Legislator Case Law & Legislation
933/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil court judgment for failure to rule on requested issue.

Case Number 933/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's final decision. The appellant argued the lower court misinterpreted the appeal and petition, but the court rejected these claims as inadmissible because the appeal and petition are procedural documents, not evidence. Consequently, the court ruled that the lower court's judgment was legally sound and ordered the appellant to pay the costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495 and 564 para. 3 of the Code of Civil Procedure; Article 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the alleged distortion of the content of an appeal or petition is inadmissible because such documents are procedural acts rather than evidence capable of being re-evaluated.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility procedural documents evidence re-evaluation distortion of content legal costs final judgment

Cited Legislation

AI generated
Articles 495 and 564 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure
Article 561 para 1 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176, 183, 189 para. 1 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 933 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 933/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Λέκκα), Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Δ. του Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Δίκαιο και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ε. - Ε. Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ρουμελιώτη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/3/1989 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5901/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 9056/2003 μη οριστική και 1919/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 15/10/2007 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 680/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 1919/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 6372/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/12/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 19/9/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 10.12.2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 6372/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της 5901/2002 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία η από 27.3.1989 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατ' αυτού, περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας του 21127/14.10.1988 πωλητηρίου συμβολαίου και αυτής κυρίας του επίδικου ακινήτου.

Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αποτελεί κύρωση της αρχής της διαθέσεως, την οποία καθιερώνει το άρθρο 106 ΚΠολΔ και σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι με βάση και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 308/2017, ΑΠ 875/2013).

Όταν το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων σε αυτήν πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επίδικου δικαιώματος, και υπάγει την αγωγή στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική της βάση και το αίτημα αυτής, έστω και αν καταλήγει σε νομικό συμπέρασμα διαφορετικό από το προβαλλόμενο από τον ενάγοντα, από τις σχετικές απόψεις του οποίου δεν δεσμεύεται, δεν επιδικάζει κάτι που δεν ζητήθηκε, ώστε να δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ (AΠ 721/2017, ΑΠ 1487/2005).

Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων επικαλούμενος το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τη διάταξη αυτή πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, ενώ η αναιρεσίβλητη με την αγωγή της ζητούσε να ακυρωθεί το αναφερόμενο συμβόλαιο ως εικονικό και ως προϊόν απάτης και εκβίασης και επιπλέον διότι έγινε άνευ αξιόχρεου ανταλλάγματος και να αναγνωριστεί η αναιρεσίβλητη κυρία του επιδίκου ακινήτου, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη με την αγωγή της ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα του συμβολαίου αυτού ως εικονικού γιατί έγινε χωρίς συμφωνία και καταβολή τιμήματος, να αναγνωριστεί ότι η καλυπτόμενη κάτω από τη δικαιοπραξία της πώλησης δωρεά είναι άκυρη συνεπεία απάτης που διέπραξε ο αναιρεσείων με ψευδείς υποσχέσεις ότι θα τελέσει γάμο μετ' αυτής και να αναγνωριστεί η ενάγουσα κυρία του επίδικου ακινήτου, ακολούθως δε δέχθηκε την ύπαρξη κάτω από τη συναφθείσα με το συμβόλαιο σύμβασης πωλήσεως έγκυρης σύμβασης δωρεάς και δεχόμενο τούτο επιδίκασε πέραν των αιτηθέντων.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού το δικαστήριο της ουσίας αυτεπαγγέλτως προέβη στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, με βάση τα ιστορούμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά και το αίτημά της και συνεπώς δεν ιδρύεται ο εκ της ως άνω διάταξης αναιρετικός λόγος. Επιπλέον, με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγους της αίτησης, ο αναιρεσείων αποδίδει την εκ του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη του παρέσχε πληρεξουσιότητα με το …8/1983 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Μ.

Π. λόγω της υποσχέσεως σ' αυτήν γάμο από τον αναιρεσείοντα και ότι ο τελευταίος την πίεζε προς τούτο, ενώ εξ ουδενός στοιχείου απεδείχθη ούτε και ισχυρίστηκε η αναιρεσίβλητη. Ο λόγος αυτός και κατά το μέρος τούτο είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται σε παραδοχή αυτοτελούς αιτήματος της αναιρεσίβλητης για παροχή ένδικης προστασίας και επιδίκαση ή αναγνώριση χωρίς τέτοιο αίτημα, αλλά σε εκτίμηση ως βάσιμου ισχυρισμού αυτής.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. O κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1, πρέπει αφενός μεν να παρατίθεται ενάριθμα η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 113/2011), αφετέρου το νομικό σφάλμα που αποδίδεται στο δικαστήριο περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 495/2010). Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν οι αιτιολογίες της απόφασης αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 11-13/1995).

Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος, που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια και είναι αναμφισβήτητο, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των όρων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.

Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά η νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).

