Supreme Court dismisses appeal against administrative contract judgment due to vague and inadmissible grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a public law entity against a final court judgment regarding an administrative contract dispute. The appellant argued that the lower court relied on a distorted document to prove unjust enrichment, but the court found this claim inadmissible for lacking specificity regarding the document's true content and the resulting court finding. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it fails to specify the true content of the alleged distorted document and the specific court finding relied upon, and is baseless if the court's conclusion was based on a cumulative assessment of other evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 126 / 2026 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 126/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ" (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μάνου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (Α.Π.Θ.) - ΕΙΔΙΚΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΕΡΕΥΝΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΜΙΚΡΟΝ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΟΜΙΚΡΟΝ Α.Ε.", που εδρεύει στην Θέρμη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΟΜΙΚΡΟΝ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΜΕΛΕΤΗ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΕΠΕ" και τον διακριτικό τίτλο "ΟΜΙΚΡΟΝ Ε.Π.Ε.", 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΛΕΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.Μ.", που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Μικρουλέα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/11/2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 3671/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Ακολούθως, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5632/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1579/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25/7/2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 25-7-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 1579/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 27-7-2021 έφεσης του αναιρεσείοντος Οργανισμού κατά της υπ' αριθ. 5632/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 4-11-2018 αγωγή των αναιρεσίβλητων.
Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Μονομελές Εφετείο Αθηνών έκανε τυπικά και εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν την από 27-7-2021 έφεση κατά της υπ' αριθ. 5632/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία έκανε εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο Οργανισμό και νυν αναιρεσείοντα να καταβάλει στο πρώτο ενάγον και νυν πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσόν των 100.322,25 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου Οργανισμού να καταβάλει στη δεύτερη ενάγουσα και νυν δεύτερη αναιρεσίβλητη το ποσόν 219.236,49 ευρώ, με το νόμιμο τόκο και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου Οργανισμού να καταβάλει στην τρίτη ενάγουσα και νυν τρίτη αναιρεσίβλητη το ποσόν των 219.188,96 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.
Η ως άνω αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 26-7-2023, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στον αναιρεσείοντα Οργανισμό, η οποία έλαβε χώρα την 29-6-2023, όπως τούτο προκύπτει από την σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Αθηνών, Α.
Σ. , στο αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης, που προσκομίζεται από τον αναιρεσείοντα Οργανισμό. Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατ' άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 1239/2024, ΑΠ 520/2023, ΑΠ 1278/2023, ΑΠ 157/2022).
ΙΙ.Α. Κατά το άρθρο 904 § 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Κατά δε το άρθρο 908 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται υπηρεσίες ή εργασίες με άκυρη σύμβαση, ο αντισυμβαλλόμενος του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή της παρασχεθείσας υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ή της υπηρεσίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες (ΑΠ 72/2023, ΑΠ 408/2020, ΑΠ 1442/2014, ΑΠ 1462/2012, ΑΠ 1387/2011).
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 904 § 1 εδάφιο α' του ΑΚ, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του πλουτισμού του εναγόμενου και της επιβάρυνσης (παροχής ή ζημίας) του ενάγοντος, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου.
Με άλλα λόγια, απαιτείται να υπάρχει άμεση περιουσιακή μετακίνηση μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας του άλλου. Τέτοια, όμως, μετακίνηση δεν υφίσταται στην περίπτωση που παρεμβάλλεται και άλλη, τρίτη, περιουσία, υπό την έννοια ότι η περιουσιακή μετακίνηση πρέπει να πραγματοποιείται από την περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία εκείνου που πλουτίζει, χωρίς την παρεμβολή τρίτου προσώπου που να ενεργεί για δικό του λογαριασμό.
Πρέπει δε επιπλέον να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού του εναγομένου και της ζημίας του ενάγοντος και να μην υφίσταται νόμιμη αιτία της περιουσιακής μετακίνησης (ΑΠ 726/2024, ΑΠ 858/2020, ΑΠ1325/2012, ΑΠ 1316/2011, ΑΠ 917/2011). Επομένως, κρίσιμο κριτήριο για τον προσδιορισμό του δικαιούχου και του υπόχρεου της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι το ουσιαστικό κριτήριο της ζημίας και του οφέλους αντίστοιχα, το οποίο επιβάλλει το αδικαιολόγητο όφελος να αποδοθεί από αυτόν που πράγματι έχει ωφεληθεί σ' αυτόν που πράγματι έχει πληγεί (ΟλΑΠ 6/2020, ΑΠ 1442/2025, ΑΠ 979/2025, ΑΠ 137/2024, ΑΠ 19/2024, ΑΠ 702/2020, ΑΠ 858/2020, ΑΠ 1524/2017, ΑΠ 338/2016, ΑΠ 1438/2014).
Εξάλλου, η με όρο της δικαιοπραξίας εξάρτηση των αποτελεσμάτων αυτής από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο αποτελεί αίρεση, ένεκα της οποίας έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 201 επ. ΑΚ. Διάφορη όμως της αίρεσης αυτής και μη ρυθμιζομένη από τις πιο άνω διατάξεις είναι η αίρεση δικαίου, η οποία συνίσταται σε γεγονός το οποίο δυνάμει νομικής διάταξης αποτελεί απαραίτητο στοιχείο ή προϋπόθεση για την ενέργεια της δικαιοπραξίας. Στην περίπτωση αυτή, αν η παροχή εκπληρωθεί χωρίς τη συνδρομή των ως άνω όρων ή προϋποθέσεων, τότε πρόκειται για εκπλήρωση που έγινε με βάση ανενεργό δικαιοπραξία, για μη υφιστάμενο δηλαδή χρέος και συνακόλουθα συντρέχει περίπτωση αδικαιολόγητου πλουτισμού υπό τους όρους του άρθρου 904 ΑΚ (ΑΠ 488/2024, ΑΠ 86/2022, ΑΠ 309/2020).
Β. Από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης. Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή, μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρέωσης ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση. Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν έναν τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Αν, όμως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμο αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρεώσεως. Ποια πρόσωπα είναι οι - κατά κανόνα - φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.
Συνεπώς, η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (ΑΠ 75/2025, ΑΠ 461/2025, ΑΠ 1738/2022, AΠ 783/2021, ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019). Ο αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποίησης, γίνεται με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση (ΟλΑΠ 25/2008, ΟλΑΠ 18/2005). Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 75/2025, ΑΠ 570/2025, ΑΠ 854/2025, ΑΠ 1067/2025, ΑΠ 985/2025).
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 75/2025, ΑΠ 570/2025, ΑΠ 854/2025, ΑΠ 1067/2025). Τέλος, αν η σχετική με τη νομιμοποίηση αιτίαση συνδέεται με τις παραδοχές της απόφασης επί της ουσίας, ο αναιρετικός έλεγχος για έλλειψη νομιμοποίησης μπορεί να θεμελιωθεί και στο λόγο του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για εκ πλαγίου παραβίαση των σχετικών κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 75/2025, ΑΠ 570/2025, ΑΠ 854/2025, ΑΠ 395/2022, ΑΠ 1017/2022, ΑΠ 266/2021, ΑΠ 369/2021, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 665/2008, ΑΠ 477/2007). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή που εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου. Αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 532/2017, ΑΠ 275/2017).
Επίσης, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και:
α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και ειδικότερα τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 6/2022, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 793/2015).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 75/2025, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1373/2019, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 286/2016). Και τούτο, διότι, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά, κατά τα προεκτεθέντα, η ευδοκίμηση της αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος αλλά ούτε από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με αναίρεση, διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μην συνιστούν σφάλμα και να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως το ανωτέρω αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό (ΑΠ 75/2025, ΑΠ 972/2022, ΑΠ 123/2021, ΑΠ 892/2019).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ, η οποία είναι απόρροια της λειτουργίας της αίτησης αναίρεσης ως ένδικου μέσου ακυρωτικού χαρακτήρα, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όταν υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 16/2025, ΑΠ 75/2025, ΑΠ 99/2024, ΑΠ 1082/2018).
ΙΙΙ.Α. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων Οργανισμός αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ, αναφορικά με το πρώτο αναιρεσίβλητο Πανεπιστήμιο, διότι η περιουσιακή μετακίνηση στην περιουσία του φερόμενου ως πλουτίσαντος Οργανισμού δεν επήλθε από την περιουσία του δότη, αφού η χρηματοδότηση του έργου τελούσε υπό αίρεση και δεν αποτελούσε στοιχείο της ήδη υφιστάμενης περιουσίας του ΟΠΕΚΕΠΕ και συγκεκριμένα η χρηματοδότησή του τελούσε υπό την προϋπόθεση της σύμφωνης γνώμης της Ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων και της ολοκλήρωσης της προβλεπόμενης από την υποπερ. δδ περ. γ της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 4013/2011 διαδικασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε αναιρετικά ανέλεγκτα, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος Οργανισμός Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΟΠΕΚΕΠΕ), αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που λειτουργεί χάριν του δημόσιου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργού Γεωργίας.
