Supreme Court dismisses appeal for failure to consider land ownership claims as they were explicitly rejected by lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding land ownership. The appellant argued the lower court failed to consider specific claims about forest land status and Ottoman succession rights. The court found these arguments were explicitly examined and rejected by the lower court, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on failure to consider an argument is inadmissible if the lower court explicitly examined and rejected that argument.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1304 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1304/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Κ. συζ. Ζ. Λ., το γένος Ι. και Γ. Θ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ι. Μ., με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-2011 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 13-12-2011 κύρια παρέμβαση-αίτηση του ..., που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 346/2012 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 218/2014 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-10-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 10.10.2016 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 218/2014 τελεσίδικη απόφαση του, Μονομελούς Εφετείου ..., το οποίο απέρριψε την από 25.10.2012 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 346/2012 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 11.07.2011 από τα άρθρα 6§§1, 2 και 3 ν. 2664/1998 αίτηση της αναιρεσίβλητης, αφού συνεξεδίκασε αυτή με την από 13.12.2011 κυρία παρέμβαση του αναιρεσείοντος.
Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Κατά το άρθρο 1§1 του β.δ. της 29.10/06.12.1949 - Φ.Ε.Κ. Α' 342 "Περί κωδικοποιήσεως των Αγροτικών Νόμων ("Αγροτικός Κώδιξ" επιτρέπεται η παραχώρηση κτημάτων, που ανήκουν στο Κράτος, στους Δήμους και στις Κοινότητες, ως και η αναγκαστική απαλλοτρίωση κτημάτων, που ανήκουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα για γεωργική αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών.
Περίπτωση εκουσίας (χωρίς προηγούμενη απαλλοτρίωση) παραχωρήσεως κτήματος από νομικό πρόσωπο ρυθμίζει το άρθρο 124 του ως άνω Κώδικα, υπό τον τίτλο "Εκούσιαι μεταβιβάσεις υπό Νομικών Προσώπων", σύμφωνα με το οποίο "1. Επιτρέπεται εις τα πάσης φύσεως νομικά πρόσωπα, τα στερούμενα, είτε εκ του Νόμου, είτε εκ Συμβάσεως, ή και εξ οιασδήποτε άλλης δικαιοπραξίας του δικαιώματος της εκποιήσεως ή της άνευ δημοπρασίας εκποιήσεως καλλιεργησίμων εκτάσεων, να προβαίνωσιν εις συμφωνίας πωλήσεων τοιούτων κτημάτων προς ακτήμονας καλλιεργητάς κατά την έννοιαν του παρόντος Κώδικος υποκειμένας εις την έγκρισιν των Αρχών, υπό την εποπτείαν των οποίων τελεί η διαχείρισις των προσώπων τούτων. 2.
Επί τη βάσει της κατά την προηγουμένην παράγραφον εγκρίσεως ο Υπουργός της ... παρέχει την άδειαν προς σύναψιν της οριστικής συμφωνίας ή κυροί την συναφθείσαν ήδη τοιαύτην. 3. Την δυναμένην κατά τας προηγουμένας παραγράφους να εκποιηθή καλλιεργήσιμον έκτασιν καθορίζει η αρμοδία Γεωργική Υπηρεσία, τους δε δικαιουμένους να συμμεθέξωσιν εις την αγοράν ταύτης ακτήμονας η αρμοδία Επιτροπή Απαλλοτριώσεων. 4.
Πάσα γενική ή ειδική διάταξις νομοθεσίας οιουδήποτε νομικού προσώπου αντικειμένη εις τας διατάξεις του άρθρου τούτου καταργείται.". Περαιτέρω το μεν άρθρο 236 του Α.Κ. ορίζει ότι "Αν για να είναι έγκυρη μια δικαιοπραξία χρειάζεται η συγκατάθεση τρίτου (συναίνεση), αυτή παρέχεται με δήλωση προς το ένα ή το άλλο μέρος, και, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, δεν είναι ανάγκη να γίνει με τον τύπο που απαιτείται για τη δικαιοπραξία.", το δε άρθρο 239 του ιδίου Κώδικα προβλέπει ότι "Διάθεση αντικειμένου από μη δικαιούχο είναι έγκυρη, αν έγινε με τη συναίνεση του δικαιούχου.".
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) Η συναίνεση και η έγκριση αποτελούν κατηγορίες της ευρύτερης έννοιας της συγκαταθέσεως. Ως συγκατάθεση νοείται η δήλωση επιδοκιμασίας μιας δικαιοπραξίας ενός προσώπου από κάποιο άλλο πρόσωπο, η οποία (δήλωση) απαιτείται από τον νόμο για να αναπτύξει η δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της.
