Legislator Case Law & Legislation
568/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive errors regarding property value and abuse of right.

Case Number 568/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by three parties against a Thessaloniki Court of Appeal decision. The appellants argued for a review of the property valuation and the abuse of right, while the appellee contended the appeal was procedurally flawed and substantively baseless. The court ruled that the appeal was inadmissible because the contested property value was not subject to appellate review, and the remaining arguments failed to meet the legal requirements for overturning the lower court's judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19), 559(8) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses appeals where the contested issue (such as property valuation) is not subject to appellate review, or where the appellant fails to substantiate claims of abuse of right or procedural errors.

Keywords

AI generated
abuse of right property valuation appellate review procedural error Code of Civil Procedure inadmissible appeal substantive error

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 568 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 568/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1.Ε. συζ. Κ. Κ., το γένος Λ. Μ., 2. Π. χας Λ. Μ. το γένος Ε. Β., κατοίκων ... και 3. Π. Μ. του Λ., κατοίκου ... . Η πρώτης εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φωκά, ενώ οι 2η και 3ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο..

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Γ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αστέριο Παπαδημητρίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31734/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1296/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-11-2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 30-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως , ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 5341/9-4-2013 έκθεση του δικαστικού επιμελητού Θεσσαλονίκης ... προκύπτει ότι η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες, δεδομένου ότι με παραγγελία του υπογράφοντος το δικόγραφο της εν λόγω αιτήσεως πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών Αστεριού Τόσκα, επιδόθηκε από τον προαναφερόμενο δικαστικό επιμελητή στον αναιρεσίβλητο αντίγραφο της αιτήσεως και κλήση να παραστεί κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (14-10-2013). Κατά την δικάσιμο όμως αυτή, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα προς την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος δικαστηρίου, εκπροσωπήθηκε νομίμως δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου μόνον η πρώτη των αναιρεσειόντων, ενώ οι δεύτερος και τρίτος εξ αυτών δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθησαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία των απολειπομένων αναιρεσειόντων.

Επειδή, ο αναιρεσίβλητος, με την ένδικη αγωγή του εξέθετε, ότι δυνάμει νομίμως καταρτισθέντος μεταξύ αυτού της πρώτης αναιρεσειούσης και του θανόντος ήδη και κληρονομηθέντος από αυτή και τους δεύτερο και τρίτο αναιρεσείοντες, Λ. Μ., προσυμφώνου μεταβιβάσεως ποσοστών οικοπέδου και συμβάσεως εργολαβίας, ανέλαβε την επ' αντιπαροχή ανέγερση οικοδομικού συγκροτήματος δέκα μονοκατοικιών επί οικοπέδου των αντισυμβαλλομένων του, στην περιοχή Ωραιοκάστρου Θεσσαλονίκης και ότι, μολονότι εξεπλήρωσε το σύνολο των συμβατικών του υποχρεώσεων, οι αντισυμβαλλόμενοι αρνήθηκαν να εκπληρώσουν την εκ του προσυμφώνου υποχρέωση τους για μεταβίβαση σ' αυτόν του μεγαλυτέρου μέρους του συμφωνηθέντος εργολαβικού του ανταλλάγματος, με αποτέλεσμα να εκδοθεί τελεσίδικος υπέρ αυτού δικαστική απόφαση περί καταδίκης αυτών σε δήλωση βουλήσεως περί μεταβιβάσεως του συνιστώντος το εργολαβικό αντάλλαγμα ποσοστού.

Σε εκτέλεση δε της εν λόγω αποφάσεως, έλαβε χώραν η μεταβίβαση των ποσοστών επί του οικοπέδου, πλην ποσοστού 89,16/1000, που αντιστοιχεί στο υπό στοιχεία Κ11 διαμέρισμα, το οποίο οι οικοπεδούχοι αντίδικοί του μετεβίβασαν λόγω πωλήσεως στον τέταρτο εναγόμενο, Ι. Μ., μη διάδικο στην προκειμένη δίκη, καθιστώντες, ανέφικτη την εκπλήρωση της εκ του προσυμφώνου παροχής των.

Εζήτησε δ' ακολούθως με την αγωγή κυρίως μεν την ακύρωση της ανωτέρω μεταβιβάσεως, ως ενεργηθείσης καθ1 υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 του Α.Κ., άλλως δε την διάρρηξη αυτής κατά τους όρους των άρθρων 939 επ. του Α.Κ. και επικουρικώς την αναγνώριση της υποχρεώσεως των τριών πρώτων εναγομένων (οικοπεδούχων) να του καταβαλουν, εις ολόκληρον έκαστος, λόγω υπαιτίου αδυναμίας εκπληρώσεως της εκ του προσυμφώνου αντιπαροχής των, το αντιστοιχούν στην αγοραία αξία της άνω διακεκριμένης ιδιοκτησίας ποσόν των 405.000 ευρώ, νομιμοτόκως από της κοινοποιήσεως της αγωγής έως εξοφλήσεως.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την κυρία και πρώτη επικουρική της βάση, δέχθηκε δε εν μέρει αυτήν κατά την δευτέρα επικουρική της βάση, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση των τριών πρώτων εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα, κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας εκάστου επί του επιδίκου διαμερίσματος, την εξ 140.000 ευρώ αξία αυτού με τον νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής.

Κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ασκήθηκαν εφέσεις και πρόσθετοι λόγοι παρ' αμφοτέρων των διαδίκων μερών και το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του απέρριψε την έφεση του προρρηθέντος, μη διαδίκου, Ι. Μ., δέχθηκε δε τυπικά και κατ' ουσίαν τις λοιπές εφέσεις, και εξαφανίζοντας την εκκληθείσα απόφαση, ως προς τις διατάξεις της που αφορούσαν τις επικουρικές βάσεις της αγωγής, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την πρώτη εξ αυτών, δέχθηκε δε εν μέρει την δευτέρα για το ίδιο ως άνω χρηματικό ποσό, που είχε γίνει δεκτή και πρωτοδίκως, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση των τριών πρώτων εναγομένων για καταβολή τούτου στον ενάγοντα κατά το ποσοστό κυριότητος εκάστου επί του επιδίκου διαμερίσματος και με τον νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής έως εξοφλήσεως.

Η αναίρεση της ανωτέρω αποφάσεως επιδιώκεται ήδη με την κρινομένη αίτηση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν και εξετάζονται ειδικότερα στη συνέχεια.

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 166 του Α.Κ., το προσύμφωνο, με το οποίο τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συνάψουν ορισμένη σύμβαση, αποτελεί αυτοτελή σύμβαση, η αθέτηση δε της υποχρεώσεως αυτής, εφόσον έχει τηρηθεί ο τύπος που ορίζει ο νόμος για τη σύμβαση που πρέπει να συναφθεί, μπορεί να θεμελιώσει υποχρέωση αποζημιώσεως λόγω αδυναμίας εκπληρώσεως της παροχής εκ της οριστικής συμβάσεως, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 380 επ. του Α.Κ..

Συνεπώς, αν ο δια προσυμφώνου υποσχεθείς τη μεταβίβαση πράγματος δεν εκπληρώνει τις επιβαλλόμενες σ' αυτόν υποχρεώσεις λόγω αδυναμίας παροχής, την οποία συνιστούν τόσο η έλλειψη στο πρόσωπο του κυριότητος επί του υπό μεταβίβαση πράγματος, όσο και η επιγενόμενη απώλεια αυτής πριν την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως, έχουν εφαρμογή οι γενικές διατάξεις των άρθρων 380 και 382 του Α.Κ., σύμφωνα με τις οποίες ο αγοραστής δικαιούται, πλην των άλλων, να ζητήσει αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση, η οποία συνίσταται στο λεγόμενο θετικό διαφέρον ή διαφέρον εκπληρώσεως και περιλαμβάνει, κατά το άρθρο 298 A.K., τόσο τη θετική ζημία, όσο και το διαφυγόν κέρδος.

Η αποζημίωση αυτή αποτελεί υποκατάστατο του αρχικού αντικειμένου της παροχής και άρα αυτοτελή αξίωση, ενώ ως ζημία, που πρέπει να αποκατασταθεί, νοείται κάθε επιβλαβής μεταβολή της περιουσίας του δικαιούχου εκ του προσυμφώνου από τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του αντισυμβαλλομένου του, η οποία μπορεί να συνίσταται στην αξία του απολεσθέντος γι' αυτόν πράγματος, υπολογιζόμενη με κρίσιμο χρόνο αυτόν της συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (Α.Π. 249/2009, 1547/2007).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 268 εδ. α' του Α.Κ., "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή" . Κατά δε το άρθρο 281 του Α.Κ., "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος".

Κατά την έννοιαν της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερα άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερα άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της καταστάσεως που διαμορφώθηκε υπό ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων (Ολ.Α.Π. 16/2006, Α.Π. 37/2013).

Από το συνδυασμό της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ. με εκείνες των άρθρων 262 παρ. 1 και 269 παρ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της ενστάσεως και το παραδεκτό της, από την άποψη του χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος, ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απορρίψεως της αγωγής, με την οποία ασκείται το δικαίωμα, για την αιτία αυτή (Ολ.Α.Π. 472/1983, Α.Π. 823/2010).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27 και 28/1998, 17/2001, 7/2006 και 4/2005, Α.Π. 282/2010, 1756/2011). Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 α' του Κ.Πολ.Δ.

ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο. Με τη συγκεκριμένη διάταξη παρέχεται η δυνατότητα αναιρετικού ελέγχου της ψευδούς ερμηνείας ή εσφαλμένης εφαρμογής των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με τα ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας γενόμενα δεκτά, αν δηλαδή αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε το δικαστήριο με την απόφαση του, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων Α.Π. 1397/2012).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά Α.Π. 1131/2007, 2122/2009, 379/2006, 120/2011).

Επί πλέον, κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή "του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικώς στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνος ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.Α.Π. 13/1995).

Η ύπαρξη νομίμου βάσεως και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλομένη απόφαση και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Δεν υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός εάν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Α.Π. 378/2011, 656/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος τους, τα εξής: "Η πρώτη των εναγομένων και ο ήδη θανών πατέρας της, Λ. Μ., καθολικοί διάδοχοι του οποίου τυγχάνουν οι τρεις πρώτοι των εναγομένων (θυγατέρα, σύζυγος και γιος, αντίστοιχα) είχαν στην ισομερή συγκυριότητα τους ένα οικοπεδικό ακίνητο, επιφανείας 1.512,25 Μ2, ...

στην περιοχή Ωραικάστρου Θεσσαλονίκης ..., προς αξιοποίηση του οποίου συνέπραξαν με τον ενάγοντα. .. Ειδικότερα, δυνάμει του ... υπ' αριθμ. .../21-12-1985 προσυμφώνου και εργολαβικού συμβολαίου...o ενάγων ανέλαβε την επ' αντιπαροχή κατασκευή επί του άνω οικοπέδου, δι' ιδίων δαπανών, οικοδομικού, συγκροτήματος, αποτελουμένου από δέκα μονοκατοικίες ...

Κατά τις ειδικότερες ... συμφωνίες των μερών οι οικοπεδούχοι, αφού παρακρατούσαν δι' εαυτούς ποσοστό 341, 27/1000 του άνω οικοπέδου, μετά των αντιστοιχούντων σ' αυτό, κατά την προσυμφωνηθείσα υπαγωγή του οικοπέδου στις περί οριζοντίου ιδιοκτησίας διατάξεις...διακεκριμένων ιδιοκτησιών μονοκατοικιών, αποπερατωμένων ..., ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν, τμηματικά και ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, σ' αυτόν ή σε τρίτους που ο ίδιος θα υποδείκνυε, λαμβάνοντας και το σύνολο του συμφωνουμένου τιμήματος, το υπόλοιπο, εξ 658,73/1000 ποσοστό του οικοπέδου, μετά των αντιστοιχούντων σ' αυτό ...

διακεκριμένων ιδιοκτησιών. Ο ενάγων αποπεράτωσε, μέχρι του έτους 1990, το προαναφερόμενο έργο, με συνέπεια οι οικοπεδούχοι να υποχρεούνται στην προς αυτόν μεταβίβαση του συνόλου των αντιστοιχούντων στη συμφωνηθείσα αντιπαροχή του ποσοστών συγκυριότητας τους επί του άνω οικοπέδου, πλην όμως οι τελευταίοι, μέχρι του σημείου εκείνου, είχαν μεταβιβάσει σ' αυτόν μέρος μόνον αυτών και δη ποσοστό 170,14/1000 και αρνούντο τη μεταβίβαση των υπολοίπων εκ 488,64/1000, επικαλούμενοι προς τούτο σοβαρές ελλείψεις και κακοτεχνίες του έργου...

ο ενάγων άσκησε κατ' αυτών ... αγωγή ..., εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4398/1994 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, η οποία ... υποχρέωσε, ... αυτούς να δηλώσουν ενώπιον συμβολαιογράφου ότι μεταβιβάζουν, κατά την ανήκουσα στον καθένα μερίδα, προς τον ενάγοντα εργολάβο ή στα τρίτα υποδειχθησόμενα από αυτόν πρόσωπα τα εναπομείναντα ποσοστά συγκυριότητας τους επί του ενδίκου οικοπέδου, τα ανήκοντα στο εργολαβικό αντάλλαγμα του αντιδίκου τους, μετά των αντιστοιχούντων σε αυτά, κατά την ειδικότερα, ως άνω, συμφωνία των μερών, διακεκριμένων ιδιοκτησιών.

Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη ... της κατ' αυτής ασκηθείσης εφέσεως και την απόρριψη, δυνάμει της υπ' αριθμ. 531/1998 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, της κατά της εφετειακής αποφάσεως ασκηθείσης αναιρέσεως. Ο ενάγων, παρά την υπέρ αυτού κατάληξη της δίκης, δεν προήλθε, όπως εδικαιούτο ..., σε συμβολαιογραφική αποδοχή της υπέρ αυτού μεταβιβαστικής δηλώσεως των αντιδίκων του, την οποία υποκατέστησε η κατά τα άνω τελεσίδικη απόφαση Εφετείου Θεσσαλονίκης και σε μεταγραφή αυτής και της προαναφερθείσης δηλώσεως του, με συνέπεια να μη επέλθει εκποιητικό αποτέλεσμα και τα ένδικα ποσοστά συγκυριότητος επί του άνω οικοπέδου να εξακολουθούν να φέρονται επ' ονόματι των οικοπεδούχων ..., οι οποίοι, πάντως ...

