Legislator Case Law & Legislation
976/2011 AI generated

Supreme Court allows lawyer's appeal against bank's refusal to pay statutory fees due to lack of written agreement.

Case Number 976/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the lawyer's appeal against the First Instance Court's dismissal of his claim for statutory fees. The bank argued that no written agreement existed and that the lawyer's delay prevented payment, but the court found the evidence insufficient to prove a lack of agreement or the lawyer's fault. Consequently, the court ruled that the statutory fee regime applies and remanded the case for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 91 and 92 of the Code of Lawyers; The statutory fee regime applies when no written agreement exists, and the burden of proving the absence of an agreement or the lawyer's fault lies with the opposing party.

Keywords

AI generated
statutory lawyer fees Code of Lawyers written agreement requirement burden of proof remand for retrial legal malpractice court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 91 of the Code of Lawyers (N.D. 3026/1954)
Article 92 of the Code of Lawyers (N.D. 3026/1954)
Article 559 No. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580 No. 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 976 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 976/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 24η Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Π. Τ. του Μ., κατοίκου ... ,που παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Της Κυπριακής Δημόσιας Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD" που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου και διατηρεί υποκατάστημα στην Ελλάδα με το διακριτικό τίτλο "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ" και "MARFIN EGNATIA BANK", ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", κατόπιν διασυνοριακής συγχώνευσης δι' απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη, που εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αικατερίνη Κοκκαλιάρη - Γιατρά η οποία δήλωσε και την νέα επωνυμία της αναιρεσίβλητης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 159/2006 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 574/2009 απόφαση του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-2-2010 αίτησή αναιρέσεως και τον από 27 Ιουλίου 2010 πρόσθετο λόγο αυτής .

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ασπασία Καρέλλου, ανέγνωσε την από 10-05-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων αναιρέσεως και του πρόσθετου λόγου αυτής.

Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης δήλωσε ότι διορθώνει την επωνυμία της αναιρεσίβλητης όπως στις προτάσεις και ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και του πρόσθετου λόγου αυτής καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 91 παρ.1 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κωδικός των Δικηγόρων", ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δικαστηριακής ή άλλης δαπάνης, την οποία κατέβαλε εξ ιδίων και αμοιβή για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 92 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, όπως ισχύει ήδη μετά την προσθήκη του εδ.

β' αυτής με το άρθρο 5 παρ. 3 του Ν.Δ. 4272/1962 και την αντικατάσταση του με το άρθρο 8 του Ν. 1093/1980, η δικηγορική αμοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή του αντιπροσώπου του, η οποία περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος της, είτε μεμονωμένες πράξεις ή άλλης φύσεως νομικές εργασίες.

Σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων, που καθορίζονται από τα άρθρα 98 επ. του ως άνω Κώδικα. Κάθε συμφωνία για λήψη μικρότερης αμοιβής από τα ανωτέρω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξάρτητα από το χρόνο της συνάψεως της. Εξάλλου ,κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του εν λόγω Κώδικα, σε περίπτωση ελλείψεως ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστο ποσό της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται κατά τις διατάξεις των επομένων άρθρων, αυξανόμενο κατά την κρίση του δικαστηρίου, αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσας υποθέσεως, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητας της διαφοράς, των ιδιαζουσών περιστάσεων και των εν γένει δικαστικών ή εξώδικων ενεργειών.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 281 του Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεως του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, εις τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του, που θα έχει δυσμενείς για τον οφειλέτη συνέπειες , να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.

Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως, απαιτείται να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη (Ολ. ΑΠ 8/2001). Η διάταξη του ΑΚ 281 έχει έντονο ο χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, εφαρμόζεται δε και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημοσίας τάξεως διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της ελάχιστης αμοιβής τους για την παροχή των νομικών υπηρεσιών τους που ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ.1, 98 επ.

του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ολ. ΑΠ 33/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είναι δικηγόρος, διορισμένος στη δικαστική περιφέρεια Καβάλας. Κατά το μήνα Μάιο η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με την οποία ο ενάγων είχε μακρόχρονη συνεργασία και υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους, ανέθεσε σ' αυτόν τη διενέργεια των αναγκαίων δικαστικών και εξωδικαστικών πράξεων, προκειμένου αυτή να εισπράξει από τον οφειλέτη της Σ.

Τ. το ποσό των 467.324.264 δραχμών, οφειλή που προερχόταν από την υπ' αριθ. 4094-00/3/-4-6-1998 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό. Η είσπραξη του ως άνω ποσού θα επιτυγχανόταν με την αναγκαστική εκποίηση υφιστάμενου υπέρ της ως άνω τράπεζας ενεχύρου επί 31.600 κοινών ονομαστικών μετοχών κυριότητα του ανωτέρω οφειλέτη, δυνάμει της από 15-9-1998 συμβάσεως ενεχυριάσεως τίτλων.

