Legislator Case Law & Legislation
616/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to vague grounds failing to specify evidence or legal error under Civil Procedure Code.

Case Number 616/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a liquidated partnership against a First Instance Court payment order. The appellant argued the appellate court ignored specific documents proving the bank knew the bills were not payable on the stated date. The court rejected this claim because the appeal grounds were too vague, failing to identify specific evidence or articulate the precise legal error required by the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(g) and 561(2) of the Civil Procedure Code: An appeal ground based on failure to consider evidence is inadmissible unless the appeal specifically identifies the evidence, its content, the claim it proves, and its material impact on the trial outcome.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal grounds Evidence consideration Vague appeal Liquidation proceedings Payment order Banking dispute

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 of the Civil Procedure Code
Article 577 §§ 1 and 3 of the Civil Procedure Code
Article 559(1) of the Civil Procedure Code
Article 559(11)(g) of the Civil Procedure Code
Article 561(2) of the Civil Procedure Code
Articles 176, 183 of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 616 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 616/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: άλλοτε εδρεύουσας στην Βέροια ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... οε" και με τον διακριτικό τίτλο "..." και ήδη λυθείσης με ομόφωνη απόφαση των εταίρων και τελούσης πλέον υπό εκκαθάριση, νόμιμα εκπροσωπούμενης από την άλλοτε διαχειρίστριά της και ήδη εκκαθαρίστρια Ε. Ν. Ρ., κάτοικος Βέροιας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Νίκου.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Άλφα Τράπεζα Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "Alpha Bank", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρθένα Μιλτσανίδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2012 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/ΜΙ-ΑΚ/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1980/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 5-5-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1980/2015 απόφαση του του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία και με την οποία έγινε δεκτή η από 3-11- 2014 έφεση της αναιρεσίβλητης και απορρίφθηκε η από 31-1-2012 ανακοπή της αναιρεσείουσας. Η έφεση αυτή στρεφόταν κατά της 63/ΜΙ-ΑΚ/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, που είχε δεχθεί την ανακοπή αυτή, με την οποία η αναιρεσείουσα ζητούσε την ακύρωση της 251/ΔΠ/27/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας.

Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 §§ 1 και 3 ΚΠολΔ). II. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και, αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και, όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933 "περί επιταγής", η οποία είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 17 του νόμου 5325/1932 "περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν", τα πρόσωπα, που ενάγονται από την επιταγή, μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή τις ενστάσεις, οι οποίες στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις μεταξύ αυτών και του εκδότη ή των προηγούμενων κομιστών της επιταγής, μόνο εάν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτη.

Η αρχή, που καθιερώνεται με τη διάταξη αυτή, από την οποία, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 του νόμου 5960/1933, απορρέει ο αναιτιώδης χαρακτήρας της ενοχής από την επιταγή, του απροβλήτου των ουσιαστικών ενστάσεων, κατά την οποία τα πρόσωπα, που ευθύνονται από την επιταγή δεν μπορούν να προτείνουν κατά του νόμιμου κομιστή αυτής ενστάσεις, που στηρίζονται στις προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή με τους προηγούμενους κομιστές, κάμπτεται μόνο εφόσον εκείνος προς τον οποίο μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση η επιταγή τελούσε κατά την κτήση της σε γνώση της ύπαρξης των ενστάσεων αυτών και με την αποδοχή της μεταβίβασης σε αυτόν της επιταγής ενεργούσε με πρόθεση βλάβης του οφειλέτη.

Τέτοια ενέργεια λαμβάνει χώρα, όταν αυτός γνωρίζει κατά την απόκτηση του τίτλου, ότι με τη μεταβίβαση προς αυτόν είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των προαναφερόμενων ενστάσεων και ότι με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η πληρωμή, η οποία χωρίς τη μεταβίβαση αυτή δεν θα πραγματοποιούνταν. Η γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογράφησης σε αυτόν της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση.