συνέπραξαν με τον ενάγοντα για τη μεταβίβαση του μεγαλυτέρου μέρους του ανήκοντος σ' αυτόν, ως εργολαβικού ανταλλάγματος, ποσοστού του άνω οικοπέδου, μετά των αντιστοιχούντων σ' αυτό διακεκριμένων ιδιοκτησιών, σε τρίτους παρ' αυτού υποδειχθέντες, μετά ταύτα δε απέμεινε υπό μεταβίβαση ποσοστό 89,16/1000, αντιστοιχούν στο υπό στοιχεία Κ11 διαμέρισμα του προπεριγραφέντος οικοδομικού συγκροτήματος, του οποίου ο ενάγων, που ήδη είχε προσυμφωνήσει ...

την μεταβίβασή του στη θυγατέρα του Ε. Γ., η οποία και εγκαταστάθηκε έκτοτε στο διαμέρισμα αυτό, δεν επιμελήθηκε, όπως, κατά τα άνω, εδικαιούτο, της προς αυτόν μεταβιβάσεως του. Εν τω μεταξύ, το έτος 1993, οι οικοπεδούχοι... είχαν ασκήσει κατά του διαδίκου εργολάβου τις από 27-1-1993 και 12-9- 1993 αγωγές τους ενώπιον του ενταύθα Πολυμελούς Πρωτοδικείου, με τις οποίες ζήτησαν την αποζημίωση τους για ελλείψεις και κακοτεχνίες του ενδίκου έργου.

Διαρκούσης της εκκρεμοδικίας απεβίωσε ο διάδικος οικοπεδούχος, Λ. Μ., και τις δίκες συνέχισαν οι αναγκαίοι αυτού κληρονόμοι - εδώ τρεις πρώτοι εναγόμενοι ... Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκαν τελικά οι υπ' αριθμ. 872/2002 και 874/2002 τελεσίδικες αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου, με τις οποίες υποχρεώθηκε ο εκεί εναγόμενος - εδώ ενάγων εργολάβος να καταβάλει σ' αυτούς, κατ' αναλογία της μερίδος ενός εκάστου, το συνολικό ποσόν των 13.725,56 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως των αγωγών.

Εν όψει της μη συμμορφώσεως του ενάγοντος με το διατακτικό των τελεσιδίκων αυτών αποφάσεων και της ελλείψεως εμφανούς περιουσίας του ..., οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι ... αποδέχθηκαν την κληρονομιά του αποβιώσαντος, ως άνω, συζύγου και πατέρα τους, Λ. Μ., και, ακολούθως, με την υπ' αριθμ. .../14-5-2004 πράξη της ιδίας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, προήλθαν σε ειδικότερη υπαγωγή στις περί οροφοκτησίας διατάξεις της προαναφερθείσης διακεκριμένης ιδιοκτησίας, ήτοι του υπό στοιχεία Κ11 διαμερίσματος, κοινοποιήσαντες, μετά ταύτα, στον ενάγοντα την από 30-6-2004 εξώδικη δήλωση -πρόσκληση τους, με την οποία του έκαναν γνωστό ότι προήλθαν στην κατά τα άνω ενέργεια αποκλειστικά προκειμένου να διασφαλίσουν τις έναντι του αξιώσεις τους ...

από τις κατά τα άνω τελεσίδικες αποφάσεις, προς τις οποίες και ζήτησαν να συμμορφωθεί, δηλώνοντες ότι, σε αντίθετη περίπτωση, θα προχωρούσαν στην εκποίηση του άνω διαμερίσματος, με το τίμημα του οποίου θα κάλυπταν τις προαναφερόμενες απαιτήσεις τους και το τυχόν υπόλοιπο θα παρακατέθεταν υπέρ αυτού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Αφού δεν υπήρξε ανταπόκριση στην κατά τα άνω πρόσκληση των εναγομένων οικοπεδούχων, οι τελευταίοι, ... προχώρησαν... σε αποβολή της θυγατέρας του ενάγοντος, Ε. Γ., από την κατοχή του διαμερίσματος αυτού. Ακολούθως,... οι εναγόμενοι... επώλησαν το κατά τα άνω διαμέρισμα, δυνάμει ... συμβολαίου ... νομίμως μεταγραφέντος ...