Η συγκατάθεση παρέχεται από τρίτο πρόσωπο, δηλαδή πρόσωπο άλλο από τα υποκείμενα της σχέσεως, η οποία ισχυροποιείται με την παρεχόμενη συγκατάθεση. Και β) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 236 του Α.Κ. η συγκατάθεση είναι άτυπη, άρα μπορεί να δοθεί και σιωπηρά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον νόμο. Όμως, τύπος απαιτείται και στις περιπτώσεις που προκύπτει από τον σκοπό της διατάξεως, ο οποίος επιβάλλει τύπο στην επιδοκιμαζόμενη δικαιοπραξία.
Ειδικότερα, συναίνεση είναι η συγκατάθεση για την επιχείρηση δικαιοπραξίας, η οποία (συγκατάθεση) παρέχεται είτε πριν είτε κατά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας και για τον τύπο χορηγήσεώς της ισχύουν όσα αναφέρθηκαν παραπάνω γενικά για τη συγκατάθεση. Εξάλλου κατά τη διάταξη της παρ. 2 περίπτ. Α υποπερίπτ.
α' άρθρου 2 του α.ν. 431/1968 ο περιορισμός της μη κατατμήσεως του κλήρου κατά την εκποίηση ή τη διάθεση αυτού με οποιοδήποτε τρόπο, που ορίζει το άρθρο 1§1 του ιδίου νόμου, δεν ισχύει, κατ' εξαίρεση, στις μεταβιβάσεις κλήρων, που προέρχονται από κτήματα, τα οποία έχουν πωληθεί κατά την Αγροτική Νομοθεσία στους κληρούχους από τους προηγουμένους ιδιοκτήτες τούτων με τη θέλησή τους.
Επειδή κατά το άρθρο 1033 του Α.Κ. για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου, απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για το ορισμένο της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου που στηρίζεται στον παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας αρκεί η επίκληση από τον ενάγοντα της συμβολαιογραφικής μεταβιβαστικής, ανάμεσα σ' αυτόν και τον άμεσο δικαιοπάροχο του, συμβάσεως και της νόμιμης μεταγραφής της.
Έτσι, ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από τον δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Μόνο αν ο εναγόμενος ήθελε αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβαθμίας συζητήσεως την κυριότητα του τελευταίου και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, για τη θεμελίωση της αγωγής, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωσή της, σύμφωνα με το άρθρο 224 του Κ.Πολ.Δ., να καθορίσει με την προσθήκη στις ίδιες προτάσεις του της πρώτης συζητήσεως και τον τρόπο κτήσεως από το πρόσωπο αυτό της κυριότητας επί του επιδίκου, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση (χρησικτησία).
Η παράλειψη του ενάγοντος να καθορίσει είτε καθ' υποφοράν με την αγωγή, είτε κατά τα ως άνω, τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου από ένα από τους δικαιοπαρόχους του (άμεσο ή απωτέρους του) καθιστά την αγωγή αόριστη (ΑΠ 1935/2022, ΑΠ 852/2021, ΑΠ 1127/2008). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 248/2023, ΑΠ 1159/2022).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσεως, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (ΑΠ 1315/2022, ΑΠ 816/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε επί λέξει ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στη διάρκεια του έτους 1954 η κοινότητα ...
ήταν κυρία, νομέας και κάτοχος ενός κτήματος, εμβαδού 3.656 στρεμμάτων, το οποίο έφερε τη μορφή αγροκτήματος, ήταν γνωστό με την ονομασία "...", βρισκόταν στην κτηματική περιφέρεια της κοινότητας ... του τέως δήμου ... και συνόρευε περιμετρικά με αγρόκτημα ελαιοδένδρων της ..., με λιβάδια ... ήμισυ ... και με θάλασσα.
Στη διάρκεια του ίδιου έτους (1954) εκδόθηκε η απόφαση με αριθμό Β 3061/19.02.1954 του Υπουργού ..., με την οποία επιτράπηκε να πωληθούν τμήματα του συγκεκριμένου αγροκτήματος σε ακτήμονες καλλιεργητές σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 124 του Αγροτικού Κώδικα. Στη διάρκεια της σχετικής διαδικασίας εκδόθηκε η βεβαίωση με αριθμό 10041/26.07.1954 της Διεύθυνσης ... ...