Σε εκτέλεση της πιο πάνω εντολής ο ενάγων συνέταξε και κοινοποίησε στον παραπάνω οφειλέτη της εναγομένης την από 24-5-1999 επιταγή, κατά τα άρθρα 42 επ. του Ν.Δ. της 17-7/-13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" και αφού διενεργήθηκε βάσει αυτής αναγκαστικός πλειστηριασμός που ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 13987/1999 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Καβάλας Ελένης Τσαλίκη, η εναγομένη εισέπραξε το ανωτέρω ποσό των δρχ. 467.324.264.

Στη συνέχεια ο ανωτέρω οφειλέτης της εναγομένης άσκησε τις υπ' αριθμ. εκθ. κατ. 2015/ΤΜ/28-5-1999 και 4129/ΤΜ/24-6-1999 ανακοπές με τις οποίες ζητούσε την ακύρωση της ανωτέρω επιταγής προς εκτέλεση, καθώς και την ακύρωση της ως άνω εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού. Επί των ανακοπών αυτών εκδόθηκε, η 122/ 2000 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποία έγιναν δεκτές οι ανακοπές, για το λόγο, κυρίως, ότι η ως άνω επιταγή προς εκτέλεση είχε τη μορφή εξωδίκου δηλώσεως, χωρίς να έχει συνταχθεί κάτω από αντίγραφο του ειδικού εκτελούμενου τίτλου.

Κατόπιν σχετικής εντολής της εναγομένης ο ενάγων άσκησε έφεση, η οποία συζητήθηκε ενώπιον του Εφετείου Θράκης και εκδόθηκε η 132/2003 απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση, ενώ η αίτηση αναιρέσεως που άσκησε η εναγομένη, εκπροσωπούμενη από άλλο δικηγόρο, απορρίφθηκε με την 1267/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο, ότι ο ενάγων αμείβονταν από την εναγομένη κατά υπόθεση, η δε αμοιβή του συμφωνήθηκε να είναι μικρότερη από τα οριζόμενα στον Κώδικα περί Δικηγόρων κατώτατα όρια αμοιβής. Συγκεκριμένα, η αμοιβή του ενάγοντος περιελάμβανε την αξία του γραμματίου προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής, πλέον των αναγκαίων εξόδων του (π.χ.

για εκτός έδρας απασχόληση του, έξοδα καταθέσεως δικογράφων κ.λπ.) για κάθε υπόθεση. Ο ενάγων εξέδιδε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, στις οποίες ανέγραφε ο ίδιος το συνολικό ποσό της αμοιβής του, ήτοι την αξία του γραμματίου προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής του οικείου δικηγορικού συλλόγου και των αναγκαίων εξόδων για κάθε υπόθεση, τις οποίες έστελνε στην εντολέα του με σχετική επιστολή του και ακολουθούσε η πληρωμή της αμοιβής του.

Ειδικότερα, ο ενάγων για τις επίδικες δικαστικές ενέργειες, στις οποίες προέβη κατ' εντολή της εναγομένης και δη, α) για τη σύνταξη προτάσεων και παράσταση κατά τη συζήτηση των ως άνω δύο ανακοπών του Σ. Τ. κατά της εναγομένης τράπεζας, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, έλαβε ως αμοιβή το συνολικό ποσό των 460.000 δρχ. (1.349,96 ευρώ), για το οποίο εξέδωσε τις 637 και 638/1-3-2000 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών και β) για τη σύνταξη της από 14-9-2000 εφέσεως της εναγομένης κατά της 122/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, τα έξοδα καταθέσεως αυτής και τα έξοδα του για τη μετάβαση και την επιστροφή του από την Κομοτηνή στην Καβάλα, έλαβε ως αμοιβή, το συνολικό ποσό των δρχ. 220.500 (ή 647,10 ευρώ) για τα οποία εξέδωσε την 783/28-9-2000 απόδειξη παροχής υπηρεσιών.

Στη συνέχεια ο ενάγων εξέδωσε την 62/22-11-2002 απόδειξη παροχής υπηρεσιών, ποσού 3.230 ευρώ, ως αμοιβή του για τη σύνταξη των προτάσεων και την παράσταση του στις 22-11-2002 ενώπιον του Εφετείου Θράκης, κατά τη συζήτηση της πιο πάνω εφέσεως, την οποία υπέβαλε προς πληρωμή στην εναγομένη. Η τελευταία με την από 9-12-2002 επιστολή της επέστρεψε την άνω απόδειξη παροχής υπηρεσιών στον ενάγοντα, υποστηρίζοντας ότι το αναφερόμενο σ' αυτή ποσό δεν συμφωνεί με τους όρους της συνεργασίας τους, κατά τους οποίους η αμοιβή του περιορίζεται στο ποσό της προείσπραξης, ζήτησε δε από τον ενάγοντα να εκδώσει νέα απόδειξη για αμοιβή ισόποση της προείσπραξης, πλέον των εξόδων μεταβάσεως και επιστροφής από 100 ευρώ και της εκτός έδρας αμοιβής του από 40 ευρώ.