Τα επιχειρήματα δηλαδή αυτά δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 184/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ.), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα είναι υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδος, υπηρετούσε στη ….

από το έτος 1972 έως και το 1978 και στη συνέχεια μετατέθηκε στη …. Σε ένα από τα ταξίδια της στην Ελλάδα το 1976 γνωρίστηκε με τον εναγόμενο αστυνομικό στο επάγγελμα και έντεκα χρόνια νεώτερο της στο σπίτι της αδελφής της Π. Μ. και έκτοτε συνδέθηκαν οικογενειακά με φιλική σχέση και αντάλλασαν επισκέψεις και γεύματα.

Λίγο μετά ο φιλικός αυτός δεσμός τους εξελίχθηκε σε συναισθηματικό - ερωτικό και διατηρήθηκε περίπου μέχρι το έτος 1983 με αλληλογραφία και επισκέψεις της ενάγουσας από το εξωτερικό (όπου υπηρετούσε). Το Δεκέμβριο του 1987 και ενώ η ενάγουσα είχε μετατεθεί στη …, αμφότεροι οι διάδικοι επιδίωξαν επαναθέρμανση των σχέσεών τους με τηλεφωνικές συνδιαλέξεις και ανταλλαγή ευχετηρίων καρτών και επιστολών.

Μάλιστα, η ενάγουσα για διάστημα δέκα ημερών από 22-1 έως 31-1-1988 φιλοξενήθηκε στο σπίτι του εναγομένου στην περιοχή .... Το ίδιο συνέβη και κατά την περίοδο του Πάσχα ίδιου έτους που η ενάγουσα ήλθε στην Ελλάδα για δύο βδομάδες. Ενώ από τον Ιούνιο ίδιου έτους που η ενάγουσα επέστρεψε με μετάθεση στην Ελλάδα εγκαταστάθηκε στο διαμέρισμα του εναγομένου και ζούσαν μαζί.

Όπως προκύπτει από την αλληλογραφία που διατηρούσαν οι διάδικοι, αλλά καταθέτουν και οι μάρτυρες της ενάγουσας αδελφές της, αυτή ήταν σε απόλυτη συναισθηματική εξάρτηση από τον εναγόμενο. Την εξάρτησή της επέτεινε το γεγονός ότι αυτός ήταν νεώτερος της ήτοι η ενάγουσα ήταν τότε 44 ετών, ενώ ο εναγόμενος 33 και θεωρούσε ότι ήταν η τελευταία ευκαιρία της ζωής της για να αποκτήσει σύντροφο.

Η συμβίωσή της με τον εναγόμενο έγινε λόγω των συναισθημάτων της αυτών και της ελπίδας της για γάμο, ενόψει και των υποσχέσεων αυτού περί τελέσεως προσεχώς γάμου μεταξύ τους, για να μην τον χάσει. Και ναι μεν η ίδια του έλεγε ότι της αρκεί να βρίσκεται κοντά του με οποιαδήποτε ιδιότητα, όμως η επιθυμία της ήταν να τον παντρευτεί.

Όλα αυτά τα είχε εκμυστηρευτεί στις δύο αδελφές της που κατέθεσαν ως μάρτυρες, με τις οποίες μάλιστα, λόγω του ότι αυτές της έλεγαν ότι ο εναγόμενος την κοροϊδεύει και δεν έχει σκοπό να την παντρευτεί, μάλωσε και δεν μιλούσαν. Πράγματι ο εναγόμενος από την αρχή της συμβιώσεώς τους είχε αρχίσει να της υπόσχεται γάμο, πίεζε δε αυτή προκειμένου να παντρευτούν, να του μεταβιβάσει ένα διαμέρισμα που είχε στην ...

και αποτελούσε τη μοναδική ακίνητη περιουσία της, ώστε, όπως της έλεγε, με το γάμο τους να μην κινδυνεύει η περιουσία της από τις αδελφές της. Έτσι αρχικά την έπεισε να μεταβεί στο ... να του υπογράψει το υπ' αριθμ. …8/23-9-88 ανέκκλητο πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Μ. Π. με το οποίο του έδινε τις εξής εντολές:

α) να αγοράζει για λογαριασμό της ακίνητα, β) να πωλεί ακίνητα αυτής με οποιοδήποτε τίμημα και κατά την απόλυτη αυτού κρίση, γ) να αναλαμβάνει και να καταθέτει χρήματα από τους υπ' αριθμούς US ...1 και KD ...9 λογαριασμούς της στην Τράπεζα ... και από τον ...6 λογαριασμό της στο Υποκ/μα της Τραπέζης Πίστεως …κατά την απόλυτη κρίση του δ) να διαχειρίζεται την κινητή και ακίνητη περιουσία της ως και αυτοκίνητά της, να μισθώνει, να εξώνει δυστροπούντες μισθωτές, να εισπράττει τα μισθώματα στην Ελλάδα και το εξωτερικό και γενικά να την εκπροσωπεί ενώπιον πάσης κρατικής αρχής, όπως και σε κάθε υπηρεσία στο εξωτερικό.

