Legislator Case Law & Legislation
866/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on insurance agency liability, ruling agency is not vicariously liable for agent's torts.

Case Number 866/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding liability for an insurance agent's torts. The court found that the agent acted within the insurance company's business cycle, establishing a relationship of agency rather than substitution. Consequently, the company is liable for the agent's intentional torts but not for the agent's selection or instructions, leading to the rejection of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 922 and 176 of the Civil Code; The principal is liable for the intentional torts of an agent acting within the business cycle, but the agent's selection and instructions are excluded from the scope of vicarious liability.

Keywords

AI generated
Insurance Agency Liability Vicarious Liability Relationship of Agency Intentional Tort Civil Code Article 922 Relationship of Substitution Supreme Court Appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 922 of the Civil Code
Article 176 of the Civil Code
Article 569 of the Code of Civil Procedure
Article 715 of the Civil Code
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 866 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 866/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Σεραφείμ Πολυχρόνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και Δημήτριο Γεωργόπουλο στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ελένης Μπιθαρά και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/1/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1598/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4995/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/9/2014 αίτησή της και τους από 12/1/2015 και από 21/10/2015 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 6/2/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Μαχαίρα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι αναίρεσης καθώς και ο πρόσθετος λόγος, ως και η αναίρεση στο σύνολό της.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους από 12.1.2015 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 4995/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της 1598/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσία η από 4.1.2010 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατ' αυτής. Η αίτηση αναίρεσης και οι ανωτέρω πρόσθετοι λόγοι, ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 564 παρ. 1 και 569 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 569 παρ.2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει να αφορούν τα ίδια κεφάλαια της απόφασης που προσβλήθηκε, καθώς και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαίως συνέχονται με αυτά, ασκούνται δε μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, με σύνταξη κάτω από αυτό εκθέσεως, ενώ αντίγραφό του επιδίδεται, πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 111 παρ 1 και 2, 568 παρ. 2, 3, 4 και 570 παρ.3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η άσκηση των προσθέτων λόγων αναίρεσης ολοκληρώνεται με την κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης.

Για το παραδεκτό, όμως, της ασκήσεώς τους απαιτείται και επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω, πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης προθεσμία. Ως ημέρα συζήτησης της αναίρεσης, η οποία αποτελεί το όριο για την κατάθεση και κοινοποίηση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης νοείται, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 569, 568 παρ. 3 και 571 ΚΠολΔ, εκείνη η οποία ορίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου, όχι δε και η μεταγενέστερη που ορίζεται μετ' αναβολή από την αρχική δικάσιμο ή μετά από ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης.

Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, αλλά και της κοινοποιήσεώς τους πριν από την 30ήμερη αυτή προθεσμία, σε όλους τους διαδίκους, επάγεται το απαράδεκτο αυτών, λόγω έλλειψης προδικασίας, με άμεση συνέπεια την απόρριψή τους. Προς τούτο το δικαστήριο ερευνά και αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό της άσκησης των προσθέτων λόγων (ΑΠ 39/2016, ΑΠ 862/2015, ΑΠ 649/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." άσκησε κατά της 4995/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών την από 29.9.2014 αίτηση αναίρεσης, το δικόγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 2.10.2014 και αρχική δικάσιμος αυτής ορίστηκε από τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος η 16.2.2015.

Κατά την ως άνω δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την 19.10.2015, στη συνέχεια δε για τη δικάσιμο της 15.2.2016 και τέλος αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο 10.10.2016. Ενόψει της συζήτησης της αναίρεσης στην μετ' αναβολή δικάσιμο της 15.2.2016, η αναιρεσείουσα κατέθεσε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από την κάτω από αυτό πράξη κατάθεσης της Γραμματέα του Αρείου Πάγου Αικατερίνης Σιταρά, το από 21.10.2015 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης.

Η κατάθεση του δικογράφου έγινε, στις 14.12.2015, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο από την αρχικά ορισθείσα για τη συζήτηση της αναίρεσης δικάσιμο. Επομένως, οι από 21.10.2015 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης έχουν ασκηθεί εκπρόθεσμα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, και αυτεπαγγέλτως ερευνώμενου του παραδεκτού της ασκήσεως αυτών, κρίνονται απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν.

Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο. Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει, ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης.

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε, ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε, ως αόριστη.

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 529/2015, ΑΠ1233/2012). Εξάλλου, τα αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, είναι συνάρτηση του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου. Έτσι, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 εδαφ.

β' ΑΚ σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 216 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας του εναγομένου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου, η πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία του ενάγοντος, ήτοι της περιγραφής των ζημιών κατά το είδος, την έκταση, την αιτία και το ύψος της δαπάνης η οποία απαιτείται για την αποκατάσταση κάθε επιμέρους ζημίας, επιτρέποντας στο μεν δικαστήριο την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημίωσης, στο δε ζημιώσαντα εναγόμενο την άσκηση ανταπόδειξης, και, τέλος, η ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας (ΑΠ 93/2016, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 847/2010).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του, δηλαδή διαπράττοντας αδικοπραξία. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής προστηθείς είναι το πρόσωπο, το οποίο με τη βούληση κάποιου άλλου, που χαρακτηρίζεται ως προστήσας, παρέχει σ' αυτόν, διαρκώς ή ευκαιριακά, υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεών του ή προώθησης των οποιωνδήποτε συμφερόντων του, εφόσον ενεργεί υπό τον έλεγχό του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει, όμως, μια γενική εποπτεία.

Η σχέση πρόστησης δεν είναι αναγκαίο να είναι εμφανής στους τρίτους και ούτε απαιτείται η ύπαρξη δικαιοπρακτικής σχέσης μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, αλλά μπορεί να στηρίζεται σε οποιαδήποτε βιοτική σχέση μεταξύ των μερών, νόμιμη ή παράνομη, ενώ αδιάφορο είναι αν οφείλεται ή όχι αμοιβή, καθώς και ο τρόπος πρόσληψης του προστηθέντος από τον ίδιο τον προστήσαντα ή από τρίτο για λογαριασμό του.

Αδιάφορο, επίσης, είναι αν η αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος εκδηλώθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανατέθηκε ή κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, που συμβαίνει όταν η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψή του τελέσθηκε μεν εντός των ορίων της υπηρεσίας του ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής αυτής, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που του δόθηκαν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον βέβαια μεταξύ της συμπεριφοράς του προστηθέντος και της υπηρεσίας του υπάρχει εσωτερική συνάφεια, δηλαδή πρέπει η υπηρεσία του να αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την ζημιογόνο πράξη ή παράλειψή του, η οποία δεν θα μπορούσε διαφορετικά να υπάρξει.

Σχέση πρόστησης κατά την ανωτέρω διάταξη δημιουργείται από την τοποθέτηση, διορισμό ή χρησιμοποίηση από κάποιο πρόσωπο (ήτοι τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου, φυσικού ή νομικού (ήτοι του προστηθέντος), σε θέση ή απασχόληση, διαρκή ή μεμονωμένη εργασία που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου.