Απαντώντας ο ενάγων, με την από 16-12-2002 επιστολή του επιμένει στην πληρωμή του άνω ποσού των 3.230 ευρώ, ισχυριζόμενος ότι πρόκειται για μία εντελώς εξειδικευμένη εργασία που του ανατέθηκε λόγω της εξειδικεύσεως του στο Τραπεζικό Δίκαιο και ότι ο ίδιος περιόρισε την αμοιβή του στο ανωτέρω "ελάχιστο αξιοπρεπές ποσό" και τόνισε ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί μικρότερη αμοιβή και μάλιστα ίση με μια παράσταση νομιμοποιήσεως.

Ακολούθησε η από 8-1-2003 επιστολή της εναγομένης προς τον ενάγοντα, με την οποία η πρώτη αρνήθηκε ότι ήταν εντελώς εξειδικευμένη εργασία η άσκηση της πιο πάνω εφέσεως και του επαναλαμβάνει ότι προτίθεται να του καλύψει μόνο την προείσπραξη, τα έξοδα μεταβάσεως και επιστροφής και την εκτός έδρας αμοιβή του, συμποσούμενα σε 546,57 ευρώ.

Δέχθηκε ακολούθως το Εφετείο ότι ενώ ο ενάγων, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του με την εναγομένη Τράπεζα, συμφώνησε και αποδέχθηκε, χωρίς να προβάλλει οποιαδήποτε αντίρρηση σ' αυτή η αμοιβή του να είναι μικρότερη από τα οριζόμενα στον Κώδικα των Δικηγόρων κατώτατα όρια, ακόμη δε και η αιτηθείσα ως άνω αμοιβή των 3.230 ευρώ είναι μικρότερη από τα κατώτατα όρια, αναφέροντας στην προσβαλλόμενη απόφαση τις προσκομιζόμενες από την εναγομένη 11 αποδείξεις, που έχουν εκδοθεί κατά τα έτη 1999 και 2000 για ποσά από 9.500 έως και 92.500 δρχ., στη συνέχεια, με την από 17-10-2005 αγωγή του κατ' αυτής, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, α)το ποσό των 27.429,15 ευρώ για τη σύνταξη προτάσεων της πρώτης συζητήσεως για κάθε ανακοπή (467.324.264 δρχ.

το ύψος του αντικειμένου της διαφοράς Χ 2%) β) το ποσό των 3.581, 64 ευρώ για τη σύνταξη και δακτυλογράφηση της εφέσεως κατά της 122/2000 ως άνω αποφάσεως, τα έξοδα μεταβάσεως και επιστροφής στην Κομοτηνή και τα έξοδα προσδιορισμού της εφέσεως και γ) το ποσό των 27.429,15 ευρώ για τη σύνταξη προτάσεων ενώπιον του Εφετείου, ήτοι για δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, την αμοιβή των οποίων, ανερχόμενη, κατά τους όρους της συνεργασίας τους σε 546,57 ευρώ, η εναγομένη αναγνωρίζει ότι οφείλει.

