Legislator Case Law & Legislation
1438/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing death of defendant and vague statute of limitations claim.

Case Number 1438/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a water supply contract dispute. The appellants argued that the defendant company was liable for damages, but the court found the appeal inadmissible because the original defendant had died before the oral hearing, triggering an automatic suspension of the proceedings. Furthermore, the court rejected the claim that the statute of limitations was not properly raised, noting the defendant had explicitly filed a defense based on the five-year limitation period during the first instance. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the appellant, and the original judgment stood.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Articles 247, 251, 298, 914, 937 of the Civil Code; Article 262(1) of the Code of Civil Procedure: The death of a party before the oral hearing suspends the trial, and a statute of limitations defense must be clearly specified in the pleadings to be considered valid.

Keywords

AI generated
statute of limitations death of party suspension of proceedings civil procedure supreme court appeal inadmissible appeal contract dispute

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 247, 251, 298, 914, 937 of the Civil Code
Article 262(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1438 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1438/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αεροπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέας, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ι. Γ. και 2) Α. χήρας Σ. Κ., η οποία απεβίωσε, όπως προκύπτει και από το 46/2016 πρακτικό βίαιης διακοπής της δίκης. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσείοντος δήλωσε ότι ο πρώτος αναιρεσείων, υπεισέρχεται στην παρούσα δίκη ως μοναδικός αναιρεσείων, όπως προκύπτει και από τις από 6.2.2017 προτάσεις του ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΟΥΣΗΣ Α.Ε.", (ΕΥΔΑΠ), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καρατζογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1.10.2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και της ήδη αποβιώσασας Α. χήρας Σ. Κ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 976/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 4872/2013 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20.8.2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 30.8.2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α’ , 287, 291 και 292 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κωδικός, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου αυτής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως. Η γνωστοποίηση γίνεται από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι τη στιγμή της επελεύσεως του θανάτου του διαδίκου ήταν πληρεξούσιος του.

Η επανάληψη της βιαίως διακοπείσης δίκης μπορεί να γίνει εκουσίως από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, με δήλωση αυτών στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η δευτέρα αναιρεσείουσα Α. χήρα Σ.

Κ. απεβίωσε την 26-7-2016, δηλαδή μετά την κατάθεση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως που έλαβε χώρα την 16-4-2015. Ο θάνατος αυτής δηλώθηκε νομίμως, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτής και του πρώτου αναιρεσείοντος, Ι. Γ., κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 26-9-2016, κατά την οποία και αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο.

Κατ’ αυτήν ο πρώτος αναιρεσείων, υιός της θανούσης, εδήλωσε, δια του ιδίου ως άνω πληρεξουσίου του δικηγόρου Ιωάννου Γιανναράκου, ότι ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτής συνεχίζει για εκείνη την διακοπείσα δίκη. Ενόψει των ανωτέρω νομίμως επαναλαμβάνεται στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσείοντος η βιαίως λόγω του θανάτου της μητέρας του, δευτέρας αναιρεσείουσας, διακοπείσα δίκη.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Επίσης ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

Α.Π. 11/1996). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Ολ.Α.Π. 9/2013).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 του Α.Κ. συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση (Ολ.

Α.Π. 24/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Με την υπ’ αριθ. .../27-12-1993 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου...που μεταγράφηκε νόμιμα, (1) η Α. χήρα Σ. Κ., 2η εκκαλούσα-ενάγουσα (και ήδη αρχικά δεύτερη αναιρεσίβλητη), (2) ο Ι.

Κ. του Σ., 1ος εκκαλών-ενάγων (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) και (3) η Α. σύζυγος Κ. Λ...., αποδέχθηκαν την, εξ αδιαθέτου επαχθείσα σε αυτούς, κληρονομιά του αποβιώσαντος Σ. Κ., ... συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών ..., κατά τα ποσοστά των 2/8 η πρώτη και των 3/8 καθένας από τους λοιπούς. Στην κληρονομιά περιλαμβανόταν...