Δικαιολογητικός λόγος καθιέρωσης της ευθύνης από αλλότριες πράξεις είναι η ωφέλεια, την οποία ο προστήσας αποκομίζει από την ανάμειξη του ενδιάμεσου προσώπου το οποίο εντάσσει στο πεδίο δραστηριότητάς του (επαγγελματικής, επιχειρησιακής κλπ). Με τη χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων ο προστήσας επεκτείνει το πεδίο της επιχειρηματικής κυρίως δράσης του, το πεδίο εξουσίας και επιρροής του και κατά συνέπεια διευρύνει και τη δυνατότητα των κερδών του.

Είναι, επομένως, εύλογο να φέρει αυτός την ευθύνη και τους κινδύνους που προκύπτουν από τη δραστηριότητα των χρησιμοποιούμενων προσώπων, αφού αυτός καρπώνεται και τα οφέλη της. Άλλωστε με την καθιέρωση της ευθύνης του προστήσαντος εξυπηρετείται και η ιδέα της ασφάλειας των ζημιωθέντων, οι οποίοι αποκτούν ένα επιπλέον οφειλέτη, εκτός από τον προστηθέντα, συνήθως οικονομικά ισχυρότερο και πιο φερέγγυο από αυτόν.

Η σχέση πρόστησης έχει τέτοια ευρύτητα, ώστε να καλύπτει κάθε εκούσια χρησιμοποίηση άλλων προσώπων και μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση εργασίας, έργου, εντολής ή και σε μη δικαιοπρακτική σχέση, όπως σε de facto συμβατική σχέση, χωρίς να έχει ιδιαίτερη κρισιμότητα η τυχόν ιδιότητα του προστηθέντος ως αντιπροσώπου του προστήσαντος.

Στη βάση της σχέσης πρόστησης μπορεί να είναι και οποιαδήποτε άλλη βιοτική σχέση μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, σημειουμένου ότι είναι αδιάφορο αν η ανωτέρω σχέση, στην οποία βασίζεται η πρόστηση, είναι νόμιμη ή παράνομη, αν ο προστηθείς αμείβεται ή όχι ή, τέλος, αν η σχέση πρόστησης είναι διαρκής ή ευκαιριακή, ενόψει τέλεσης συγκεκριμένης μόνο πράξης.

Η κατά τα προαναφερόμενα πρόστηση δεν προϋποθέτει σχέση πλήρους εξάρτησης μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, δεδομένου ότι ούτε από την έννοια της πρόστησης ούτε από το σκοπό της διάταξης του άρθρου 922 ΑΚ προκύπτει τέτοιος περιορισμός, δεν απαιτείται δηλαδή η παροχή εργασίας, αλλά αρκεί ο προστηθείς να υπόκειται στον έλεγχο ή τις γενικές οδηγίες και εντολές ή στην επίβλεψη του προστήσαντος κατά την εκτέλεση της εργασίας που του ανατέθηκε.

Εφόσον η δραστηριότητα του ενδιάμεσου προσώπου εντάσσεται στον επιχειρησιακό, επαγγελματικό ή κοινωνικό κύκλο δράσης του κυρίου της υπόθεσης, τότε δικαιολογείται να εμπίπτει και στο πεδίο κινδύνου κατά την έννοια του άρθρου 922 ΑΚ η μετάθεση της ευθύνης σ' αυτόν. Η ανάπτυξη από τον προστηθέντα πρωτοβουλίας και δικής του σφαίρας δράσης μέσα στα πλαίσια του πεδίου δράσης του προστήσαντος δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου (ΟλΑΠ 20/2009, ΑΠ 22/2004, ΑΠ 411/2003).

Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ (ΑΠ 698/2012). Έκθεση των απαραίτητων κατά νόμο στοιχείων που πληρούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, θεωρείται ότι υπάρχει και όταν ιστορικά αναφέρεται στην αγωγή ορισμένη νομική έννοια, υπό την προϋπόθεση ότι το περιεχόμενό της είναι αναμφίβολα γνωστό, αφού τα προκαθορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία μιας τέτοιας έννοιας υπονοούνται με τη χρησιμοποίηση της λέξης με την οποία αυτή δηλώνεται, οπότε δεν απαιτείται λεπτομερής αναφορά και ανάλυση των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων.

Εντεύθεν, έπεται ότι, εφόσον στην αγωγή αναφέρεται ιστορικά η αναμφίβολα γνωστή έννοια της πρόστησης, θεωρείται ότι προβάλλονται με αυτή τα χαρακτηριστικά για την εξειδίκευση και περιγραφή της έννοιας αυτής γεγονότα. Η συγκεκριμενοποίηση των αναφερόμενων στην αγωγή βασικών γνωρισμάτων της νομικής έννοιας μπορεί να γίνει με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν αυτά δεν τα έχει επικαλεσθεί ο ενάγων (ΑΠ 1856/2013, ΑΠ 1198/2009, ΑΠ 1226/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με το παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκοπούμενο περιεχόμενο του δικογράφου της από 4.1.2010 αγωγής του αναιρεσίβλητου, αυτός ιστορούσε, ότι προτιθέμενος να προβεί σε ασφάλεια ζωής, απευθύνθηκε στην αναιρεσείουσα, που διατηρεί γραφείο ασφαλίσεων στον …, όπου στα γραφεία της είχε επικοινωνία και συνεργασία για το σκοπό αυτό με την απασχολούμενη στα γραφεία της εταιρίας, συνεργάτη αυτής, ασφαλιστική σύμβουλο, τρίτη εναγόμενη, Ε.

Α., μετά από τις υποδείξεις της οποίας κατάρτισε, στις 8.6.2005, ασφαλιστική σύμβαση με την πρώτη εναγομένη, με τους όρους που αναλυτικά εκθέτει, ότι στις 11.8.2005 συνέβη ο ασφαλιστικός κίνδυνος, καθόσον αυτός, εργαζόμενος σε ποντοπόρο δεξαμενόπλοιο υπέστη σοβαρό ατύχημα από την έκθεσή του σε χημική ουσία που χρησιμοποιούνταν στο πλοίο, χωρίς να λαμβάνονται τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα, εξ αιτίας της οποίας έπαθε οπτική τοξική νευρίτιδα, με συνέπεια τη σταδιακή μείωση της οπτικής οξύτητας αυτού στο 1/20, χαρακτηριζόμενος πλέον ολικά και οριστικά ανίκανος για εργασία έχοντας υποστεί ολική απώλεια της λειτουργίας των δύο οφθαλμών του.