Σε περίπτωση δε, που εκείνος κατά του οποίου εκδόθηκε διαταγή πληρωμής με τίτλο επιταγή, στην πληρωμή της οποίας ενέχεται, ασκήσει ανακοπή, πρέπει να εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο, ακολούθως δε πρέπει και να αποδεικνύει, τα περιστατικά αυτά, γιατί η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται. Συνακόλουθα, ο οφειλέτης από την επιταγή, εκτός από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της σχετικής ένστασής του, πρέπει στην ανακοπή του να περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό, ότι ο κομιστής της επιταγής, κατά το χρόνο της κτήσης αυτής, γνώριζε την ένσταση και επιπλέον αυτός είχε συνείδηση, ότι με την απόκτηση του τίτλου ήταν ενδεχόμενο να υποστεί βλάβη ο οφειλέτης με τη πληρωμή της επιταγής (ΑΠ 353/2015).

Εν προκειμένω το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα εξής: "Η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... ΟΕ", η οποία διατηρεί στη Βέροια κατάστημα λιανικής πώλησης ετοίμων ενδυμάτων, συνεργαζόταν, από δεκαετίας, με την ανώνυμη εταιρία "...

ΑΕ", από την οποία προμηθευόταν επώνυμα ενδύματα, τα οποία η τελευταία εισήγαγε από το εξωτερικό και εμπορευόταν στην ελληνική αγορά. Η μεταξύ τους δε συνεργασία υλοποιούνταν με το σύστημα δελτίων παραγγελίας και ειδικότερα η ανακόπτουσα υπέγραφε τα προτυπωμένα έγγραφα δελτία παραγγελιών, επί των οποίων σημειώνονταν το είδος, η ποσότητα, η αξία και ο χρόνος παράδοσης των παραγγελθέντων ενδυμάτων, καθώς και τη σύμβαση πώλησης, που ήταν προτυπωμένη στην οπίσθια σελίδα κάθε δελτίου παραγγελίας και στην οποία προβλέπονταν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "..γ) οι αγορές θα διενεργηθούν με το σύστημα των δελτίων παραγγελίας και των τιμολογίων, που θα αποτελούν ενιαίο σύνολο με το παρόν συμβόλαιο.

Ειδικότερα με την υπογραφή κάθε φορά εκδιδόμενου δελτίου παραγγελίας, η συνεργάτιδα υποχρεούται να εκδώσει, σε διαταγή της εταιρίας, και να παράδωσει σ' αυτή μέσα σε 10 ημέρες από την υπογραφή του, χωρίς καμία άλλη ενόχληση, ή υπενθύμιση, τις τραπεζικές επιταγές, που αναφέρονται σ' αυτό και που καλύπτουν το 100% της αξίας των παραγγελθέντων ειδών και επιπλέον του αναλογούντος ΦΠΑ ...στ) η συνεργάτιδα, μετά από την παράδοση των οφείλει να καταβάλει το τίμημα των αγορών της και συγκεκριμένα το ισόποσο των τραπεζικών επιταγών, που αναφέρονται στο δελτίο παραγγελίας, αφού αυτές (επιταγές) λήφθηκαν χάριν της διευκόλυνσης εξόφλησης αυτού (τιμήματος)...".

Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι οι επιταγές, που εξέδιδε η ανακόπτουσα εις διαταγήν της προμηθεύτριας εταιρίας "... ΑΕ", δίνονταν στην τελευταία, ως εγγυοδοσία για την καταβολή του τιμήματος και με τη συμφωνία να παραμείνουν στα χέρια της και να μην μεταβιβαστούν περαιτέρω μέχρι την παράδοση των εμπορευμάτων από την προμηθεύτρια, η δε ανακόπτουσα όφειλε να καταβάλει το ισόποσο, με κάθε επιταγή, τίμημα της πώλησης των παραγγελθέντων ενδυμάτων, υπό την προϋπόθεση ότι η εταιρία "...

ΑΕ" είχε εκπληρώσει προσηκόντως τις δικές της υποχρεώσεις περί παράδοσης των παραγγελθέντων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ανακόπτουσα την 10-3-2011 συμφώνησε με την εν λόγω εταιρία να της προμηθεύσει εμπορεύματα για την περίοδο Φθινόπωρο 2011-Χειμώνας 2012, συνολικής αξίας 42.276,51 ευρώ, τα οποία έπρεπε να παραδοθούν από 1-8-2011 έως 30-10- 2011.