Οι ως άνω εντολές δόθηκαν ανεκκλήτως και ίσχυαν στο διηνεκές. Μάλιστα για την υπογραφή του άνω πληρεξουσίου την έπεισε να μεταβούν σε συμβολαιογράφο της δικής του επιλογής στο ... όπου είναι η πατρική του οικία, παρά το ότι ο εναγόμενος υπηρετούσε ως αστυνομικός στην Αθήνα και η ενάγουσα επίσης ως δημόσιος υπάλληλος εκεί και κατοικούσαν και οι δύο επίσης στην Αθήνα.

Και στη συνέχεια εξακολουθώντας να την πιέζει για να του μεταβιβάσει το άνω διαμέρισμα με υποσχέσεις του περί προσεχούς τελέσεως γάμου, η ενάγουσα εξαιτίας του σφοδρού έρωτα που ένοιωθε προς αυτόν υπέκυψε στις πιέσεις του, πίστεψε στις υποσχέσεις του περί τελέσεως γάμου μεταξύ τους και στις 14-10-1988 προσήλθε μαζί με τον εναγόμενο στο συμβολαιογραφείο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, στην οποία υπεγράφη και το άνω πληρεξούσιο και την οποία είχε επιλέξει ο εναγόμενος και υπέγραψε ως πωλήτρια το υπ' αριθμ.

…7/14-10-1988 συμβόλαιο της άνω συμ/φου, με το οποίο του μεταβίβασε λόγω πωλήσεως κατά πλήρη κυριότητα το άνω διαμέρισμά της, επιφανείας 127,50 τ.μ., όγκου ιδιόκτητου 408 μ3 και ποσοστού συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου που είναι κτισμένη η πολυκατοικία 166/000, το οποίο βρίσκεται στον 1° όροφο πολυκατοικίας επί της οδού ...

στην ... και αποτελείται από τέσσερα κύρια δωμάτια, χολ, κουζίνα, λουτροκαμπινέ, αποχωρητήριο ξένων και μία αποθήκη και συνορεύει (το διαμέρισμα) γύρωθεν, βορειοανατολικούς με ακίνητο διαδόχων Γ. Β., νοτιοανατολικώς με την οδό…, νοτιοδυτικώς με ακίνητο διαδόχων Μ. Φ. και βορειοδυτικώς με ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, αντί τιμήματος 7.000.000 δραχμών, όση και η αντικειμενική του αξία, αν και η πραγματική εμπορική του αξία ανερχόταν τουλάχιστον στο διπλάσιο (14.000.000 δρχ).

Στο συμβόλαιο αναφέρεται ότι κατά δήλωση των συμβαλλομένων, το τίμημα καταβλήθηκε πριν την υπογραφή του έξω από το γραφείο της συμβολαιογράφου χωρίς την παρουσία της, πλην όμως το γεγονός αυτό (της καταβολής χρημάτων) είναι ψευδές, ενώ αληθές είναι ότι για τη μεταβίβαση αυτή η ενάγουσα ούτε συμφώνησε ούτε έλαβε κανένα αντάλλαγμα.

Γνώριζαν δε περί της ελλείψεως τοιαύτης συμφωνίας και καταβολής τιμήματος και είχαν συμφωνήσει τούτο κατά την κατάρτιση της σύμβασης αμφότεροι οι αντισυμβαλλόμενοι. Ειδικότερα, ουδόλως αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος κατά την υπογραφή του συμβολαίου κατέβαλε στην ενάγουσα σε μετρητά 3.000.000 δραχμές από την προείσπραξη τραπεζικών ομολόγων του και 2.000.000 δραχμές από δάνειο που έλαβε από τον γνωστό του Ε.

Λ. στις 2-10-1988, πληρωτέο στις 15-6-1989, για το οποίο εκδόθηκαν οι προσκομιζόμενες συναλλαγματικές αποδοχής του (16 των 120.000 δρχ. και 2 των 40.000 δρχ.) και ότι το υπόλοιπο του τιμήματος των 2.000.000 δραχμών συμφωνήθηκε να συμψηφιστεί με απαίτηση του εναγομένου από δάνειο 10.802 δολαρίων ΗΠΑ που είχε χορηγήσει στην ενάγουσα όταν υπηρετούσε ακόμα στη Δανία.

Πλέον συγκεκριμένα, ως προς το ποσό των 3.000.000 δρχ. που ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στην ενάγουσα την ημέρα του συμβολαίου σε μετρητά που προήλθαν από την προείσπραξη τραπεζικών ομολόγων, για την τραπεζική αυτή συναλλαγή δεν προσκόμισε οποιοδήποτε έγγραφο (όπως απόδειξη προείσπραξης ομολόγων της Τράπεζας) που να την αποδεικνύει, οι μάρτυρές του δε επί τούτου καταθέτουν ασαφώς και χωρίς ιδία γνώση.

