Legislator Case Law & Legislation
64/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court ruling on validity of debt assignment notification failure.

Case Number 64/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the appeal filed by Baxter Hellas against the final judgment of the Ioannina Court of Appeal. The core dispute involved the validity of a debt assignment where the assignee failed to notify the Public General Hospital of Ioannina and the relevant authorities. The Court ruled that the lower court incorrectly limited the right to challenge the assignment's invalidity solely to the assignee, whereas the law grants this right to any third party with a legal interest, including the creditor subject to compulsory seizure. Consequently, the appeal was allowed, the lower judgment was annulled, and the case was remitted for retrial before a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 53(2) of Law 496/1974; The invalidity of a debt assignment due to failure of cumulative notification is absolute and may be challenged by any third party with a legal interest, not exclusively by the assignee.

Keywords

AI generated
debt assignment validity cumulative notification requirement third party legal interest compulsory seizure annulment of judgment remittal for retrial civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 53(2) of Law 496/1974
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 80, 81(3) and 558 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 64 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 64/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "BAXTER HELLAS ΕΠΕ", που εδρεύει στο Νέο Ηράκλειο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρίστο Φίλιο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ", το οποίο εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ FACTORS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ" και διακριτικό τίτλο "ΕΘΝΙΚΗ FACTORS Α.Ε.", που εδρεύει στον Δήμο Αθηναίων και εκπροσωπείται νόμιμα. Το πρώτο αναιρεσίβλητο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λιούμα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευφροσύνη Σύρμου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2013 ανακοπή και την από 20-1-2014 ανακοίνωση δίκης της ήδη αναιρεσείουσας και την από 5-2-2015 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη δεύτερης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 243/2018 που κήρυξε αναρμόδιο καθ' ύλη το Δικαστήριο αυτό και και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο καθ' ύλη και κατά τόπο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, 15/2020 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και 213/2022 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-2-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 13.2.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων και κατά τη τακτική διαδικασία εκδοθείσα, με αριθμό 213/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 81 παρ.3 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος, ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο ( ΑΠ 4/2020, ΑΠ 569/2013, ΑΠ 1049/2010). Πάντως, αν η αναίρεση του καθού η παρέμβαση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβάντος δεν ιδρύει απαράδεκτο ( ΑΠ 4/2020, ΑΠ 569/2013, ΑΠ 880/2003) και εκτιμάται ως κλήση κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως (ΑΠ 4/2020, ΑΠ 1295/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση η αίτηση αναιρέσεως της ανακόπτουσας εταιρείας απευθύνεται κατά του καθού η ανακοπή ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων", αλλά και κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "FACTORS Ανώνυμη Εταιρεία Πρακτορείας Επιχειρηματικών Απαιτήσεων", (δεύτερης αναιρεσίβλητης) η οποία άσκησε πρόσθετη παρέμβαση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο υπέρ του καθού η ανακοπή (ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων) ΝΠΔΔ. Ωστόσο, εφόσον πρόκειται περί απλής και όχι αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και οι λόγοι της αναίρεσης δεν αφορούν την πρόσθετη παρέμβαση, η απευθυνόμενη κατά της ανωτέρω δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας αναίρεση, κατά τα αναφερόμενα στην άνω νομική σκέψη, δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτη, αλλά εκτιμάται ως κλήση κατά τη συζήτηση της αίτησης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκειμένου η ως άνω αναιρεσίβλητη να ενημερωθεί για την εξέλιξη της δίκης, στην οποία (δίκη της αναίρεσης) η τελευταία νομίμως παρίσταται, ζητώντας να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στη δικαστική της δαπάνη.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 53 παρ.1 και 2 του Ν.Δ. 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου", ειδικά για την αναγγελία εκχώρησης απαιτήσεων κατά των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζεται ότι "1. Διά πάσαν κατάσχεσιν χρηματικής απαιτήσεως εις χείρας του Ν.Π. (νομικού προσώπου) ως τρίτου, το κατασχετήριον ως και η αναγγελία επί εκχωρήσεως χρηματικής απαιτήσεως κατά του ν.π.

κοινοποιούνται εις την (1) αρμοδίαν διά την πληρωμήν υπηρεσίαν του ν.π. και εις το (2) αρμόδιον διά την αναγνώρισιν της δαπάνης όργανον αυτού. Το κατασχετήριον κοινοποιείται εις (3) το Δημόσιον Ταμείον εις ό υπάγονται φορολογικώς ο καθ` ού η κατάσχεσις και εις την (4) αρμοδίαν διά την εκκαθάρισιν και εντολήν πληρωμής της δαπάνης.