Ως εγγυοδοσία για την καταβολή του εν λόγω τιμήματος και σύμφωνα με τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, η ανακόπτουσα εξέδωσε στη Βέροια, την 15-3-2011, τις υπ' αριθμ. 20207155-3, 20207161-8 και 20207178-2 τραπεζικές επιταγές, της τράπεζας EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ, ποσού 8.000 ευρώ η κάθε μία, με αναγραφόμενες ημερομηνίες έκδοσης 30-9-2011, 30-10-2011 και 30-11-2011, αντίστοιχα, πληρωτέες σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... & ΣΙΑ ΑΕ", σε χρέωση του λογαριασμού που διατηρούσε αυτή στην τράπεζα αυτή και της τις παρέδωσε.

Ακολούθως την 29-3-2011 η ως άνω λήπτρια μεταβίβασε, με οπισθογράφηση, λόγω ενεχύρου τις εν λόγω επιταγές στην καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητη τράπεζα, με σκοπό την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της, και έτσι η καθ' ης η ανακοπή τράπεζα κατέστη νόμιμη κομίστρια αυτών, στηρίζοντας το δικαίωμα της προς είσπραξη της ενσωματωμένης σ' αυτές απαίτησης, σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων.

Όμως στην συνέχεια η λήπτρια των επιταγών εταιρία δεν ανταποκρίθηκε στις συμβατικές της υποχρεώσεις, δηλ. δεν προέβη στην παράδοση των εμπορευμάτων, αν και παρήλθε ο προαναφερόμενος χρόνος παράδοσης (Αύγουστος-Οκτώβριος του 2011), δεν επέστρεψε, όμως, και τις επιταγές, οι οποίες είχαν εκδοθεί σε διαταγή της κατά τα παραπάνω, ως εγγύηση καταβολής του τιμήματος, περιερχόμενη, ως εκ τούτου, σε υπαίτια αδυναμία εκπλήρωσης της παροχής της.

Περαιτέρω η καθ' ης η ανακοπή, στην οποία είχαν περιέλθει, κατά τα παραπάνω, οι επίδικες επιταγές, την30-9-2011, 30-10-2011 και 30-11-2011, αντίστοιχα, εμφάνισε αυτές προς πληρωμή, νόμιμα και εμπρόθεσμα, πλην, όμως, αυτές δεν πληρώθηκαν, λόγω ανακλήσεως τους, από την εκδότρια εταιρία. Μετά ταύτα και μετά από αίτηση της καθ' ης η ανακοπή εκδόθηκε σε βάρος της ανακόπτουσας η υπ' αριθμ. 251/ΔΠ/27/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, με την οποία υποχρεώθηκε η τελευταία να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 24.000 ευρώ νομιμοτόκως, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα σ' αυτή, πλέον δικαστικών εξόδων.

Όμως κατά τον πιο πάνω κρίσιμο χρόνο (29-3-2011) κτήσης των ένδικων επιταγών, από την καθ' ης η ανακοπή τράπεζα, δεν είχε ανακύψει η ανώμαλη εξέλιξη της συναφθείσας μεταξύ της εκδότριας και της λήπτριας εταιρείας εμπορικής συναλλαγής, η οποία, όπως αναφέρθηκε, ανέκυψε στις αρχές Αυγούστου 2011 και έτσι η καθ' ης η ανακοπή, κατά το ανωτέρω χρόνο δεν γνώριζε τη ματαίωση της σχετικής συναλλαγής και την εξάλειψη, για το λόγο αυτό, της αιτίας έκδοσης των επιταγών, γεγονός που αυτοδικαίως συνεπάγεται και την έλλειψη πρόθεσης αυτής προς πρόκληση βλάβης της ανακόπτουσας.

Μόνη η παράλειψη της καθ' ης η ανακοπή να ζητήσει επιβεβαίωση της αιτίας έκδοσης των επιταγών, με την προσκομιδή τιμολογίων, ή άλλων φορολογικών στοιχείων, δεν ισοδυναμεί με την απαιτούμενη γνώση της ως τρίτης, κατά το χρόνο κτήσης των επιταγών, για να θεωρηθεί κακόπιστη. Ειδικότερα, η επιδίωξη της είσπραξης των επιταγών εκ μέρους της ενεχυρούχου δανείστριας Τράπεζας κατά τις ημερομηνίες λήξεων αυτών υπήρξε θεμιτή, ανεξάρτητα από την ελαττωματικότητα ή μη της υποκείμενης σχέσης μεταξύ της ενεχυράστριας των επιταγών και της οφειλέτριας αυτών, εφόσον το ελάττωμα της υποκείμενης σχέσης μεταξύ οπισθογράφου και οφειλέτριας ήταν άγνωστο στην Τράπεζα κατά την κτήση της επιταγής [άρθρο 22 ν. 5960/1933], όπως συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση.