Στις αρχές Ιουνίου του έτους 2013, η Ελλάδα και το αρμόδιο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, έλαβε επιστολή από την ΕΕ, στην οποία έθιξε θέμα νέων ευρημάτων από μέρους της ΕΕ αναφορικά με τον ορισμό και προσδιορισμό επιλεξιμότητας των μόνιμων βοσκοτόπων και ζητούσε από τις Ελληνικές Αρχές να καταχωρήσουν άμεσα, και δη σε διάστημα δύο εβδομάδων και το αργότερο μέχρι τις 31-7-2013, το σύνολο των μόνιμων βοσκοτόπων της χώρας σύμφωνα με τα κριτήρια του Κανονισμών της ΕΕ.
Αν δε η Ελλάδα δεν εκπλήρωνε την καταχώρηση αυτή, η ΕΕ θα προχωρούσε σε αναστολή της απόφασης "Μορατόριουμ" της 27-8-2012, σύμφωνα με την οποία είχε εγκριθεί η επακόλουθη επιστροφή καταλογισμών ύψους 650 εκατ. ευρώ σε 3 ισόποσες ετήσιες δόσεις και σε αναστολή της καταβολής της Ενιαίας Ενίσχυσης των Αγροτών για το έτος 2013-2014, η οποία ανερχόταν σε 2,2 δις ευρώ.
Η Ελλάδα, διά του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, για να μην γίνει η επιστροφή των καταλογισμών και να μην καθυστερήσει η καταβολή των ως άνω κονδυλίων από μέρους της ΕΕ, δεσμεύτηκε ότι θα επιλύσει το ως άνω πρόβλημα της καταχωρήσεως των μόνιμων βοσκοτόπων σύμφωνα με τα κριτήρια των Ευρωπαϊκών Κανονισμών το αργότερο μέχρι τις 30-9-2013 και ζήτησε παράταση της προθεσμίας, την οποία δέχθηκε η Ε.Ε.
Όμως, επειδή δεν υπήρχε επαρκής χρόνος για να προκηρυχθεί νέος δημόσιος διεθνής διαγωνισμός για τις εργασίες του νέου έργου, που χρειαζόταν να γίνουν και επειδή ο εναγόμενος ΟΠΕΚΕΠΕ είχε ενταχθεί στο επιχειρησιακό πρόγραμμα "Ψηφιακή Σύγκλιση 2007 - 2013", μέρος του οποίου ήταν η Πράξη "Υψηλής Προστιθέμενης Αξίας Αγροτικές Ψηφιακές Υπηρεσίες (βΥπΑΑΤ) ΟΠΣ302037 και είχε αναθέσει, μετά από κατακύρωση σε ανοικτό διεθνή διαγωνισμό και σύναψη συμβάσεως στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ειδικό Λογαριασμό Κονδυλίων Έρευνας ΑΠΘ) και στην εταιρεία "Ελληνική Φωτογραμμετρική ΕΠΕ" το έργο "Ανάπτυξη ενιαίου συστήματος γεωπληροφοριακών εδαφολογικών δεδομένων και οριοθέτηση αγροτικών ζωνών της χώρας", το οποίο αποτελούσε το Υποέργο 7 της ως άνω Πράξης και είχε ως στόχο την δημιουργία ενός συστήματος γεωπληροφοριακών δεδομένων για την κατάρτιση Σχεδίου Διαχείρισης Αγροτικής Γης, ώστε να διακριβωθεί και να ελεγχθεί η καταλληλότητα των γεωργικών γαιών για συγκεκριμένες χρήσεις γης και ο αποδοτικός προσανατολισμός των γεωργικών εκμεταλλεύσεων (φυτικής και ζωικής παραγωγής) και περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, την χαρτογράφηση των εδαφών σε περιβάλλον γεωπληροφοριακής βάσης δεδομένων και την αξιολόγηση των γαιών στις γεωργικές χρήσεις, ο Πρόεδρος του εναγόμενου ΟΠΕΚΕΠΕ, σε συνεννόηση με το Υπουργείο, θέλοντας να εντάξει τις εργασίες προσδιορισμού επιλεξιμότητας των μόνιμων βοσκοτόπων και την καταχώρηση του συνόλου των μόνιμων βοσκοτόπων της χώρας κατά τα κριτήρια του Κανονισμών της ΕΕ, ως συμπληρωματικές εργασίες στο ως άνω Υποέργο 7, στις αρχές Ιουλίου, απευθύνθηκε στους αναδόχους του Υποέργου 7, δηλαδή στην εταιρεία "Ελληνική Φωτογραμμετρική ΕΠΕ" και στο πρώτο ενάγον Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Η ως άνω εταιρεία δεν ήθελε να ασκήσει το δικαίωμα προαιρέσεως για τις συμπληρωματικές εργασίες και το πρώτο ενάγον δέχθηκε να ασκήσει το δικαίωμα προαιρέσεως για τις συμπληρωματικές εργασίες, αλλά με αντικατάσταση της συνεργάτιδας του στο ως άνω Υποέργο, που δεν ήθελε να εκτελέσει τις συμπληρωματικές εργασίες, από δύο εταιρείες και συγκεκριμένα από την δεύτερη ενάγουσα "ΟΜΙΚΡΟΝ Α.Ε.", που τότε είχε την μορφή της Ε.Π.Ε.
και από την τρίτη ενάγουσα "... Α.Ε.Μ." και μάλιστα να ανατεθούν οι συμπληρωματικές εργασίες του νέου έργου, οι οποίες περιλάμβαναν σε πρώτη φάση 1) εργασίες κατασκευής ψηφιακού χάρτη καταλληλότητας εδαφικών οικοσυστημάτων, 2) εργασίες εύρεσης εικόνων μετασχηματισμού συντεταγμένων, φασματικής ενίσχυσης και διόρθωσης εικόνων και χάρτη, 3) εργασίες φασματικής ταξινόμησης και γεωγραφικής ανάλυσης εικόνων, 4) εργασίες γεωγραφικής ανάλυσης ταξινομημένων χαρτών και 5) εργασίες δειγματοληπτικής αξιολόγησης και ταυτοποίησης των εργασιών τηλεπισκόπησης στο πεδίο και σε δεύτερη φάση 1) εργασίες ανάπτυξης δεικτών παρακολούθησης της ικανότητας των εδαφικών οικοσυστημάτων, 2) εργασίες σχεδιασμού γεωγραφικής βάσης δεδομένων για καταχώρηση υφισταμένων και νέων δεδομένων και 3) εργασίες επιστημονικού και τεχνικού συντονισμού, κατά ποσοστό 20% στο ίδιο το πρώτο ενάγον και κατά ποσοστό 40% στην καθεμιά από τις δύο ενάγουσες εταιρείες.
Ακολούθως, μετά από συνάντηση και συνεννόηση με τους εκπροσώπους όλων των εναγόντων, το εναγόμενο, στις 9-7-2013, ανέθεσε προφορικά κατά τα ως άνω ποσοστά στους ενάγοντες τις ως άνω συμπληρωματικές εργασίες στο Υποέργο 7 αντί αμοιβής ανά ανθρωπομήνα, που αναφερόταν σε εργασία ενός ανθρώπου επί 22 ημέρες επί οκτάωρο 8 και ανερχόταν σε 4.900 ευρώ για τις εργασίες δειγματοληπτικής αξιολόγησης και ταυτοποίησης των εργασιών τηλεπισκόπησης στο πεδίο και σε 3.700 ευρώ για όλες τις άλλες εργασίες και συμφώνησαν, λόγω του κατεπείγοντος και του κινδύνου για τη Χώρα από την καθυστέρηση, να ξεκινήσουν την εκτέλεση των συμπληρωματικών εργασιών άμεσα και να μην περιμένουν να περαιωθεί η διαδικασία της έγκρισης, εντάξεως και χρηματοδοτήσεως των συμπληρωματικών εργασιών στο ως άνω Υποέργο 7 και την υπογραφή της συμπληρωματικής συμβάσεως γι' αυτές, ενώ ο εναγόμενος ΟΠΕΚΕΠΕ θα προχωρούσε τη διαδικασία για να ενταχθούν οι εργασίες του νέου έργου ως συμπληρωματικές εργασίες στο ως άνω Υποέργο 7, να υπογραφεί η συμπληρωματική σύμβαση γι' αυτές και να πληρωθούν οι ενάγοντες.
Έτσι, λόγω του κατεπείγοντος και του κινδύνου για τα συμφέροντα της Χώρας, από τις 10-7-2013, οι ενάγοντες άρχισαν την εκτέλεση των ως άνω συμπληρωματικών εργασιών, ενώ στις 19-7-2013 ξεκίνησε και η διαδικασία για να ενταχθούν οι εργασίες του νέου έργου ως συμπληρωματικές εργασίες στο ως άνω Υποέργο 7, αφού τότε ζητήθηκε από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, όπως ο εναγόμενος ΟΠΕΚΕΠΕ αναθέσει τις εργασίες προσδιορισμού επιλεξιμότητας των μόνιμων βοσκοτόπων και την καταχώρηση του συνόλου των μόνιμων βοσκοτόπων της χώρας κατά τα κριτήρια του Κανονισμών της ΕΕ, όχι ως νέο έργο με σύναψη νέας συμβάσεως, μετά από διενέργεια νέου διεθνούς διαγωνισμού, αλλά με σύναψη συμβάσεως, χωρίς διενέργεια διεθνούς διαγωνισμού, ως συμπληρωματικές εργασίες του ως άνω Υποέργου 7, οι οποίες αφορούσαν στην αξιολόγηση της καταλληλότητας των εδαφικών οικοσυστημάτων σε επίπεδο ενότητας Hot για την υποστήριξη της χρήσης τους ως βοσκοτόπων και περιελάμβαναν ανάπτυξη χάρτη καταλληλότητας των εδαφικών οικοσυστημάτων για υποστήριξη βοσκοτόπων και σύγκριση με τα Hot της περιοχής μελέτης, ανάπτυξη δεικτών παρακολούθησης της ικανότητας των εδαφικών οικοσυστημάτων, ανάπτυξη δεικτών παρακολούθησης της ικανότητας των εδαφικών οικοσυστημάτων και ανάπτυξη γεωγραφικής βάσης δεδομένων για την καταχώρηση των υφιστάμενων και νέων δεδομένων.