Υπηρεσίαν εντός δέκα πέντε ημερών από της επιδόσεώς του εις την αρμοδίαν διά την πληρωμήν Υπηρεσίαν. 2. Πάσα κατάσχεσις ή εκχώρησις, διά την οποίαν δεν ετηρήθησαν αι ως άνω διατάξεις, είναι άκυρος".Το ίδιο ν.δ. ορίζει στο άρθρο 12 παρ.1 ότι "το διοικούν το Ν.Π.Δ.Δ. συλλογικόν όργανον, ως κύριος διατάκτης αυτού, διαθέτει τας αναγραφομένας εν τω προϋπολογισμώ πιστώσεις, ας δύναται να μεταβιβάζει δι' επιτροπικών ενταλμάτων εις έτερα όργανα εγκρίσεως δαπανών (δευτερεύοντας διατάκτας)" και στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ.

α' ότι "τα έξοδα των νομικών προσώπων αναγνωρίζονται και εκκαθαρίζονται υπό των αρμοδίων οργάνων, βάσει των υπό των κειμένων διατάξεων προβλεπομένων δι' έκαστον Ν.Π. ή είδος δαπάνης δικαιολογητικών, των αποδεικνυόντων την κατ` αυτήν απαίτησιν, δυναμένων να συμπληρωθούν και δι' ετέρων στοιχείων, καθοριζόμενων δι' αποφάσεως του διοικούντος ταύτα οργάνου".

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι προκειμένου για σύμβαση ενεχύρασης χρηματικής απαίτησης τρίτου κατά νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπέρ Τράπεζας, που συνεπάγεται την εκ του νόμου εκχώρησή της, απαιτείται, για το έγκυρο αυτής, να κοινοποιηθεί η σχετική αναγγελία στην αρμόδια για την πληρωμή ειδική υπηρεσιακή μονάδα (ταμειακή/οικονομική υπηρεσία) του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου καθώς και (σωρευτικώς) στο αρμόδιο για την αναγνώριση της δαπάνης όργανο αυτού.

Στην περίπτωση που δεν γίνουν αυτές οι κοινοποιήσεις (σωρευτικώς), δεν επέρχεται το μεταβιβαστικό της απαίτησης αποτέλεσμα της σύμβασης εκχώρησης έναντι του οφειλέτη νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, δεδομένου ότι ρητά προβλέπεται με την τελευταία παράγραφο του άρθρου 53 του ν.δ 496/1974 ότι η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο γενόμενη αναγγελία είναι άκυρη. Η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη και μπορεί να προταθεί τόσο από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, όσο και από οποιονδήποτε τρίτο που έχει έννομο συμφέρον, ακόμη δε και να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 644/2023, ΑΠ 615/2022, ΑΠ 1394/2021, ΑΠ 422/2018, ΑΠ 1028/2018, ΑΠ 872/2014, ΑΠ 480/2006 ΣΤΕ 648/2023).

Εξάλλου, με το ν. 2881/2001 (Α' 37), ιδρύθηκαν ως ΝΠΔΔ τα Περιφερειακά Συστήματα Υγείας (ΠΕΣΥ), στα οποία υπήχθησαν τα Νοσοκομεία του ΕΣΥ ως αποκεντρωμένες και ανεξάρτητες υπηρεσιακές μονάδες αυτών, στο δε διοικητικό συμβούλιο εκάστου ΠΕΣΥ περιήλθαν όλες οι αρμοδιότητες των διοικητικών συμβουλίων και των προέδρων των υπαχθέντων Νοσοκομείων (άρθρο 1 παρ. 7).

Στη συνέχεια, με το άρθρο 7 του ν. 3329/2005 καταργήθηκαν τα ΠΕΣΥ και τα Νοσοκομεία μετατράπηκαν εκ νέου σε ΝΠΔΔ. Κατά το άρθρο 42 παρ. 5 του νόμου αυτού, η κατάρτιση και εκτέλεση του προϋπολογισμού τους καθώς και η αναγνώριση, εκκαθάριση και εντολή πληρωμής των δαπανών τους διέπονται από τις διατάξεις του ανωτέρω ν.δ/τος περί λογιστικού ΝΠΔΔ.