Εξάλλου, ουδόλως αποδείχθηκε, ότι η καθ' ης τελούσε σε γνώση της υπάρχουσας, μεταξύ της ίδιας (αναιρεσείουσας) και της λήπτριας εταιρείας, συμφωνίας περί απαγόρευσης θέσης από την τελευταία σε κυκλοφορία των εκδοθεισών επιταγών, και τον χαρακτήρα αυτών ως εγγυοδοτικών, συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων, προ της παράδοσης των παραγγελθέντων εμπορευμάτων, από τη λήπτρια, ενόψει ιδίως και του ότι δεν προέκυπτε κάτι σχετικό από τα σώματα των συγκεκριμένων αξιόγραφων.

Δεν μπορεί δε να αποτελέσει στοιχείο της κακής πίστης της καθ' ης το γεγονός ότι είχε γίνει ευρέως γνωστό από το Φεβρουάριο του ίδιου έτους η κακή οικονομική κατάσταση της λήπτριας των επιταγών, αφού κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, η ανακόπτουσα, παρά το ότι ήταν και η ίδια γνώστρια της κακής οικονομικής κατάσταση της, προέβη στην παραγγελία εμπορευμάτων από αυτή και στην έκδοση των επιταγών σε διαταγή της, ως εγγύηση καταβολής του τιμήματος των, τον Μάρτιο του ίδιου έτους.

Επομένως, οι πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της υπό κρίση ανακοπής, με τους οποίους η ανακόπτουσα ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, ισχυριζόμενη, ότι η καθ' ης η ανακοπή, παρεκκλίνοντας της πάγιας και συνήθους πρακτικής των πιστωτικών ιδρυμάτων, προέβη σε ενεχύραση των επίδικων επιταγών, χωρίς να ζητήσει από την πιστούχο - λήπτρια των επιταγών εταιρεία να της προσκομίσει κάποιο τιμολόγιο, ή φορολογικό έγγραφο, που να βεβαιώνει την ύπαρξη πραγματικής αιτίας έκδοσης αυτών, αγνοώντας έτσι, υπαιτίως, την έλλειψη αιτίας και αποδεχόμενη το ενδεχόμενο πρόκλησης βλάβης στην ανακόπτουσα, με τη ματαίωση προβολής από αυτή, της πηγάζουσας, από την προσωπική της σχέση με τη λήπτρια εταιρεία ένστασης, περί εξάλειψης της αιτίας έκδοσης των επιταγών, είναι ουσιαστικά αβάσιμοι".

Με βάση τις άνω παραδοχές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα και, κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας την ουσία, απέρριψε τους προαναφερόμενους λόγους της ανακοπής. Εξετάζοντας δε τους λοιπούς λόγους της ανακοπής, τους οποίους δεν είχε ερευνήσει το πρωτόδικο δικαστήριο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο δεύτερος λόγος της ανακοπής, με τον οποίον η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η εν λόγω διαταγή πληρωμής είναι άκυρη επειδή η εταιρία, σε διαταγή της οποίας η ίδια εξέδωσε τις επίδικες επιταγές, ως εγγυοδοσία, για την καταβολή του τιμήματος των εμπορευμάτων, τα οποία θα της πουλούσε, την εξαπάτησε, λόγω του ότι κατά το χρόνο παραλαβής των (επιταγών) είχε πρόθεση να μην της παραδώσει τα εμπορεύματα και ότι η καθ' ης, παρά το γεγονός ότι γνώριζε ότι η λήπτρια, λόγω της άσχημης οικονομικής κατάστασης, δεν προτίθετο να εξοφλήσει τις εν λόγω επιταγές, παρά ταύτα τις δέχθηκε στην κατοχή της, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ειδικότερα επειδή τα επικαλούμενα με το λόγο αυτό περιστατικά δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν συμπεριφορά της καθ' ης η ανακοπή, κατά το χρόνο κτήσης των επίδικων επιταγών από αυτήν, που να εμπεριέχει στοιχεία κακής πίστης αυτής, η οποία να οδηγεί μάλιστα σε ακύρωση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε επ' αυτών, αφού σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ίδια την ανακοπή, τα οποία επιβεβαιώνονται και από την κατάθεση του μάρτυρος της ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η λήπτρια των επιταγών εταιρία, κατά το χρόνο λήψης των, θεωρούνταν, από την ίδια την ανακόπτουσα, αξιόπιστη, λόγω της δεκάχρονης καλής τους συνεργασίας, τη συνέχιση της οποίας επιθυμούσε με την παραγγελία των εμπορευμάτων, για τα οποία εξέδωσε τις επίδικες επιταγές, και την οποία πίστευε ότι θα την εκτελούσε και δεν την απέτρεψε η πληροφορία περί της κακής οικονομικής της κατάστασης, η δε καθ' ης η ανακοπή παρέλαβε τις εν λόγω επιταγές στην κατοχή της, κατά τα παραπάνω, σε διάστημα λίγων ημερών μετά την έκδοσή τους.

