Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim due to lack of prior objection by the defendant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision regarding a co-ownership dispute over a partitioned property. The appellants argued the lower court erred by failing to declare the co-ownership claim abusive, yet the respondent had previously raised a claim of separate ownership based on long-term possession. The court ruled that since the respondent had already asserted this specific defense in the first instance, the new abuse of right argument was legally inadmissible and thus the appeal failed.
Legislator headnote
AI generatedArt. 281 A.K.; Art. 1 of Law 431/1968: The doctrine of abuse of right under Article 281 of the Civil Code is inapplicable when the opposing party has already raised a substantive defense regarding the same legal issue in the first instance, rendering the subsequent invocation of abuse of right inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 823 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 823/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ..., 2. ..., 3. ..., 4. ... και 5. ..., κατοίκων ...ΗΠΑ, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Βουτσαδάκη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ..., 2. ...και 3. ..., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σφακιωτάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 283/1997 μη οριστική, 110/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-7-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 6-10-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. H πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ ΑΠ 33/2005, 19/1998, 17/1995).
Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν πρόσθετα περιστατικά, αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και , εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι το τελευταίο δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε με τη μεταγενέστερη άσκησή του, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις (Ολ ΑΠ 62/1990).
Εξάλλου, η διάταξη το άρθρου 281 ΑΚ έχει έντονο χαρακτήρα δημόσιας τάξης και δεν αποκλείεται η εφαρμογή της και όταν ασκείται δικαίωμα, που πηγάζει, επίσης, από διατάξεις δημόσιας τάξης, όπως είναι εκείνες του Αγροτικού Κώδικα (Ολ. ΑΠ 33/2005, 7/2002, 8/2001). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, "σαφώς προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της ένστασης Καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και το παραδεκτό της, από την άποψη του-χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος, ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής, με την οποία ασκείται το δικαίωμα, για την αιτία αυτή. (Ολ ΑΠ 472/1983).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο δεύτερος και τρίτος από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους, με τις από 21-2-1997 προτάσεις τους της πρώτης στον πρώτο βαθμό συζήτησης της ένδικης αγωγής των αντιδίκων τους περί διανομής του επίδικου ακινήτου - κληροτεμαχίου, - πρόβαλαν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, ισχυριζόμενοι, ειδικότερα, ότι το έτος 1974 έγινε εξώδικη διανομή του εν λόγω ακινήτου μεταξύ του ..., άμεσου δικαιοπαρόχου τους - δεύτερου και τρίτου από τους εναγομένους -αναιρεσιβλήτους -, του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου και εκπροσώπου του άμεσου δικαιοπαρόχου των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων Θ1, με βάση την οποία τοποθετήθηκαν πάσσαλοι στο πιο πάνω ακίνητο και οριοθετήθηκαν τρεις χωριστές ιδιοκτησίες, ότι το έτος 1977 επέστρεψε από την Αμερική ο άμεσος δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Θ1, ο οποίος, μετά από επιτόπια μετάβασή του στο επίδικο ακίνητο, διαπίστωσε την πραγματική κατάσταση που είχε δημιουργηθεί με την οριοθέτηση και δεν εναντιώθηκε σ' αυτή, αφού δεν προέβη σε καμιά δικαστική ή εξώδικη ενέργεια προ άρση της, ότι μετά την παραπάνω εξώδικη διανομή όλοι αυτοί (οι εναγόμενοι) άρχισαν να εκμεταλλεύονται και να αξιοποιούν τις χωριστές ιδιοκτησίες που περιήλθαν σ' αυτούς, ο δεύτερος δε και τρίτος απ' αυτούς κατασκεύασαν στην ανήκουσα σ' αυτούς κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, χωριστή ιδιοκτησία τους, εμβαδού 2.791 τετρ.
μέτρων, πολυόροφη οικοδομή, εμβαδού πάνω από 300 τετρ. μέτρα, στην οποία στέγασαν και λειτουργούν σοβαρή και κερδοφόρα εμπορική επιχείρηση (βιοτεχνία κουφωμάτων και επίπλων) με την επωνυμία "Ομόρρυθμη Εμπορική και Βιοτεχνική Εταιρία ... Ο.Ε.", πέτυχαν δε το έτος 1990 την υπαγωγή επένδυσης της επιχείρησής τους στις διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου 1262/1982, συνολικού κόστους 43.000.000 δραχμών, με ποσοστό επιχορήγησης 28% και ποσοστό επιδότησης επιτοκίου 28% για τραπεζικό δάνειο ύψους δρχ. 7.920.000 και, τέλος, ότι οι αντίδικοί τους, μολονότι γνώριζαν την εξώδικη διανομή του επίδικου ακινήτου, δεν εναντιώθηκαν σ' αυτή μέχρι του έτους 1996, οπότε επανήλθαν στην Ελλάδα και διαπίστωσαν, ότι το τεμάχιο του εν λόγω ακινήτου, που είχε περιέλθει στον άμεσο δικαιοπάροχό τους, σύζυγο και πατέρα τους, αντίστοιχα, Θ1 ήτα μικρότερο από εκείνα των εναγομένων, μη άρτιο και περιορισμένα αξιοποιήσιμο, έτσι δε θέλησαν να το επεκτείνουν.