Ως προς το δάνειο που ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι έλαβε από τον γνωστό του Ε. Λ. πληρωτέο στις 15-6-1989 (το οποίο επιβεβαιώνει ο Ε. Λ. καταθέτοντας ως μάρτυρας), ο ισχυρισμός του αυτός (και η κατάθεση του μάρτυρα) δεν κρίνεται αξιόπιστος, ενόψει των κατωτέρω: ο εναγόμενος συνδέει την ημερομηνία εξόφλησης των συναλλαγματικών με τη λήξη της με αριθμ. ...3 προθεσμιακής του κατάθεσης Αγροτικής Τράπεζας δραχμών 6.000.000 στις 13-6-1989 και προσκομίζει την υπ' αριθμ.

…0/10-4-1989 βεβαίωση της Τράπεζας, σύμφωνα με την οποία η κατάθεση αυτή του απέφερε τόκο 1.065.000 δρχ, ισχυρίζεται δε ότι ανέλαβε από την προθεσμιακή αυτή κατάθεση το ποσό των 2.000.000 δρχ. για την εξόφληση του δανείου. Όμως ουδέν έγγραφο προσκομίζει από το οποίο να προκύπτει ότι κατέβαλε το ποσό αυτό στον Ε. Λ., όπως απόδειξη αυτού ή τράπεζας ή αντίγραφο του βιβλιαρίου από το οποίο να προκύπτει η κατάθεση σε χρόνο εγγύτατο της παράδοσης χρημάτων.

Ούτε και για τη λήψη του δανείου προσκομίζεται κάποια έγγραφη βεβαίωση ή αντίγραφο λογαριασμού από το οποίο να προκύπτει ότι , στις 2-10-1988 ο Ε. Λ. απέσυρε το ποσό των 2.000.000 δρχ. από" λογαριασμό του σε τράπεζα. Περαιτέρω ο εναγόμενος αντιφατικά ισχυρίζεται στο απολογητικό του υπόμνημα ενώπιον της 8ης Τακτικής Ανακρίτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως αναφέρεται στο υπ' αριθμ.

…3/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που επικαλείται και προσκομίζει η εφεσίβλητη, ότι στις 15-6-1989 κατέβαλε τα χρήματα αυτά στον Λαμνάτο από το μισθό του, ενοίκια και γεωργικά εισοδήματα (όχι δηλ. από τα χρήματα της προθεσμιακής κατάθεσης που ισχυρίζεται με την έφεσή του). Ο δε Ε. Λ. στην από 18-5-1990 κατάθεσή του ενώπιον του Πταισματοδίκη Ανακριτή καταθέτει ότι εκείνος είχε δανειστεί από τον εναγόμενο πριν δύο έτη, οπότε δεν εξηγείται πώς ο εναγόμενος δανείζει τον γνωστό του και μετά παρέλευση διετίας ο δανειζόμενος να γίνεται δανειστής.

Έτσι από τα παραπάνω προκύπτει ότι δεν υπήρξε τέτοιο δάνειο και οι εκδοθείσες συναλλαγματικές είναι εικονικές, ανακριβείς κατά περιεχόμενο και κατασκευασμένες εκ των υστέρων προκειμένου να δημιουργήσουν ψευδώς την πεποίθηση της ύπαρξης δανείου 2.000.000 δρχ και συνακόλουθα της καταβολής του ποσού αυτού στην ενάγουσα.

Ως προς το υπόλοιπο του τιμήματος ποσό των 2.000.000 δραχμών, που ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι συμφωνήθηκε να συμψηφιστεί στο τίμημα του ακινήτου με το ποσό των 10.802 δολαρίων ΗΠΑ που είχε δανείσει την ενάγουσα αποδεικνύονται τα ακόλουθα: με την από 19-4-1988 αίτηση του εναγομένου προς την Τράπεζα Πίστεως (υποκ/μα ….), ο τελευταίος ζήτησε την έκδοση επιταγής επ' ονόματι της ενάγουσας από λογαριασμό που τηρούσε στην εν λόγω τράπεζα, για ποσό 10.802 δολαρίων ΗΠΑ και πράγματι εκδόθηκε η 437005/19-4-1988 επιταγή ποσού 10.802 $, η οποία κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε η ενάγουσα στην τράπεζα "..." στη ….

Στη συνέχεια η ενάγουσα στις 31-10-1988 έκλεισε το λογαριασμό που τηρούσε στην τράπεζα αυτή της Δανίας και το ποσό των 10.802 $ το κατέθεσε την 1-11-1988 στην Αγροτική Τράπεζα στο όνομα του εναγομένου και του πατέρα του Τ. Δ.. Στη συνέχεια την ίδια μέρα (1-11-1988) με αίτηση του εναγομένου προσετέθη στο λογαριασμό αυτό και το όνομα της ενάγουσας (βλ.