με την οποία χαρακτηρίστηκε όλη η έκταση του ανωτέρω αγροκτήματος ως καλλιεργήσιμη, εκδόθηκε η απόφαση με αριθμό 39/1954 της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων ..., με την οποία καθορίστηκαν οι ακτήμονες καλλιεργητές, οι οποίοι είχαν δικαίωμα αποκατάστασης, ήτοι δικαίωμα αγοράς καλλιεργήσιμων εκτάσεων του ανωτέρω αγροκτήματος, και καταρτίστηκε σχεδιάγραμμα μηχανικών, στο οποίο εμφαίνονταν τα τεμάχια του ανωτέρω αγροκτήματος, τα οποία θα πωλούνταν σε ακτήμονες καλλιεργητές.
Μεταξύ των ακτημόνων καλλιεργητών που είχαν περιληφθεί στην ανωτέρω απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, περιλαμβάνονταν: ι) Ο Ε. Γ. του Σ., γεωργός, κάτοικος ...., προς τον οποίο μεταβιβάστηκαν με πώληση δύο καλλιεργήσιμες εκτάσεις, εμβαδού 6.980 μ2 και 9.730 μ2 αντίστοιχα, δυνάμει του συμβολαίου πώλησης με αριθμό ...
του συμβολαιογράφου ... .... Οι εκτάσεις αυτές φέρονται, αντίστοιχα, η 1η ως τεμάχιο με αριθμό ... και η 2η ως τεμάχιο με αριθμό ... του ανωτέρω αγροκτήματος της κοινότητας ... και αποτυπώνονται στο τοπογραφικό διάγραμμα των μηχανικών Δ. Β. και Ν. Μ., το οποίο επισυνάφθηκε στο υπ' αριθμόν ... όμοιο συμβόλαιο πώλησης του ίδιου συμβολαιογράφου.
Το ανωτέρω συμβόλαιο πώλησης (υπ' αριθμόν ...) μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του πρώην δήμου ..., στον τόμο 26, με αριθμό 83. Η πώληση της ανωτέρω καλλιεργήσιμης έκτασης προς τον Ε. Γ. εγκρίθηκε με την υπ' αριθμόν 113/1954 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου της κοινότητας ..., η οποία εγκρίθηκε με την υπ' αριθμόν 55.449/14.08.1954 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και με την υπ' αριθμόν ...
απόφαση της Νομαρχίας .... ιι) Ο Κ. Κ. του Η., γεωργός, κάτοικος ...., προς τον οποίο μεταβιβάστηκαν με πώληση δύο καλλιεργήσιμες εκτάσεις, εμβαδού 6.980 μ2 και 9.730 μ2 αντίστοιχα, δυνάμει του συμβολαίου πώλησης με αριθμό ... του συμβολαιογράφου ... .... Οι εκτάσεις αυτές φέρονται, αντίστοιχα, η 1η ως τεμάχιο με αριθμό 25-Α και η 2η ως τεμάχιο με αριθμό 25-Β του ανωτέρω αγροκτήματος της κοινότητας ...
και αποτυπώνονται στο τοπογραφικό διάγραμμα των μηχανικών Δ. Β. και Ν. Μ., το οποίο επισυνάφθηκε στο υπ' αριθμόν 2.960/ 1954 όμοιο συμβόλαιο πώλησης του ίδιου συμβολαιογράφου. Το ανωτέρω συμβόλαιο πώλησης (υπ' αριθμόν 2.998) μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του πρώην δήμου ..., στον τόμο 26, με αριθμό 92. Η πώληση της ανωτέρω καλλιεργήσιμης έκτασης προς τον Κ.
Κ. εγκρίθηκε με την υπ' αριθμόν 94/1954 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου της κοινότητας ..., η οποία εγκρίθηκε με την υπ' αριθμόν 55.449/14.08.1954 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και με την υπ' αριθμόν ... απόφαση της Νομαρχίας .... Στη διάρκεια του έτους 1967 ο Ε. Γ. συμβλήθηκε με τον Γ. Κ. του Δ. και της Ε., οικοδόμο, κάτοικο ..., και μεταβίβασε προς αυτόν ολόκληρο το ανωτέρω αγροτεμάχιο υπ' αριθμόν ..., εμβαδού 9.730 μ2, αντί τιμήματος 45.000 δραχμών.
Ως προς την ανωτέρω πώληση καταρτίστηκε το συμβολαιογραφικό έγγραφο με αριθμό ... του συμβολαιογράφου ... Ι. Π., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 143, με αριθμό 491. Το αντικείμενο της πώλησης περιγράφεται στο ανωτέρω συμβολαιογραφικό έγγραφο ως "αγρός, εκτάσεως 9.730 μ2, κείμενος εις θέσιν ...