Στις 19-7-2013 ο εναγόμενος οργανισμός ζήτησε από τους ως άνω αναδόχους του Υποέργου 7 να υποβάλουν εγγράφως τεχνική και οικονομική προσφορά για την εκτέλεση των ως άνω συμπληρωματικών εργασιών, ασκώντας το δικαίωμα προαιρέσεως τους, στην οποία, όπως γνώριζε ήδη από τις προηγηθείσες συνεννοήσεις, η ανάδοχος "Ελληνική Φωτογραμμετρική ΕΠΕ" του απάντησε και εγγράφως, με την από 23-7-2013 επιστολή, ότι παραιτείται από την συμμετοχή της στην υλοποίηση των συμπληρωματικών εργασιών και παραχωρεί όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της σε σχέση με τις συμπληρωματικές εργασίες στο άλλο ανάδοχο και πρώτο ενάγον, ενώ παράλληλα, ο εναγόμενος οργανισμός, στις 22-7-2013, ζήτησε με το υπ' αριθ.
πρωτ. 84227 έγγραφο του από την Ενιαία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων (ΕΑΑΔΗΣΥ) τη σύμφωνη γνώμη της για την ανάθεση των συμπληρωματικών υπηρεσιών, όπως προβλεπόταν τότε από τον Ν. 2413/2011, και, στις 26-7-2013, υπέβαλε στην αρμόδια για την έγκριση του έργου Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης "Ψηφιακή Σύγκλιση" την τροποποίηση του Τεχνικού Δελτίου του Υποέργου 7 με το αίτημα της προαίρεσης, έτσι ώστε να συμπληρωθούν οι αρχικές προβλεπόμενες υπηρεσίες με τις συμπληρωματικές, η οποία εγκρίθηκε με την Απόφαση Τροποποίησης Ένταξης ΑΔΑ:
ΒΛΩ21-ΜΞ1, που κοινοποιήθηκε στον εναγόμενο στις 22-8-2013, υπό την προϋπόθεση της σύμφωνης γνώμης της Ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (ΕΑΑΔΗΣΥ). Ακολούθως, προκειμένου να τηρηθεί τυπικά κατά τις κείμενες διατάξεις η διαδικασία εντάξεως των συμπληρωματικών εργασιών στο ως άνω Υποέργο 7 και να μην δημιουργηθούν πρόσθετα προβλήματα, ο εναγόμενος οργανισμός στις 27-8-2013, με το υπ' αριθ.
πρωτ. ... έγγραφο του, προσκάλεσε μόνο το πρώτο ενάγον ως ανάδοχο του Υποέργου 7 να υποβάλει δύο ημέρες αργότερα έγγραφη τεχνική και οικονομική προσφορά και στη συνέχεια, την Παρασκευή 30-8-2013 να συμμετάσχει στη διαπραγμάτευση των όρων της σύμβασης με την αρμόδια Επιτροπή Διαπραγμάτευσης. Το πρώτο ενάγον υπέβαλε την από 29-8-2013 έγγραφη τεχνική και οικονομική πρόσφορα με τιμές αμοιβής ανά ανθρωπομήνα τις ως άνω τιμές που είχαν συμφωνηθεί και προφορικά από όλους τους διαδίκους κατά την προφορική ανάθεση του έργου των συμπληρωματικών εργασιών, δηλαδή με τιμή μονάδας 4.900 ευρώ ανά ανθρωπομήνα;
πλέον ΦΠΑ, για τις εργασίες δειγματοληπτικής αξιολόγησης και ταυτοποίησης των εργασιών τηλεπισκόπησης στο πεδίο και με τιμή μονάδας 3.700 ευρώ ανά ανθρωπομήνα, πλέον ΦΠΑ, για όλες τις άλλες εργασίες. Όμως, κατά την εκτέλεση του έργου και μετά από προφορικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων, οι ενάγοντες αποφάσισαν να προσφέρουν επιπλέον έκπτωση 3% επί της προσφοράς και γι' αυτό το πρώτο ενάγον και ανάδοχο του Υποέργου 7 υπέβαλε, για να τηρηθεί η τυπική διαδικασία, την από 12-9-2013 νέα έγγραφη τεχνική και οικονομική πρόσφορα με την επιπλέον έκπτωση του 3% επί της αρχικής έγγραφης προσφοράς.
Οι ενάγοντες, όπως συμφωνήθηκε προφορικά, εν αναμονή της εντάξεως των εργασιών που εκτελούσαν ως συμπληρωματικών εργασιών στο ως άνω Υποέργο 7 και της με διαπραγμάτευση κατάρτισης της συμβάσεως γι' αυτές, εκτέλεσαν όλες τις εργασίες της πρώτης φάσης, που τους είχαν ανατεθεί προφορικά, δηλαδή εκτέλεσαν τις εργασίες κατασκευής ψηφιακού χάρτη καταλληλότητας εδαφικών οικοσυστημάτων, τις εργασίες εύρεσης εικόνων μετασχηματισμού συντεταγμένων, φασματικής ενίσχυσης και διόρθωσης εικόνων και χάρτη, τις εργασίες φασματικής ταξινόμησης και γεωγραφικής ανάλυσης εικόνων, τις εργασίες γεωγραφικής ανάλυσης ταξινομημένων χαρτών και τις εργασίες δειγματοληπτικής αξιολόγησης και ταυτοποίησης των εργασιών τηλεπισκόπησης στο πεδίο και μάλιστα κατά τα ποσοστά που τους είχαν ανατεθεί.
Ειδικότερα: 1) Για τις εργασίες εύρεσης εικόνων, μετασχηματισμού συντεταγμένων, φασματικής ενίσχυσης και διόρθωσης εικόνων και χάρτη χρειάστηκε συνολικά εργασία 5,7 ανθρωπομηνών, την οποία εκτέλεσε με δικό του προσωπικό αποκλειστικά το πρώτο ενάγον. 2) Για τις εργασίες φασματικής ταξινόμησης και γεωγραφικής ανάλυσης εικόνων χρειάστηκε συνολικά εργασία 15,3 ανθρωπομηνών, την οποία εκτέλεσε με δικό του προσωπικό αποκλειστικά το πρώτο ενάγον. 3) Για τις εργασίες γεωγραφικής ανάλυσης ταξινομημένων χαρτών χρειάστηκε συνολικά εργασία 40,8 ανθρωπομηνών, την οποία εκτέλεσε κατά 20,4 ανθρωπομήνες η δεύτερη ενάγουσα εταιρεία με δικό της προσωπικό και κατά 20,4 ανθρωπομήνες η τρίτη ενάγουσα εταιρεία με δικό της προσωπικό. 4) Για τις εργασίες κατασκευής ψηφιακού χάρτη καταλληλότητας εδαφικών οικοσυστημάτων χρειάστηκε συνολικά εργασία 11,5 ανθρωπομηνών, την οποία εκτέλεσε κατά 5,75 ανθρωπομήνες η δεύτερη ενάγουσα εταιρεία με δικό της προσωπικό και κατά 5,75 ανθρωπομήνες η τρίτη ενάγουσα εταιρεία με δικό με δικό της προσωπικό.
Και 5) για τις εργασίες δειγματοληπτικής αξιολόγησης και ταυτοποίησης των εργασιών τηλεπισκόπησης στο πεδίο χρειάστηκε συνολικά εργασία 58 ανθρωπομηνών, την οποία εκτέλεσε κατά 5,25 ανθρωπομήνες το πρώτο ενάγον με δικό του προσωπικό, κατά 26,38 ανθρωπομήνες η δεύτερη ενάγουσα εταιρεία με δικό της προσωπικό και κατά 26,37 ανθρωπομήνες η τρίτη ενάγουσα εταιρεία με δικό της προσωπικό.
Για τις εργασίες αυτές και με βάση την αμοιβή που συμφώνησαν κατά τα ανωτέρω οι διάδικοι και την έκπτωση του 3% επί της αμοιβής, εάν εντάσσονταν οι ως άνω εργασίες ως συμπληρωματικές εργασίες στο Υποέργο 7 και καταρτιζόταν μεταξύ των διαδίκων με διαπραγμάτευση έγκυρη σύμβαση για την εκτέλεση του έργου, το πρώτο ενάγον θα λάμβανε ως αμοιβή για το 20% των εργασιών που εκτέλεσε (5,7 + 15,3 ανθρωπομήνες Χ3.700 ευρώ - 3% + 5,25 ανθρωπομήνες X 4.900 ευρώ - 3%) 100.322,25 ευρώ, η δεύτερη ενάγουσα εταιρεία θα λάμβανε ως αμοιβή για το 40% των εργασιών που εκτέλεσε (20,4 + 5,75 ανθρωπομήνες X 3.700 ευρώ - 3% + 26,38 ανθρωπομήνες X 4.900 ευρώ - 3%) 219.236,49 ευρώ, και η τρίτη ενάγουσα εταιρεία θα λάμβανε ως αμοιβή για το 40% των εργασιών που εκτέλεσε (20,4 + 5,75 ανθρωπομήνες X 3.700 ευρώ - 3% + 26,37 ανθρωπομήνες X 4.900 ευρώ - 3%) 219.188,96 ευρώ.