σχετ. υπ' αριθ. 788/15-5-89 έγγραφο της Αγροτικής Τράπεζας Κατάστημα …), ενώ από 16-3-1989 η κατάθεση αυτή, μετά από αίτηση του εναγομένου, μετατράπηκε σε κατάθεση ταμιευτηρίου του Κεντρικού Καταστήματος στην Αθήνα της Αγροτικής Τράπεζας στα ονόματα αμφοτέρων των διαδίκων (σχ. τα υπ' αριθ. 571/5-4-89 και 197/6-4-89 έγγραφα της Αγροτικής Τράπεζας), έκτοτε δε παρέμενε στη διάθεσή τους.

Από τα παραπάνω ουδόλως προκύπτει συμφωνία καταβολής ποσού 2.000.000 δρχ. ως μέρος του τιμήματος του επίδικου ακινήτου από τον εναγόμενο στην ενάγουσα δια συμψηφισμού με την αντίστοιχη απαίτηση του εναγομένου από το άνω ποσό των 10.802 $. Ειδικότερα το ποσό των 10.802 $, τόσο κατά το χρόνο κατάθεσης στο λογαριασμό της ενάγουσας στη Δανία, όσο και κατά το χρόνο πώλησης του ακινήτου, δεν αντιστοιχούσε στο ποσό των 2.000.000 δρχ, αλλά ήταν σημαντικά μικρότερο (1.441.850 δρχ.

και 1.610.891 δρχ. αντίστοιχα, βλ. υπ' αριθμ. ….1/12-9-2003 και ….7/9-9-2011 βεβαιώσεις της Τράπεζας της Ελλάδος). Από τη συμπεριφορά δε της ενάγουσας και ειδικότερα από το ότι δεν χρησιμοποίησε το ποσό αυτό και πολύ μετά τη μεταβίβαση του ακινήτου το κατέθεσε σε κοινό λογαριασμό του εναγομένου και του πατέρα του προσαυξημένο με τους τόκους και όχι σε δικό της λογαριασμό, ανεξάρτητα του ότι στη συνέχεια ο εναγόμενος στον εν λόγω κοινό λογαριασμό πρόσθεσε και το όνομα της ενάγουσας, προκύπτει ότι τα ^χρήματα αυτά δεν είχαν καμία σχέση και δεν αφορούσαν αντάλλαγμα για τη μεταβίβαση του διαμερίσματος.

Εξάλλου δεν αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα αναγκάστηκε να προβεί στην πώληση του διαμερίσματός της, εξαιτίας της αδήριτης οικονομικής ανάγκης του συζύγου της αδελφής της Κ. Μ.. Συγκεκριμένα, πέραν του ότι, κατά τα προαναφερθέντα, η ενάγουσα, λόγω της σχέσης της με τον εναγόμενο, την οποία δεν ενέκριναν οι αδελφές της, είχε ψυχρές σχέσεις με αυτές, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ.

…9/1988 ένταλμα προσωπικής κράτησης που εκδόθηκε σε βάρος του άνω συζύγου της αδελφής της ενάγουσας για ποσό 878.624 δρχ, αυτό εκδόθηκε στις 2-12-1988, δηλαδή μετά την κατάρτιση του άνω συμβολαίου (14-10-1988). Η ενάγουσα δε, η οποία λάμβανε μισθό 510.650 δρχ. (βλ. την από 17-5-1989 βεβαίωση του Υπουργείου Εξωτερικών), δεν είχε πρόβλημα, αν της το ζητούσε, που δεν αποδείχτηκε ότι της το ζήτησε, να διευκολύνει αυτόν να πληρώσει το ποσό αυτό (878624 δρχ).

Άλλωστε αν η ενάγουσα είχε ανάγκη χρημάτων, τότε θα φρόντιζε να πωλήσει το επίδικο ακίνητο της στην πραγματική εμπορική του αξία, που όπως προειπώθηκε ανερχόταν στη διπλάσια της αντικειμενικής του αξίας. Επομένως, συμφωνά με τα παραπάνω που αποδείχτηκαν, δεν υπήρξε συναλλακτική πρόθεση των διαδίκων προς κατάρτιση της επίδικης σύμβασης πώλησης και συνακόλουθα η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι, υπό την εικονική αυτή δικαιοπραξία υποκρύπτεται άλλη έγκυρη δικαιοπραξία και συγκεκριμένα σύσταση δωρεάς, δεδομένου ότι η σύμβαση την οποία πραγματικά ήθελαν και στην οποία απέβλεπαν τα μέρη ήταν η ενάγουσα να μεταβιβάσει στον εναγόμενο κατά πλήρη κυριότητα το διαμέρισμα που μεταβίβασε, δυνάμει του υπ' αριθμ.