στον τέταρτο εναγόμενο, έναντι αναγραφέντος στο συμβόλαιο τιμήματος ύψους 73.619,07 ευρώ, αντιστοιχούντος στην αντικειμενική αυτού αξία. Με την εξέλιξη αυτή των πραγμάτων, για την οποία σημαντικό μερίδιο ευθύνης φέρει και ο ενάγων, ο οποίος όχι μόνο δεν επιμελήθηκε, κατά τα ανωτέρω ... την οριστικοποίηση της προς αυτόν μεταβιβάσεως των αντιστοιχούντων στην ως άνω διακεκριμένη ιδιοκτησία ποσοστών συγκυριότητος του ενδίκου οικοπέδου, αλλά και μεθοδευμένα αρνείτο σταθερά την ικανοποίηση των, ως ανωτέρω, κατ' αυτού, εκ τελεσιδίκων δικαστικών αποφάσεων απορρεουσών, αξιώσεων των αντιδίκων του (τις οποίες, σημειωτέον, ικανοποίησε πολύ αργότερα, εν όψει ασκήσεως της ενδίκου αγωγής ...), είναι πρόδηλο ότι οι εναγόμενοι οικοπεδούχοι ματαίωσαν εξ αντικειμένου την ικανοποίηση της εκ τελεσιδίκου αποφάσεως απορρεούσης υποχρεώσεως τους προς τον ενάγοντα εργολάβο, για την προς αυτόν μεταβίβαση του εναπομείναντος μέρους του εργολαβικού του ανταλλάγματος, μετά της αντιστοιχούσης σ' αυτό, ως άνω, διακεκριμένης ιδιοκτησίας - διαμερίσματος, ακολουθήσαντες, αντί άλλης διαδικασίας, που θα παρείχε δυνατότητες συνόμου ικανοποιήσεως των έναντι του αντιδίκου τους -εργολάβου χρηματικών τους αξιώσεων, την προαναφερθείσα τοιαύτη, το προπαρασκευαστικό μάλιστα στάδιο της οποίας, δηλονότι η σε βάρος του ενάγοντος κινηθείσα, ...

εκτελεστική διαδικασία αποβολής εκ του ενδίκου διαμερίσματος της ελκούσης δικαιώματα από αυτόν θυγατέρας του, εγένετο εκτός πλαισίου των περί αναγκαστικής εκτελέσεως διατάξεων του ΚΠολΔ, λόγο και για τον οποίο σε μεταγενέστερο χρόνο ακυρώθηκε τελεσιδίκως ... Εν όψει τούτων ... οι εναγόμενοι οικοπεδούχοι ευρίσκονται...σε υπαίτια αδυναμία να εκπληρώσουν την εκ του ενδίκου, ως άνω, εργολαβικού προσυμφώνου απορρέουσα και αμετακλήτως ήδη αναγνωρισθείσα υποχρέωση τους να μεταβιβάσουν στον ενάγοντα εργολάβο το επί του ενδίκου οικοπέδου ποσοστό συγκυριότητας τους, που ανήκει στο υπολειπόμενο μέρος του εργολαβικού του ανταλλάγματος και αντιστοιχεί στο ένδικο, κατά τα άνω, διαμέρισμα, υποχρεούνται σε αποζημίωση του αντιδίκου τους, υπολογιζόμενη...βάσει της αγοραίας αξίας του ενδίκου διαμερίσματος κατά το χρόνο συζητήσεως της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Προς απόκρουση της ενδίκου αυτής αξιώσεως του ενάγοντος οι εναγόμενοι οικοπεδούχοι προβάλλουν το πρώτον μεν στην παρούσα κατ' έφεση δίκη, πλην όμως παραδεκτά, ως φερόμενο ν' αποδεικνύεται από ομολογούμενα από τον αντίδικο τους και εκ των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτοντα περιστατικά (άρθρο 527 ΚΠολΔ), ότι η ένδικη αξίωση του, πρωτογενής ή δευτερογενής, ως αποτελούσα εργολαβική αμοιβή, έχει υποπέσει στην εκ της διατάξεως του άρθρου 250 παρ. 1 του Α.Κ.

βραχυχρόνια παραγραφή, αφού, ειδικότερα, από του τέλους του έτους 1992, οπότε, σύμφωνα με τα ομολογούμενα από τον αντίδικο τους, αυτή, με την αποπεράτωση και παράδοση του έργου, κατέστη απαιτητή και μέχρι ασκήσεως, το έτος 2006, της ενδίκου αγωγής, παρήλθε διάστημα υπέρτερο της πενταετίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Και τούτο γιατί η ένδικη αξίωση του ενάγοντος στηρίχθηκε εξ αρχής, με εκτενείς αναφορές πασών των εν προκειμένω αναγκαίων περιστατικών στο αγωγικό δικόγραφο και επανάληψη τους στις προτάσεις του, ακριβώς στην τελεσίδικη αναγνώριση, δυνάμει της προμνησθείσης υπ' αριθμ. 638/1996 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, της ενδίκου αξιώσεως του και στο δεδικασμένο που εκ της αποφάσεως αυτής απορρέει και, συνεπώς, αυτή υπόκειται πλέον όχι στην εκ της ως άνω διατάξεως βραχυχρόνια τοιαύτη, αλλά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 του Α.Κ., σε εικοσαετή τοιαύτη, η οποία, αρξαμένη από της εκδόσεως, την 16- 2-1996, της τελεσιδίκου, ως άνω, αποφάσεως ...δεν έχει εισέτι προδήλως συμπληρωθεί.