Κατέληξε δε το Εφετείο, ότι ενόψει των ως άνω περιστατικών, και δη, "α) της επί μακρό χρόνο και με βάση τη σχέση εμπιστοσύνης συνεργασίας των διαδίκων, με την ανάθεση δικαστικών υποθέσεων από την εναγομένη στον ενάγοντα ,με αμοιβή μικρότερη από τα οριζόμενα στον Κώδικα Δικηγόρων, και β) της μη δήλωσης επί μακρό χρόνο αντίθετης βούλησης από τον ενάγοντα προς την εναγομένη, ότι δηλαδή δεν αποδέχεται αμοιβή μικρότερη από τα οριζόμενα από τον Κώδικα Δικηγόρων κατώτατα όρια και ότι διακόπτει τη συνεργασία του μαζί της ή ότι θα συνεχίσει τη συνεργασία αυτή μόνον εάν η αμοιβή του υπολογίζεται με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, πράγμα το οποίο δημιούργησε στην εναγομένη την εύλογη πεποίθηση ότι ο ενάγων ουδέποτε θα αξίωνε τέτοια αμοιβή, αλλά και της δυνατότητας της εναγομένης, αν δεν πίστευε στην τήρηση του άνω όρου (της καταβολής στον ενάγοντα μικρότερης από τα οριζόμενα στον Κώδικα Δικηγόρων κατώτατα όρια αμοιβής) να αναθέσει την υπόθεση σε άλλο δικηγόρο με τους ίδιους όρους, η άσκηση της ένδικης αξιώσεως προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και εντεύθεν υπερβαίνει, κατ' αντικειμενική κρίση, προφανώς τα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ οριζόμενα όρια".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση της εναγομένης, της οποία είχε απορριφθεί πρωτοδίκως η ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κατά παραδοχή της ως άνω ενστάσεως απέρριψε την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., καθ' όσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Συγκεκριμένα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, α) ενώ αναφέρεται ότι ο ενάγων είχε "μακρόχρονη συνεργασία", με την εναγομένη, στοιχείο στο οποίο στηρίζεται κυρίως η επί "μακρόν αδράνεια" του ενάγοντος για άσκηση της ένδικης αξιώσεως και η προηγηθείσα συμπεριφορά του για τη "δημιουργία πεποιθήσεως" στην εναγομένη ότι δεν θα ασκηθεί η ένδικη αξίωση, στη συνέχεια ουδέν πραγματικό περιστατικό "μακρόχρονης συνεργασίας" των διαδίκων αναφέρεται.

Αντίθετα, ως χρονική αφετηρία της αναθέσεως υποθέσεων από την εναγομένη στον ενάγοντα αναφέρεται το έτος 1999, χρόνο κατά τον οποίο του ανατέθηκε και η ένδικη υπόθεση για την οποία ο ενάγων ζητεί τη νόμιμη αμοιβή του, με τη μνεία αποδείξεων πληρωμής των ετών 1999 και 2000, χωρίς να γίνεται αναφορά ότι οι πληρωμές αυτές αφορούν υποθέσεις προηγούμενων ετών και ποίων, β) ενώ αναφέρεται ότι ο ενάγων "αδράνησε επί μακρόν", δεν προσδιορίζεται χρονικά η αδράνεια του δικαιούχου.

Αντιθέτως, εκτίθεται η προς τον ενάγοντα ανάθεση υποθέσεων το έτος 1999 και 2000 και η διάρκεια της ως άνω υποθέσεως, για την οποία ο ενάγων ζητεί τη νόμιμη αμοιβή του (από το έτος 1999 μέχρι και το έτος 2003, που εκδόθηκε η απόφαση του Εφετείου), ενώ ουδέν αναφέρεται για το πότε διακόπηκε η συνεργασία των διαδίκων και με πρωτοβουλία ποίου εξ αυτών γ) ενώ, για την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ενάγοντος αναφέρεται, ότι ο ενάγων δεν αντέδρασε στην καταβολή από την εναγομένη αμοιβής μικρότερης από τη οριζόμενη στον Κώδικα Δικηγόρων, στη συνέχεια αναφέρεται, ότι ο ενάγων ήδη από το έτος 2002 και ενόσω ήταν ακόμη εκκρεμής, ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, η ως άνω υπόθεση για την οποία ζητεί τη νόμιμη αμοιβή του, εξέδωσε την από 22-11-2002 απόδειξη παροχής υπηρεσιών, με την οποία ζητούσε αμοιβή μεγαλύτερη απ' αυτή που του προσέφερε η εναγομένη και δ) δεν μνημονεύονται, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, υπό τις οποίες η ικανοποίηση της αξιώσεως του ενάγοντος προς απόληψη της νόμιμης δικηγορικής του αμοιβής, θα προκαλέσει στην εναγομένη δυσμενείς συνέπειες και ποίες, ώστε προς αποτροπή τους, να κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ότι επιβάλλεται η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος. "Δυσμενή συνέπεια" δεν αποτελεί το αναφερόμενο γεγονός ότι η εναγομένη είχε τη δυνατότητα, αν ο ενάγων δεν πίστευε στην τήρηση του όρου της καταβολής μικρότερης αμοιβής από τα οριζόμενα στον Κώδικα Δικηγόρων, "...

να αναθέσει την υπόθεση σε άλλο δικηγόρο με τους ίδιους όρους ...", διότι το γεγονός αυτό δεν αποτελεί νόμιμο τρόπο αποφυγής της καταβολής της αμοιβής του ενάγοντος, τον οποίο μάλιστα ο τελευταίος όφειλε, κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην αποτρέψει. Επομένως και οι τρεις λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και ο πρόσθετος λόγος, κατ' ορθή υπαγωγή από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. (και όχι από τον αρ. 1 του ίδιου άρθρου οι πρώτος και δεύτερος και ο πρόσθετος λόγος) είναι βάσιμοι και πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 574/2009 απόφαση του Εφετείου Θράκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