Ωστόσο, παρόλο που, στις 29-9-2013, οι ενάγοντες εκτέλεσαν και παρέδωσαν όλες τις ως άνω εργασίες της πρώτης φάσης του συμπληρωματικού έργου στον εναγόμενο οργανισμό, οι οποίες αφορούσαν το σύνολο των 51 Νομών της χώρας και παρόλο που και η "Επιτροπή Παρακολούθησης και Ποιοτικού Ελέγχου στο πλαίσιο του σχεδίου δράσης επιλεξιμότητας βοσκοτόπων" επιβεβαίωσε με το από 30-9-2013 έγγραφο της προς την Αντιπρόεδρο του εναγομένου ΟΠΕΚΕΠΕ την έγκαιρη και προσήκουσα παράδοση του έργου και ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι "από το Α.Π.Θ. , την εταιρεία Όμικρον και την εταιρεία ... , παραδόθηκαν αποτελέσματα των βοσκήσιμων εκτάσεων για τις ενότητες με περιοχές βοσκοτόπων μετά από έλεγχο με τηλεπισκόπηση, για το σύνολο της χώρας", με συνέπεια να αποφευχθούν οι δυσμενείς συνέπειες για τη χώρα λόγω της έγκαιρης περαιώσεως της πρώτης φάσης του έργου, δεν καταρτίστηκε έγκυρη τυπική σύμβαση για την ένταξη του ως άνω συμπληρωματικού έργου, που εκτέλεσαν οι ενάγοντες ως συμπληρωματικές εργασίες στο ως άνω Υποέργο 7, λόγω αρνήσεως της Ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (ΕΑΑΔΗΣΥ) προς παροχή σύμφωνης γνώμης προς τούτο, η οποία με την υπ' αριθ. ...-2013 απόφαση της αποφάσισε την μη παροχή σύμφωνης γνώμης προς τούτο ενώ με την υπ' αριθ. ...-2013 απόφαση της απέρριψε και την αίτηση θεραπείας που υπέβαλε ο εναγόμενος οργανισμός για ανάκληση της 394/2013 αποφάσεως της, την οποία και επικύρωσε.
Συνεπώς η κρινόμενη αγωγή ως προς την κύρια βάση της, που στηρίζεται στην ενδοσυμβατική ευθύνη, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι η ένδικη σύμβαση μίσθωσης έργου για την παροχή των ως άνω συμπληρωματικών εργασιών καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων ατύπως, χωρίς να τηρηθούν οι προβλεπόμενες διατυπώσεις για τη σύναψη της με διαπραγμάτευση, χωρίς τη διενέργεια νέου δημόσιου διεθνούς διαγωνισμού με την απαιτούμενη σύμφωνη γνώμη της Ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 περ. γ' υποπερ. δδ' του ν. 4013/2011, που θεσπίστηκε, για λόγους ενίσχυσης της διαφάνειας ως ουσιώδης (εξωτερικός) τύπος για την προσφυγή των αναθετουσών αρχών στη διαδικασία της διαπραγμάτευσης για την ανάθεση τέτοιων συμβάσεων κατά τα άρθρα 24 και 25 του π.δ. 60/2007. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα ορθά έκρινε κατ' αποτέλεσμα, με αιτιολογίες που εν μέρει αντικαθίστανται και περαιτέρω συμπληρώνονται από τις παρούσες (άρθρο 534 ΚΠολΔ), εφόσον οι ελλείπουσες αιτιολογίες δεν οδηγούν σε διαφορετικό διατακτικό, το οποίο να δημιουργεί δεδικασμένο.
Περαιτέρω, ενόψει του ότι η ένδικη σύμβαση μίσθωσης έργου καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων ακύρως, οι ενάγοντες δικαιούνται αμοιβής, που είναι στην προκείμενη περίπτωση η ωφέλεια που απεκόμισε ο εναγόμενος οργανισμός, αφού εκτέλεσαν και παρέδωσαν το συμφωνηθέν έργο στον εναγόμενο, το οποίο χρησιμοποίησε (ανάλωσε) για να μην υποστεί δυσμενείς οικονομικές συνέπειες η χώρα από την Ε.Ε. , σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον ο εναγόμενος απέφυγε να καταβάλει σε κάποιον τρίτο εργολάβο το ποσό αυτό για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών, που θα κατέβαλε με έγκυρη σύμβαση, ώστε πλούτισε σε βάρος της περιουσίας των εναγόντων, ελλείψει νόμιμης αιτίας, και υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού του εναγομένου και της αντίστοιχης ζημίας των εναγόντων. Ο δε ισχυρισμός, που προβάλει το εκκαλούν νομικό πρόσωπο με τον δεύτερο λόγο της έφεσης, κατά το πρώτο σκέλος, ότι για την ένδικη σύμβαση δεν τηρήθηκε η διαδικασία που προβλέπεται από τα π.δ. 60/2007 και 118/2007 και τον ν.4013/2011 είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, διότι η ως άνω αξίωση των εφεσίβλητων στηρίζεται στις διατάξεις περί του αδικαιολογήτου πλουτισμού, κατά την επικουρική βάση της αγωγής, και δεν έχει νομικό έρεισμα έγκυρη σύμβαση και ως εκ τούτου απορριπτέος και ο σχετικός λόγος της έφεσης...
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα με αιτιολογίες που συμπληρώνονται από τις παρούσες (άρθρο 534 ΚΠολΔ) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τον νόμο και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω η δαπάνη αυτή που εξοικονομήθηκε από τον εναγόμενο οργανισμό ανέρχεται στο ποσό των 100.322,25 ευρώ για το 20% του έργου όσον αφορά το πρώτο ενάγον, στο ποσό των 219.236,49 ευρώ για το 40% του έργου όσον αφορά τη δεύτερη ενάγουσα και στο ποσό των 219.188,96 ευρώ όσον αφορά την τρίτη ενάγουσα...η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη, ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ως προς την οποία κρίθηκε νόμιμη, και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος οργανισμός να καταβάλει στο πρώτο ενάγον το ποσόν των 100.322,25 ευρώ...να αναγνωριστεί ότι οφείλει στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 219.236,49 ευρώ...καθώς και να αναγνωριστεί ότι οφείλει να καταβάλει στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 219.188.96 ευρώ...". Κατόπιν αυτών, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκανε και κατ' ουσία δεκτή την έφεση του αναιρεσείοντος Οργανισμού, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως και κατ' ουσία βάσιμη και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα Οργανισμό να καταβάλει στο πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσόν των 100.322,25 ευρώ και αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος Οργανισμού να καταβάλει στην δεύτερη αναιρεσίβλητη το ποσόν των 219.236,49 ευρώ και στην τρίτη αναιρεσίβλητη το ποσόν των 219.188,96 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της ως άνω διάταξης και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής των αναιρεσίβλητων, αφού με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθενται σε αυτήν, ο πλουτισμός του αναιρεσείοντος, η επέλευση αυτού σε βάρος της περιουσίας των αναιρεσιβλήτων, όπως αποτιμάται χρηματικά το έργο που εκτέλεσαν και παρέδωσαν οι ενάγοντες στον εναγόμενο, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του πλουτισμού και της ζημίας αυτών και η έλλειψη νόμιμης αιτίας, λόγω του ότι το έργο εκτελέσθηκε κατόπιν προφορικής ανάθεσης από τον εναγόμενο στους ενάγοντες, ήτοι η ένδικη σύμβαση έργου καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων ατύπως, χωρίς να τηρηθούν οι προβλεπόμενες διατυπώσεις για τη σύναψη σύμβασης με διαπραγμάτευση, χωρίς τη διενέργεια νέου δημόσιου διεθνούς διαγωνισμού και χωρίς την απαιτούμενη σύμφωνη γνώμη της Ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 περ.
γ' υποπερ. δδ' του Ν. 4013/2011 και τα άρθρα 24 και 25 του ΠΔ 60/2007. Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την παραδοχή της επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής, περί ευθύνης του αναιρεσείοντος Οργανισμού κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, οι παρακάτω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: α) Ότι η εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου από τους αναιρεσίβλητους, η οποία δεν αμφισβητείται, όπως επίσης δεν αμφισβητείται και το ύψος δαπάνης για την πραγματοποίησή του, την οποία αποδέχθηκε ο αναιρεσείων, έγινε στο πλαίσιο άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας και β) ότι ο αντισυμβαλλόμενος των παρεχόντων το έργο - εναγόντων, αναιρεσείων Οργανισμός (ΟΠΕΚΕΠΕ), που δέχθηκε αυτό, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, αφού είναι αδύνατη η αυτούσια απόδοση της ως άνω παροχής, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου, ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 538.747,70 (100.322,25 + 219.236,49 + 219.188,96) ευρώ, που αποτελεί την δαπάνη που εξοικονόμησε και στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, στα ίδια ή σε άλλα πρόσωπα, τα οποία θα διέθεταν τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες με τους ενάγοντες, με αποτέλεσμα, με βάση τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, να υπάρχει και άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής των εναγόντων και του πλουτισμού του εναγομένου και εντεύθεν αδικαιολόγητος πλουτισμός του τελευταίου.