Ότι όταν επέστρεψε στην Ελλάδα και άρχισε να αναζητεί την καταβολή της αποζημίωσης με βάση το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, η πρώτη εναγόμενη, ασφαλιστική εταιρία, του κοινοποίησε, στις 20.2.2006, καταγγελία-ακύρωση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, επικαλούμενη ότι με την υποβολή αίτησης επαναφοράς του συμβολαίου αυτού, δεν είχε δηλώσει το γνωστό σ' αυτόν ιατρικό ιστορικό του, γνωστοποιώντας σ' αυτόν, επίσης, ότι ουδέποτε είχε εισπράξει οποιοδήποτε ποσό για την εξόφληση των ασφαλίστρων του άνω συμβολαίου ασφάλισης, ότι επειδή αυτός στις 8.6.2005, είχε ήδη καταβάλει το ποσό των ασφαλίστρων στην τρίτη εναγομένη, προκειμένου να καταβάλει τούτο στην ασφαλίστρια εταιρία πρώτη εναγομένη, επικοινώνησε με τον εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας και κατόπιν κλήσεως αυτού μετέβη στα γραφεία της τελευταίας και αφού τον ενημέρωσε ότι δεν είχε ειδοποιηθεί για το ατύχημά του από την τρίτη εναγομένη, του πρότεινε να υποβάλει αίτηση, προκειμένου να του επιστραφεί το ποσό των ασφαλίστρων που είχε καταβάλει, πρόταση που αυτός δεν δέχθηκε, ότι η ζημία που έχει υποστεί λόγω της αδικοπραξίας της τρίτης εναγομένης που υπεξαίρεσε το χρηματικό ποσό ανερχόμενη στο ποσό που θα εισέπραττε, ως αποζημίωση, για το ατύχημα που έπαθε με βάση το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και συγκεκριμένα σε 621.700 ευρώ, το οποίο οφείλουν να του καταβάλουν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, κατά τα άρθρα 914 και 922 ΑΚ, η ασφαλιστική εταιρία, καθώς και η αναιρεσείουσα κατά τις διατάξεις περί προστήσεως, καθόσον η αδικοπραγήσασα τρίτη εναγομένη είχε την ιδιότητα της προστηθείσας σ' αυτήν, η δε πράξη της είναι υπαίτια και παράνομη και έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας της, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με αυτήν.

Με το ιστορικό τούτο, ζητούσε να υποχρεωθεί και η αναιρεσείουσα να του καταβάλει το άνω ποσό της ζημίας του, καθώς και το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Με το ως άνω περιεχόμενο, η αγωγή διαλαμβάνει με επάρκεια όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την πλήρη συγκρότηση της ιστορικής βάσης της αγωγής, αφενός μεν χαρακτηρίζοντας τη σχέση που συνέδεε τους διαδίκους, ως σχέση πρόστησης, με προστήσασα την αναιρεσείουσα και προστηθείσα την τρίτη εναγομένη, αρκούσης αυτής της αναφοράς, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη, για την περιγραφή της πρόστησης, αφού είναι νομική έννοια με αναμφίβολα γνωστό περιεχόμενο, με την αναφορά της οποίας υπονοούνται τα προκαθορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτής, η εξειδίκευση και περιγραφή των οποίων μπορεί να προκύψει από τις αποδείξεις, αφετέρου δε εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνα συμπεριφορά της προστηθείσας από την αναιρεσίβλητο ασφαλιστική σύμβουλο, τρίτη εναγομένη, την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά αυτή και τα στοιχεία προσδιορισμού της συνδεόμενης αιτιωδώς με την αδικοπραξία ζημίας που προκλήθηκε στον αναιρεσίβλητο, ενώ δεν ήταν απαραίτητη για την πληρότητα των στοιχείων της αδικοπραξίας, η οποία στηρίζεται στην υπεξαίρεση από την ασφαλιστική σύμβουλο των χρημάτων που της είχε παραδώσει ο αναιρεσίβλητος, προκειμένου να καταρτισθεί η σύμβαση ασφάλισης, συνεπεία της οποίας πράξης υπέστη την εκτιθέμενη ζημία, ποιο ήταν το πλοίο στο οποίο εργαζόταν, όταν έπαθε το ατύχημα και ποια ήταν η χημική ουσία που χρησιμοποιούνταν στο πλοίο συνεπεία της οποίας υπέστη την απώλεια της όρασής του.

Έτσι, το Εφετείο που έκρινε ότι με επάρκεια αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής τα πραγματικά περιστατικά της αδικοπραξίας και της σχέσης πρόστησης μεταξύ αναιρεσείουσας και της τρίτης εναγομένης και έκρινε ορισμένη την αγωγή, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος για την ιστορική βάση της αγωγής, και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ως προς τον προσδιορισμό της σχέσης πρόστησης, ούτε έλαβε προς τούτο στοιχεία που δεν εκτίθενται στο δικόγραφο, επιπλέον δε περιέχει πλήρη αιτιολογία για το ορισμένο της αγωγής, με την παραδοχή ότι αρκεί η αναφορά της νομικής έννοιας της πρόστησης, η δε εξειδίκευση των βασικών γνωρισμάτων αυτής μπορεί να γίνει με βάση τα προκύπτοντα από την αποδεικτική διαδικασία περιστατικά.

Επομένως, οι αντίθετες αιτιάσεις που προβάλλονται με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης, από τους αρ. 1, 8, 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμες. Οι ίδιοι λόγοι, κατά το οικείο μέρος τους, με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη και η πλημμέλεια από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για την περί του ορισμένου της αγωγής κρίσης της, είναι απαράδεκτος.

Τούτο, διότι η επίμαχη πλημμέλεια ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος της απόφασης που προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί της οποίας δεν πρόκειται. Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 39/2010, ΑΠ 1/2008), δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, ούτε να αναφέρει από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε κάθε επιμέρους παραδοχή του, ούτε να προσδιορίζει τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 1092/2015).

