Legislator Case Law & Legislation
791/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on traffic accident case for lack of admissible grounds and factual error.

Case Number 791/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed against a final judgment in a traffic accident case involving multiple parties. The appellants argued the lower court failed to consider their claims regarding exclusive liability, but the court found these claims had already been addressed and rejected by the appellate court. Consequently, the appeal was deemed inadmissible as it lacked substantive grounds, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8), 577(1) & 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court explicitly or implicitly rejected the appellant's arguments by accepting contrary facts as proven.

Keywords

AI generated
traffic accident liability appeal admissibility evaluation of evidence legal costs Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 791 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 791/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) H. R. (Χ. Ρ.) χας του H. A. (Χ. Α.), κατοίκου ... και προσωρινά και κατά διαστήματα διαμένουσας στον ..., 2) H. E. (Χ. Έ.) του A. (Α.), 3) H. E. (Χ. Ε.) του A. (Α.), 4) H. A. του P., 5) H. P. του P., 6) H. M. του P., 7) H. A. του P., 8) H. A. του P. και 9) V. L. του A., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παπαπέτρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ. του Π., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ Δ.Χ. ΜΕΤΟΧΩΝ ΚΤΕΛ Ν. ΑΤΤΙΚΗΣ ΑΜΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Καλπούζο, ο 3ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αθανασόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ ο 1ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-7-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 553/2015 μη οριστική και 436/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 343/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-11-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και οι 2η και 3ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 29.11.2019 (αριθ. εκθ. καταθ. 62/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθμ 343/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες υπ` αριθμ. 10.483β/19-6-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Ι. Τ. προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από 29.11.2019 αίτησης για αναίρεση της προαναφερόμενης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 16.4.2021 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τους αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν την συζήτηση, στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων. Κατά την εν λόγω δικάσιμο της 16.4.21 η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των εκτάκτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊου COVID-19, οπότε ορίσθηκε αυτεπαγγέλτως με την από 14.5.21 πράξη της προέδρου του Δ τμήματος ως νέα ημέρα συζήτησης της υπόθεσης η προκείμενη (4.2.22), της εγγραφής της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύουσας ως κλήτευσης όλων των διαδίκων, κατ'άρθρο 83 παρ. 2 Ν. 4790/2021. Ο εν λόγω, όμως, αναιρεσίβλητος, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκε, ούτε έλαβε μέρος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο στην συζήτηση αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο.

Συνεπώς, παρά την απουσία του, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υπόθεσης (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).

Η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων: με την από 16-7-2015 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, οι αναιρεσείοντες ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι τους οφείλουν, καθένας τους εις ολόκληρον, νομιμότοκα, τα ειδικότερον αναφερόμενα ποσά ως αποζημίωσή τους και χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, από τη θανάτωση συγγενούς τους σε τροχαίο ατύχημα, οφειλόμενο, κατά τους ισχυρισμούς τους, σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εξ αυτών, οδηγού λεωφορείου, ιδιοκτησίας της δεύτερης, ασφαλισμένο στο τρίτο.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 553/2015 μη οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης μέχρι την έκδοση απόφασης από το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, επί αντιθέτων εφέσεων κατά της υπ'αριθμ. 3264/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί επί αγωγής και ανταγωγής των ιδιοκτητών των εμπλεκομένων οχημάτων.

Μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1783/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εξεδόθη η υπ' αριθμ. 436/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία απέρριψε την ένδικη αγωγή, κρίνοντας τον θανόντα ως αποκλειστικό υπαίτιο του τροχαίου ατυχήματος. Στη συνέχεια επί της από 29-9-2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 247/2-10-2017 έφεσης των αναιρεσειόντων, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 343/25-7-2019 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτή κατ'ουσίαν.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ. προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας.

Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 του Α.Κ., υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική καλή πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. Η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 408/2016, ΑΠ 1672/2012, ΑΠ 2182/2009).

Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλομένη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 532/2018, ΑΠ 892/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, ως προς το ζήτημα των συνθηκών του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Την 12-9-2010 και περί ώρα 04:00 το με αριθμ. κυκλοφορίας ... Δ.Χ. λεωφορείο, ιδιοκτησίας της δεύτερης των εναγομένων και ήδη δεύτερης των εφεσιβλήτων ανώνυμης μεταφορικής εταιρίας, με την επωνυμία "..." και οδηγούμενο από τον προστηθέντα από αυτή στην οδήγησή του επαγγελματία οδηγό πρώτο των εναγομένων και ήδη πρώτο των εφεσιβλήτων, Ι.

Κ. του Π., κινούνταν στη Νέα Εθνική Οδό Αθηνών - Θεσσαλονίκης με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη, εκτελώντας σχετικό δρομολόγιο μεταφοράς επιβατών. Η ως άνω Εθνική Οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας στο ρεύμα κατεύθυνσης προς Θεσσαλονίκη, πλάτους 3,85 μέτρων έκαστης και λωρίδα έκτακτης ανάγκης (Λ.Ε.Α.) στη δεξιά πλευρά, πλάτους 2,40 μέτρων, στην οποία εφάπτεται αυλάκι ροής υδάτων, πλάτους ενός μέτρου και πέραν αυτού υπάρχουν σιδερένια κιγκλιδώματα.

Στο ύψος του 324ου χλμ της, η ανωτέρω οδός είναι ευθεία. Κατά τη συγκεκριμένη ώρα (4.00'), η άσφαλτος ήταν υγρή, υπήρχε πλήρες σκοτάδι, δεδομένου ότι στο σημείο δεν υπάρχει τεχνητός φωτισμός, οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, υπήρχε ορατότητα χωρίς περιορισμό και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας για τα κινούμενα στο συγκεκριμένο σημείο οχήματα, ανέρχεται σε 80 χλμ/ώρα για τα λεωφορεία και σε ΙΟΟχλμ/ώρα για τα λοιπά οχήματα.

Προσεγγίζοντας στο ύψος του 324ου χλμ της ως άνω οδού, το διώροφο λεωφορείο κινούνταν στην πρώτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με ταχύτητα μεγαλύτερη μεν της επιτρεπόμενης, μη υπερβαίνουσα, όμως, τα 93 χλμ/ώρα (βλ.κατάθεση μάρτυρα απόδειξης, Π. Σ.). Το ως άνω λεωφορείο κινούνταν στη μέση περίπου της λωρίδας κυκλοφορίας του, απέχοντας περίπου 70 εκατοστά από διαχωριστική γραμμή με την Λ.Ε.Α., λαμβάνοντας υπόψη ότι το πλάτος της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας ανέρχεται σε 3,85 μέτρα, το δε πλάτος του λεωφορείου είναι 2,40 μέτρα (βλ.

σχεδιάγραμμα αστυνομικών οργάνων, που επιλήφθησαν του ατυχήματος, καθώς και προσκομιζόμενες φωτογραφίες). Την ίδια χρονική στιγμή, το με αριθμό κυκλ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο (αγροτικό), φορτωμένο με οικοδομικά υλικά και οδηγούμενο από τον H. A. του P., είχε ακινητοποιηθεί, με αναμμένα τα φώτα θέσης, στη λωρίδα έκτακτης ανάγκης της κατεύθυνσης του λεωφορείου και σε απόσταση 20 περίπου εκατοστών από την διαχωριστική γραμμή με τη λωρίδα κυκλοφορίας (βλ.

φωτογραφίες και σχεδιάγραμμα τροχαίας). Κατά το χρόνο, που το λεωφορείο πλησίαζε το ακινητοποιημένο ΙΧΦ αυτοκίνητο, ο οδηγός αυτού άνοιξε την πόρτα του, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι από την ενέργειά του αυτή δεν προκαλείται κίνδυνος στους χρήστες της οδού και εξήλθε από όχημά του στο οδόστρωμα, προκειμένου να ελέγξει την κατάσταση του μεταφερόμενου φορτίου (βλ.

την ένορκη κατάθεση, προανακριτικά, του συνοδηγού K. G.). Αποτέλεσμα της πιο πάνω αμελούς οδηγικής συμπεριφοράς του οδηγού του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου ήταν ότι τόσο ο οδηγός H. A. του P. όσο και η πόρτα του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, μήκους περίπου ενός (1) μέτρου λόγω ακριβώς του πλήρους ανοίγματος της και της προεκτάσεώς της (βλ.