της κτηματικής περιφερείας ... του τέως δήμου ..., φέρων αριθμόν 34 εις το διάγραμμα των μηχανικών Ν. Μ. και Δ. Β., συνορευόμενον γύρωθεν με ιδιοκτησίας υπ' αριθμούς 27-Β, 25-Α, 30-Α, 29-Α, 33-Β και 26-Β αγροτεμάχια, περιελθόν εις αυτόν δυνάμει του υπ' αριθμόν ... της 19.08.9154 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... ...". Στη διάρκεια του έτους 1968 ο Κ.
Κ. υμβλήθηκε με τον Γ. Κ. του Δ. και της Ε., οικοδόμο, ετών τότε 50, κάτοικο ..., και μεταβίβασε προς αυτόν ολόκληρο το ανωτέρω αγροτεμάχιο υπ' αριθμόν 25-Α, εμβαδού 6.980 μ2, αντί τιμήματος 30.000 δραχμών. Ως προς την ανωτέρω πώληση καταρτίστηκε το συμβολαιογραφικό έγγραφο με αριθμό 2.339/28.03.1968 του συμβολαιογράφου ... Δ.
Δ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 148, με αριθμό ... Το αντικείμενο της πώλησης περιγράφεται στο ανωτέρω συμβολαιογραφικό έγγραφο ως "αγροτεμάχιο, κείμενο εις θέσιν ... της κτηματικής περιφερείας ... του τέως δήμου ...ς, εκτάσεως 6.980 μ2, αποτελούν το υπ' αριθμόν 25 τεμάχιον του Α' τμήματος εκ του αγορασθέντος υπ' αυτού ακινήτου μείζονος εκτάσεως δυνάμει του υπ' αριθμόν 2.998 της 19.08.1954 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... ...".
Στη συνέχεια ο Γ. Κ. συνένωσε τα ανωτέρω δύο αγροτεμάχια, τα οποία αγόρασε από τους Ε. Γ. και Κ. Κ., και στη συνέχεια κατέτμησε το ενιαίο αγροτεμάχιο σε μικρότερα τμήματα, τα οποία ήταν δυνατό να εκποιηθούν ως οικόπεδα προς ανέγερση εξοχικών κατοικιών. Στη διάρκεια του Νοεμβρίου του έτους 1987 ο Γ. Κ. του Δ. και της Ε.
συμβλήθηκε με τη Φ. σύζυγο Σ. Μ., το γένος Μ. και Α. Κ., υπάλληλο Ο.Τ.Ε., κάτοικο Καρδίτσας, και μεταβίβασε προς αυτή ποσοστά οικοπέδου, ήτοι ποσοστό 166,509/1000 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, εμβαδού 1.583,70 μ2, το οποίο αντιστοιχεί σε εδαφικό τμήμα, εμβαδού 263,70 μ2, ως τμήμα οικοπέδου, (εμβαδού 1.583,70 μ2), το οποίο αποτελούσε τμήμα των ανωτέρω δύο αγροτεμαχίων που αγόρασε και συνένωσε αυτός προηγουμένως, όπως εκτέθηκε ανωτέρω.
Ως τίμημα της ανωτέρω πώλησης συμφωνήθηκε το ποσό των 530.000 δραχμών. Ως προς την ανωτέρω πώληση καταρτίστηκε το υπ' αριθμόν 42.867/09.11.1987 συμβολαιογραφικό έγγραφο του συμβολαιογράφου ... Α. Μ., το οποίο φέρει τον τίτλο "σύστασις κατ' έκτασιν (καθέτου) ιδιοκτησίας κατά τας διατάξεις του Ν.Δ. 1024/1971, Ν. 3741/1929 και πώλησις ποσοστών οικοπέδου" και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ..., με αριθμό….
Το αντικείμενο της πώλησης περιγράφεται στο ανωτέρω συμβολαιογραφικό έγγραφο ως "Τα 166,509/1000 εξ αδιαιρέτου του περιγραφέντος οικοπέδου, εμβαδού 1.583,70 μ2, αντιστοιχούντα εις ιδανικό μερίδιο αυτού μέτρων τετραγωνικών 263,70, μετά του αποκλειστικού δικαιώματος χρήσεως, νομής και κατοχής του τμήματος του όλου οικοπέδου, εμβαδού μέτρων τετραγωνικών 263,70".