Σύμφωνα δε με τα περιστατικά αυτά, δεν υπήρξε άμεση περιουσιακή μετακίνηση από την περιουσία των εναγόντων στην περιουσία τρίτου προσώπου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αλλά πλουτισμός του εναγομένου Οργανισμού, συνιστάμενος στην ωφέλεια που αποκόμισε από τη μη καταβληθείσα αμοιβή των εναγόντων για το εκτελεσθέν από αυτούς έργο, την οποίαν θα είχε καταβάλει αν είχε συνάψει έγκυρη σύμβαση, ευθέως συνδεόμενος με τη ζημία της περιουσίας των εναγόντων που εκτέλεσαν και παρέδωσαν το συμφωνηθέν έργο.
Και τούτο διότι, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η αμεσότητα της περιουσιακής μετακίνησης δεν αναιρείται στην περίπτωση που η σύμβαση εξαρτήθηκε από νομική αίρεση (αίρεση δικαίου), συνιστάμενης εν προκειμένω στην σύμφωνη γνώμη της Ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων για την χρηματοδότηση του έργου και στην ολοκλήρωση της προβλεπόμενης από την υποπερ.
δδ περ. γ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του Ν. 4013/2011 και τα άρθρα 24 και 25 του ΠΔ 60/2007 διαδικασίας, αφού και στην περίπτωση αυτή, αν η παροχή εκπληρωθεί χωρίς τη συνδρομή των ως άνω όρων ή προϋποθέσεων, όπως εν προκειμένω έλαβε χώρα με την εκτέλεση και παράδοση του συμφωνηθέντος έργου, τότε πρόκειται για εκπλήρωση που έγινε με βάση ανενεργό δικαιοπραξία, για μη υφιστάμενο δηλαδή χρέος και συνακόλουθα συντρέχει περίπτωση αδικαιολόγητου πλουτισμού υπό τους όρους του άρθρου 904 ΑΚ.
Ούτε βέβαια αναιρείται η νομιμότητα της σχετικής αγωγής από το γεγονός ότι δεν υπήρχε η δυνατότητα σύναψης έγκυρης σύμβασης έργου με τους ενάγοντες χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της Ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων για την χρηματοδότηση του έργου και την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης από την υποπερ.
δδ περ. γ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του Ν. 4013/2011 διαδικασίας (πρβλ. ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 2011/2022, ΑΠ 735/2022). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του και τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο - πρώτο σκέλος του, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 του ΑΚ και 68 του ΚΠολΔ, στερώντας την απόφαση από νόμιμη βάση, δεχόμενο εσφαλμένα ότι ο αναιρεσείων Οργανισμός συμβλήθηκε και με την δεύτερη και τρίτη των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων για την εκτέλεση του επίδικου έργου, απορρίπτοντας την ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης που είχε προτείνει τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου όσον και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι δεν συντρέχει η προϋπόθεση της περιουσιακής μετακίνησης του άρθρου 904 § 1 του ΑΚ, διότι για την εκτέλεση της παροχής ο αναιρεσείων Οργανισμός, όπως ισχυρίσθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ουδέποτε απευθύνθηκε σε αυτές, οι οποίες στην πραγματικότητα ήταν συνεργαζόμενες υπεργολάβοι του πρώτου αναιρεσίβλητου Πανεπιστημίου καθώς και επειδή οι προσκλήσεις για υποβολή τεχνικής και οικονομικής προσφοράς απεστάλησαν μόνον στην ανάδοχο Ένωση και όχι στις άλλες δύο (δεύτερη και τρίτη των εναγουσών) και ως εκ τούτου μεσολάβησε η περιουσία του Πανεπιστημίου, το οποίο και οφείλει να τους καταβάλει την αμοιβή τους.
Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση, σύμφωνα με τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το εκτελεσθέν έργο ανατέθηκε από τον αναιρεσείοντα Οργανισμό προφορικά (ατύπως) και στη δεύτερη και τρίτη των αναιρεσίβλητων, κατά τα ποσοστά που αναφέρονται σε αυτήν, αντί συγκεκριμένης αμοιβής (βλ. 9ο φύλλο, σελ. 1 της προσβαλλόμενης απόφασης) και ως εκ τούτου και αυτές υπήρξαν αντισυμβαλλόμενές του και οφείλει να τους αποδώσει την ωφέλεια (πλουτισμό) που αυτός αποκόμισε από την παροχή του έργου που του παρέδωσαν.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ζήτημα αυτό, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 ΑΚ και 68 του ΚΠολΔ. Και τούτο διότι, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, στις 9-7-2013, μετά από συνάντηση και συνεννόηση με τους εκπροσώπους όλων των εναγόντων - αναιρεσίβλητων, ο εναγόμενος Οργανισμός, ως αναθέτουσα αρχή - εργοδότης ανέθεσε προφορικά σε όλους τους αναιρεσίβλητους, ως εργολάβους, την εκτέλεση του επίδικου έργου, δηλαδή την εκτέλεση των συμπληρωματικών εργασιών στο Υποέργο 7, έναντι αμοιβής ανά ανθρωπομήνα, που αναφερόταν σε εργασία ενός ανθρώπου επί 22 ημέρες επί οκτάωρο 8 και ανερχόταν σε 4.900 ευρώ για τις εργασίες δειγματοληπτικής αξιολόγησης και ταυτοποίησης των εργασιών τηλεπισκόπησης στο πεδίο και σε 3.700 ευρώ για όλες τις άλλες εργασίες και συμφώνησαν, λόγω του κατεπείγοντος και του κινδύνου για τη Χώρα από την καθυστέρηση να ξεκινήσουν την εκτέλεση των συμπληρωματικών εργασιών άμεσα και να μην περιμένουν να περαιωθεί η διαδικασία της έγκρισης, εντάξεως και χρηματοδοτήσεως.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων κατήρτισε προφορικά ως εργοδότης την επίδικη σύμβαση έργου με όλους τους αναιρεσίβλητους εργολάβους, διαπραγματευόμενος και συμφωνώντας τους όρους αυτής, αναλαμβάνοντας τις εξ αυτής υποχρεώσεις ως προς την καταβολή της αμοιβής τους για την εκτέλεση του έργου και ως εκ τούτου οι αναιρεσίβλητοι νομιμοποιούνταν ενεργητικά ως ενάγοντες στην ένδικη αγωγή, αφού με την παράδοση του έργου, που έλαβε χώρα σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης έργου, λόγω μη τήρησης του προβλεπόμενου από το νόμο τύπου (και συγκεκριμένα λόγω κατάρτισης της σύμβασης ατύπως, χωρίς να τηρηθούν οι προβλεπόμενες διατυπώσεις για τη σύναψή της με διαπραγμάτευση, χωρίς τη διενέργεια νέου δημόσιου διεθνούς διαγωνισμού με την απαιτούμενη σύμφωνη γνώμη της Ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 περ.
γ' υποπερ. δδ' του Ν. 4013/2011) υπήρξε άμεση περιουσιακή μετακίνηση από όλους τους ενάγοντες και νυν αναιρεσίβλητους στον αναιρεσείοντα Οργανισμό, χωρίς να μεσολαβεί οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο. Επίσης, οι παραπάνω αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους, δεδομένου ότι το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στον πραγματικό κανόνα του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 904 του ΑΚ και 68 του ΚΠολΔ, που εφάρμοσε και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της εφαρμογής αυτών, τους οποίους δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό προαναφερόμενες αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές.
Σε κάθε περίπτωση, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι και απαράδεκτος διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' αποτέλεσμα, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι ανέλεγκτη (άρθρο 561 αριθ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο - πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Β. Με τη διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ, κατά την οποία "η υποχρέωση για απόδοση κατά το προηγούμενο άρθρο αποσβήνεται, εφόσον ο λήπτης δεν είναι πια πλουσιότερος κατά το χρόνο της επίδοσης της αγωγής", προσδιορίζεται το περιεχόμενο της αξίωσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού από το αν ο λήπτης εξακολουθεί να είναι πλουσιότερος. Ο κανόνας αυτός συμπορεύεται προς την αρχή της επιείκειας, επί της οποίας στηρίζεται ο αδικαιολόγητος πλουτισμός. Ο ισχυρισμός του εναγόμενου λήπτη ότι ο πλουτισμός δεν σώζεται συνιστά καταχρηστική ένσταση, καταλυτική του αγωγικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 294/1981, ΑΠ 1638/2025, ΑΠ 137/2024, ΑΠ 562/2021). Η εφαρμογή όμως της διάταξης αυτής προϋποθέτει απώλεια ή μείωση του πλουτισμού μετά την απόκριση αυτού (ΑΠ 39/2022, ΑΠ 1438/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων, με την επίκληση πλημμέλειας από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς το αν σώζεται ο πλουτισμός, κατ' άρθρο 909 του ΑΚ, καθόσον, όπως διαλαμβάνει στο αναιρετήριο, ουδέποτε εγκρίθηκε η χρηματοδότηση για την ένταξη του επίδικου έργου ούτε περιήλθε στην περιουσία του το ποσό του συνολικού προβλεπόμενου προϋπολογισμού των 816.806,10 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, αν και με ποιό τρόπο προβλήθηκε στο Εφετείο από τον αναιρεσείοντα η σχετική ένσταση, ώστε να είναι υποχρεωμένο το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο να εκφέρει κρίση και ως προς το ζήτημα αυτό (ΑΠ 3/2020, ΑΠ 164/2020, ΑΠ 432/2013).