Εφόσον, συνεπώς, προκύπτει από την απόφαση, ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 165/2016, ΑΠ 451/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, προβάλλεται η, από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, ως προς το ζήτημα της καταβολής του ποσού των 8030,56 ευρώ, από τον αναιρεσίβλητο στην ασφαλιστική σύμβουλο, με την εντολή να το καταβάλει η τελευταία στην ασφαλιστική εταιρία, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, καθόσον δεν διευκρινίζει πως αποδείχθηκε η σύσταση της εντολής και η καταβολή του ποσού, στις 8.6.2005.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο προς σχηματισμό της κρίσεώς του και του αποδεικτικού του πορίσματος προέβη στην εκτίμηση του συνόλου των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα των καταθέσεων των εξετασθέντων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μαρτύρων των διαδίκων, της προσδιοριζόμενης ένορκης βεβαίωσης που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος και όλων των εγγράφων που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσεώς του επί πραγματικών ισχυρισμών που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει πρωτίστως να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, αν δε πρόκειται για τη δεύτερη περίπτωση του λόγου αυτού αναιρέσεως πρέπει πρωτίστως να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες είναι οι αποδείξεις, τις οποίες παρά το νόμο το δικαστήριο έλαβε υπόψη μολονότι δεν είχαν προσκομιστεί (ΑΠ 502/2016).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το δικαστήριο απαραδέκτως έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, διότι δεν έγινε επίκληση αυτού, πρέπει να ισχυρίζεται με το αναιρετήριο ότι το εν λόγω απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις των περιπτώσεων α' έως γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ (ΑΠ 1310/2012, 1419/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το αντίστοιχο μέρος του τρίτου λόγου της αναίρεσης, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση, ότι και αν το δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί καταβολής του ποσού των 8.038,56 ευρώ από τον αναιρεσίβλητο στην ασφαλιστική σύμβουλο λαμβάνοντας υπόψη κάποια μαρτυρική κατάθεση ή ένορκη βεβαίωση, έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, καθόσον το αντικείμενο της καταβολής και της εντολής του αναιρεσίβλητου να πληρώσει τούτο η ασφαλιστική σύμβουλος στην ασφαλιστική εταιρία, υπερβαίνει το ποσό των 5900 ευρώ, που ίσχυε κατά το χρόνο καταρτίσεως της σχετικής σύμβασης, σύμφωνα με το άρθρο 393 ΚΠολΔ, για το επιτρεπτό της εμμάρτυρης απόδειξης, χωρίς να γίνεται επίκληση συνδρομής κάποιας εξαιρέσεως του άρθρου 394 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως, απαράδεκτος, δεδομένου ότι διατυπούμενος υποθετικά, δεν αναφέρει ρητά τη λήψη από την προσβαλλόμενη συγκεκριμένου μη επιτρεπόμενου αποδεικτικού μέσου. Σε κάθε περίπτωση σημειώνεται, ότι, βάση της αγωγής αποτελούσε η αδικοπραξία και συγκεκριμένα η τέλεση από την ασφαλιστική σύμβουλο, προστηθείσα της αναιρεσείουσας, της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης, η οποία αδικοπραξία δεν αποτελεί ούτε σύμβαση ούτε συλλογική πράξη και για την απόδειξή της με μάρτυρες δεν υφίσταται δικονομική απαγόρευση από το άρθρο 393 ΚΠολΔ (ΑΠ 310/1993).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1β, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες που προσκόμισε ο διάδικος, χωρίς να τις επικαλεστεί με τις προτάσεις του κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα του επικαλούμενου αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1509/2014).

Το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να ερευνήσει, αυτεπαγγέλτως, αν για τα προσκομιζόμενα από διάδικο έγγραφα έγινε νόμιμη επίκληση στις προτάσεις του, όμως η οποιαδήποτε σχετική παράλειψή του και η λήψη τελικώς υπόψη εγγράφων που είτε δεν προσκομίσθηκαν είτε προσκομίσθηκαν χωρίς νόμιμη επίκληση ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνο αν το αντίστοιχο απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον ήδη αναιρεσείοντα, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις. Μάλιστα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο όχι μόνο να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, αλλά και να εκτίθεται ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον αναιρεσείοντα ή να αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο ενδεχομένως δεν μπορούσε να προταθεί (ΑΠ 106/2015, ΑΠ 967/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, κατά το οικείο μέρος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη της έγγραφο που δεν προσκομίστηκε και συγκεκριμένα απόδειξη καταβολής από τον αναιρεσίβλητο στην ασφαλιστική σύμβουλο ποσού 8030,56 ευρώ.

Ο λόγος αυτός, παρεκτός της αοριστίας του, καθόσον δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα ότι είχε προβάλει τούτον ενώπιον του εκδώσαντος την απόφαση δικαστηρίου της ουσίας, ή ότι συνέτρεχε λόγος, εκ των προβλεπόμενων στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, αδυναμίας προβολής του στο Εφετείο, και εντεύθεν του απαραδέκτου, είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι δεν προκύπτει, από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη της, ως προσκομισθείσα, τέτοια απόδειξη καταβολής, αλλά από τα αποδεικτικά στοιχεία που μνημονεύει, δέχεται ότι είχε χορηγηθεί από την ασφαλιστική σύμβουλο κατά την καταβολή του χρηματικού ποσού από τον αναιρεσίβλητο απλή χειρόγραφη απόδειξη σε χαρτί τύπου Α4.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 937 εδάφ. α του ΑΚ η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, ενώ σε κάθε περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Από τις διατάξεις αυτές του νόμου σαφώς προκύπτει, ότι προϋπόθεση για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής της αξιώσεως που προήλθε από αδικοπραξία είναι η γνώση από τον παθόντα τόσο της ζημίας όσο και του υπόχρεου προς αποζημίωση, δηλαδή όλων εκείνων των πραγματικών περιστατικών που παρέχουν σε αυτόν τη δυνατότητα να ασκήσει ορισμένη αγωγή εναντίον συγκεκριμένου προσώπου.

Ως γνώση της ζημίας, για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής, νοείται η γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι δε η γνώση της ακριβούς εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως (ΟλΑΠ 24/2003, ΑΠ 72/2013). Θεωρείται δε ότι ο παθών ή ο εν γένει δικαιούχος της αποζημιώσεως γνωρίζει τον υπόχρεο όταν αυτός γνωρίζει τόσα περιστατικά, ώστε βάσει αυτών να μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον ορισμένου προσώπου με ελπίδες επιτυχίας.

Δεν αρκούν απλές εικασίες, υποψίες ή εξ αμελείας άγνοια. Πότε συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι ζήτημα πραγματικό εξαρτώμενο από τη συνολική εκτίμηση της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Αν μπορούν να διαπιστωθούν το όνομα και η διεύθυνση του υπόχρεου σε αποζημίωση προσώπου, τότε ο παθών θεωρείται ότι γνωρίζει το πρόσωπο του υπόχρεου σε αποζημίωση κατά το χρόνο που αυτός ερευνώντας θα μπορούσε να το πληροφορηθεί (ΑΠ 737/2012, ΑΠ 1666/2008, ΑΠ 141/2007).

Εξ άλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων που αποκλείει την εφαρμογή της, είτε επειδή στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), είτε όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπάρκεια αιτιολογίας) είτε όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, ούτε γιατί το δικαστήριο έδωσε μεγαλύτερη πίστη στην κατάθεση του ενός ή του άλλου μάρτυρα ή σε ορισμένο έγγραφο. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 493/2015, ΑΠ 1062/2014, ΑΠ 495/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ενστάσεως παραγραφής της αξίωσης του αναιρεσίβλητου που είχε προτείνει η αναιρεσείουσα, τα ακόλουθα: "Τέλος, με το 2ο πρόσθετο λόγο η άνω εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι οι αξιώσεις του προς αυτήν έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ δεδομένου ότι από 8.6.2005, άλλως από 13.6.2005, άλλως από 11.8.2005, άλλως από 23.8.2005, άλλως από 7.9.2005 έως την άσκηση της αγωγής του τον Οκτώβριο του 2010 έχει παρέλθει πενταετία.