…7/14-10-1988 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Μ. Π., χωρίς αντάλλαγμα. Στην πράξη της αυτή, της δωρεάς του ακινήτου προς τον εναγόμενο, η ενάγουσα ωθήθηκε αποκλειστικά λόγω των υποσχέσεων αυτού ότι σύντομα θα επακολουθήσει ο γάμος τους, άλλως, χωρίς τις υποσχέσεις αυτές, δεν θα προέβαινε στη δικαιοπραξία αυτή.

Ωστόσο ο γάμος αυτός δεν τελέστηκε ποτέ παρά τις περί τούτου υποσχέσεις του εναγομένου, οι οποίες όμως εξαρχής δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματική του βούληση και δεν τις τήρησε μετά τη σύνταξη του συμβολαίου, αλλά ήταν απατηλές και δόλιες, προκειμένου να την εξαπατήσουν για να του μεταβιβάσει το ακίνητο.

Τούτο προκύπτει και από τους ισχυρισμούς του εναγομένου ο οποίος ουδόλως δέχεται ότι υποσχέθηκε γάμο στην ενάγουσα αλλά η σχέση τους ήταν ελεύθερης συμβίωσης. Μάλιστα πέντε μόλις μήνες μετά την υπογραφή του άνω συμβολαίου οι διάδικοι διέκοψαν τη συμβίωση από υπαιτιότητα του εναγομένου. Το γεγονός ότι η ενάγουσα με την από 14-10-1988 los ερωτική επιστολή της προς τον εναγόμενο, την οποία έγραψε αμέσως πριν τη μεταβίβαση του διαμερίσματος της για να τη διαβάσει αυτός μετά, του γράφει μεταξύ άλλων ότι "θα βρίσκομαι κοντά σου με οποιαδήποτε ιδιότητα θέλεις", αποδεικνύει την αγάπη της προς αυτόν και τη λαχτάρα της να μην τον χάσει, όχι όμως και ότι ο εναγόμενος δεν της υποσχέθηκε γάμο, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, αντίθετα ενόψει των υποσχέσεών του αυτών για άμεσο γάμο, η ενάγουσα με την επιστολή της προσπαθεί να τον αποφορτίσει, αφού πίστευε απατηλά ότι οι υποσχέσεις του αυτές ήταν αληθινές οπότε θα αισθανόταν απέναντι της άβολα λόγω της δωρεάς που του έκανε.

Κατ' ακολουθίαν, η καλυπτόμενη αυτή, κάτω από την ανωτέρω εικονική πώληση, δωρεά της ενάγουσας προς τον εναγόμενο, υπήρξε προϊόν αθέμιτης παραπλάνησής της από τον τελευταίο συνεπεία απάτης και συγκεκριμένα, έγινε μετά από τις ψευδείς υποσχέσεις αυτού προς εκείνη ότι θα τελέσει δήθεν γάμο μαζί της σε εύλογο χρόνο, με σκοπό να πετύχει με αυτές να του δωρήσει το ακίνητο, γεγονός που της προκάλεσε αυτή τη δήλωση και συνεπώς πάσχει ακυρότητας και πρέπει να ακυρωθεί.

Η ένσταση του εναγομένου (2ος λόγος εφέσεως) περί παραιτήσεως της ενάγουσας από το δικαίωμά της να προσβάλει την ακύρωση της δικαιοπραξίας ως εικονικής και λόγω απάτης, περιεχομένης στο προαναφερόμενο συμβόλαιο, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι η παραίτηση αυτή είναι άκυρη ως αντιστρατευόμενη στους κανόνες προσβολής των δικαιοπραξιών, που είναι δημόσιας τάξης, κατά τους οποίους δεν επιτρέπεται τέτοια παραίτηση, προγενέστερη ή ταυτόχρονη με την κατάρτιση της άκυρης δικαιοπραξίας.

Επίσης, απορριπτέοι ως αβάσιμοι είναι και οι ισχυρισμοί αυτού, περί πλήρους αποδείξεως του συμβολαιογραφικού εγγράφου ως προς την αλήθεια των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων, για την οποία η συμβολαιογράφος δεν είχε προσωπική αντίληψη, καθότι επιτρέπεται ευθέως ανταπόδειξη, δίχως να απαιτείται να προσβληθεί το συμβόλαιο για πλαστότητα (3ος λόγος εφέσεως) και περί παραγραφής του δικαιώματος ακυρώσεως της επίδικης δικαιοπραξίας λόγω παρελεύσεως διετίας εν επιδικία, καθότι το άρθρο 157 ΑΚ αναφέρεται σε αποσβεστική προθεσμία του σχετικού διαπλαστικού δικαιώματος και όχι σε παραγραφή και επομένως δεν υπάρχει διετής παραγραφή εν επιδικία (4ος λόγος εφέσεως).