Σε κάθε περίπτωση είναι και αβάσιμος καθόσον από την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος Οργανισμού στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν προκύπτει ότι προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό (ένσταση) (ΑΠ 432/2013).
Γ. Από τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ιδίως δε στις περιπτώσεις παροχής αχρεωστήτου ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη, προκύπτει ότι στοιχείο της απαίτησης αποτελεί η παροχή, η αιτία για την οποία έγινε ή η ανυπαρξία της αιτίας αυτής ή η μη επακολούθηση ή λήξη της ή ο παράνομος ή ανήθικος χαρακτήρας της, με συνέπεια η περιουσιακή μετακίνηση που συντελέσθηκε να εμφανίζεται ως νομικώς αδικαιολόγητη.
Ειδικότερα, αχρεώστητη παροχή είναι η καταβολή για ανύπαρκτο χρέος, αποτελεί δε τυπική και συνήθη περίπτωση πλουτισμού του λήπτη χωρίς αντάλλαγμα, ο οποίος δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση και γενικότερα στη βούληση του ζημιωθέντος δικαιολογούσα τον πλουτισμό ούτε σε νόμιμη αιτία. Πρόκειται για καταβολή παροχής προς εκπλήρωση υποχρέωσης που δεν υπήρχε, είτε γιατί δεν γεννήθηκε ακόμη όπως στην αίρεση δικαίου, καταβολή ανύπαρκτου χρέους ή ακυρότητα σύμβασης κ.λπ.
Για την αναζήτηση αχρεώστητης παροχής απαιτείται επίκληση της καταβολής, της αιτίας για την οποία αυτή έγινε, καθώς και ότι η αιτία αυτή ήταν ανύπαρκτη, ο δε εναγόμενος λήπτης, προς απαλλαγή του, μπορεί να προτείνει κατ' ένσταση ότι η καταβολή έγινε με επίγνωση εκ μέρους του δότη της ανυπαρξίας της οφειλής (άρθρο 905 ΑΚ).
Η διάταξη αυτή προϋποθέτει για την εφαρμογή της θετική γνώση από το δότη κατά το χρόνο της παροχής (ΑΠ 309/2020, ΑΠ 286/2019, ΑΠ 365/2016). Έτσι ο δότης δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει την παροχή μόνο αν γνωρίζει θετικά το αχρεώστητο και όχι αν το αγνοεί, έστω και από βαριά αμέλεια, ενώ δεν ενδιαφέρει αν γνωρίζει και τον ειδικό λόγο του αχρεωστήτου (ΑΠ 86/2022).
Επίσης, προς την κατά τα άνω γνώση δεν εξομοιώνεται και η αμφιβολία για την ύπαρξη ή μη του χρέους και, ως εκ τούτου, η εκ μέρους του καταβάλλοντος αναζήτηση του αχρεωστήτως καταβληθέντος δεν αποκλείεται όταν ο τελευταίος απλώς αμφιβάλλει για την ύπαρξη ή μη του χρέους, έστω και αν στην τελευταία περίπτωση η καταβολή έγινε χωρίς επιφύλαξη, αφού πάντως ελλείπει η γνώση ότι η καταβολή γίνεται χωρίς νόμιμη αιτία, εκ της οποίας (γνώσης) συνάγεται πρόθεση καταβολής χωρίς νόμιμη αιτία και δη καταβολής από ελευθεριότητα (ΑΠ 450/2020, ΑΠ 1242/1984).
Η σχετική ένσταση του λήπτη είναι καταχρηστική, τούτο δε έχει την έννοια ότι το βάρος επίκλησης και απόδειξης δεν έχει αναγκαία ο εναγόμενος λήπτης. Η ένσταση θα γίνει δεκτή ακόμη και αν αποδειχθεί ότι συντρέχει από τους ισχυρισμούς του ενάγοντος (ΟλΑΠ 29/2002, ΑΠ 484/2024, ΑΠ 86/2022, ΑΠ 309/2020, ΑΠ 565/2016, ΑΠ 1886/2006). Αποκλεισμός της απαίτησης αχρεωστήτου με βάση την ανωτέρω διάταξη δεν υφίσταται σε περίπτωση ανυπαρξίας της βούλησης, ελευθεριότητας ή σε περίπτωση πλουτισμού, από παράνομη αιτία (διακεκριμένη περίπτωση αχρεωστήτου (ΑΚ 174, 180) και συνεπώς η παραπάνω διάταξη δεν εφαρμόζεται όταν η αναζητούμενη παροχή έγινε για την εκπλήρωση άκυρης, λόγω μη τήρησης του απαιτούμενου από το νόμο τύπου, σύμβασης, δηλαδή για αιτία που δεν αναγνωρίζεται από το νόμο, οπότε η αναζήτηση δεν αποκλείεται από το ότι ο δότης γνώριζε την ακυρότητα, αφού η γνώση αυτή και, η, παρά την ακυρότητα καταβολή δεν θεραπεύουν την ακυρότητα από τη μη τήρηση του τύπου και επομένως και την εκ του λόγου τούτου έλλειψη νόμιμης αιτίας (ΑΠ 1139/2024, ΑΠ 1921/2024, ΑΠ 621/2012, ΑΠ 257/2012).
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 8/2025, ΑΠ 30/2025, ΑΠ 49/2025, ΑΠ 2/2024, ΑΠ 7/2024, ΑΠ 10/2024, ΑΠ 16/2024, ΑΠ 43/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, όπως αυτός εκτιμάται, ο αναιρεσείων Οργανισμός ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ουσιώδεις ισχυρισμούς, που πρότεινε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επανέφερε με τις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και συγκεκριμένα ότι: "...
αν και οι προσκλήσεις για την υποβολή τεχνικής και οικονομικής προσφοράς απεστάλησαν μόνο στην ανάδοχο ένωση "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΩΤΟΓΡΑΜΜΕΤΡΙΚΗ Ε.ΠΕ. - Α.Π.Θ. - ΕΙΔΙΚΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΚΟΝΔΥΛΙΩΝ ΕΡΕΥΝΑΣ" αρχικά στις 19-07-2013 και στη συνέχεια στις 27-8-2013... και όχι και στις δύο άλλες ενάγουσες, οι οποίες δεν ήταν συμβαλλόμενες του ΟΠΕΚΕΠΕ καθώς και ότι οι δύο ως άνω προσκλήσεις περιείχαν τη ρητή διατύπωση ότι η πρόσκληση "δεν δεσμεύει την αναθέτουσα αρχή για την υπογραφή συμπληρωματικής σύμβασης ούτε παρέχει οποιοδήποτε δικαίωμα στην ανάδοχο ένωση δεδομένου ότι επί του παρόντος δεν έχει εξασφαλιστεί η χρηματοδότηση του έργου", και το γεγονός αυτό το γνώριζε το πρώτο αναιρεσίβλητο, παρά ταύτα προχώρησε στην υλοποίηση του έργου πιθανολογώντας ότι θα εγκριθεί το αίτημα του ΟΠΕΚΕΠΕ από την ΕΑΔΗΣΥ και θα ενταχθεί από την Ψηφιακή Σύγκληση ώστε να υπάρξει χρηματοδότηση του έργου, πλην όμως τελικά δεν υπεγράφη σύμβαση, οπότε ο ΟΠΕΚΕΠΕ δεν μπορούσε να χρηματοδοτήσει το έργο ούτε από τα χρήματα που είχε στον προϋπολογισμό του, το πρώτο δε αναιρεσίβλητο, έχοντας πλήρη γνώση της απόρριψης της δυνατότητας υπογραφής σύμβασης και της χρηματοδότησης, ανέθεσε μονομερώς και χωρίς σύμφωνη γνώμη του ΟΠΕΚΕΠΕ το έργο και στις δύο άλλες ενάγουσες, αναλαμβάνοντας το ίδιο τον υψηλό κίνδυνο της μη πληρωμής και κατ' επέκταση και των δύο υπεργολάβων (δεύτερης και τρίτης των εναγουσών) που χρησιμοποίησε και επομένως τα ποσά που αιτούνται οι δύο υπεργολάβοι πρέπει να απορριφθούν, διότι δεν έχουν καμία έννομη σχέση με τον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Οι παραπάνω ισχυρισμοί, σύμφωνα και με όσα έχουν αναφερθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη, συνιστούν την καταχρηστική ένσταση του άρθρου 905 του ΑΚ, πλην όμως η παραπάνω διάταξη δεν εφαρμόζεται όταν η αναζητούμενη παροχή έγινε για την εκπλήρωση άκυρης, λόγω μη τήρησης του απαιτούμενου από το νόμο τύπου, σύμβασης, δηλαδή για αιτία που δεν αναγνωρίζεται από το νόμο, όπως εν προκειμένω, οπότε η αναζήτηση δεν αποκλείεται από το ότι ο δότης γνώριζε την ακυρότητα, αφού η γνώση αυτή και, η, παρά την ακυρότητα καταβολή δεν θεραπεύουν την ακυρότητα από τη μη τήρηση του τύπου και επομένως και την εκ του λόγου τούτου έλλειψη νόμιμης αιτίας.