Παραδεκτώς δε προτείνει, κατά τους ισχυρισμούς της, την εν λόγω ένσταση το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου γιατί ο χρόνος έναρξης και συμπλήρωσης της παραγραφής αποδεικνύεται από δικαστική ομολογία του ενάγοντος ήτοι από το ίδιο το περιεχόμενο της αγωγής του... Στην προκειμένη περίπτωση, στις 08/6/2005 ο ενάγων απλώς ζήτησε από την 3η εναγομένη, εφόσον δεν είχε τη σχετική απόδειξη καταβολή ασφαλίστρων μαζί της, να της επιστρέψει τα χρήματα για να τα καταθέσει την επόμενη ημέρα σε τραπεζικό λογαριασμό.

Περιστατικά απάτης εκ μέρους της 3ης εναγομένης δεν είχε μέχρι τότε ούτε καν υπόνοιες. Στις 16/6/2005, και όχι στις 13/6/2005, όταν η 3η εναγομένη παραδίδει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο στη φίλη του ενάγοντος Ε. Α. χωρίς την απόδειξη καταβολής των ασφαλίστρων και το πληροφορείται αυτό ο ενάγων, επικοινωνεί τηλεφωνικά με την 3η εναγομένη επανειλημμένα γιατί δεν πείσθηκε από τα λεγόμενά της, ότι δηλαδή δεν πρέπει να ανησυχεί που δεν έχει την απόδειξη ακόμη, αφού έχει το συμβόλαιο στα χέρια του και είναι ασφαλισμένος.

Από τα ανωτέρω είναι προφανές ότι ο ενάγων ανησυχούσε γιατί δεν πείσθηκε ότι δεν χρειαζόταν να έχει και την απόδειξη καταβολής ασφαλίστρων τη στιγμή που είχε το συμβόλαιο μαζί του. Ζήτημα, όμως απατηλής συμπεριφοράς εκ μέρους της 3ης εναγομένης δεν ετίθετο ακόμη, μη αρκούντων των απλών ενδεχόμενων υπονοιών του.

Στις 11/8/2005 ο ενάγων υπέστη το ατύχημα, ήτοι επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος και ενημέρωσε τηλεφωνικά την 3η εναγομένη, δεν γνώριζε όμως την αδικοπραξία αυτής. Στις 23/8/2005 δεν έλαβε ο ίδιος αλλά η άνω φίλη του την ... έντυπη απόδειξη της 1ης εναγομένης για την καταβολή των ασφαλίστρων. Αλλά και ο ίδιος να την ελάμβανε, από το γεγονός και μόνον ότι αυτή έφερε ημερομηνία καταβολής ασφαλίστρων 23/8/2005 και όχι 8/6/2005, που ήταν η πραγματική ημερομηνία καταβολής των ασφαλίστρων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο ενάγων είχε γνώσει τόσων περιστατικών, ώστε βάσει αυτών να μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον ορισμένου προσώπου με ελπίδες επιτυχίας, πριν απευθυνθεί και λάβει εξηγήσεις για το γεγονός από τις λοιπές εναγόμενες (2η και 3η).

Στις 07/9/2005 που επιστρέφει στην Ελλάδα μόνο από το γεγονός που κάλεσε την 3η εναγομένη στην οικία του για να τον ενημερώσει για τις περαιτέρω ενέργειες, ώστε να λάβει την αποζημίωση που δικαιούταν και αυτή δεν προσήλθε ως και του ότι δεν έλαβε απάντηση από την 1η εναγομένη όταν στις 04/10/2005 έστειλε φαξ, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο ενάγων γνώριζε τον υπόχρεο αποζημίωσης, ώστε να μπορεί να εγείρει αγωγή αποζημίωσης με επιτυχία.

Εξάλλου, αν γνώριζε ότι η 3η εναγομένη τον είχε εξαπατήσει δεν θα την καλούσε στην οικία του για να τον ενημερώσει για τις περαιτέρω ενέργειες που έπρεπε να γίνουν για να λάβει την αποζημίωσή του για απώλεια εισοδήματος λόγω του ατυχήματος. Αλλά και η μετέπειτα στάση του με τις συχνές επικοινωνίες με την 1η εναγομένη κατά τις οποίες ζητούσε να τηρηθούν οι όροι του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και η ενημέρωση που είχε από την 1η εναγομένη στις 06/12/2005 ότι το θέμα του θα διαβιβαστεί στο αρμόδιο τμήμα της υποδηλώνουν ότι ο ενάγων μέχρι τότε δεν είχε γνώση περί απατηλής συμπεριφοράς ούτε του υπόχρεου αποζημίωσής του, συνεπεία αυτής της απατηλής συμπεριφοράς.

Σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ο ενάγων έλαβε γνώση της ζημίας και της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της 3ης εναγομένης σε βαθμό που να μπορεί να εγείρει επιτυχώς αγωγή αποζημίωσης, στις 20/02/2016, οπότε και του κοινοποιήθηκε με δικαστικό επιμελητή, χωρίς καμία προηγουμένως ενημέρωση, η από 14/02/2006 καταγγελία - ακύρωση του υπ' αρ. ...

ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής από την 1η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία. Έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής δεν παρήλθε διάστημα μεγαλύτερο των (5) ετών. Επομένως, η ένσταση παραγραφής είναι ουσιαστικά αβάσιμη και ο σχετικός 2ος πρόσθετος λόγος έφεσης της άνω εκκαλούσας είναι αβάσιμος και απορριπτέος".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την ένσταση παραγραφής της αναιρεσείουσας, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αλλά περιέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στο ζήτημα του χρόνου της γνώσης από τον αναιρεσίβλητο της ζημίας του και του υπόχρεου προς αποζημίωση προσώπου, οι δε σχετικές παραδοχές του καλύπτουν με πληρότητα το πραγματικό του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου του άρθρου 937 ΑΚ και καθιστούν εφικτό, ως προς το ζήτημα αυτό, τον αναιρετικό έλεγχο.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, διότι, με την επίφαση της αιτίασης για έλλειψη νόμιμης βάσης πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, ως προς την επάρκεια των κρίσεων και των επιχειρημάτων με τα οποία το δικαστήριο δικαιολογεί το αποδεικτικό του πόρισμα, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση, είναι αβάσιμη. Επίσης, η αναιρεσείουσα, με τον ίδιο λόγο της αναίρεσής της, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διατεινόμενη ότι "η αναίρεση της απόφασης επιβάλλεται λόγω κακής ερμηνείας και εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου της ΑΚ 937". Όμως, εφόσον στο αναιρετήριο δεν εκτίθεται κατά τρόπο σαφή σε τι συνίσταται το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή της ως άνω διάταξης ουσιαστικού νόμου, ο λόγος αυτός της αναίρεσης κατά το ανωτέρω τμήμα του, είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος (ΑΠ 371/2015, ΑΠ 1703/2009).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν ήταν εφαρμοστέος ή παρέλειψε να εφαρμόσει εκείνον που ήταν εφαρμοστέος είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 371/2015).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 334 παρ. 1 ΑΚ "ο οφειλέτης ευθύνεται για το πταίσμα των προσώπων που χρησιμοποιεί για την εκπλήρωση της παροχής, όπως για δικό του πταίσμα". Εξάλλου κατά μεν το άρθρο 715 ΑΚ "ο εντολοδόχος, αν δεν ορίστηκε διαφορετικά στη σύμβαση, δεν έχει δικαίωμα να υποκαταστήσει άλλον για την εκτέλεση της εντολής ...", κατά δε το άρθρο 716 ΑΚ. "Αν ο εντολοδόχος υποκατάστησε άλλον χωρίς δικαίωμα, ευθύνεται για το πταίσμα του άλλου σαν για δικό του πταίσμα.