Στη διάρκεια του Ιουνίου του έτους 1991 η ... μεταβίβασε την κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου, το οποίο είχε αγοράσει από τον Γ. Κ., προς την ήδη αιτούσα, Κ. σύζυγο Ζ. Λ., το γένος Ι. και Γ. Θ., οικοκυρά, δυνάμει του συμβολαίου πώλησης υπ' αριθμόν ... της συμβολαιογράφου ... Λ. Β., το οποίο φέρει τον τίτλο "πώληση ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου με το δικαίωμα ανέγερσης οικοδομημάτων σύμφωνα με το Ν.Δ. 1024/1971" και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 381, με αριθμό 217, αντί τιμήματος 500.000 δραχμών.
Με τον τρόπο αυτό η κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου, εμβαδού 263,70 μ2 (και, σύμφωνα με νεότερη καταμέτρηση, εμβαδού 258,07 μ2), περιήλθε στην αιτούσα, Κ. Λ.. Μετά την κήρυξη της περιοχής της .... σε καθεστώς κτηματογράφησης, η οποία πραγματοποιήθηκε στη διάρκεια του έτους 1995 σύμφωνα με την απόφαση υπ' αριθμόν 100.116/7.687/27.12.1995 του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ (ΦΕΚ Β' 1.099/02.12.1995), η αιτούσα δεν πληροφορήθηκε έγκαιρα τη διαδικασία της κτηματογράφησης και παρέλειψε να υποβάλει δήλωση του άρθρου 2 Ν. 2308/1995 σχετικά με το δικαίωμα κυριότητας αυτής επί του ανωτέρω (επίδικου) ακινήτου.
Κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης το ανωτέρω ακίνητο έλαβε Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (Κ.Α.Ε.Κ.) 35 057 1212 007/6/0. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας κτηματογράφησης και καταχώρησης των πρώτων εγγραφών στο κτηματολογικό βιβλίο του δημοτικού διαμερίσματος ..., εκδόθηκε η απόφαση με αριθμό 260/2/22.11.2004 του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (Ο.Κ.Χ.Ε.), με την οποία καθορίστηκε η 30ή Νοεμβρίου 2004 ως ημέρα έναρξης της ισχύος του Κτηματολογίου στην περιοχή του δήμου ....
Τότε πλέον η αιτούσα διαπίστωσε ότι το ανωτέρω ακίνητό της είχε εγγραφεί στο κτηματολογικό βιβλίο ως ακίνητο "άγνωστου ιδιοκτήτη". Στη διάρκεια της δίκης τούτης δεν αποδείχθηκε αναμφίβολα ότι το επίδικο ακίνητο, το οποίο φέρει ήδη Κ.Α.Ε.Κ. 35 057 1212 007/6/0, αποτελούσε κατά το παρελθόν, ιδίως στη διάρκεια του έτους 1881, οπότε απελευθερώθηκε η Θεσσαλία από τους Τούρκους και προσαρτήθηκε στο Ελληνικό Κράτος, δάσος με την έννοια που αναφέρθηκε ανωτέρω, γεγονός που θα είχε ως συνέπεια να περιέλθει αυτοδίκαια στην κυριότητα του ..., ως δημόσια γαία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σύμφωνα με τις διατάξεις της από 20.06/02.07.1881 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως μεταξύ του Βασιλείου της Ελλάδος και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία κυρώθηκε με το Ν.
ΠΛΖ' της 11/ 13.02.1882. Το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο φέρεται ότι εμπίπτει σε δασικό πολύγωνο που εικονίζεται σε αεροφωτογραφίες των ετών 1945 και 1960, αξιολογείται ως επισφαλές, διότι μετά παρέλευση εννέα ετών από το έτος 1945 το ίδιο ακίνητο και η ευρύτερη περιοχή, εμβαδού πολλών στρεμμάτων, χαρακτηρίστηκε από δημόσια υπηρεσία ως καλλιεργήσιμη έκταση και εκποιήθηκε προς ακτήμονες καλλιεργητές με σκοπό τη γεωργική αποκατάστασή τους.