Κατά το ίδιο ως άνω άρθρο 7, όπως ήδη ισχύει, όργανα διοίκησης των νοσοκομείων είναι το διοικητικό συμβούλιο και ο διοικητής ο οποίος προεδρεύει του ΔΣ, προΐσταται όλων των υπηρεσιών του νοσοκομείου, έχει την ευθύνη της οργάνωσης, του συντονισμού και του ελέγχου αυτών, παρακολουθεί και ελέγχει σε μηνιαία βάση την ορθή εκτέλεση του προϋπολογισμού και την εν γένει οικονομική λειτουργία του φορέα του, εκπροσωπεί το Νοσοκομείο δικαστικώς και εξωδίκως και έναντι τρίτων καθώς, επίσης, είναι ο κύριος διατάκτης για κάθε είδους πληρωμή δαπανών, που ενεργείται στο πλαίσιο της τακτικής διαχείρισης και λειτουργίας του Νοσοκομείου.

Επίσης, όλα τα Νοσοκομεία οργανώνονται και λειτουργούν σύμφωνα με τον οργανισμό τους και απαρτίζονται μεταξύ άλλων και από τη Διοικητική-Οικονομική Υπηρεσία (αρθρ.6 ν. 2889/2001), η οποία, κατά το άρθρο 8 του ΠΔ/τος 87/1986 (Α' 32) αποτελεί Διεύθυνση. Σύμφωνα δε, με την Υ4α/Οικ.112165/10.12.2012 Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β' 3285) "Οργανισμός του Γενικού Νοσοκομείου ...", που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, το τμήμα Διοικητικού της Οικονομικής του Υπηρεσίας είναι υπεύθυνο, μεταξύ άλλων, για την διαχείριση των χρημάτων του, την σύνταξη οικονομικού σχεδιασμού- προϋπολογισμού και για τις πάσης φύσεως οικονομικές συναλλαγές με ασφαλιστικούς οργανισμούς, τράπεζες, προμηθευτές κ.λπ.

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι προκειμένου για σύμβαση ενεχύρασης ονομαστικής χρηματικής απαίτησης τρίτου κατά νοσοκομείου του ΕΣΥ, συνεπαγόμενης εκ του νόμου την εκχώρησή της, απαιτείται για το έγκυρο αυτής, να κοινοποιηθεί η σχετική αναγγελία, σωρευτικά: α) στο Διοικητή και Πρόεδρο του Δ.Σ του Νοσοκομείου, ο οποίος είναι το κατά νόμο αρμόδιο όργανο για την αναγνώριση της δαπάνης και β) στη Διοικητική-Οικονομική Υπηρεσία του Νοσοκομείου, στην οποία ανήκει η εκτέλεση της δαπάνης.

Σε περίπτωση που δεν πραγματοποιηθούν σωρευτικά οι ανωτέρω κοινοποιήσεις, δεν επέρχεται το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της σύμβασης εκχώρησης. Σύμφωνα δε, με την Α3β/Οικ.19298/15.1.1987 ΥΑ (ΦΕΚ Β'18) "Αναμόρφωση Οργανισμού του Νοσοκομείου Ιωαννίνων" που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι αυτό της αναγγελίας της εκχώρησης, το Οικονομικό Τμήμα της Οικονομικής του Υπηρεσίας είναι υπεύθυνο, μεταξύ άλλων για τη διαχείριση των χρημάτων του, την σύνταξη οικονομικού σχεδιασμού προϋπολογισμού και για τις πάσης φύσεως οικονομικές συναλλαγές με ασφαλιστικούς οργανισμούς, τράπεζες, προμήθειες κλπ. (ΑΠ 644/2023).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 836/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 10.9.2013 ανακοπή της, κατ' άρθρο 986 ΚΠολΔ, ισχυρίστηκε, ότι επέβαλε στις 8.7.2013 κατάσχεση εις χείρας του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ "ΠΓΝ Ιωαννίνων", για απαίτησή της ύψους 21.301.745,62 ευρώ, κατά της οφειλέτιδός της εταιρείας "DIOPHAR EΠΕ" (μη διαδίκου εν προκειμένω) για την οποία το πρώτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ προέβη ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, σε ανακριβή αρνητική δήλωση, ισχυρισθέν, ότι η απαίτηση ύψους 228.987,14 ευρώ που η εταιρεία "DIOPHAR ΕΠΕ" οφειλέτης της αναιρεσείουσας, διατηρεί κατ' αυτού, από τίμημα πώλησης φαρμακευτικών ειδών, είχε εκχωρηθεί προ της κατασχέσεως, στην δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρεία, δυνάμει της από 24.5.2011 σύμβασης εκχώρησης.