και το...κατάστημα, που βρίσκεται στην οδό ... του Δήμου Νέας Σμύρνης Αττικής, επιφανείας 140 τ.μ., υπογείου από την βορινή πλευρά του, η οποία εφάπτεται στην οδό ..., και ισογείου από τη νότια πλευρά του στην οδό ...... Αργότερα, με το υπ’ αριθ. ...31-1-1994 πωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας ως άνω Συμβ/φου, ο πρώτος ενάγων κατέστη αποκλειστικός κύριος κατά τα 6/8 και κατά τα υπόλοιπα 2/8 ψιλός κύριος, η δε δεύτερη ενάγουσα παρέμεινε μόνο επικαρπώτρια κατά τα τελευταία 2/8 επί του επιδίκου ακινήτου.

Σε επαφή με τον υπόγειο βορινό τοίχο αυτού, στο ανώτερο σημείο της στάθμης του, βρίσκεται το πεζοδρόμιο της οδού ..., όπου, σε βάθος 1,50 μ. περίπου κάτω από την επιφάνεια του, διέρχεται το δίκτυο υδρεύσεως της εφεσίβλητης-εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης) ΕΥΔΑΠ, στο οποίο ανήκει και παλαιός αγωγός υδρεύσεως τοποθετημένος από την δεκαετία του 1950-1960.

Στην περίοδο των ετών 1991-1993, εξαιτίας ρηγματώσεως του αγωγού αυτού, διέρρεε προοδευτικά νερό εντός του εδάφους, το οποίο, διαπερνώντας τον βορινό τοίχο του επιδίκου, εισερχόταν εντός αυτού, με αποτέλεσμα την εμφάνιση μόνιμης υγρασίας εντός του καταστήματος και κατά τόπους λιμναζόντων υδάτων...Περαιτέρω συνέπεια της καταστάσεως που δημιουργήθηκε ήταν η αποχώρηση του μισθωτή του καταστήματος...

και η έκτοτε αδυναμία εκμισθώσεως του ακινήτου, λόγω της μόνιμης υγρασίας που παρουσίαζε... Αργότερα ο ίδιος αγωγός εμφάνισε νέα διαρροή, συνεπεία ρηγματώσεων σε άλλα σημεία του, πλησίον και πάλι του ακινήτου των εναγόντων, οι οποίες επίσης επισκευάσθηκαν προσωρινά από την εναγομένη στις 12-11-1999. Για τις θετικές ζημίες, που επήλθαν στο / ακίνητο των εναγόντων, μέχρι την τελευταία ημερομηνία, από τις προαναφερθείσες διαρροές, καθώς και για την, αιτιωδώς συνδεόμενη με τις ίδιες διαρροές, αποθετική ζημία τους, που συνίστατο σε διαφυγόντα κέρδη, με την μορφή απωλεσθέντων μισθωμάτων από την παρεμπόδιση της μισθώσεως του ακινήτου τους, λόγω της δημιουργηθείσας υγρασίας μέχρι την 30-11-2001, οι ίδιοι ενάγοντες άσκησαν κατά της και ήδη εναγομένης ΕΥΔΑΠ (ήδη αναιρεσίβλητης) την προηγούμενη της παρούσας, από 29-11-2001...αγωγή τους.

Με την υπ’ αριθ. 4778/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κρίθηκε ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης όχι μόνο μέχρι το 1996 αλλά και μεταγενέστερα, μέχρι τον χρόνο άσκησης της προηγούμενης αγωγής, παρέλειψαν εξακολουθητικά, παρά τα παράπονα των εναγόντων, να ελέγξουν επισταμένα την καταλληλότητα του ως άνω υπόγειου αγωγού και να τον αντικαταστήσουν, όπως επιβαλλόταν λόγω της παλαιότητας και της φθοράς του, αντίθετα, δε, προέβησαν σε προσωρινή μόνο επισκευή του στις 19-5-1997, αφού και πάλι στις 12-11-1999 ο ίδιος αγωγός υπέστη νέα ρήξη, με αποτέλεσμα τη μόνιμη υγρασία στο κατάστημα των εναγόντων και την πρόκληση των επικαλουμένων από αυτούς ζημιών.

