Supreme Court dismisses appeal for lack of evidence regarding notary's authority and vague appeal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court of Lamia regarding a property ownership dispute. The appellants argued that the lower court ignored specific Ministry of Finance reports and failed to provide sufficient reasoning for its findings. The court rejected these claims, ruling that the documents lacked the required notarial authority to prove ownership and that the appeal grounds were too vague to be actionable.
Legislator headnote
AI generatedArt. 438 KPolD; Art. 559 KPolD: Documents issued by public officials constitute full proof only if the author possesses substantive jurisdiction; appeals must contain specific grounds detailing the lower court's errors.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 796 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 796/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1)Δ. Κ. του Π., κατοίκου ...,2)Σ. Κ. του Π., κατοίκου ...,3)Π. Κ. του Δ., κατοίκου ... και 4)Χ. Δ. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Ζαφειρόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων:1)Χ. Α. του Α.,2)Ν. Α. του Α., κατοίκου ... και 3)Σ. Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σακκαλή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-1-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:36/ΤΜ5/2000 μη οριστική, 32/ΤΜ108/2001/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 118/2003 οριστική του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση των δύο οριστικών αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-7-204 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Φώσκολος ανέγνωσε την από 31-1-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση.
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση, αιτίαση από τον αριθ.12 (και όχι 20 που αναφέρει το αναιρετήριο) άρθρ.559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα δεν απέδωσε πλήρη αποδεικτική δύναμη στις από 8-10-1982 και 15-12-1983 εκθέσεις ελέγχου των αρμοδίων υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών που αποδεικνύουν ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν είναι κύριοι του επιδίκου και ότι κύριοι αυτού είναι οι αναιρεσείοντες, αλλ'αντίθετα αγνόησε τις εκθέσεις εκείνες.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι τα συγκεκριμένα έγγραφα, σε σχέση με το αναφερόμενο στο αναιρετήριο και προεκτιθέμενο περιεχόμενό τους, δεν έχουν κατά το νόμο μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα αφού λείπει από τους συντάκτες τους η καθ' ύλην αρμοδιότητα πιστοποίησης περί ύπαρξης κυριότητας κάποιου επί ακινήτου, και επομένως το Εφετείο που τα εκτίμησε ελεύθερα, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του πιο πάνω λόγου αναίρεσης.
ΙΙ. Από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς το άρθρο 340 εδ. Α' ΚΠολΔ προκύπτουν τα εξής: Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικων μέσων, πράγμα που ιδίως συμβαίνει αν ο νόμος, αποκλίνοντας από την αρχή, κατά την οποία εκείνο το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα ρητά ορίζει ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο αποτελεί πλήρη απόδειξη και εν τούτοις εκείνο το δικαστήριο δεν αποδίδει στο υπό συζήτηση αποδεικτικό μέσο τη δύναμη της πλήρους απόδειξης. Από δε τα άρθρα 355 ως 367 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο νόμος δεν ορίζει ρητά ότι το αποδεικτικό μέσο της αυτοψίας αποτελεί πλήρη απόδειξη, με συνέπεια βέβαια το δικαστήριο της ουσίας να κρίνει ελεύθερα αυτό το αποδεικτικό μέσο. Παρέπεται ότι ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, που προβάλλει την αιτίαση από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν θεώρησε ότι αποτελεί πλήρη απόδειξη η σχετική με την κρινόμενη υπόθεση έκθεση αυτοψίας του Ειρηνοδίκη Αμφισσας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙΙ.- Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων δημιουργεί τον επώνυμο λόγο αναίρεσης, νοούνται τα κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 ως 465 ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα. Αντίθετα, δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την παραπάνω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις των πραγματογνωμόνων, και οι εισηγητικές εκθέσεις αυτοψίας ή τα πρακτικά της συνεδρίασης που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων.
Επομένως ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθ.20 άρθρ.559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου της έκθεσης του πραγματογνώμονα που είχε διοριστεί από το πρωτόδικο δικαστήριο για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, καθώς και ο τέταρτος, μέρος πρώτο, λόγος για παραμόρφωση του περιεχομένου της έκθεσης αυτοψίας του 1981 του Ειρηνοδίκη Αμφισσας και τέλος ο έκτος λόγος, κατά το πρώτος μέρος του, που προβάλλει αιτίαση για παραμόρφωση της καταχωρισμένης στο οικείο διαδικαστικό έγγραφο μαρτυρικής κατάθεσης, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
IV.- Για το ορισμένο λόγου αναίρεσης από τον αριθ.19 άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν αρκούν γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης ή για έλλειψη νόμιμης βάσης, αλλά πρέπει να καθορίζεται πλην των άλλων και η αιτία που προκαλεί την πλημμέλεια και συγκεκριμένα αν η απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να καθορίζεται η αντίφαση και να καταδεικνύονται τα αντιτιθέμενα μέρη, ενώ αν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια, ποιο δηλαδή είναι το επιπλέον στοιχείο που ήταν αναγκαίο για την επάρκεια των αιτιολογιών και που λείπει (Ολ.ΑΠ 32/1996).
Σε κάθε περίπτωση πρέπει να εκτίθεται σε τι συνίσταται η νόμιμη βάση και να καταχωρίζονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις, διαφορετικά ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αόριστος.
Με τους ακόλουθους λόγους της αναίρεσης προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από τον αριθ.19 άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα α) με τον τρίτο λόγο, μέρος δεύτερο, για ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με την πραγματογνωμοσύνη (χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό), β) με τον τέταρτο λόγο, μέρος δεύτερο, για αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες "σε σχέση με τη βάση της αυτοψίας κρίση της" και γ) με τον έκτο λόγο, μέρος δεύτερο, για ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με τους αγωγικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου με χρησικτησία και την παραδοχή του ισχυρισμού των αντιδίκων τους κατά τους οποίους πράξεις νομής έκαναν μόνο οι τελευταίοι από το έτος 1980.
Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αόριστοι διότι δεν περιέχουν με πληρότητα τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν και ήσαν αναγκαία για την πληρότητά τους και ιδίως όλες τις επί της ουσίας σχετικές παραδοχές του Εφετείου.
V.- Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Κατά την έννοια της διάταξης για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338,339, 340-346 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ.11 περ.γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, καταλήγοντας στην κρίση περί απόρριψης ως αβάσιμης της αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων κατά των ήδη αναιρεσίβλητων περί αναγνώρισης συγκυριότητας κ.τ.λ.
επί του επιδίκου, δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι αναιρεσείοντες προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών τους και συγκεκριμένα: α) την από 30-4-2003 τεχνική έκθεση του αρχιτέκτονα μηχανικού Α. Ψ. και β) τις από 8-10-1982 και 15-12-1983 εκθέσεις ελέγχου των αρμοδίων υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών σχετικές με το επίδικο.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και νόμιμα προσκόμισαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και όλα τα έγγραφα που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 21 Ιουλίου 2004 αίτηση για αναίρεση της 118/2003 απόφασης του Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων και ορίζει αυτά σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