Επικαλούμενη δε, ματαίωση της ικανοποίησής της εξ αιτίας της ανακρίβειας της δηλώσεως, οφειλομένης στην ακυρότητα της γενομένης εκχώρησης, ζήτησε να αναγνωρισθεί η ανακρίβεια της δηλώσεως και σωρευτικώς, να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ στην καταβολή του ποσού των 228.987,14 ευρώ νομιμοτόκως από της επιδόσεως του κατασχετηρίου εγγράφου.

Η αναιρεσείουσα άσκησε την από 20.1.2014 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε άσκηση παρέμβασης την δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, ως δικαιούχο της εν λόγω απαίτησης, η δε τελευταία άσκησε την από 5.2.2016 πρόσθετη παρέμβαση της, αιτούμενη να απορριφθεί η ανακοπή. Μετά συνεκδίκαση των ανωτέρω δικογράφων (ανακοπής και προσεπίκλησης και πρόσθετης παρέμβασης) εκδόθηκε η με αριθμό 243/2018, παραπεμπτική, λόγω καθύλην αναρμοδιότητος, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, και ακολούθως η με αριθμό 15/2020 οριστική απόφαση του αρμοδίου καθύλην Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η οποία δέχθηκε την πρόσθετο παρέμβαση και απέρριψε την ανακοπή.

Μετά από την από 3.2.2020 έφεση της ηττηθείσας εκκαλούσας, ήδη αναιρεσείουσας εκδόθηκε η με αριθμό 213/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων (προσβαλλομένη), η οποία απέρριψε την έφεση, διαλαμβάνοντας κατ' επιτρεπτή επισκόπησή της, τις εξής παραδοχές: "Στη προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο ανακοπής που επαναφέρεται με τον πρώτο και δεύτερο λόγο έφεσης, οι οποίοι συνέχονται και πρέπει να εκτιμηθούν ενιαία, η εκκαλούσα παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απέρριψε ως μη νόμιμο το λόγο αυτό, διότι η γενομένη εκχώρηση της κατασχεθείσας εις χείρας του καθού η ανακοπή χρηματικής απαίτησης της οφειλέτριας εταιρείας στην προσθέτως παρεμβαίνουσα τυγχάνει απολύτως άκυρη και ουδέν μεταβιβαστικό της απαίτησης αποτέλεσμα επέφερε, αφού δεν τηρήθηκαν οι κατά τη διάταξη του άρθρου 53 του ν.δ. 496/1974 διατυπώσεις, ως προς την αναγγελία της εκχώρησης, ώστε η ανακοπτομένη δήλωση τρίτου τυγχάνει ανακριβής.

Ο συγκεκριμένος λόγος τυγχάνει απορριπτέος, ως μη νόμιμος, καθόσον σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η ακυρότητα λόγω μη τήρησης των κατ' άρθρο 53 του ν.δ. 496/1974 διατυπώσεων (επιδόσεων) ως προς την αναγγελία της εκχώρησης της απαίτησης της οφειλέτριας εταιρείας στην προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία κατά του καθού η ανακοπή ΝΠΔΔ -πρώτου εφεσιβλήτου καθιερώνεται μόνο ως προς το τελευταίο, το οποίο και δικαιούται αποκλειστικά σε προβολή του σχετικού λόγου ακυρότητας, όχι όμως και η εκκαλούσα εταιρεία, υπέρ της οποίας δεν έχει ταχθεί συγκεκριμένη ακυρότητα.