Με βάση τα ανωτέρω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τις εφέσεις και των δύο διαδίκων μερών κατά της εκκληθείσας απόφασης υπ’ αριθ. 3303/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιδικάστηκαν στους ενάγοντες, κατά μερική παραδοχή της αγωγής τους, αφενός μεν, το ποσό των 5.260 ευρώ, για αποκατάσταση της θετικής τους ζημίας, αφετέρου δε, το ποσό των 37.858 ευρώ ως απωλεσθέντα μισθώματα για το χρονικό διάστημα από 1-12-1996 μέχρι 30-11-2001.

Από τις ανωτέρω αποφάσεις δημιουργείται δεδικασμένο για τις κριθείσες αξιώσεις των εναγόντων για το τελευταίο χρονικό διάστημα και από τις προαναφερθείσες αιτίες. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή, οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν συγκεκριμένα ότι ο ίδιος αγωγός, που είχε προκαλέσει τις προηγούμενες ζημίες, που έχουν κριθεί τελεσίδικα με τις ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις, δεν αντικαταστάθηκε από την εναγομένη ΕΥΔΑΠ, μέχρι και τη σύνταξη της ένδικης αγωγής, (1-10-2007), με αποτέλεσμα να εξακολουθήσει να αποτελεί ζημιογόνα εστία και να αναδίδει επιζήμιες οικονομικές συνέπειες από 18-4-2002 μέχρι 30-9-2007.

Ειδικότερα ισχυρίσθηκαν ότι ο επίμαχος αγωγός παρουσίασε νέες ρηγματώσεις και διαρροές στις 18-4-2002, στις 3-6-2002 και στις 4/5-10-2002, με αποτέλεσμα την επανεμφάνιση υγρασίας στο επίδικο κατάστημα και ότι το επιζήμιο οικονομικό αποτέλεσμα της επιβλαβούς αυτής πραγματικής κατάστασης ήταν : (1) η υποβολή τους σε δαπάνες ύψους 5.804,41 ευρώ, για την αντικατάσταση μιας πόρτας και για τη στεγανοποίηση του ακινήτου τους, με μονωτική μεμβράνη και με την τοποθέτηση γυψοσανίδων, ως ψευδοροφής και ως πρόσθετης τοιχοποιίας του βορινού τοίχου, για πρόσθετη εξασφάλιση από διείσδυση υγρασίας και (2) η διαφυγή προσδοκώμενων με βεβαιότητα μισθωμάτων από την εκμίσθωση του ακινήτου τους, (εάν αυτή δεν εμποδιζόταν από την επιβλαβή κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει, από υπαιτιότητα των υπαλλήλων της εναγομένης), ύψους 192.228 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-2002 μέχρι 1-10-2007, οπότε άρχισε να ισχύει νέα μίσθωση του επιδίκου.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν περαιτέρω και τα ακόλουθα : Στο υπόγειο τμήμα του πεζοδρομίου της οδού ... στη Ν. Σμύρνη, που εφάπτεται του ακινήτου των εναγόντων, περνούν περισσότεροι από ένας αγωγοί του δικτύου της ΕΥΔΑΠ, διαφόρων διατομών, υλικών και παλαιότητας. Σύμφωνα με το υπ’ αριθ.