Άλλωστε, ο σχετικός δασικός χάρτης, ο οποίος εκπονήθηκε στη διάρκεια του έτους 2002, δεν έχει αναρτηθεί, με συνέπεια να μην έχει καταστεί οριστικός, να μην παρέχει τα εχέγγυα δημόσιου εγγράφου, από το οποίο απορρέει πλήρης απόδειξη, και να μην είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο, (βλ. τις αποφάσεις με αριθμούς 244/2010 και 245/2010 του (Τριμελούς) Εφετείου ..., οι οποίες αφορούν άλλα ακίνητα της ίδιας κτηματικής περιφέρειας).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός του ... ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί δασική έκταση, η οποία δεν ήταν δυνατό να εκποιηθεί με τη διαδικασία του άρθρου 124 του Αγροτικού Κώδικα, αξιολογείται ως ουσιαστικά αβάσιμος, γεγονός που πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη του αντίστοιχου λόγου της ένδικης έφεσης. Από το έτος 1954 και μετέπειτα, μέχρι το έτος 2011, οπότε ασκήθηκε η ένδικη αίτηση, οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αιτούσας και η αιτούσα ασκούσαν συνεχώς στο επίδικο ακίνητο τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση του πράγματος, χωρίς να ενοχληθούν από κανένα, ιδίως, μάλιστα, από το Ελληνικό Δημόσιο.
Στη διάρκεια του έτους 1986 καθορίστηκαν τα όρια του οικισμού "Κριθαριά" του δήμου .... με την απόφαση υπ' αριθμόν ... του Νομάρχη .... Έκτοτε και μέχρι την άσκηση της ένδικης αίτησης (02.08.2011) το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 263,70 μ2, και το ευρύτερο οικόπεδο, εμβαδού 1.583,70 μ2, ήτοι εμβαδού μικρότερου των 2.000 μ2, περιλαμβάνεται πλέον στον ανωτέρω οικισμό, ο οποίος αριθμεί λιγότερους από 2.000 κατοίκους, και ανήκει συνεχώς στη νομή της αιτούσας και πριν από αυτή στη νομή της δικαιοπαρόχου της, Φ.
Μ., αδιατάρακτα, επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών, με νόμιμο τίτλο, από επαχθή αιτία, ο οποίος μεταγράφηκε νόμιμα, και, αναμφίβολα, με καλή πίστη, ήτοι με την πεποίθηση ότι εκάστη από αυτές (τις αγοράστριες) απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου εξαιτίας της αιτίας που αναφέρθηκε ανωτέρω λεπτομερώς.
Εξαιτίας των περιστατικών που αναφέρθηκαν, στην επίδικη υπόθεση συντρέχουν όλοι οι όροι που καθιστούν δυνατή την εφαρμογή του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 και την εκ μέρους της αιτούσας κτήση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο αποφάνθηκε παρόμοια ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου, όπως παραπονείται ήδη το Ελληνικό Δημόσιο, ως εκκαλούν, με την ένδικη έφεση, γεγονός που πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη του αντίστοιχου λόγου έφεσης.
Στη διάρκεια της δίκης τούτης αποδείχθηκε αναμφίβολα ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα των ακινήτων, εμβαδού 9.730 και 6.980 μ2, τα οποία αγόρασε ο Γ. Κ. από τον Ε. Γ. και τον Κ. Κ. αντίστοιχα, και, περαιτέρω, τμήμα της καλλιεργήσιμης έκτασης με αριθμούς ... και 25-Α, την οποία αγόρασαν, αντίστοιχα, ο Ε. Γ. και ο Κ.
Κ. από την κοινότητα .... Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο αποφάνθηκε παρόμοια ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως παραπονείται ήδη το Ελληνικό Δημόσιο, ως εκκαλούν, με την ένδικη έφεση, γεγονός που πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη του αντίστοιχου λόγου έφεσης.
Από όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι στη διάρκεια του έτους 1954 η κοινότητα ... ήταν αδιαμφισβήτητη κυρία του αγροκτήματος, εμβαδού 3.656 στρεμμάτων, το οποίο ήταν γνωστό με την ονομασία "...", και ότι το Ελληνικό Δημόσιο αναγνώριζε στη διάρκεια του έτους 1954 (διαμέσου των αρμόδιων οργάνων του) την κοινότητα ...
ως αδιαμφισβήτητη κυρία του ανωτέρω αγροκτήματος.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη δικαιώματος κυριότητας της κοινότητας ... επί του ανωτέρω αγροκτήματος, αποβαίνει ουσιαστικά αβάσιμος, γεγονός που πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη του αντίστοιχου λόγου έφεσης. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε, διότι δέχτηκε (έμμεσα) ότι επιτρέπεται η κατάτμηση κληροτεμαχίου με χρησικτησία, αποβαίνει ανώφελος, διότι η διάταξη του άρθρου 1§1 ΑΝ 431/1968, την οποία επικαλείται το εκκαλούν, δεν εφαρμόζεται στην επίδικη υπόθεση, αφού το μεγαλύτερο αγροτεμάχιο, από το οποίο προήλθε το επίδικο ακίνητο, πωλήθηκε εκούσια, σύμφωνα με την Αγροτική Νομοθεσία, από την τέως ιδιοκτήτρια, κοινότητα ..., προς τους κληρούχους, Ε. Γ. και Κ. Κ., (βλ. άρθρο 1§2-Α-α Ν. 431/1968).