Ισχυρίζονται, περαιτέρω, οι εναγόμενοι οικοπεδούχοι ότι ο ενάγων, αν και είχε εξοπλισθεί με τίτλο εκτελεστό για την εργολαβική του αμοιβή, εν τούτοις αδιαφόρησε επί μακρά σειρά ετών και αδράνησε για διασφάλιση των δικαιωμάτων του, κατά τρόπο που να δημιουργήσει σε αυτούς την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται ν' ασκήσει την ένδικη αξίωση του, κατ' ακολουθίαν δε των ισχυρισμών τους αυτών προσβάλουν ως καταχρηστικώς ασκούμενη την ένδικη αξίωση του ενάγοντος, δηλονότι ως υπερβαίνουσα τα εκ της διατάξεως του άρθρου 281 του Α.Κ.

τιθέμενα όρια. Ο ισχυρισμός όμως αυτός-ένσταση των εναγομένων-οικοπεδούχων παρίσταται, ως προβαλλόμενος το πρώτον στην παρούσα κατ' έφεση δίκη, απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την επικαλούμενη κατάχρηση, συνοδευόμενα από αίτημα για απόρριψη της αγωγής, έπρεπε, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 269 παρ. 1 και 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ, να προταθούν το πρώτον στην ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου...

Εξ άλλου, η διάταξη του άρθρου 527 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αφορά ισχυρισμούς του εφεσίβλητου, που προβάλλονται προς απόκρουση της εφέσεως και επί σκοπώ μη ανατροπής της εκκαλουμένης και δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση, δηλονότι κατά το στάδιο που το εφετείο, έχοντας εξαφανίσει την εκκαλουμένη, δικάζει πλέον την αγωγή, οπότε εκ των μη πρωτοδίκως προταθέντων ισχυρισμών παραδεκτοί είναι μόνο οι οψιγενείς και όσοι καλύπτονται από τους όρους της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 269 ΚΠολΔ.

Πέραν και ανεξαρτήτως τούτων ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος και ως μη νόμιμος, αφού μόνη η επικαλούμενη αδράνεια του δικαιούχου ενάγοντος να διασφαλίσει την ένδικη αξίωση του δεν αρκεί να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση της αγωγής του, τη στιγμή που οι εναγόμενοι-ενιστάμενοι δεν επικαλούνται, κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, και άλλα περιστατικά, σχετικά με τη συμπεριφορά του αντιδίκου τους και των ιδίων, που να τελούν σε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ τους και να καθιστούν αδικαιολόγητη και επαχθή για το πρόσωπο τους, κατά τις αρχές της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών, την παρά του αντιδίκου τους επιδίωξη ικανοποιήσεως της εν προκειμένω έναντι τους (δευτερογενούς) αξιώσεως του ...

Εξ άλλου, για το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα του, κατά τον προαναφερθέντα κρίσιμο χρόνο, προσδιορισμού της αξίας του ενδίκου ακινήτου, προέκυψε, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, ότι αυτό έχει, σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στο πωλητήριο συμβόλαιο στοιχεία, μικτό εμβαδόν 136,56 Μ2 και καθαρό τοιούτο 122,34 Μ2, αποτελείται δε από τρία δωμάτια, σαλοτραπεζαρία, κουζίνα, χωλ και λουτροαποχωρητήριο.

Να σημειωθεί ότι καθ' υπέρβαση της οικείας οικοδομικής αδείας, δηλονότι παρανόμως, ο ενάγων κατασκεύασε άνωθεν του διαμερίσματος αυτού πρόσθετο χώρο-σοφίτα, επιφανείας 40 Μ2, αποτελούμενο από ένα δωμάτιο, κουζίνα, WC και πλυσταριό. Η αυθαίρετη όμως αυτή κατασκευή, ορωμένη από την άποψη του ισχύοντος κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο νομοθετικού καθεστώτος, δεν αποτελεί πλεονέκτημα αλλά βάρος για το ένδικο ακίνητο, αφού συνεπάγεται για τον ιδιοκτήμονά του ποινικές και διοικητικές κυρώσεις, μεταξύ των οποίων διαρκές πρόστιμο διατηρήσεως της.