πρωτ. .../20-3-2001 έγγραφο της τελευταίας, που δεν αντικρούεται από τους αντιδίκους της, οι διαρροές στις 19-5-1997 και 12-11-1999, οι οποίες προκάλεσαν τις ζημίες, για τις οποίες εκδόθηκαν οι προαναφερθείσες δικαστικές αποφάσεις, οφείλονταν σε ένα αγωγό μικρής διατομής Φ70. Στο ίδιο έγγραφο γίνεται μνεία ότι ο αγωγός αυτός θα παύσει να χρησιμοποιείται εντός 20 ημερών από την ημερομηνία του εγγράφου, διότι ήδη έχει τοποθετηθεί νέος, μεγαλύτερης διαμέτρου, αγωγός προς αντικατάσταση του.

Ο νέος αυτός αγωγός, που προκύπτει ότι πράγματι τοποθετήθηκε από το ανωτέρω έγγραφο, σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, ήταν διαμέτρου Φ100 και από τότε δεν παρουσίασε προβλήματα. Μετά την λήξη του επίδικου, βάσει της πρώτης αγωγής, χρονικού διαστήματος σημειώθηκαν και τα ακόλουθα ζημιογόνα περιστατικά, που σχετίζονται με το δίκτυο της εναγομένης: (1) Στις 10-2-2002 σημειώθηκε διαρροή από ρηγμάτωση σε μικρής διατομής αγωγό Φ70, η οποία επισκευάσθηκε. (2) Παλαιός αγωγός αμιάντου, με μεγάλη διατομή Φ100, εμφάνισε διαρροή, λόγω θραύσεως και αντικαταστάθηκε εν μέρει σε μήκος 11 μέτρων με ένα χαλύβδινο τμήμα νέου αγωγού στις 21-5-2002.

Και (3) Στις 4/5-10-2002 εμφανίσθηκε νέα διαρροή, που προερχόταν από οπή σε έναν μικρό αγωγό, δηλαδή διαμέτρου Φ70, η οποία επίσης επισκευάσθηκε στις 10-10-2002. Αντίθετα στις 18-4-2002 και 3-6-2002 δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξαν διαρροές στο δίκτυο της ΕΥΔΑΠ στο ίδιο σημείο από οποιονδήποτε αγωγό, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες...

Από την 10-10-2002 και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, με την επίδοση της στην εναγομένη στις 17-10-2008... δεν αποδεικνύεται ότι υπήρξε άλλη διαρροή στο δίκτυο της εναγομένης, η οποία να επηρέασε το ακίνητο των εναγόντων. Μάλιστα αυτό εκμισθώθηκε, τελικά, με το από 7-7-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως προς τον Κ.

Μ., με έναρξη της μισθώσεως από 1-10-2007 και ο τελευταίος δεν προκύπτει ότι παραπονέθηκε για υγρασία στο μίσθιο. Εξάλλου η επικαλούμενη από τους ενάγοντες προσωρινή διακοπή υδροδοτήσεως στις 19-10-2008, (μετά την άσκηση της αγωγής), δεν προκύπτει ότι σχετίζεται με βλάβη στο δίκτυο της ΕΥΔΑΠ στο ίδιο σημείο και ότι ήταν του ίδιου είδους με τις προαναφερθείσες.

Από τις εντός του 2002 τρεις προαναφερθείσες διαρροές, που ήταν ανεξάρτητες, τόσο μεταξύ τους, όσο και με εκείνη που ερευνήθηκε βάσει της προηγούμενης από την παρούσα αγωγής των ίδιων εναγόντων, ως προς την γενεσιουργό αιτία τους, επανεμφανίσθηκε υγρασία στο ακίνητο των τελευταίων, η οποία απαίτησε νέες εργασίες στεγανοποιήσεως του επίδικου καταστήματος και παρεμπόδισε περαιτέρω την εκμετάλλευση του με εκμίσθωση.