Άρα η εκκαλουμένη απόφαση που δέχθηκε την αγωγή κατ' ουσίαν ως προς το μέρος που ακύρωσε το υπ' αριθμ. …7/14.10.1988 παραπάνω συμβόλαιο ως προϊόν απάτης, ουδόλως έσφαλε κατ' αποτέλεσμα στην ορθή εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται με την έφεση (1ος, 6ος επ. λόγοι εφέσεως), κατόπιν συμπληρώσεως των κρίσιμων αιτιολογιών της εκκαλουμένης απόφασης με τις προαναφερόμενες, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα".

Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου της αίτησης, ο αναιρεσείων, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη με όσα δέχθηκε παραβίασε το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με το δεύτερο δε μέρος αυτού του λόγου, καθώς και με το τρίτο μέρος του τέταρτου και με τον πέμπτο λόγο της αίτησης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ότι στερείται παντελώς αιτιολογιών ως προς τα προσδιοριζόμενα ζητήματα, αλλά και με αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε στην κρίση της ως προς αυτά.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης, είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον ο αναιρεσείων επικαλείται μόνο παραβίαση της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης (του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς να εκθέτει ποιο κανόνα ουσιαστικού δικαίου παραβίασε το Εφετείο, ούτε και προσδιορίζει ποιο είναι το νομικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης.

Περαιτέρω, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο διέλαβε τι αποδείχθηκε και από ποια αποδεικτικά μέσα σχημάτισε την κρίση του, με επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα κρίσιμα ζητήματα, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφάρμοσε και επομένως δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Οι σχετικές αναφορές στους ανωτέρω λόγους αναίρεσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έσφαλε στις παραδοχές της ότι αυτός είχε υποσχεθεί στην αναιρεσίβλητη να τελέσει με αυτήν γάμο, ότι αξίωνε να του μεταβιβάσει τα περιουσιακά της στοιχεία, ότι ασκούσε σ' αυτήν πιέσεις, απειλές και χειροδικίες για τη μεταβίβαση του διαμερίσματος, ότι ήταν σκόπιμη η επιλογή της συγκεκριμένης συμβολαιογράφου για τη σύνταξη του πληρεξουσίου και του συμβολαίου πώλησης, προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός του, ότι δεν αποδείχθηκε η ισχυριζόμενη από αυτόν καταβολή τιμήματος για τη μεταβίβαση του διαμερίσματος, και μάλιστα κατά τον τρόπο που αυτός είχε αναφέρει (καταβολή μετρητών, από ληφθέν προς τούτο δάνειο και με συμψηφισμό απαίτησης από δάνειο), ότι δεν αποδείχθηκε ανάγκη της αναιρεσίβλητης για την πώληση του διαμερίσματός της, όσο και ως προς την εικονικότητα της πώλησης και ότι κάτω από αυτήν υποκρύπτεται δωρεά του διαμερίσματος προς αυτόν, και δέχθηκε εσφαλμένα τα ανωτέρω που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και στη στοιχειώδη λογική μέσου ανθρώπου, αυθαίρετα, χωρίς να προκύπτουν από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, χωρίς να λάβει υπόψη του ή και παραμορφώνοντας το περιεχόμενο εγγράφων και δεχόμενο ως αξιόπιστες τις καταθέσεις μόνο των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης, που αντιφάσκουν με την αλήθεια και τις λοιπές αποδείξεις, αναφέρονται σε ελλείψεις σχετικές με την αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού και στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν με βάση την ανάλυση και στάθμιση αυτού δεκτά και στα επιχειρήματα που συνέχονται με αυτή και συνεπώς στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων που δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Επομένως, οι από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σχετικοί ως άνω λόγοι αναίρεσης, είναι αβάσιμοι.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Α.Κ. συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως (ΟλΑΠ 13-14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002).

Για να είναι ορισμένος δε ο σχετικός λόγος της αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυρίζεται ότι επικαλέστηκε νόμιμα και προσκόμισε στο δικαστήριο το έγγραφο, δεδομένου ότι δεν αρκεί η προσκόμιση, αλλά πρέπει να έχει γίνει παραδεκτώς και επίκλησή του για να είναι υποχρεωμένο το δικαστήριο να το λάβει υπόψη του και με την παράλειψη να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο και τέταρτο, κατά το τέταρτο μέρος του, λόγους της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το από 11.1.2011 έγγραφο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και την από 7.1.2011 σχετική αίτησή του, αναφορικά με την επικαλούμενη προεξόφληση από αυτόν τραπεζικών ομολόγων, τα οποία είχε προσκομίσει, καθώς επίσης δεν έλαβε υπόψη του την από 4.2.2014 απάντηση της Αγροτικής Τράπεζας προς αυτόν με την οποία τον ενημερώνει για την ανάληψη από την αναιρεσίβλητη των αναφερόμενων χρημάτων από τον κοινό λογαριασμό.