Παράλληλα, οι πιο πάνω εναγόμενοι, με τις ίδιες προτάσεις τους, διατύπωσαν και αίτημα απόρριψης της ένδικης αγωγής για την αιτία αυτή. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τη 283/1997 προδικαστική του απόφαση έκρινε ορισμένη και νόμιμη την επίμαχη ένσταση και έταξε αποδείξεις σε βάρος των εναγομένων, ενώ με την 110/2005 οριστική του απόφαση τη δέχθηκε και ως κατ' ουσίαν βάσιμη, απορρίπτοντας την κρινόμενη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. 'Υστερα από έφεση των εναγόντων κατά της απορριπτικής σε βάρος τους πιο πάνω πρωτόδικης απόφασης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Με τα δεδομένα αυτά, ο μοναδικός, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, δηλαδή δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση του δευτέρου και τρίτου από τους αναιρεσιβλήτους περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος των αντιδίκων τους, γιατί δεν προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα απ' αυτούς, αλλά, αντίθετα, έκρινε ότι η εν λόγω ένσταση προτάθηκε παραδεκτά από τους ιδίους στην πρώτη, στον πρώτο βαθμό, συζήτηση της αγωγής και ήταν ορισμένη, ακολούθως δε, τη δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Σύμφωνα μεν με τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους....., σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 77 του ίδιου πιο πάνω Κώδικα, στις περιπτώσεις του άρθρου 76, αν οι ομόδικοι προτείνουν αντιφατικούς ισχυρισμούς, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την επιρροή τους στη διαδικασία και στην απόφαση, και μπορεί να καθορίσει τα αποτελέσματά τους χωριστά για κάθε διάδικο.
Με την πρώτη από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις ορίζονται οι περιπτώσεις της αναγκαστικής ομοδικίας, με την οποία σκοπείται η διευκόλυνση της ενιαίας διάγνωσης της διαφοράς ως προς όλους τους -αναγκαίους - ομοδίκους, ενώ με τη δεύτερη ρυθμίζεται ο τρόπος με τον οποίο το δικαστήριο θα εκτιμήσει τους προβαλλόμενους από τους αναγκαίους ομοδίκους αντιφατικούς ισχυρισμούς. 'Ετσι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, το δικαστήριο θα καθορίσει χωριστά ως προς τον κάθε αναγκαίο ομόδικο τα "δικονομικά" αποτελέσματα των αντιφατικών ισχυρισμών, εκδίδοντας τελικά ενιαία ως προς όλους απόφαση, σύμφωνα με το σκοπό της αναγκαστικής ομοδικίας, δηλαδή την επίτευξη της ενιαίας διάγνωσης της διαφοράς, με την επιφύλαξη όμως του χωριστού καθορισμού και των "ουσιαστικών" αποτελεσμάτων των εν λόγω ισχυρισμών, όπου αυτό είναι εφικτό, χωρίς δηλαδή να παραβλάπτεται ο αμέσως πιο πάνω σκοπός, όπως ενδέχεται να συμβεί επί διαπλαστικής αγωγής, με την έννοια ότι η απόρριψή της ως προς ένα από τους αναγκαίους ομοδίκους δεν εμποδίζει την ενιαία διάπλαση της επίδικης έννομης σχέσης ως προς όλους με μόνη τη δικαστική παραδοχή της αγωγής αυτής ενός απ' αυτούς.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 798 και 799 ΑΚ, 479, 480 παρ 3, 481 αριθ. 2, 482 παρ. 1, 483 και 489 ΚΠολΔ, η αγωγή διανομής δεν είναι μόνο διαπλαστική, ως διώκουσα τη διάπλαση νέας έννομης σχέσης για κάθε κοινωνό με τη λύση της κοινωνίας, αλλά έχει διπλό χαρακτήρα, με την έννοια ότι ο ενάγων είναι συγχρόνως και εναγόμενος, όπως και κάθε εναγόμενος είναι συνάμα αντίδικος του συνεναγομένου του, αφού οποιοσδήποτε από τους εναγομένους μπορεί με αίτησή του, που δεν έχει το χαρακτήρα ανταγωγής, να ζητήσει τη διάπλαση ένορκης σχέσης κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που επιδιώκεται με την αγωγή και, συνακόλουθα, να καταλήξει η δίκη σε βάρος του ενάγοντα και του ενός ή των λοιπών εναγομένων, οι οποίοι κατά τούτο είναι αντίδικοι μεταξύ τους, δεσμευόμενοι από τη διαπλαστική ενέργεια της εκδιδόμενης απόφασης.