Αποτέλεσμα ήταν να πραγματοποιηθούν τα επίδικα κονδύλια δαπανών στις 4/10/2002, ....... 3/4/2006, ....... 1/9/2006, ..... 20/10/2006 .... και 2/11/2006 ...... καθώς και να παρεμποδισθεί η σύναψη συμβάσεως μισθώσεως του καταστήματος μέχρι την 1-7-2007, με συνακόλουθο την διαφυγή των μηνιαίων μισθωμάτων, που αναφέρονται στην αγωγή. Από όλα τα ως άνω αποδειχθέντα περιστατικά συνάγονται τα ακόλουθα : (1) Από τις αρχές του 2002 μέχρι την 10-10-2002, εξαιτίας επανειλημμένων αστοχιών υλικού στο δίκτυο της εναγομένης προκλήθηκε σωρευτικά και εξακολουθητικά ζημία στο επίδικο ακίνητο των εναγόντων συνιστάμενη, α) στην συσσώρευση εντός αυτού υγρασίας, που απαιτούσε να αντιμετωπισθεί με ιδιαίτερες εργασίες και υλικά στεγανοποιήσεως και β) στην αδυναμία εκμισθώσεως του ίδιου, εξαιτίας της εν λόγω υγρασίας.

Ειδικότερα, υπήρξαν τρείς ανεξάρτητες ζημιογόνες αιτίες σε τρείς διαφορετικούς αγωγούς της ΕΥΔΑΠ, σε διαφορετικούς χρόνους εντός του 2002, οι οποίες σωρευτικά προκάλεσαν την επανεμφάνιση υγρασίας στο ακίνητο των εναγόντων και οι οποίες επισκευάσθηκαν άμεσα η καθεμία και έπαυσαν συνολικά να αναδίδουν επιζήμιες συνέπειες μετά την επισκευή της τελευταίας από αυτές στις 10-10-2002. (2) Δεν υπήρξε μία διαρκής παράλειψη, εκ μέρους των οργάνων της εναγομένης, να προβούν στην ολική αντικατάσταση, ή αποτελεσματική επισκευή, ενός παλαιού, φθαρμένου και ζημιογόνου αγωγού του δικτύου της, ή και περισσότερων, από την επισκευή της τελευταίας διαρροής μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, με αποτέλεσμα να εξακολουθήσουν δήθεν να αναδίδονται επιζήμιες συνέπειες καθ’ όλο το εν λόγω χρονικό διάστημα.

Επομένως, η επίδικη αδικοπραξία είχε αποπερατωθεί στις 10-10-2002 και από τότε ήταν γνωστές στους ενάγοντες οι επιζήμιες συνέπειες της, δηλαδή η συσσώρευση υγρασίας εντός του ακινήτου τους, σε βαθμό, που απαιτούσε ιδιαίτερες εργασίες στεγανοποιήσεως για την αποκατάσταση του, καθώς και η συνακόλουθη αδυναμία εκμισθώσεως του μέχρις ότου καταστεί και πάλι κατάλληλο προς χρήση για επαγγελματική στέγη.

Το κόστος, στο οποίο θα ανέρχονταν οι εργασίες και τα υλικά για την στεγανοποίηση του ακινήτου, καθώς και η χρονική διάρκεια, περίπου, που θα ήταν αναγκαία μέχρι να επιτευχθεί η εκ νέου εκμίσθωση του, δηλαδή τα στοιχεία της έκτασης της ζημίας τους, ήταν ήδη προβλέψιμα, κατά το χρόνο εκείνο, από τους ενάγοντες.