Συνεπώς, οι παραπάνω ισχυρισμοί ήταν αλυσιτελείς, δεν ασκούσαν καμία επιρροή στην έκβαση της δίκης και συνεπώς το Δικαστήριο δεν υποχρεούνταν να απαντήσει. Μετά ταύτα, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση, η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ (και όχι 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα έστω και εσφαλμένο (ΑΠ 1093//2020, ΑΠ 1071/2015), διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1026/2022, ΑΠ 45/2025, ΑΠ 124/2022, ΑΠ 438/2021, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 196/2019).
Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού, δηλαδή φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 του ίδιου Κώδικα ως αποδεικτικά μέσα και μπορεί να είναι είτε ιδιωτικά είτε δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού (ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 188/2018, ΑΠ 2032/2009, ΑΠ 1278/2006). Για την ίδρυση του λόγου αυτού δεν αρκεί η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ εγγράφου, αλλά πρέπει επιπλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 1/2025, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 80/2025, ΑΠ 75/2025, ΑΠ 985/2025, ΑΠ 227/2024, ΑΠ 1745/2022, ΑΠ 438/2021, 1093/2020, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 196/2019).
Εξάλλου, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στην αίτηση το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, το περιεχόμενο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι έχει, ώστε από τη σύγκριση αυτών να παρέχεται στον Άρειο Πάγο η δυνατότητα να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου περί της συνδρομής ή μη κρίσιμων γεγονότων, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το επίμαχο έγγραφο (ΟλΑΠ 1/2025, ΑΠ 75/2025, ΑΠ 985/2025, ΑΠ 227/2024, ΑΠ 1093/2020).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των δύο ως άνω προσκλήσεων προς το πρώτο αναιρεσίβλητο Πανεπιστήμιο, διότι δεν έλαβε υπόψη του την σε αυτά διαλαμβανόμενη εκ των προτέρων παραίτηση από κάθε αξίωση απορρέουσα από την υπογραφή συμπληρωματικής σύμβασης, η οποία καταλύει την ύπαρξη οιασδήποτε αιτίας και δη αυτής του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με το ως άνω περιεχόμενο, ο αναιρετικός αυτός λόγος, προεχόντως, είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο των φερομένων ως παραμορφωθέντων εγγράφων, κατά λέξη παρατιθέμενο, το διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο που έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση, το επιζήμιο για τους αναιρεσείοντες αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, σχετικά με τον ουσιώδη ισχυρισμό, για την απόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκαν τα έγγραφα και ότι στο πόρισμα αυτό κατέληξε το Εφετείο στηριχθέν αποκλειστικά ή κυρίως στα ως άνω παραμορφωθέντα έγγραφα.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου των ως άνω εγγράφων και τη συναγωγή εξ αυτού αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο το οποίο θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Επιπρόσθετα δε ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι και αβάσιμος γιατί την παραπάνω κρίση του περί αδικαιολόγητου πλουτισμού το Εφετείο μόρφωσε από την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων (ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, έγγραφα), χωρίς να εξαίρονται τα ως άνω έγγραφα (ΑΠ 791/2022, ΑΠ 940/2021) ως προς το γεγονός που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκε (ΑΠ 80/2025).
Δ. Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 1 και 19 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 904 του ΑΚ, άλλως στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι, με αντιφατικές αιτιολογίες α) ενώ δέχθηκε ότι ο πρόεδρος του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.
απευθύνθηκε στους αναδόχους του Υποέργου 7, δηλαδή στην εταιρεία "Ελληνική Φωτογραμμετρική ΕΠΕ" και στο πρώτο ενάγον Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και επειδή η "Ελληνική Φωτογραμμετρική ΕΠΕ" δεν ήθελε να εκτελέσει τις συμπληρωματικές εργασίες, το ΑΠΘ δέχθηκε να ασκήσει το δικαίωμα προαιρέσεως για τις συμπληρωματικές εργασίες αλλά με αντικατάσταση της συνεργάτιδάς του στο ως άνω Υποέργο, από δύο εταιρείες και συγκεκριμένα από την εταιρεία ΟΜΙΚΡΟΝ Α.Ε.
και την εταιρεία "... Α.Ε.Μ." και μάλιστα να ανατεθούν οι συμπληρωματικές εργασίες κατά ποσοστό 20% στο πρώτο ενάγον και κατά ποσοστό 40% στην καθεμιά από τις δύο ενάγουσες εταιρείες, στη συνέχεια η ίδια η απόφαση δέχθηκε ότι "...η ανάδοχος "Ελληνική Φωτογραμμετρική ΕΠΕ" του απάντησε και εγγράφως, με την από 23-7-2013 επιστολή, ότι παραιτείται από την συμμετοχή της στην υλοποίηση των συμπληρωματικών εργασιών και παραχωρεί όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της σε σχέση με τις συμπληρωματικές εργασίες στο άλλο ανάδοχο και πρώτο ενάγον" και ότι "....ο εναγόμενος οργανισμός στις 27-8-2013, με το υπ' αριθ.
πρωτ. έγγραφό του, προσκάλεσε μόνο το πρώτο ενάγον ως ανάδοχο του Υποέργου 7 να υποβάλει δύο ημέρες αργότερα έγγραφη τεχνική και οικονομική προσφορά και στη συνέχεια, την Παρασκευή 30-8-2013 να συμμετάσχει στη διαπραγμάτευση των όρων της σύμβασης με την αρμόδια επιτροπή Διαπραγμάτευσης", στο τέλος κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ότι καταρτίσθηκε μεταξύ όλων των διαδίκων (ήτοι και της δεύτερης και τρίτης των εναγουσών) άτυπη σύμβαση, ενώ η μόνη σύμβαση που καταρτίσθηκε ατύπως ήταν αυτή μεταξύ του πρώτου αναιρεσίβλητου και του αναιρεσείοντος Οργανισμού, β) διότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε άτυπη κατάρτιση σύμβασης μεταξύ του ΟΠΕΚΕΠΕ και των άλλων δύο εναγουσών εταιρειών, ενώ στο πεδίο δημοσίων συμβάσεων όπως αυτή του Υποέργου 7 καμία τροποποίηση δεν γίνεται μονομερώς αλλά μόνο μετά από αίτημα του αναδόχου (ένωσης εταιρειών) και έγκρισή του από την αναθέτουσα αρχή (ΟΠΕΚΕΠΕ) και η μονομερής δήλωση αντικατάστασης του μέλους της αναδόχου Ένωσης δεν επάγεται κανένα έννομο αποτέλεσμα και γ) η παραδοχή περί ανάθεσης από το μέλος της ένωσης "Ελληνική Φωτογραμμετρική ΕΠΕ" των συμπληρωματικών εργασιών κατά ποσοστό 20% στο πρώτο ενάγον και κατά ποσοστό 40% στην καθεμιά από τις δύο ενάγουσες έρχεται σε πλήρη αντίφαση με την παραδοχή κατά την οποία το ίδιο μέλος της ένωσης "Ελληνική Φωτογραμμετρική ΕΠΕ" απάντησε εγγράφως ότι παραιτείται από την συμμετοχή της στην υλοποίηση των συμπληρωματικών εργασιών και παραχωρεί όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της σε σχέση με τις συμπληρωματικές εργασίες στο άλλο ανάδοχο και πρώτο ενάγον.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, αναφορικά με το ενδιαφέρον τον ως άνω αναιρετικό λόγο ζήτημα, δέχθηκε ανέλεγκτα ότι: 1) Επειδή δεν υπήρχε επαρκής χρόνος για να προκηρυχθεί νέος δημόσιος διεθνής διαγωνισμός για τις συμπληρωματικές εργασίες του νέου έργου, που έπρεπε να γίνουν το αργότερο μέχρι την 30-9-2013, προκειμένου η Ευρωπαϊκή Ένωση να μην προχωρήσει σε αναστολή της καταβολής της Ενιαίας Ενίσχυσης των Αγροτών για το έτος 2013-2014, η οποία ανερχόταν σε 2,2 δισεκατομμύρια ευρώ, ο Πρόεδρος του αναιρεσείοντος Οργανισμού (ΟΠΕΚΕΠΕ) απευθύνθηκε στους αναδόχους του Υποέργου 7, δηλαδή στην εταιρεία "Ελληνική Φωτογραμμετρική ΕΠΕ" και στο πρώτο αναιρεσίβλητο Πανεπιστήμιο, πλην όμως η πρώτη ως άνω εταιρεία δεν ήθελε να ασκήσει το δικαίωμα προαιρέσεως για τις συμπληρωματικές εργασίες και το πρώτο ενάγον δέχθηκε να ασκήσει το δικαίωμα προαιρέσεως αλλά με αντικατάσταση της συνεργάτιδάς του στο ως άνω Υποέργο, από δύο εταιρείες, τις λοιπές ενάγουσες, κατά ποσοστό 20% το πρώτο αναιρεσίβλητο και κατά ποσοστό 40% η καθεμιά από τις δύο άλλες ενάγουσες εταιρείες, 2) Μετά από συνάντηση και συνεννόηση με τους εκπροσώπους όλων των εναγόντων, το εναγόμενο, στις 9-7-2013, ανέθεσε προφορικά κατά τα ως άνω ποσοστά στους ενάγοντες τις ως άνω συμπληρωματικές εργασίες στο Υποέργο 7 αντί αμοιβής..., 3) λόγω του κατεπείγοντος και του κινδύνου για τη Χώρα από την