Σε κάθε περίπτωση με την ανακοπτόμενη δήλωση, στην οποία κατά τους ισχυρισμούς της εκκαλούσας δηλώθηκε ότι κατά το χρόνο επίδοσης του κατασχετηρίου είχε ήδη εκχωρηθεί η κατασχεθείσα χρηματική απαίτηση δυνάμει της από 24.5.2011 έγγραφης σύμβασης πρακτορείας χρηματικών απαιτήσεων (factoring), αναγγελθείσα στις 7.6.2011, το πρώτο εφεσίβλητο-καθού η ανακοπή ΝΠΔΔ δέχεται ως έγκυρη την γενόμενη εκχώρηση παραιτούμενο έτσι από τυχόν ακυρότητά της, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, ώστε ως προς την εκκαλούσα η σύμβαση εκχώρησης είναι καθόλα νόμιμη και έγκυρη επιφέροντας μεταβίβαση της χρηματικής απαίτησης, και ως εκ τούτου κατά το χρόνο επιβολής της κατάσχεσης (8.7.2013) η κατασχεθείσα χρηματική απαίτηση είχε ήδη εκφύγει της περιουσίας της οφειλέτριας εταιρείας, ώστε η ανακοπτομένη αρνητική δήλωση του πρώτου εφεσιβλήτου, τυγχάνει ακριβής.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε με την εκκαλουμένη. ότι η ακυρότητα λόγω μη τήρησης των κατ' άρθρο 53 του ν.δ. 496/1974 διατυπώσεων (επιδόσεων) ως προς την αναγγελία της εκχώρησης της απαίτησης της οφειλέτριας εταιρείας είναι σχετική και η δήλωση ακριβής και απέρριψε την ανακοπή, δεν έσφαλε περί την εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτομένων των περί αντιθέτων προβαλλομένων πρώτου και δεύτερου λόγων έφεσης".

Με αυτά που έκρινε το Εφετείο παραβίασε με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή την διάταξη του άρθρου 53 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974 προσδίδοντας σ'αυτή έννοια διαφορετική από την αληθινή, καθόσον δέχθηκε ότι την καθιερούμενη στη παραπάνω διάταξη ακυρότητα της αναγγελίας εκχώρησης απαίτησης, εξ αιτίας μη κοινοποίησής της σωρευτικά: 1) στον Διοικητή και Πρόεδρο του ΔΣ του Νοσοκομείου και (2) στην Διοικητική-Οικονομική Υπηρεσία του Νοσοκομείου, δικαιούται να την επικαλεσθεί μόνον το ΝΠΔΔ υπέρ του οποίου και μόνον αυτή έχει ταχθεί και συνακόλουθα, αυτό μόνον δικαιούται να προσβάλει την γενομένη εκχώρηση ως άκυρη.

Τούτο διότι κατά την αληθή έννοια της διατάξεως, η ακυρότητα αυτή είναι απόλυτη, δυνάμενη να προταθεί τόσο από το ΝΠΔΔ όσο και από οποιονδήποτε τρίτο που έχει έννομο συμφέρον, όπως στη προκειμένη περίπτωση, από την επιβαλούσα αναγκαστική κατάσχεση αναιρεσείουσα, εις χείρας του ΝΠΔΔ "ΠΓΝ Ιωαννίνων", ως τρίτης, η οποία με την ένδικη ανακοπή της προσέβαλε την από 16.7.2013 δήλωση του τελευταίου ως ανακριβή, λόγω μη συντέλεσης των κοινοποιήσεων που σωρευτικώς επιτάσσει η υπόψη διάταξη.

Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ευθεία παράβαση της παραπάνω διάταξης είναι βάσιμος. Σημειώνεται, ότι η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης, ότι σε κάθε περίπτωση, συνέτρεξε αναγνώριση της εγκυρότητας της γενομένης εκχώρησης εκ μέρους του ΠΓΝ Ιωαννίνων, ως καθόλα έγκυρης, δεν στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλομένης, καθόσον αυτή προϋποθέτει την νομοθετική πρόβλεψη σχετικής ακυρότητος υπέρ του ως άνω νοσοκομείου, η οποία όμως δεν υφίσταται.

Συνεπώς προς τα ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναίρεσης που δεν περιέχει άλλο λόγο, πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές, εκτός αυτών που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω δε, να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στην ίδια, και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ λόγω της ήττας του (αρθ. 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, όχι όμως μειωμένης, δεδομένου ότι αυτό, ως ΝΠΔΔ έχει μεν τα προνόμια ατελειών και απαλλαγών του Δημοσίου, η νομική του όμως υπηρεσία δεν ασκείται από το ΝΣΚ, ώστε να μην έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης (ΑΠ 300/2022, ΑΠ 62/2019, ΑΠ 1492/2017) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 213/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του παραπάνω Δικαστηρίου, αποτελούμενου από άλλους Δικαστές.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ" στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