Αν υποκατέστησε άλλον έχοντας το σχετικό δικαίωμα, ο εντολοδόχος ευθύνεται μόνον για πταίσμα προς την εκλογή του υποκαταστάτου και ως προς τις οδηγίες που του έδωσε". Η υποκατάσταση διαφέρει από τη χρησιμοποίηση βοηθού για την εκπλήρωση της παροχής. Διότι η πρώτη συνίσταται σε μεταβίβαση από τον εντολοδόχο, με σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, της υποχρέωσης διεξαγωγής της υπόθεσης του εντολέα.

Άρα ο υποκατάστατος αναλαμβάνει να διεξαγάγει την υπόθεση αυτοτελώς, με δική του ευθύνη, στη θέση του εντολοδόχου. Η υποκατάσταση μπορεί να αφορά και μέρος μόνο της διεξαγωγής από τον αρχικό εντολοδόχο υπόθεσης, αρκεί να μεταβιβάζεται η αυτοτελής και υπεύθυνη διεξαγωγής της υπόθεσης. Αντίθετα, όταν ο εντολοδόχος χρησιμοποιεί απλώς "βοηθό" δεν αναθέτει σε άλλον, αλλά διατηρεί ο ίδιος την εκτέλεση καθώς και την ευθύνη για τη διεξαγωγή της υπόθεσης που του έχει ανατεθεί (ΟλΑΠ 25/1995, ΑΠ 548/2009, ΑΠ 555/1999).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρόσθετο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατά τα γενόμενα υπ' αυτής δεκτά, η τρίτη εναγομένη, ασφαλιστική σύμβουλος, λειτούργησε ως υποκατάστατη αυτής στην εκπλήρωση της εντολής του αναιρεσίβλητου να ενημερωθεί για τις υφιστάμενες προσφορές που ανταποκρίνονταν στην επιθυμητή ασφάλιση που εκείνος θέλησε να εμπιστευθεί σ' αυτήν και συνεπώς αφού δεν διερεύνησε αν η αναιρεσείουσα βαρύνονταν με υπαιτιότητα για την επιλογή της υποκατάστατης, ως προς τις οδηγίες που της έδωσε και σε τι συνίστατο η υπαιτιότητα αυτής, ερμήνευσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 714-716 και 334 ΑΚ, άλλως στερείται νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το περιεχόμενο αυτής που αφορά το περιεχόμενο της συναλλαγής της με τον αναιρεσείοντα και την υπαιτιότητά της για την επιλογή του υποκατάστατου προσώπου.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, μεταξύ άλλων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η 2η εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "..." είναι εταιρία μεσιτείας ασφαλίσεων παντός κλάδου και έχει εγγραφεί στα μητρώα μεσιτών του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου … με αρ. .../31.12.2001.

Στο πλαίσιο της εξυπηρέτησης του σκοπού της συνεργάζεται με διάφορες ασφαλιστικές εταιρίες, μεταξύ των οποίων και με την 1η εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "..." και με πολλούς ασφαλιστικούς συμβούλους, μεταξύ των οποίων και με την 3η εναγομένη Ε. Α. του Η. .... Με την 3η εναγομένη, η 2η εναγομένη είχε καταρτίσει την υπ' αρ. .../01.5.2005 σύμβαση διορισμού ασφαλιστικού συμβούλου, δυνάμει της οποίας της παραχώρησε το δικαίωμα διαμεσολάβησης για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων.

Με βάση τα παραπάνω έναντι της 1ης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας η 2η εναγομένη μεσίτης ασφαλίσεων απολαμβάνει νομικής και οικονομικής ανεξαρτησίας, ενώ μεταξύ της 2ης εναγομένης και της 3ης εναγομένης η σύμβαση που τους συνέδεε κατά το νόμο ήταν σύμβαση έργου. Ωστόσο η 3η εναγομένη διατηρούσε γραφείο στις εγκαταστάσεις της 2ης εναγομένης στον …, η επαγγελματική κάρτα που χρησιμοποιούσε έφερε το λογότυπο της 2ης εναγομένης και ανέγραφε την έδρα της, η δραστηριότητά της εντασσόταν και ενέπιπτε στον επιχειρηματικό και επαγγελματικό κύκλο δράσης της 2ης εναγομένης και εργαζόταν για λογαριασμό της.

Κατά μήνα Απρίλιο του έτους 2005 ο ενάγων, διπλωματούχος πλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού, προτιθέμενος να συνάψει σύμβαση ασφάλισης της ζωής και της υγείας του, ενόψει του ότι επρόκειτο να πραγματοποιήσει μακρόχρονο υπερπόντιο ταξίδι, επισκέφθηκε την έδρα της 2ης εναγομένης εταιρίας μεσιτικών ασφαλίσεων, στον …, προκειμένου να τον ενημερώσει για την καλύτερη και την πλέον συμφέρουσα, για την περίπτωσή του, πρόγραμμα ασφάλισης, να τον φέρει σε επαφή με ασφαλιστικές εταιρίες και να προβεί σε όλες τις αναγκαίες προπαρασκευαστικές εργασίες για τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης.

Σημειωτέον ότι με το Διευθυντή και εκπρόσωπο της 2ης εναγομένης Γ. Λ. ο ενάγων είχε από παλαιότερα αναπτύξει συνεργασία καθώς αυτός είχε μεσολαβήσει για τη σύναψη συμβάσεων ασφάλισής του και ασφάλισης αστικής ευθύνης από τη λειτουργία αυτοκινήτου. Εκεί, η 2η εναγομένη τον παρέπεμψε στην 3η εναγομένη, συνεργάτη και ασφαλιστικό σύμβουλο της 2ης εναγομένης, η οποία ανέλαβε να τον ενημερώσει σχετικά.