Συνεπώς, ο αντίστοιχος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε, διότι έλαβε υπόψη του τη βεβαίωση με αριθμό 10.041/26.07.1954 του Διευθυντή ... νομού ... μολονότι δεν προσκομίστηκε ενώπιόν του σε επίσημο αντίγραφο, αποβαίνει ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του ακόμη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, (βλ. άρθρο 270§2 ΚΠολΔ), οπωσδήποτε όμως αποβαίνει ανώφελος, διότι το ουσιώδες περιεχόμενο της ανωτέρω βεβαίωσης προκύπτει έμμεσα από συμβολαιογραφικά έγγραφα, (ήτοι από τα συμβόλαια πώλησης με αριθμούς ... και ... του συμβολαιογράφου ... ...), τα οποία συντάχθηκαν νόμιμα και προσκομίστηκαν νόμιμα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
Συνεπώς, ο αντίστοιχος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί. ... .". Με βάση τα περιστατικά αυτά το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 346/2012 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με την οποία αυτό (πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), αφού συνεξεδίκασε την από 17.11.2011 αίτηση της αναιρεσίβλητης από τα άρθρα 6§§1, 2 και 3 ν. 2664/1998 με την από 13.12.2011 κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος, δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αίτηση της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζήτησε τα αναφερόμενα σ' αυτήν, επικαλούμενη ανακριβή πρώτη κτηματολογική εγγραφή στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, σύμφωνα με την οποία φέρεται το επίδικο ακίνητο ως ιδιοκτησία αγνώστου ιδιοκτήτη, απέρριψε την κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος και διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής.
Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1§1, 124 του β.δ. της 29.10/06.12.1949, 4 του ν. 3127/2003, 236, 239, 1033, 1042, 1117 και 1192 του Α.Κ., τις οποίες εφήρμοσε, ούτε παραβίασε, δια της παραλείψεως εφαρμογής τους, τις ουσιαστικές διατάξεις 2§§1, 4 του α.ν. 1539/1938, 2, 58, 60 του ν.δ. 86/1969, 3§§1, 2 ν. 998/1979, της από 09.07.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, 1 του β.δ.
της 17.11/01.12.1836, 51 Εισ.Ν.Α.Κ., 1 του α.ν. 431/1968, 3 του Οθωμανικού "Νόμου περί των Γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους Εγίρας)/1856 (καθ' ημάς) "Kanunname-i arazi" (οθΝπΓαιών) και του ν. 8 παρ.1 κωδ. (7-39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50-4), ν. 2 παρ. 20 πανδ. (41-4), ν. 6 πρ.πανδ. (44-3), ν.76 παρ. 1 πανδ. (18-1) και 7 παρ. 3 πανδ. (23-3) του βζρδ, που δεν ήσαν εφαρμοστέες, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, με τις σαφείς παραδοχές ότι η ενάγουσα -αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου, που δεν είναι δασική έκταση, ούτε δάσος, αλλά καλλιεργήσιμη έκταση, παραγώγως, με βάση συμβόλαιο αγοράς, του έτους 1991, που μεταγράφηκε νομοτύπως, με το οποίο μεταβιβάσθηκαν νομοτύπως σ' αυτήν κατά κυριότητα ποσοστά εξ αδιαιρέτου οικοπέδου με το δικαίωμα ανεγέρσεως οικοδομημάτων με το ν.δ. 1024/1971 από την προηγούμενη αληθή συγκυρία πωλήτρια (Φ.
σύζυγος Σ. Μ., το γένος Μ. και Α. Κ.), που είχε αποκτήσει την κυριότητα τούτων (ποσοστών) στο πλαίσιο πωλήσεως, που διενεργήθηκε νομοτύπως, το έτος 1987, από τον προηγούμενο αληθή κύριο πωλητή (Γ. Κ. του Δ. και της Ε.), ο οποίος είχε αποκτήσει νομοτύπως μέρος του από τον αληθή κύριό του (Κ. Κ. του Η.), το έτος 1968, λόγω πωλήσεως, ενώ το λοιπό μέρος του είχε αποκτήσει νομοτύπως από τον αληθή κύριό του (Ε.