καθυστέρηση, οι διάδικοι (ενάγοντες και Οργανισμός) συμφώνησαν να ξεκινήσουν την εκτέλεση των συμπληρωματικών εργασιών άμεσα και να μην περιμένουν να περαιωθεί η διαδικασία της έγκρισης, ένταξης και χρηματοδότησης των συμπληρωματικών εργασιών και την υπογραφή συμπληρωματικής σύμβασης γι' αυτές, ενώ ο αναιρεσείων Οργανισμός θα προχωρούσε τη διαδικασία για να ενταχθούν οι εργασίες του νέου έργου ως συμπληρωματικές εργασίες στο ως άνω Υποέργο 7, να υπογραφεί η συμπληρωματική σύμβαση γι' αυτές και να πληρωθούν οι ενάγοντες, οι οποίοι ξεκίνησαν να εκτελούν τις εργασίες άμεσα, από τις 10-7-2013 και στις 19-7-2013 ο αναιρεσείων Οργανισμός ξεκίνησε την κατά νόμο απαιτούμενη διαδικασία, 4) την ίδια ημέρα, 19-7-2013, ο αναιρεσείων Οργανισμός ζήτησε από τους αναδόχους να υποβάλουν εγγράφως τεχνική και οικονομική προσφορά για την εκτέλεση των συμπληρωματικών εργασιών, ασκώντας το δικαίωμα προαιρέσεώς τους, στην οποία όπως γνώριζε ήδη από τις προηγηθείσες συνεννοήσεις, η ανάδοχος "Ελληνική Φωτογραμμετρική ΕΠΕ" του απάντησε και εγγράφως, με την από 23-7-2013 επιστολή, ότι παραιτείται από την συμμετοχή της στην υλοποίηση των συμπληρωματικών εργασιών και παραχωρεί όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της σε σχέση με τις συμπληρωματικές εργασίες στο άλλο ανάδοχο, πρώτο αναιρεσίβλητο Πανεπιστήμιο, 5) στις 22-7-2013, ο εναγόμενος Οργανισμός ζήτησε με σχετικό του έγγραφο από την Ενιαία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων τη σύμφωνη γνώμη της για την ανάθεση των συμπληρωματικών εργασιών και υπέβαλε στην αρμόδια για την έγκριση του έργου Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης "Ψηφιακή Σύγκλιση" την τροποποίηση του τεχνικού δελτίου του Υποέργου 7 με το αίτημα της προαίρεσης, έτσι ώστε να συμπληρωθούν οι αρχικές προβλεπόμενες υπηρεσίες με τις συμπληρωματικές, η οποία εγκρίθηκε, 6) στις 27-8-2013, ο εναγόμενος Οργανισμός προσκάλεσε μόνο το πρώτο αναιρεσίβλητο να συμμετάσχει στη διαπραγμάτευση των όρων της σύμβασης με την αρμόδια Επιτροπή Διαπραγμάτευσης και το πρώτο αναιρεσίβλητο Πανεπιστήμιο υπέβαλε την από 29-8-2013 έγγραφη τεχνική και οικονομική προσφορά με τιμές αμοιβής ανά ανθρωπομήνα τις ως άνω τιμές που είχαν συμφωνήσει και προφορικά από όλους τους διαδίκους κατά την προφορική ανάθεση του έργου των συμπληρωματικών εργασιών, 6) οι ενάγοντες, όπως συμφωνήθηκε προφορικά, εν αναμονή της εντάξεως των εργασιών που εκτελούσαν ως συμπληρωματικών εργασιών στο ως άνω Υποέργο 7 και της με διαπραγμάτευση κατάρτισης της συμβάσεως γι' αυτές, εκτέλεσαν όλες τις εργασίες της πρώτης φάσης, που τους είχαν ανατεθεί προφορικά και 7) ωστόσο, παρόλο που, στις 29-9-2013, οι ενάγοντες εκτέλεσαν και παρέδωσαν όλες τις ως άνω εργασίες της πρώτης φάσης του συμπληρωματικού έργου στον εναγόμενο οργανισμό, δεν καταρτίσθηκε έγκυρη τυπική σύμβαση για την ένταξη του ως άνω έργου, λόγω αρνήσεως της Ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων προς παροχή σύμφωνης γνώμης προς τούτο, η οποία με την υπ' αριθ. ...-2013 απόφασή της αποφάσισε την μη παροχή σύμφωνης γνώμης ενώ με την υπ' αριθ. ...-2013 απόφασή της απέρριψε και την αίτηση θεραπείας που υπέβαλε ο εναγόμενος οργανισμός για ανάκληση της προγενέστερης απόφασής της, την οποία και επικύρωσε.
Μετά ταύτα, το Εφετείο απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής που στηριζόταν στην ενδοσυμβατική ευθύνη και έκανε δεκτή την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δεχόμενο ότι η ένδικη σύμβαση μίσθωσης έργου που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων ήταν άκυρη και συνεπώς οι ενάγοντες δικαιούνται αμοιβής που είναι στην προκειμένη περίπτωση η ωφέλεια (πλουτισμός) που αποκόμισε ο εναγόμενος οργανισμός και την οποία (αμοιβή) αυτός θα κατέβαλε σε κάποιον τρίτο εργολάβο για την παροχή των ίδιων υπηρεσιών.
Με βάση τα ανωτέρω, το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το επίμαχο ζήτημα του αδικαιολόγητου πλουτισμού του αναιρεσείοντος Οργανισμού, έχει νόμιμη βάση και συγκεκριμένα την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς ενδοιαστικές κρίσεις και αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 904 του ΑΚ.
Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο αναιρεσείων, επικαλούμενος αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για αντιφατική αιτιολογία του ανωτέρω πορίσματος με την παράθεση αποσπασματικών και επιλεκτικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. την υπό στοιχεία α αιτίαση) ή αλυσιτελών ισχυρισμών (βλ.
την υπό στοιχεία β αιτίαση, καθόσον η αξίωση των αναιρεσίβλητων στηρίζεται στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και όχι στην ενδοσυμβατική ευθύνη του εναγομένου) ή αβάσιμων ισχυρισμών, καθόσον ουδεμία παραδοχή περιλαμβάνεται στην απόφαση περί ανάθεσης από το μέλος της ένωσης "Ελληνική Φωτογραμμετρική ΕΠΕ" των συμπληρωματικών εργασιών κατά ποσοστό 20% στο πρώτο ενάγον και κατά ποσοστό 40% στην καθεμιά από τις δύο ενάγουσες, είναι αβάσιμα και συνεπώς ο σχετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του.
Τέλος, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 23-8-2013 επιστολής της εταιρείας Ελληνική Φωτογραμμετρική (ανάδοχος μαζί με ΑΠΘ) προς τον ΟΠΕΚΕΠΕ, διότι δέχθηκε ότι υπήρξε ανάθεση σύμβασης μίσθωσης έργου στις δεύτερη και τρίτη ενάγουσες, καίτοι από το εν λόγω έγγραφο προέκυπτε παραχώρηση όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε σχέση με τις συμπληρωματικές εργασίες στο άλλο ανάδοχο και πρώτο ενάγον (ΑΠΘ).
Με το ως άνω περιεχόμενο, ο αναιρετικός αυτός λόγος, προεχόντως, είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο, το διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο που έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση, το επιζήμιο για τους αναιρεσείοντες αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, σχετικά με τον ουσιώδη ισχυρισμό, για την απόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και ότι στο πόρισμα αυτό κατέληξε το Εφετείο στηριχθέν αποκλειστικά ή κυρίως στο ως άνω παραμορφωθέν έγγραφο.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του ως άνω εγγράφου και τη συναγωγή εξ αυτού αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο το οποίο θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.
Επιπρόσθετα δε ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι και αβάσιμος γιατί την παραπάνω κρίση του περί αδικαιολόγητου πλουτισμού το Εφετείο μόρφωσε από την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων (ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, έγγραφα), χωρίς να εξαίρεται το ως άνω έγγραφο (ΑΠ 791/2022, ΑΠ 940/2021) ως προς το γεγονός που δέχθηκε, ότι αποδείχτηκε (ΑΠ 80/2025).
VI. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Οργανισμός, λόγω της ήττας του, στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ). Δεν ορίζεται δε η δικαστική δαπάνη μειωμένη διότι στην υπόθεση αυτή ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο Αλεξάνδρα Μάνου, που υπηρετεί στον αναιρεσείοντα και όχι από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ώστε να έχουν εφαρμογή τα άρθρα 19 § 4 του Ν. 3170/2003 και 22 § 3 του Ν. 3693/1957, περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης (ΑΠ 104/2025, ΑΠ 64/2025, ΑΠ 62/2025, ΑΠ 57/2025), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, δεν γίνεται λόγος περί της, κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ, εισαγωγής του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, διότι ο αναιρεσείων, κατά τα άρθρα 19 § 4 του Ν. 3170/2003 και 19 § 1 του Ν.Δ. της 26-6/10-7-1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", σε συνδυασμό με άρθρο 36 ΠΔ 28/1931 (ΦΕΚ Α' 239/1931), απαλλάσσεται από την καταβολή του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-7-2023 αίτηση του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ" (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.) για αναίρεση της υπ' αριθ. 1579/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