Όμως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθόσον ο αναιρεσείων δεν εκθέτει στην μεν πρώτη περίπτωση ότι είχε επικαλεστεί νόμιμα τα έγγραφα αυτά, στη δεύτερη δε ότι είχε γίνει νόμιμη επίκληση και προσκόμιση του εγγράφου, ώστε να επιβάλλεται να ληφθούν υπόψη από το Εφετείο.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, αν δεν ληφθούν υπόψη οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση αυτής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 141/2017, ΑΠ 1/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων αιτιάται με το πρώτο μέρος του τέταρτου λόγου της αίτησης, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποπίπτοντας στην εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια. Ειδικότερα δε έκρινε ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ότι είχε δανειστεί ποσό 2000000 δραχμών από τον Ε.

Λ., και δεν έλαβε υπόψη της ότι οι συναλλαγματικές που είχε ο αναιρεσείων στα χέρια του αποδεικνύουν ότι το δάνειο είχε εξοφληθεί, σε συνδυασμό δε και με την υπεύθυνη δήλωση του ανωτέρω, ότι το δάνειο είχε πράγματι καταρτισθεί. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη από το εφετείο, δεν είναι αυτοτελείς ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση νόμιμης ένστασης ή αντένστασης, αλλά επιχειρήματα τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 περ.

α' ΚΠολΔ, ώστε να ιδρύσουν τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης.

Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι μνημονεύονται σ' αυτό πραγματικά περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς στο εν λόγω έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον ως άνω αναιρετικό λόγο.

Δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου όταν από το περιεχόμενο αυτού, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Κατά τη σαφή έννοια της εν λόγω διάταξης, έγγραφα, στα οποία αυτή αναφέρεται, είναι τα αποδεικτικά έγγραφα, δηλαδή εκείνα που προβλέπονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 - 465 ΚΠολΔ, όχι δε και άλλα, όπως τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, λ.χ. η αγωγή, η ανταγωγή, η έφεση, οι προτάσεις των διαδίκων, τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, οι εισηγητικές εκθέσεις που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων κ.λπ. (ΑΠ 516/2016, ΑΠ 155/2015, ΑΠ 2081/2007).

Ο ανωτέρω, όμως, αναιρετικός λόγος, δεν ιδρύεται, οσάκις το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ενστάσεως κ.λ.π., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σ' αυτό, εκ της εν λόγω δε συνεκτιμήσεως άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη, την οποία εκλαμβάνει ως ορθή ο προβάλλων ότι εχώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.

Τούτο δε διότι αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, εξαχθείσα από την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, είναι, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 99/2016, ΑΠ 379/2015, ΑΠ 366/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τους τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος του και έκτο λόγους της αίτησης, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση με τον, από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, με την αιτίαση ότι παρερμήνευσε το περιεχόμενο, αφενός μεν της έφεσης του ιδίου, αλλά και της αγωγής της αναιρεσίβλητης, επί της ένδικης υπόθεσης, καθώς και του υπομνήματός του, αφετέρου δε της από 14.10.1988 επιστολής της αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος αυτός, αναφορικά με την επικαλούμενη παραμόρφωση του περιεχομένου της έφεσης που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της πρωτόδικης απόφασης και της ένδικης αγωγής, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι η έφεση και η αγωγή αποτελούν διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και όχι αποδεικτικά έγγραφα. Επίσης, ως προς την αιτίαση που αφορά τη μη ορθή ανάγνωση του υπομνήματος, είναι απαράδεκτος διότι είναι αόριστος, καθόσον ουδόλως προσδιορίζεται το υπόμνημα ως προς τα στοιχεία του, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του.

Ο ίδιος λόγος, αναφορικά με την από 14.10.1988 επιστολή της αναιρεσίβλητης προς αυτόν, είναι απαράδεκτος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του για τη βασιμότητα της περί της εικονικότητας της πώλησης και ακυρότητας αυτής λόγω απάτης, από τη συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, όπως καταθέσεων μαρτύρων και εγγράφων, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, χωρίς να μορφώσει το πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το φερόμενο ως παραμορφωθέν, κατά το περιεχόμενό του, ως άνω έγγραφο, το οποίο δεν εξαίρεται ιδιαίτερα αναφορικά με το ζήτημα τούτο και άλλωστε, ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται τούτο το βασικό στοιχείο ίδρυσης του σχετικού λόγου αναίρεσης.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 10.12.2014 αίτηση για αναίρεση της 6372/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από τον αναιρεσείοντα υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική 1049/ 15.12.2014 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών. Εξάλλου, ο αναιρεσείων που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.12.2014 αίτηση του Ν. Δ. για αναίρεση της 6372/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