Τέλος ο ισχυρισμός με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της ανακοπής, ότι η καθ' ης η ανακοπή ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμά της να ζητήσει την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, επειδή οι επιταγές, επί των οποίων εκδόθηκε, δόθηκαν ως εγγύηση για κάλυψη τιμήματος, για συναλλαγή, η οποία δεν εκτελέστηκε ποτέ, λόγο για τον οποίο, η εταιρία προς την οποία μεταβιβάσθηκαν δεν είχε δικαίωμα να τις μεταβιβάσει και επομένως και η καθ' ης να τις παραλάβει, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ειδικότερα, επειδή η επιδίωξη της είσπραξης των επιταγών εκ μέρους της ενεχυρούχου δανείστριας Τράπεζας κατά την ημέρα λήξης αυτών υπήρξε, κατά τα παραπάνω, θεμιτή, ανεξάρτητα από την ελαττωματικότητα ή μη της υποκείμενης σχέσης, μεταξύ της ενεχυράστριας των επιταγών και της οφειλέτριας αυτής, εφόσον το ελάττωμα της υποκείμενης σχέσης μεταξύ οπισθογράφου και οφειλέτριας ήταν άγνωστο στην Τράπεζα κατά την κτήση της επιταγής [άρθρο 22 ν. 5960/1933], όπως συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση.

Ο αποκλεισμός της είσπραξης των επιταγών, στις οποίες σημειωτέον δεν υπήρξε αναγραφή της ρήτρας "ουχί εις διαταγήν", με την επίκληση του άρθρου 281 ΑΚ, στην περίπτωση ελαττωματικότητας της υποκείμενης σχέσης, μεταξύ εκδότριας των επιταγών και ενεχυράστριας αυτής, έρχεται κατ' αρχάς σε ευθεία αντίθεση με τον ίδιο τον αναιτιώδη χαρακτήρα της επιταγής [άρθρο 1 στοιχ. 2 ν. 5960/1933] και περαιτέρω με τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος από την επιταγή, ο οποίος κατατείνει στην ασφάλεια των σχετικών συναλλαγών και στην κυκλοφοριακή αξία της επιταγής, που στηρίζονται ακριβώς στον αναιτιώδη χαρακτήρα της και δεν πρέπει να γίνεται δεκτός, παρά μόνον αν συντρέχουν όλως εξαιρετικές περιστάσεις κακοπιστίας, που δεν αποδείχθηκε ότι υφίστανται εν προκειμένω".

Κατόπιν τούτων το Εφετείο, δεχόμενο την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την από 31-1-2012 ανακοπή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζητούσε να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. 251/ΔΠ/27/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 22 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", 38 του ν.δ/τος της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 41 § 1 του ΕισΝΑΚ και 1251 του ΑΚ, αφού υπάρχει στην απόφαση ρητή παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα δεν γνώριζε, κατά την απόκτηση των επίδικων επιταγών, ότι με τη μεταβίβαση προς αυτήν είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των ενστάσεων της εκδότριας αυτών αναιρεσείουσας προς τη λήπτρια αυτών ανώνυμη εταιρεία, στοιχείο απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογράφησης σε αυτήν των επιταγών και δεν θα ασκούσε επίδραση η μεταγενέστερη γνώση.

Συνεπώς είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ' επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα.

III. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, των οποίων η παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας, θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή παρακωλυτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικοί ισχυρισμοί και οι λόγοι έφεσης.

Δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα αποδεικτικά μέσα, ούτε οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση κάθε μιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών αυτούς γεγονότων, ούτε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός, με την παραπάνω έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1991), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση έχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό (Ολ. ΑΠ 11/1996). Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός λόγος αναίρεσης για παραβίαση της διατάξεως αυτής πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν γεγονότα, και ο τρόπος που προβλήθηκαν ή επαναφέρθηκαν στο εφετείο, ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες και συντελέστηκε η παραβίαση.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση παραβιάσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδει με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως στο Εφετείο τις εξής πλημμέλειες: α) ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων ένσταση συντρέχοντος πταίσματος (ΑΚ 300) της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας στην επέλευση της ζημίας της, διότι αν και γνώριζε την κάκιστη οικονομική κατάσταση της λήπτριας των επιταγών εταιρείας δέχθηκε να λάβει τις επίδικες επιταγές και β) ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την προβληθείσα με το δικόγραφο της ανακοπής ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να ζητήσει την έκδοση των επίδικων διαταγών πληρωμής, τις οποίες ενστάσεις επανέφερε με τις κατ' έφεση προτάσεις της.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι, όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό, από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, τις οποίες και αναφέρει η αναιρεσείουσα στο αναιρετήριο, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε μετ' εκτίμηση των αποδείξεων ότι η αναιρεσίβλητη δεν βρισκόταν σε κακή πίστη κατά το χρόνο που έλαβε ως ενέχυρο τις επίδικες επιταγές από τη λήπτρια αυτών ανώνυμη εταιρεία (29-3-2011), αφού δεν είχε ακόμη ανακύψει η ανώμαλη εξέλιξη της συναφθείσας μεταξύ της εκδότριας και της λήπτριας εταιρείας εμπορικής συναλλαγής, η οποία ανέκυψε στις αρχές Αυγούστου 2011 και επομένως με την παραδοχή αυτή απέρριψε εκ του πράγματος την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος της.

Όσον αφορά δε τον δεύτερο ισχυρισμό δέχθηκε ότι το ελάττωμα αυτό της υποκείμενης σχέσεως μεταξύ οπισθογράφου και οφειλέτριας, το οποίο ήταν άγνωστο στην αναιρεσίβλητη Τράπεζα κατά την κτήση των επιταγών, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της τελευταίας να ζητήσει την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, εφόσον η επιδίωξη της είσπραξης των επιταγών εκ μέρους της εντός οκταημέρου από την αναγραφόμενη ως ημέρα εκδόσεως αυτών υπήρξε απόλυτα θεμιτή.

IV. Κατά τη διάταξη του αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και να προσδιορίζεται το αποδεικτικό περιεχόμενο καθενός από αυτά, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και η προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1852/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο λόγο της αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ.γ'ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι, εφόσον κατά τις παραδοχές του Εφετείου οι επίδικες επιταγές είχαν δοθεί ως εγγυοδοσία με τη συμφωνία να παραμείνουν εις χείρας της προμηθεύτριας μέχρι την παράδοση των εμπορευμάτων, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ότι από τα έγγραφα που αυτή επικαλέσθηκε και προσκόμισε σ' αυτό προέκυπτε ότι η αναιρεσίβλητη γνώριζε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να πληρωθούν οι επιταγές κατά την αναγραφόμενη ημέρα πληρωμής τους.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ούτε τα συγκεκριμένα έγγραφα ούτε το αποδεικτικό περιεχόμενο τους, ούτε ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και η προσκομιδή τους και ότι αυτός είναι ουσιώδης. Τα λοιπά εκφερόμενα στο αναιρετήριο, προς επιστήριξη του ίδιου λόγου κατά το δεύτερο μέρος του, αποτελούν αιτιάσεις κατά της ουσιαστικής εκτιμήσεως των αποδείξεων από το Εφετείο και συνεπώς απαραδέκτως προτείνονται και δεν θεμελιώνουν κάποιο λόγο αναιρέσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Αν δε θεωρηθεί ότι δι' αυτών επιχειρείται να θεμελιωθεί πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αφού δεν αρκούν γενικές εκφράσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης αποφάσεως ή για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αλλά πρέπει να καθορίζεται και η αιτία για την οποία συμβαίνει τούτο (ΑΠ 1591/2008).

Κατ' ακολουθίαν, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί αυτή ως ηττώμενη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5 Μαΐου 2016 αίτηση της υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1980/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/νίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