Η 3η εναγομένη, λόγω της άνω συναλλακτικής επαφής του ενάγοντος με το διευθυντή της 2ης εναγομένης, απολάμβανε της εμπιστοσύνης του ενάγοντος σε σχέση με τα ζητήματα παροχής συμβουλών, διαμεσολάβησης και διεκπεραίωσης των ασφαλιστικών συμβάσεων. Μεσολάβησαν μεταξύ τους (ενάγοντος και 3ης εναγομένης) 4-5 συναντήσεις πάντα στο γραφείο της, στις εγκαταστάσεις της 2ης εναγομένης, όπου ο ενάγων της παρέδωσε πιστοποιητικά υγείας του και εκκαθαριστικά σημειώματα της Εφορίας, και η 3η εναγομένη του συνέστησε ως πλέον συμφέρουσα, για την περίπτωσή του, ασφαλιστική πρόταση (α) τη σύναψη ασφάλισης ζωής με την 1η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και συγκεκριμένα το πρόγραμμα ..., το οποίο προέβλεπε την πλήρη ασφαλιστική του κάλυψη σε περίπτωση ολικής ή μερικής ανικανότητάς του και στην περίπτωση του θανάτου του καταβολή αποζημίωσης με δικαιούχους τα τέκνα του και την τότε σύζυγό του, (β) τη σύναψη ασφάλισης για πλήρη ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή περίθαλψή του στην ασφαλιστική εταιρία "...".

Ακολουθώντας τις οδηγίες της 3ης εναγομένης, συνεργάτιδας της 2ης εναγομένης, υπέγραψε στο γραφείο της 3ης εναγομένης την υπ' αρ. .../03-6-2005 αίτηση ασφάλισης ζωής προς την 1η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, με την ταυτόχρονη προκαταβολή του ποσού των (300 ευρώ) στην 3η εναγομένη, η οποία και εξέδωσε την υπό ιδία ημερομηνία σχετική απόδειξη προκαταβολής ασφαλίστρων ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής που θα εκδιδόταν από την 1η εναγομένη, που έφερε το λογότυπο και το σήμα της 1ης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας και Νο ......

Παράλληλα στο προσυμβατικό αυτό πλαίσιο της σύμβασης, υποβλήθηκε (ο ενάγων) καθ' υπόδειξη της 3ης εναγομένης σε ιατρικές εξετάσεις, που απαιτούσε σε κάθε ασφάλιση η 1η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία προκειμένου η τελευταία να εκτιμήσει ορθά τον ασφαλιστικό κίνδυνο. Στις 07/6/2005 η 3η εναγομένη ενημέρωσε τηλεφωνικά τον ενάγοντα ότι το αίτημά του εγκρίθηκε από την 1η εναγομένη....

Επισημαίνεται ότι ο ενάγων επέδειξε ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στην 3η εναγομένη, λόγω της άψογης συνεργασίας που είχε μέχρι τότε με τη 2η εναγομένη, ενώ πρόσθετα πιεζόταν χρονικά καθώς από στιγμή σε στιγμή θα αναχωρούσε για υπερπόντιο ταξίδι... Στις 07/9/2005 ο ενάγων επέστρεψε στην Ελλάδα και ζήτησε από την 3η εναγομένη να έλθει στην οικία του για να της παραδώσει ιατρικά έγγραφα και να τον ενημερώσει για τις περαιτέρω ενέργειες που πρέπει να γίνουν, πλην όμως αυτή δεν ανταποκρίθηκε.

Στη συνέχεια της απέστειλε και φαξ και της ζήτησε να ενημερώσει η ίδια την 1η εναγομένη για το ατύχημά του. Επακολούθησαν και άλλες οχλήσεις του προς την 3η και 1η εναγομένη... Για το λόγο αυτό, απευθύνθηκε τόσο στην 1η εναγομένη όσο και στη 2η εναγομένη. Ο εκπρόσωπος της 2ης εναγομένης τον κάλεσε να έλθει στο γραφείο τους επί της οδού ...

και … στη …, όπου προσελθών ο ενάγων, του ανακοίνωσε ότι ποτέ η 3η εναγομένη δεν τον είχε ενημερώσει για το ατύχημα και του πρότεινε να του επιστραφούν τα ετήσια καταβληθέντα ασφάλιστρα των (8000 ευρώ), το οποίο όμως δεν αποδέχθηκε ο ενάγων. Με βάση τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά προέκυψε ότι κατά την ημέρα του προαναφερθέντος ατυχήματος του ενάγοντος (11/8/2005) αυτός δεν ήταν νόμιμα ασφαλισμένος στην 1η εναγομένη, από υπαιτιότητα της 3ης εναγομένης, συνεργάτιδας της 2ης εναγομένης...

Τη μη καταβολή των ασφαλίστρων στην 1η εναγομένη και την παρακράτηση αυτών την ομολογεί εξωδίκως η 3η εναγομένη με την από 15/12/2005 υπεύθυνη δήλωσή της προς τη 2η εναγομένη, θεωρημένη ως προς το γνήσιο της υπογραφής της, στην οποία δηλώνει τα εξής: "Η κατάρτιση του ασφαλιστικού συμβολαίου ζωής του ασφαλιζομένου Ι.

Κ. στην ... έγινε μετά από επανειλημμένες προσωπικές δικές μου συναντήσεις τόσο με τον ίδιο όσο και με τη σύζυγό του. Μετά την έκδοση του υπ' αρ. ... συμβολαίου εγώ ήλθα σε επικοινωνία για την πληρωμή του με την οικογένεια του κυρίου Κ. και εγώ εν τέλει υπέγραψα την υπ' αρ. ... απόδειξη είσπραξης ασφαλίστρων ποσού 8030,65 ευρώ.

Τα χρήματα αυτά δεν τα κατέβαλα ουδέποτε στην εταιρία ... ΑΕ. Επίσης δηλώνω με απόλυτη βεβαιότητα ότι από την έκδοση του παραπάνω συμβολαίου μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου 2005 δεν ενημέρωσα τους υπεύθυνους της προαναφερόμενης εταιρίας ούτε για την απόδειξη των παραπάνω ασφαλίστρων που χορήγησα στον ασφαλισμένο ούτε για οποιαδήποτε άλλη ενέργειά μου ή πληροφορία μου σχετική με το συμβόλαιο αυτό.

Καθ' όλο το διάστημα από τον Ιούλιο μέχρι σήμερα όλες οι συνεννοήσεις μου με τον παραπάνω ασφαλισμένο και την οικογένειά του έγιναν με δική μου πρωτοβουλία και εν αγνοία της εταιρίας". ... Η 3η εναγομένη ενήργησε υπό την ιδιότητά της ως συνεργάτιδας (ασφαλιστικής συμβούλου) της 2ης εναγομένης, εκπροσωπώντας αποκλειστικά τον ενάγοντα πελάτη της, δηλαδή έφερε αυτόν σε επαφή κατ' εντολή του με την 1η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και διενήργησε όλες τις προπαρασκευαστικές ενέργειες για τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης για λογαριασμό του, μη έχοντας κανένα συναλλακτικό δεσμό με την 1η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία....

Η σχέση που συνέδεε την 3η εναγομένη με τη 2η εναγομένη ήταν μεν κατά ρητή νομοθετική διάταξη αυτή της σύμβασης έργου, πλην όμως η συμπεριφορά και η γενικότερη δράση αυτής ήταν εντεταγμένη στο πεδίο δράσης της 2ης εναγομένης και υπέκειτο έστω και χαλαρά στην επίβλεψη και τις γενικές οδηγίες και εντολές της 2ης εναγομένης.