Εξ άλλου, σε σχέση με την, κατά τον κρίσιμο επίσης χρόνο, κατάσταση του ενδίκου ακινήτου, το Δικαστήριο κρίνει, από τη συνεκτίμηση των κατά τα άνω αποδεικτικών στοιχείων, ότι αυτή, μετά και την επί μακρά σειρά ετών, προσεγγίζουσα την εικοσαετία, χρήση του, ήταν μετρία ... Περαιτέρω, και σε σχέση με την κατά τον αυτό, επίσης, χρόνο αξία του, για την οποία κρίνεται ότι προδήλως δεν απαιτούνται προς διακρίβωση της εξειδικευμένες (ιδιάζουσες) γνώσεις επιστήμης, ώστε να παρίσταται αναγκαίο να διαταχθεί τεχνική πραγματογνωμοσύνη, όπως αβασίμως οι εναγόμενοι - οικοπεδούχοι ζητούν (άρθρο 368 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπ' όψιν πάντα τ' ανωτέρω και συνεκτιμώντας τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και, ιδία, τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως και των ενόρκως, περί του ιδίου ζητήματος, βεβαιωσάντων ...

κρίνει ότι αυτή ανήρχετο στο ύψος των 140.000 ευρώ, ποσόν που, με βάση τα προαναφερόμενα, οι εναγόμενοι οικοπεδούχοι πρέπει ν' αναγνωρισθεί ότι υποχρεούνται να καταβάλουν στον ενάγοντα ως αποζημίωση εκ της ενδίκου αιτίας. Κατ' ακολουθίαν πάντων τούτων η ένδικη αγωγή πρέπει ν' απορριφθεί ως προς τον τέταρτο εναγόμενο, Ι.

Μ., ..., να γίνει δε αυτή δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος ως προς τους λοιπούς εναγομένους και ν' αναγνωρισθεί ότι αυτοί υποχρεούνται να καταβαλουν στον ενάγοντα το προαναφερόμενο ποσόν ... διαιρετώς ..., κατά το λόγο του ποσοστού συγκυριότητος ενός εκάστου επί του ενδίκου ακινήτου ..., νομιμοτόκως από της κοινοποιήσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση ...".

Έτσι, κρίνοντας το Εφετείο, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 166, 380, 382 268 και 281 του Α.Κ., ούτε των περί δεδικασμένου τοιούτων των άρθρων 321 επ. του Κ.Πολ.Δ., διέλαβε δε στην προσβαλλομένη απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές σκέψεις αιτιολογίες, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, και συνεπώς οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις των αναιρεσειόντων δια των αντιστοίχων λόγων αναιρέσεως, τυγχάνουν αβάσιμες.

Συγκεκριμένα με τον πρώτο κατά σειράν λόγο του αναιρετηρίου, οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι η επίδικη απαίτηση αφορώσα πληρωμή εργολαβικού ανταλλάγματος είχε ήδη προ της ασκήσεως της ενδίκου αγωγής υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθμ. 1 Α.Κ., λόγω παρελεύσεως πενταετίας από του χρόνου παραδόσεως του έργου (άρθρο, 694 παρ.1 Α.Κ.) και για το λόγο αυτό το Εφετείο απορρίπτοντας την νομίμως προβληθείσα σχετική ένσταση των υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8, κατ' ορθήν δε εκτίμηση σε εκείνη από τον αριθμ. 1 του ιδίου άρθρου, αφού κατά τα ιστορούμενα στο αναιρετήριο η εν λόγω ένσταση δεν αγνοήθηκε από το Εφετείο αλλά αξιολογήθηκε αρνητικώς και απερρίφθη.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος, καθόσον η ένδικη αξίωση, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή και τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως θεμελιώνεται στην τελεσίδικη δια της προηγηθείσης υπ' αριθμ. 638/1996 αμετακλήτου αποφάσεως του Εφετείου αναγνώριση της και ως τοιαύτη δεν υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, αλλά στην εικοσαετή τοιαύτη του άρθρου 268 του Α.Κ., η οποία και δεν είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο ασκήσεως ταύτης.

Εξάλλου, με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 16 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, υπό την έννοια ότι το Εφετείο, μολονότι έλαβε υπόψη την προηγηθείσα υπ' αριθμ. 638/1996 αμετάκλητη απόφαση του, που έχει ίδιο αντικείμενο με την ένδικη αγωγή, τουτέστιν την εργολαβική αμοιβή του ενάγοντος, δεν δέχθηκε περαιτέρω ότι το εκ της προηγηθείσης αποφάσεως απορρέον δεδικασμένο καθιστούσε απαράδεκτη και μη νόμιμη την άσκηση της μεταγενεστέρας με το ίδιο αντικείμενο ενδίκου αγωγής, κατά την δεκτή γενομένη δευτέρα επικουρική της βάση.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος, διότι η ένδικη αγωγή ναι μεν έχει ως γενεσιουργό αιτία την τελεσιδίκως αναγνωρισθείσα υποχρέωση των εναγομένων-αναιρεσειόντων για την καταβολή του οφειλομένου στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο μέρους της εργολαβικής αμοιβής του, όμως δεν αφορά την καταβολήν της εν λόγω αμοιβής, ώστε να καταλαμβάνεται εκ του υπάρχοντος δεδικασμένου και να καθίσταται εκ τούτου απαράδεκτη η άσκηση της, αλλά έχει ως αντικείμενο την αποζημίωση που οι εναγόμενοι οφείλουν στον ενάγοντα , συνεπεία της υπαιτίου αδυναμίας των να εκπληρώσουν την μετά δυνάμεως δεδικασμένου αναγνωρισθείσα υποχρέωση των προς μεταβίβαση σ' αυτόν του αντιστοιχούντος στην αμοιβή του διαμερίσματος και συνεπώς δεν υφίσταται δεδικασμένο εκ της προειρημένης δίκης που να κωλύει την άσκηση της.