Το γεγονός δε ότι κάποιος ή κάποιοι από τους κοινωνούς, ως επιτιθέμενοι ή αμυνόμενοι, βρίσκονται σε αντίστοιχη δικονομική θέση κατά την έναρξη του δικαστικού αγώνα, καθώς και σε κάθε επόμενο στάδιο αυτού είναι εντελώς συμπτωματικό, αφού ο καθένας απ' αυτούς, ανεξάρτητα από τη δικονομική του θέση, μπορεί να έχει αντίθετα συμφέροντα και, προβάλλοντάς τα, να είναι ουσιαστικά αντίδικος του άλλου (Ολ.
ΑΠ 321/1983). Στην προκείμενη περίπτωση, με το μοναδικό, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο τη αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, δηλαδή απέρριψε την ένδικη περί διανομής κοινού ακινήτου αγωγή των αναιρεσειόντων ως καταχρηστική και ως προς τον πρώτο από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους, μολονότι ο τελευταίος δεν πρόβαλε με τις προτάσεις του της πρώτης στον πρώτο βαθμό συζήτησης της εν λόγω αγωγής την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος των αντιδίκων του.
Όπως, όμως, προκύπτει από τις από 21-2-1997 προτάσεις το πρώτου αναιρεσιβλήτου της πρώτης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συζήτησης της κρινόμενης αγωγής, πρόβαλε ο ίδιος, -όπως άλλωστε και οι συνεναγόμενοί του,- τον ισχυρισμό, ότι δεν υπάρχει πλέον κοινωνία δικαιώματος στο επίδικο ακίνητο μεταξύ των διαδίκων, γιατί ο καθένας απ' αυτούς νεμήθηκε με διάνοια κυρίου διακριτό τμήμα του πιο πάνω ακινήτου μετά την άτυπη διανομή του μεταξύ των τότε συγκυρίων του κατά το έτος 1974 και εφεξής μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής (1996), δηλαδή επί χρόνο μεγαλύτερο τη 20ετίας και, έτσι, έγινε ο καθένας τους, με τις στις παραπάνω προτάσεις ειδικότερα διακρίσεις, αποκλειστικά κύριος ή συγκύριος χωριστού και διακεκριμένου τμήματος του εν λόγω ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία, αιτούμενος, από το λόγο αυτό, -όπως, επίσης και οι συνεναγόμενοί του,- την απόρριψη της αγωγής,-ισχυρισμός, συνιστών ένσταση ίδιας κυριότητας σε διακριτά τμήματα του επίδικου ακινήτου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με τη 283/1997 προδικαστικής απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ενόψει του ότι το επίδικο ακίνητο είναι κληροτεμάχιο και ως εκ τούτου απαγορεύεται από το νόμο (άρθρο 1 του α.ν. 431/1968) η κτήση κυριότητας σε τμήμα του με χρησικτησία, αφού αυτή οδηγεί σε κατάτμηση του κλήρου-.
Ο πρώτος, δηλαδή, εναγόμενος αρκέστηκε στην προβολή της αμέσως πιο πάνω ένστασης και δεν πρόβαλε παράλληλα και την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος των αντιδίκων του, όπως έπραξαν οι συνεναγόμενοί του, με τις από 21-2-1997 προτάσεις τους της πρώτης στον πρώτο βαθμό συζήτησης της αγωγής.
Ως έχων, επομένως, ο ίδιος ομοειδή και όχι αντίθετα συμφέροντα με τους συνεναγομένους του τόσο κατά την έναρξη της προκείμενης δίκης, όσο και στα μεταγενέστερα στάδια της τελευταίας, δεν έπαυσε να έχει την ιδιότητα του εναγομένου και δεν κατέστη ουσιαστικά ποτέ αντίδικος των συνεναγομένων του. Με τα δεδομένα αυτά, η υποβολή της επίμαχης ένστασης από μέρους των συνεναγομένων του και ήδη δεύτερου και τρίτου από τους αναιρεσιβλήτους επάγεται αποτελέσματα και ως προς αυτόν -πρώτο αναιρεσίβλητο-, αναγκαία ομόδικό τους, γι' αυτό και ήδη ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-7-2007 αίτηση της ... κ.ά. για αναίρεση της 84/2007 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