Τα προτεινόμενα από αυτούς, για να υποστηρίξουν το απρόβλεπτο των επίδικων κονδυλίων, επιχειρήματα: (α) ότι, εάν η εναγομένη είχε προχωρήσει σε πλήρη αποκατάσταση του ζημιογόνου αγωγού, όπως οι ίδιοι εύλογα ανέμεναν, θα είχαν απαιτηθεί συνήθη υλικά στεγανοποιήσεως με μικρότερο κόστος, ενώ η απροσδόκητη αδράνεια της αντιδίκου τους μεγιστοποίησε απρόβλεπτα το κόστος των υλικών, διότι έπρεπε να είναι ενισχυμένα, αφού το πρόβλημα των πιθανών διαρροών υπέβοσκε ακόμη και (β) ότι η αδυναμία εκμισθώσεως του επιδίκου ήταν απροσδιόριστης διάρκειας, λόγω της ελλείψεως ζητήσεως για μίσθια μεγάλου εμβαδού, όπως αυτό, είναι αλυσιτελή το πρώτο μεν, διότι δεν αποδείχθηκε ότι το πρόβλημα δεν επιλύθηκε οριστικά στις 10-10-2002 και ότι εξακολουθούσε δήθεν να υφίσταται και να αναδίδονται επιζήμιες συνέπειες από το δίκτυο της εναγομένης μέχρι την άσκηση της αγωγής, το δεύτερον δε, διότι δεν συνδέεται αιτιωδώς με την ισχυριζόμενη ζημία, αφού και χωρίς το επίδικο ζημιογόνο γεγονός η για οποιονδήποτε λόγο έλλειψη ζήτησης στην αγορά συνεπάγεται καθυστέρηση στην σύναψη συμβάσεων εκμισθώσεως των ακινήτων, τούτο δε είναι πάντα γνωστό εκ των προτέρων στους ενδιαφερομένους.

Κατά συνέπεια, και σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες νομικές σκέψεις υπό τα ως άνω στοιχεία (Ι) και (II), η πενταετής παραγραφή των επιδίκων αξιώσεων των εκκαλούντων εναγόντων άρχισε να τρέχει από 10-10-2002 και συμπληρώθηκε στις 10-10-2007, πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής με την επίδοση της στην εφεσίβλητη-εναγομένη στις 17-10-2008...".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο έκρινε βάσιμη την περί παραγραφής ένσταση της εναγομένης και απέρριψε την έφεση των εναγόντων κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, η οποία είχε αχθεί στο ίδιο αποτέλεσμα με εν μέρει διαφορετική όμως αιτιολογία, ότι δηλαδή υπήρξε εξακολουθητική μεν ζημία, σε συνδυασμό με διαρκή παράλειψη της εναγομένης να άρει την ζημιογόνο αιτία μέχρι την άσκηση της αγωγής η παραγραφή όμως της προς αποζημίωση αξιώσεως των εναγόντων άρχισε αφότου αυτοί έλαβαν γνώση των επιζήμιων συνεπειών και μπορούσαν να προβλέψουν την έκταση της ζημίας τους, και συμπληρώθηκε μέχρι το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, μη εμποδιζομένης από την συνεχιζόμενη παράλειψη άρσεως της ζημιογόνου αιτίας εκ μέρους της εναγομένης.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 937 Α.Κ., δεχόμενο την ένσταση της εναγομένης περί παραγραφής της ενδίκου αξιώσεως, αφού με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα, η ζημιογόνος ενέργεια ολοκληρώθηκε την 10-10-2002, με την αποκατάσταση εκ μέρους της εναγομένης και της τελευταίας βλάβης που εκδηλώθηκε στο δίκτυο υδρεύσεως της και επηρέαζε την ιδιοκτησία των εναγόντων, προκαλώντας τις γνωστές σ’ αυτούς επιζήμιες συνέπειες, λόγω συσσωρεύσεως υγρασίας.