Αβάσιμες είναι ωσαύτως και οι δια του τρίτου λόγου αναιρέσεως προσαπτόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 9 και 10 του Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενες αντιστοίχως στο ότι το Εφετείο δεν απεφάνθη επί του αιτήματος των αναιρεσειόντων για την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης περί της αξίας του επιδίκου διαμερίσματος και στο ότι δέχθηκε περί του ιδίου θέματος (αξίας διαμερίσματος) ως αληθή πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, χωρίς απόδειξη.

Τούτο δε διότι, από την προσβαλλομένη απόφαση, προκύπτει ότι το περί διενεργείας πραγματογνωμοσύνης αίτημα των αναιρεσειόντων δεν αγνοήθηκε αλλά ρητώς απερρίφθη από το Εφετείο, το οποίο δεν έκρινε αναγκαία την χρησιμοποίηση του αποδεικτικού τούτου μέσου, η κρίση του δε αύτη δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ως εκ τούτου δε τυγχάνει αβάσιμη και η δια του έκτου λόγου προβαλλόμενη συναφής αιτίαση περί αναιτιολόγητου απορρίψεως του ιδίου αιτήματος περί διενεργείας πραγματογνωμοσύνης.

Επίσης, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δεν ήχθη στις ανωτέρω παραδοχές του σχετικά με την αξία του επίμαχου διαμερίσματος χωρίς απόδειξη, αλλά από την συνεκτίμηση των αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων και δη των μαρτυρικών καταθέσεων, των ενόρκων βεβαιώσεων και των εγγράφων.

Η εκτίμηση δε των αποδεικτικών τούτων μέσων και το διαμορφωθέν βάσει αυτών μέσων πόρισμα του Εφετείου, σχετικά με την αξία του διαμερίσματος δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο και συνεπώς ο αυτός (τρίτος) αναιρετικός λόγος, κατά τις λοιπές αιτιάσεις του που αφορούν τον τρόπο υπολογισμού της αξίας του διαμερίσματος τυγχάνει απαράδεκτος.

Περαιτέρω με τον τέταρτο κατά σειρά λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ. Δ. αναιρετική πλημμέλεια, με την έννοια της παντελούς ελλείψεως ή των ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της καταχρηστικής ασκήσεως του δια της ενδίκου αγωγής ασκουμένου δικαιώματος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος, αφού το Εφετείο, ως εκ της πληττόμενης αποφάσεως του συνάγεται, δεν εισήλθε στην κατ' ουσίαν της έρευνα της περί καταχρήσεως ενστάσεως των αναιρεσειόντων αλλά απέρριψε αυτήν με επάλληλη αιτιολογία το μεν ως απαράδεκτη (λόγω προβολής της για πρώτη φορά ενώπιον του) το δε ως μη νόμιμη.

Εξάλλου με τον πέμπτο, κατά σειράν λόγο της κρινομένης αιτήσεως οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ. Δ., υπό την έννοια της μη λήψεως υπόψη της περί καταχρήσεως δικαιώματος ενστάσεως των. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος επίσης ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδομένος, αφού η σχετική ένσταση δεν αγνοήθηκε, αλλά ελήφθη υπόψη και απερρίφθη. Περαιτέρω δε ο αυτός λόγος εκτιμώμενος ως περιέχον αναιρετικές αιτιάσεις εκ των με αριθμό 1 και 14 διατάξεων του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού τα πραγματικά περιστατικά που οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν και αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση ούτε προεβλήθησαν κατά την πρώτη ενώπιον του Πρωτοβαθμίου συζήτηση της αγωγής ούτε αληθή υποτιθέμενα στοιχειοθετούν κατά νόμον την ένσταση αυτών περί καταχρηστικής ασκήσεως του δια της αγωγής ασκηθέντος δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου.

Τέλος, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 έκτος και τελευταίος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως τυγχάνει απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της ελλείψεως, της ανεπαρκείας και της αντιφάσεως αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αξίας του επιδίκου διαμερίσματος και εντεύθεν του ύψους της οφειλομένης στον ενάγοντα αποζημιώσεως, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων που αφορούν το συγκεκριμένο ζήτημα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-11-2011 αίτηση των: 1) Ε. συζ. Κ. Κ., 2) Π. χα Λ. Μ. ή Μ. και 3) Π. Λ. Μ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1296/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