Η υπαίτια, παράνομη και ζημιογόνος σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος συμπεριφορά της 3ης εναγομένης, βρίσκεται σε εσωτερική αιτιώδη συνάφεια με την υπηρεσία που της είχε ανατεθεί από τη 2η εναγομένη (την μεσιτεία στην κατάρτιση ασφαλιστηρίων συμβολαίων), καθώς η ενέργεια αυτή διενεργήθηκε σε άμεσο τοπικό και χρονικό σύνδεσμο με την υπηρεσία αυτή και έλαβε χώρα με την ευκαιρία και από αφορμή των υπηρεσιών που παρείχε στον ενάγοντα ως συνεργάτιδα της 2ης εναγομένης.

Ενισχυτικό των ανωτέρω είναι: 1) Ο ενάγων απευθύνθηκε κατ' αρχάς στην 2η εναγομένη και αυτή τον παρέπεμψε στην 3η εναγομένη. 2) Η 3η εναγομένη συνδεόταν με τη 2η εναγομένη με σύμβαση διορισμού ασφαλιστικού συμβούλου και παροχής δικαιώματος διαμεσολάβησης για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων. 3) Όλες οι συναντήσεις του ενάγοντος με την 3η εναγομένη προκειμένου να εξευρεθεί η πλέον συμφέρουσα για τον ενάγοντα πρόταση ασφαλιστικής σύμβασης έγιναν στις εγκαταστάσεις της 2ης εναγομένης, όπου η 3η εναγομένη διατηρούσε γραφείο. 4) Η επαγγελματική κάρτα που χρησιμοποιούσε η 3η εναγομένη έφερε το λογότυπο της 2ης εναγομένης και ανέγραφε την έδρα της. 5) Ως στοιχεία επικοινωνίας μαζί της έδινε την έδρα, το σταθερό τηλέφωνο, το φαξ και το e-mail της 2ης εναγομένης (βλ.

σχετ. Νο … που προσκομίζει ο ενάγων). 6) Η από 22/8/2005 αίτηση επαναφοράς σε ισχύ του υπ' αρ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου του ενάγοντος που έγινε από την 3η εναγομένη, εν αγνοία του ενάγοντος, φέρει το λογότυπο και την αναγραφή των στοιχείων (έδρα, τηλέφωνο, φαξ και e-mail) της 2ης εναγομένης. 7) η 2η εναγομένη ζήτησε εξηγήσεις από την 3η εναγομένη και διαμαρτυρήθηκε προς αυτήν για το γεγονός ότι δεν την ενημέρωσε για το περιστατικό του τραυματισμού του ενάγοντος. 8) Η ίδια η 2η εναγομένη δια του εκπροσώπου της Γ.

Λ. πρότεινε στον ενάγοντα να του επιστραφούν τα ασφάλιστρα και να κλείσει το θέμα. 9) Με την από 28/12/2005 εξώδικη καταγγελία - πρόσκληση της 2ης εναγομένης προς την 3η εναγομένη, με την οποία καταγγέλθηκε η μεταξύ τους σύμβαση, η 2η εναγομένη αναφέρει ότι δεν την είχε ενημερώσει για καμία από τις ενέργειές της και τα περιστατικά σχετικά με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο του ενάγοντος και την επαναφορά σε ισχύ του και την καλεί ι) να παραπέμψει σ' αυτήν κάθε ζήτημα που αφορά τα συμβόλαια που συνήψε κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, ιι) να παραδώσει σ' αυτήν αμέσως όλες τις συναφείς με τη σύμβασή τους εντολές και οδηγίες και όλα τα έγγραφά της και ιιι) να την ενημερώσει άμεσα για την πορεία των υποθέσεων που εκκρεμούν και να παραπέμψει σ' αυτήν κάθε ζήτημα που αφορά τα συμβόλαια που συνήψε κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους.

Από τα ανωτέρω προκύπτει εμφανώς, ότι δυνάμει της σχέσης ασφαλιστικού συμβούλου μεταξύ της 2ης και της 3ης εναγομένης, η τελευταία υπάκουε έστω και σε ένα πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης στις σχετικές εντολές και οδηγίες της 2ης εναγομένης, εργαζόμενη για λογαριασμό της και σύμφωνα με το σκοπό της μεταξύ τους υπάρχουσας σχέσης, η δε δραστηριότητά της εντασσόταν και ενέπιπτε στον επιχειρηματικό και επαγγελματικό κύκλο δράσης της μεσιτείας ασφαλίσεων της 2ης εναγομένης.

Υφίσταται επομένως σχέση πρόστησης μεταξύ αυτών (2ης και 3ης εναγομένης) και για την αδικοπραξία που τέλεσε η τρίτη προστηθείσα εναγομένη, ευθύνεται προς αποζημίωση του ενάγοντος και η δεύτερη προστήσασα εναγομένη, που ως προστήσασα έχει αντικειμενική ευθύνη". Τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, δικαιολογούν την κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 922 ΑΚ νομική εκτίμηση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι την αναιρεσείουσα και την αναφερόμενη ασφαλιστική σύμβουλο τρίτη εναγομένη συνέδεε σχέση πρόστησης και όχι υποκατάστασης της τελευταίας στην εκτέλεση της εντολής του αναιρεσίβλητου.

Ειδικότερα, δεν δέχθηκε το Εφετείο, ότι η ασφαλιστική σύμβουλος τρίτη εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση διεξαγωγής της υποθέσεως του αναιρεσίβλητου αυτοτελώς και με δική της ευθύνη, αλλά ως προστηθείσα από την αναιρεσείουσα στα πλαίσια ένταξής της στον επιχειρηματικό και επαγγελματικό κύκλο δράσης της τελευταίας, υπακούοντας, έστω και στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, στις σχετικές εντολές και οδηγίες της.

Επομένως, ο προαναφερόμενος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, τόσο εκ του αρ. 1 όσο και εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Εντεύθεν, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των κανόνων δικαίου των άρθρων 715 και 176 εδ. 2 ΑΚ που να προσδίδουν στην τρίτη εναγομένη την ιδιότητα της υποκατάστατης της αναιρεσείουσας, ώστε ανάλογα με αυτές τις διατάξεις να ρυθμίζεται η ευθύνη της τελευταίας από τις πράξεις της τρίτης εναγομένης, μόνο για πταίσμα, ως προς την επιλογή του υποκαταστάτου και ως προς τις οδηγίες που του έδωσε.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 29.9.2014 αίτηση, καθώς και οι από 12.1.2015 και 21.10.2015 πρόσθετοι λόγοι, για αναίρεση της 4995/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από την αναιρεσείουσα υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική 740/2014 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών.

Εξάλλου, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29.9.2014 αίτηση, καθώς και τους από 12.1.2015 και 21.10.2015 πρόσθετους λόγους της εταιρίας "...", για αναίρεση της 4995/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