Γ. του Σ.), το έτος 1967, οι οποίοι (Κ. Κ. του Η. και Ε. Γ. του Σ.) είχαν αποκτήσει νομοτύπως τα εν τέλει συνενωθέντα ακίνητά τους από την αρχική αληθή κυρία αυτών (Κοινότητα ... ...), το έτος 1954, με την τήρηση των προβλεπομένων στο άρθρο 124 του Αγροτικού Κώδικα διατυπώσεων, μεταξύ των οποίων και η παροχή αδείας, με σχετική απόφαση του Υπουργού ..., που επέτρεψε την πώληση, προς γεωργική αποκατάσταση των Ε.
Γ. του Σ. και Κ. Κ. του Η., ως ακτημόνων καλλιεργητών, για τις οποίες (πωλήσεις) συντάχθηκαν συμβολαιογραφικά έγγραφα, που μεταγράφηκαν νομοτύπως, ότι μπορούσε να κατατμηθεί το προκύψαν από συνένωση μείζον ακίνητο, ως μεταβιβασθέν εκουσίως κατά την αγροτική νομοθεσία σε κληρούχους από την άλλοτε ιδιοκτήτριά του και ότι το αναιρεσείον αναγνώριζε, δια των υπηρεσιών του (κεντρικών και περιφερειακών) την κυριότητα της Κοινότητας ... ...
επί του όλου αρχικού αγροκτήματος, γνωστού με την ονομασία "...", εμβαδού 3.656 στρεμμάτων, ότι η αυτή διάδικος κατέστη κυρία ποσοστών συγκυριότητας του επιδίκου ακινήτου, που ευρίσκεται σε οριοθετηθέντα, το έτος 1986, οικισμό ("Κριθαριά") κάτω των 2.000 κατοίκων, και με πρωτότυπο τρόπο ήτοι με την ειδική χρησικτησία του άρθρου 4§1 του ν. 3127/2003 εφόσον νεμήθηκε με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία τα ποσοστά συγκυριότητάς της στο όλο ακίνητο από το έτος 1991, για δέκα (10) έτη και πλέον έως την έναρξη της ισχύος του ν. 3127/2003, στις 17.03.2003.
Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφήρμοσε και εκείνων που δεν εφήρμοσε, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.
Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και την από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της κυριότητας της απωτάτης δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, ενόψει της αμφισβητήσεως της κυριότητας της τελευταίας από το ίδιο (αναιρεσείον) σε σχέση με τον παράγωγο τρόπο αποκτήσεως της κυριότητας αυτής (αναιρεσίβλητης), του δασικού ή μη χαρακτήρα του επιδίκου όλου ακινήτου και της δυνατότητας κατατμήσεώς του, αλλά και σε σχέση με τον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητας αυτής (αναιρεσίβλητης) είναι αβάσιμα, όπως και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως.
Ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το υπόλοιπο μέρος είναι απαράδεκτος, καθ' όσον με τις σχετικές αιτιάσεις υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
καθιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν τη σχετική ιστορική βάση, και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1767/2022, Α.Π. 1/2019, Α.Π. 933/2018).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν από εσφαλμένη εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, το οποίο παραδεκτά ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.), το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα στηρίζοντα το δικαίωμα και εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά (Α.Π. 566/2021, Α.Π. 1734/2019, Α.Π. 866/2017, Α.Π. 38/2016). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός, με την παραπάνω έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.
Α.Π. 12/1991, Α.Π. 1729/2008), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση έχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό (Ολ. Α.Π. 11/1996). Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για παραβίαση της διατάξεως αυτής πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν γεγονότα, και ο τρόπος που προβλήθηκαν ή επαναφέρθηκαν στο εφετείο, ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες και συντελέσθηκε η παραβίαση (ΑΠ 616/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον, κατ' επίκληση παραβιάσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδει με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά συνοπτική, αλλά πλήρη, απόδοση του περιεχομένου του, στο εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τις εξής πλημμέλειες: α) Ότι παρά τον νόμο το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι το επίδικο είναι τμήμα δάσους ή, τουλάχιστον, δασικής εκτάσεως.
Και β) Ότι παρά τον νόμο το αυτό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι, συνεπεία των παραπάνω, αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) κατέστη κύριο του όλου ακινήτου ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και τούτο διότι από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το ως άνω Δικαστήριο εξέτασε τους ανωτέρω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τους απέρριψε ρητά ως κατ' ουσίαν αβασίμους.
Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης, το αναιρεσείον, στα δικαστικά έξοδα αυτής (αναιρεσίβλητης), τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.
Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.10.2016 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 218/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου .... Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Αυγούστου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