Από την ημερομηνία δε αυτή άρχισε και η παραγραφή της προς αποζημίωση αξιώσεως των εναγόντων, η οποία συμπληρώθηκε κατά την αντίστοιχη ημερομηνία του έτους 2007, ήτοι ένα και πλέον έτος πριν από την άσκηση της ενδίκου αγωγής. Επομένως ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια, λόγω εσφαλμένης εφαρμογής της προδιαληφθείσης διατάξεως του άρθρου 937 Α.Κ., είναι αβάσιμος. Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες με τον συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως ισχυρίζονται ότι το Εφετείο εσφαλμένα έθεσε ως αφετηρία της παραγραφής την 10-10-2002, διότι στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε εξακολουθητική πρόκληση ζημιών, οφειλόμενη σε διαρκή παράλειψη της αναιρεσίβλητης να προβεί στην πλήρη και οριστική αποκατάσταση των βλαβών του δικτύου της, εκτεινόμενη μέχρι και την 15-10-2008, η ημερομηνία δε αυτή και πρέπει να αποτελέσει την αφετηρία της παραγραφής της ένδικου αξιώσεως τους.

Ο ισχυρισμός αυτός των αναιρεσειόντων ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, ήτοι επί μη γενομένων δεκτών πραγματικών γεγονότων και πλήττει απαραδέκτως τις αναιρετικώς ανέλεγκτες σχετικές παραδοχές του Εφετείου.

Συναφής προς τον ανωτέρω είναι και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8εδ, α’ Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, υπό την έννοια ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, βάσει του οποίου ήχθη στην παραδοχή της ενστάσεως παραγραφής, ότι δηλαδή από την 10-10-2002 και εφεξής μέχρι τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής (17-10-2008), δεν υπήρξε άλλη διαρροή στο δίκτυο της αναιρεσιβλήτου που να επηρέασε το ακίνητο των αναιρεσειόντων, δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως δια της εφέσεως αυτών προταθέντα ισχυρισμό τους ότι την 19-10-2008 υπήρξε και νέα μεγάλη διαρροή, προερχομένη από τον ίδιο αγωγό, η οποία και επιβεβαιώνει τις συνεχιζόμενες αδικοπρακτικές παραλείψεις της αναιρεσίβλητης ως προς τον ζημιογόνο αγωγό που καθιστούσαν και απρόβλεπτες τις εξ αυτών προερχόμενες μελλοντικές ζημίες των ίδιων.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι ο φερόμενος ως αγνοηθείς ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, πέραν του ότι αφορά γεγονός μεταγενέστερο του χρόνου ασκήσεως της αγωγής, που δεν θεμελιώνει την ιστορική βάση αυτής, δεν είναι "πράγμα", υπό την προεκτεθείσα του όρου τούτου έννοια, δηλαδή αυτοτελής ισχυρισμός θεμελιωτικός, καταλυτικός ή διακωλυτικός ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά επιχείρημα των αναιρεσειόντων προς ενίσχυση του ισχυρισμού τους ότι η αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσιβαλλομένης δεν ολοκληρώθηκε την 10-10-2002, ώστε να αρχίσει και η παραγραφή της προς αποζημίωση ενδίκου αξιώσεως τους, αλλά συνεχίσθηκε μέχρι το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ακόμη δε και μετά απ’ αυτόν με την εξακολουθητική παράνομη παράλειψη της τελευταίας να αποκαταστήσει την βλάβη του δικτύου υδρεύσεως.

Σε κάθε περίπτωση βεβαίως ο ρηθείς ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ακόμη και για το σκοπό που προεβλήθη, λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως του και απορρίφθηκε με την παραδοχή ως αποδειχθέντων αντιθέτων γεγονότων ότι δηλαδή από την 10-10-2002 και μέχρι το χρόνο ασκήσεως της αγωγής δεν υπήρξε άλλη διαρροή στο δίκτυο υδρεύσεως της αναιρεσιβλήτου που να επηρέασε το ακίνητο των αναιρεσειόντων και η προβαλλόμενη απ’ αυτούς βλάβη και διακοπή της υδροδοτήσεως μετά την άσκηση της αγωγής και δη την 19-10-2008, δεν έχει σχέση με την επίδικη τοιαύτη.

Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 εδ. β’ Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη ειδικότερα στο ότι το Εφετείο απορρίπτοντας τον ισχυρισμό τους περί του απρόβλεπτου των ένδικων ζημιών, απέρριψε και τον φερόμενο ως προταθέντα εκ μέρους τους προς υποστήριξη του ισχυρισμού τούτου πρόσθετο ισχυρισμό ότι η αδυναμία εκμισθώσεως του ακινήτου τους ήταν απροσδιόριστης διάρκειας, λόγω της μεγάλης επιφανείας του και της ελλείψεως ζητήσεως για παρόμοια ακίνητα, ενώ οι ίδιοι ουδέποτε προέβαλαν τέτοιο ισχυρισμό, αλλά απέδωσαν την αδυναμία εκμισθώσεως στην εμφάνιση εκτεταμένης υγρασίας στο ακίνητο τους.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι η ζημία τους ήταν εξ αρχής απρόβλεπτη συνιστά άρνηση της προβληθείσης από την αναιρεσίβλητο ενστάσεως παραγραφής, περιεχόμενο της οποίας αποτελεί και το αρχήθεν προβλεπτό της ζημίας (Α.Π. 21/2012, 1010/2015) και συνεπώς δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την προδιαληφθείσα του όρου τούτου έννοια, ώστε η περί τούτου πλημμέλεια να στοιχειοθετεί τον αντίστοιχο αναιρετικό λόγο.

Πολύ δε περισσότερο δεν αποτελεί πράγμα και ο προς υποστήριξη του ισχυρισμού τούτου φερόμενος ως προταθείς και απορριφθείς ως άνω ισχυρισμός, ο οποίος σε κάθε περίπτωση δεν άσκησε οποιαδήποτε επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη στη διαμόρφωση του πορίσματος της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι η ζημία των αναιρεσειόντων ήταν εξ αρχής προβλέψιμη.

Ούτε άλλωστε και οι αναιρεσείοντες προσδιορίζουν κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο τον τρόπο επιδράσεως του εν λόγω ισχυρισμού στην διαμόρφωση του ανωτέρω αποδεικτικού πορίσματος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 του Α. Κ. και 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη η ένσταση της παραγραφής πρέπει να αναφέρονται ο χρόνος αυτής και το χρονικό σημείο ενάρξεως της για να μπορεί να κριθεί αν έχει συμπληρωθεί η προβλεπόμενη από τον νόμο διάρκεια της και να περιλαμβάνει αίτημα απορρίψεως εκ του λόγου τούτου της αγωγής (761/2014, 568/2014, 823/2010, 130/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη κατά την ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου συζήτηση της αγωγής προέβαλε νομοτύπως δια των προτάσεων της ένσταση παραγραφής της ενδίκου αξιώσεως λόγω συμπληρώσεως πενταετίας από την 4-10-2002 που οι αναιρεσείοντες έλαβαν γνώση της προκληθείσης εις βάρος τους ζημίας, με την έκδοση, κατά την χρονολογία αυτή, του πρώτου τιμολογίου αγοράς μονωτικών υλικών, μέχρι τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής.

Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ορισμένη και βάσιμη την ένσταση αυτή και απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της ομοίως αποφανθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως, έλαβε υπόψη τον περί αοριστίας της ενστάσεως παραγραφής ισχυρισμό και λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων, τον οποίο και απέρριψε ουσία κρίνοντας ορισμένη την ένσταση και επί πλέον δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη λόγω αοριστίας της την με άνω ένσταση.

Κατά συνέπειαν ο τέταρτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατά μεν το πρώτο μέρος του η από τον αριθμό 9 (πράγματι όμως από τον αριθμό 8) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια , κατά δε το δεύτερο μέρος του η από το αριθμό 14 του ιδίου άρθρου πλημμέλεια τυγχάνει αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Αυγούστου 2014 αίτηση των: 1) Ι. Κ. του Σ. και 2) Α. χήρας Σ. Κ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4872/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