξύ του εργοδότη, που υπόκειται στην υποχρέωση προσλήψεως και του μισθωτού, που προστατεύεται και τοποθετείται σ' αυτόν, συνάπτεται σύμβαση εργασίας αναγκαστική για τον εργοδότη, τη δικαιοπρακτική βούληση του οποίου αναπληρώνει η απόφαση της επιτροπής του άρθρου 9.

Η σύμβαση αυτή εργασίας τελειώνεται με την εμφάνιση του τοποθετούμενου μισθωτού για την ανάληψη εργασίας. 'Ετσι, αν ο εργοδότης αποκρούσει την παροχή της εργασίας του, περιέρχεται σε υπερημερία και οφείλει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 του ΑΚ. Ο τοποθετούμενος εξομοιώνεται πλήρως, ανάλογα με τα προσόντα του, με το υπόλοιπο προσωπικό ως προς τους όρους εργασίας, την αμοιβή, τις προαγωγές και γενικά τις συνθήκες εργασίας με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του άρθρου 11 για την απόλυσή του, προκειμένου δε για επιχείρηση ή εκμετάλλευση, των οποίων το προσωπικό διέπεται από ειδικές διατάξεις ή από κανονισμό νομοθετικής ισχύος (όπως και ο "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων-ΚΤΕΛ", που καθιερώθηκε με το π.δ. 229/1994 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο), που διακρίνουν το προσωπικό σε τακτικό και έκτακτο, ο τοποθετούμενος σ' αυτήν εντάσσεται υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως αμέσως με την πρόσληψη στο τακτικό προσωπικό. 'Όμως η άρνηση τουεργοδότη, στον οποίο κατά τα πιο πάνω τοποθετήθηκε ο μισθωτός, να αποδεχτεί τις υπηρεσίες του τελευταίου δεν συνιστά αδικοπραξία αναφορικά με τη σύμβαση εργασίας του, διότι αυτή, όπως προαναφέρθηκε, έχει τελειωθεί με την εμφάνιση τούτου (τοποθετούμενου μισθωτού) για την ανάληψη εργασίας και ο εργοδότης υπέχει υποχρέωση προς καταβολή των μισθών υπερημερίας (άρθρο 656 ΑΚ), της οποίας η παραβίαση συνιστά παράβαση συμβατικής υποχρεώσεως και όχι και αδικοπραξία (βλ.

σχ. ΑΠ 1562/2004), εφόσον, ειδικότερα, η παραβίαση της συμβατικής αυτής υποχρεώσεως δεν μπορεί να επιστηρίξει και αξίωση από αδικοπραξία, ακριβώς διότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς τη συμβατική σχέση, κατά τα προαναφερόμενα. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι η άρνηση της αναιρεσίβλητης ως εργοδότιδας να αποδεχτεί τις υπηρεσίες της αναιρεσείουσας, η οποία, όπως στην πρώτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως αναφέρεται, είχε τοποθετηθεί στην επιχείρηση της πρώτης αναγκαστικώς, με βάση το ν. 2643/1998, δεν συνιστούσε και αδικοπραξία αναφορικά με τη σύμβαση εργασίας της, διότι αυτή τελειώθηκε με την εμφάνιση της αναιρεσείουσας στην αναιρεσίβλητη και αυτή υπείχε υποχρέωση προς καταβολή των μισθών υπερημερίας κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, δε παραβίαση της υποχρεώσεώς της αυτής δεν συνιστά αυτομάτως παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της αναιρεσείουσας, αλλά μόνο παράβαση συμβατικής υποχρεώσεως και όχι αδικοπραξία.

Ακολούθως δε το Εφετείο δέχτηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με το να κρίνει αντιθέτως με την εκκληθείσα απόφασή του και να δεχτεί ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη τη σχετική αξίωση της αναιρεσείουσας, επιδικάζοντας σ' αυτήν το ποσό των 400 ευρώ για χρηματική ικανοποίησή της λόγω ηθικής βλάβης, έσφαλε και στη συνέχεια, αφού δέχτηκε ως βάσιμο το σχετικό τέταρτο λόγο της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, δέχτηκε κατ' ουσίαν και την ίδια την έφεση αυτήν και εξαφάνισε την εν λόγω πρωτόδικη απόφαση, ύστερα δε από διακράτηση της υποθέσεως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας κατά το κεφάλαιό της που αφορούσε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας προσβολής της προσωπικότητας αυτής.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους) τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 του ΑΚ. Και αυτό γιατί η σύμβαση εργασίας της αναιρεσείουσας τελειώθηκε με την ανωτέρω εμφάνιση αυτής προς ανάληψη εργασίας στην αναιρεσίβλητη μετά την απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 9 του ν. 2643/1993, εφόσον πρόκειται για αναγκαστική σύμβαση εργασίας για την εργοδότιδα (αναιρεσίβλητη). 'Ετσι η άρνηση της τελευταίας να αποδεχτεί τις υπηρεσίες της αντιδίκου της (αναιρεσείουσας) δεν συνιστά αδικοπραξία αναφορικά με τη σύμβαση εργασίας της, διότι αυτή, όπως προαναφέρθηκε, τελειώθηκε με την εμφάνιση αυτής (αναιρεσείουσας) για την ανάληψη εργασίας και η αναιρεσίβλητη εργοδότιδα υπείχε υποχρέωση προς καταβολή των μισθών υπερημερίας (άρθρο 656 ΑΚ), της οποίας η παραβίαση συνιστά παράβαση συμβατικής υποχρεώσεως και όχι και αδικοπραξία.

Ακόμη, το Εφετείο δεν παραβίασε τα άρθρα 58 και 60 του ΑΚ, που αφορούν το δικαίωμα στο όνομα και το δικαίωμα στα προϊόντα της διάνοίας, αντίστοιχα, αφού ούτε ασχολήθηκε, αλλ ' ούτε και έπρεπε να ασχοληθεί με την ερμηνεία ή την εφαρμογή των άρθρων αυτών, τα οποία δεν είχαν, ως εκ του περιεχομένου τους, εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση .Επομένως ο πέμπτος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8 Ιανουαρίου 2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 400/2007 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.- Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