σχετικά την κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα απόδειξης, που συνέταξε και την αναφερόμενη ανωτέρω τεχνική έκθεση) να εισέλθει κατά 0,80 εκατοστά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και να παρεμβληθεί στην πορεία του λεωφορείου, το οποίο προσέκρουσε με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά του στην ήδη ανοιγείσα αριστερή πόρτα του φορτηγού, παρασύροντας τον ευρισκόμενο επί του οδοστρώματος οδηγό του φορτηγού και επιφέροντας το θανάσιμο τραυματισμό του.

Ειδικότερα, ο ανωτέρω οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου, εκτινάχθηκε σε απόσταση 3,50 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης και κατέληξε στο δεξιό άκρο της λωρίδας έκτακτης ανάγκης, μέρος δε του σώματός του εισήλθε και στο εφαπτόμενο με την ΛΕΑ αυλάκι νερού. Στη συνέχεια, το λεωφορείο, λόγω της λοξής προς τα αριστερά αποφευκτικής κίνησής του, κτύπησε με την οπίσθια αριστερή γωνία του (γωνία πίσω προφυλακτήρα) στην πίσω αριστερή γωνία του φορτηγού αυτοκινήτου και ακινητοποιήθηκε, εν τέλει, στη λωρίδα έκτακτης ανάγκης, σε απόσταση 180 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης.

Το λεωφορείο δεν έβαινε "ιππαστί" της υφιστάμενης διαχωριστικής γραμμής μεταξύ της λωρίδας κυκλοφορίας του και της ΑΕΑ, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες - εκκαλούντες. Στο παραπάνω συμπέρασμα άγεται το δικαστήριο από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα των αστυνομικών οργάνων, σύμφωνα με το οποίο το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων βρίσκεται εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, καθώς και από τα εντοπισθέντα θραύσματα γυαλιών και πλαστικών.

Επιπλέον, εάν το διώροφο λεωφορείο έβαινε, πράγματι, "ιππαστί" της ως άνω διαχωριστικής γραμμής, τότε οι βλάβες στο οπίσθιο τμήμα του ακινητοποιημένου φορτηγού αυτοκινήτου θα ήταν σαφώς πολύ μεγαλύτερες, αφού αυτό θα αποτελούσε το πρώτο σημείο σύγκρουσης των οχημάτων. Επιπλέον, αν το λεωφορείο προσέκρουε αρχικά στην πίσω αριστερή γωνία του ΙΧΦ αυτοκινήτου και ακολούθως στην ανοιχτή πόρτα του οδηγού, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες - εκκαλούντες, τότε το φορτηγό θα έπρεπε, λόγω της μεγάλης διαφοράς μεταξύ του όγκου των δύο οχημάτων, να μετακινηθεί προς τα μπροστά, πράγμα που δεν συνέβη εν προκειμένω.

Εξάλλου, η υπέρβαση του νομίμου ορίου ταχύτητας του λεωφορείου, κατά τα ανωτέρω, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, διότι λόγω του πλήρους σκότους που επικρατούσε στο σημείο του ατυχήματος, σε συνδυασμό με το αιφνίδιο άνοιγμα της πόρτας του ΙΧΦ αυτοκινήτου, ενώ το λεωφορείο βρισκόταν σε απόσταση δεκαπέντε περίπου μέτρων από το φορτηγό, της εισόδου της πόρτας κατά 80 περίπου εκατοστά εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, καθώς και της καθόδου του οδηγού του φορτηγού στο οδόστρωμα της δεξιάς λωρίδας, τα ατύχημα θα συνέβαινε και αν ακόμη το λεωφορείο έβαινε με ταχύτητα 80 χλμ/ώρα, ίση δηλαδή με το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ή και μικρότερη.

Ούτε, επιπλέον, ευσταθεί ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η πόρτα του οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου ήταν μισάνοιχτη και το λεωφορείο προσέκρουσε στην εξωτερική πλευρά αυτής (όπως υποστηρίζει και ο τεχνικός σύμβουλος, Π. Σ., που συνέταξε την προαναφερόμενη τεχνική έκθεση), διότι σε μια τέτοια περίπτωση ο θανών δεν θα είχε προλάβει να εξέλθει του οχήματός του και να παρασυρθεί από το διερχόμενο λεωφορείο, προκαλώντας μάλιστα, με το σώμα του, θραύση του παρμπρίζ αυτού.

Οι δε εκδορές κατά μήκος της δεξιάς πλευράς του λεωφορείου και κατά μήκος της εμπρόσθιας αριστερής πλευράς του φορτηγού οφείλονται στον, κατά τα ανωτέρω, αποφευκτικό ελιγμό του λεωφορείου αμέσως μετά την πρόσκρουση αυτού στον οδηγό και την αριστερή πόρτα του φορτηγού με την εμπρόσθια δεξιά γωνία του λεωφορείου, συνεπεία της οποίας το λεωφορείο χτύπησε με την οπίσθια δεξιά γωνία του (γωνία προφυλακτήρα) στην πίσω αριστερή γωνία του ΙΧΦ αυτοκινήτου (βλ.

προσκομιζόμενες φωτογραφίες). Τα παραπάνω δεν αναιρούνται και από τις προανακριτικές καταθέσεις των επιβατών του λεωφορείου, οι περισσότεροι των οποίων βεβαιώνουν ότι αντιλήφθηκαν ένα τράνταγμα - θόρυβο- σύρσιμο και ως εκ τούτου την εμπλοκή του λεωφορείου σε τροχαίο, χωρίς ειδικότερες αναφορές σε αυτό.

Με βάση τα παραπάνω, το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος, οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου, ο οποίος δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός υπό τις ίδιες συνθήκες (άρθρο 330 εδ. β ΑΚ). Ειδικότερα, αυτός, αν και είχε σταθμεύσει προσωρινά το αυτοκίνητο, που οδηγούσε, εντός της λωρίδας έκτακτης ανάγκης με αναμμένα τα φώτα θέσης, πλησίον της διαχωριστικής γραμμής με την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, όπου έβαινε το λεωφορείο σύννομα, άνοιξε την πόρτα του οδηγού, η προέκταση της οποίας εισήλθε εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, και εξήλθε του οχήματος με αποτέλεσμα να εισέλθει και ο ίδιος στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του οδοστρώματος, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι από τις ενέργειές του δεν προκαλείται κίνδυνος για τους χρήστες της οδού και συγκεκριμένα για το κινούμενο σε μικρή απόσταση λεωφορείο, το οποίο, λόγω των φώτων πορείας του, ήταν ευχερώς αντιληπτό από τον οδηγό του ΙΧΦ αυτοκινήτου, κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1 και 30 παρ. 1 του ΚΟΚ, η οποία (παράβαση) συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού του Ι.Χ.Φ αυτοκινήτου και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και επάρκεια τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, την οποία επέδειξε ο ως άνω θανών, που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δεχόμενο ότι: α) Την 12-9-2010 και περί ώρα 04:00 το ΙΧΦ αυτοκίνητο (αγροτικό), οδηγούμενο από τον H.

A. του P., είχε ακινητοποιηθεί στο ύψος του 324ου χλμ της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών - Θεσσαλονίκης με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη, στη λωρίδα έκτακτης ανάγκης και σε απόσταση 20 περίπου εκατοστών από την διαχωριστική γραμμή με τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, β) Την ίδια ώρα το Δ.Χ. λεωφορείο, οδηγούμενο από τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, κινούνταν επί της αυτής ως άνω οδού και με την αυτή κατεύθυνση, με ταχύτητα μεγαλύτερη μεν της επιτρεπόμενης, μη υπερβαίνουσα, όμως, τα 93 χλμ/ώρα, και προσεγγίζοντας στο ύψος του 324ου χλμ της ως άνω οδού ήταν στη μέση περίπου της δεξιάς λωρίδας, απέχοντας περίπου 70 εκατοστά από τη διαχωριστική γραμμή με την Λ.Ε.Α, γ) Κατά το χρόνο, που το λεωφορείο πλησίαζε το ακινητοποιημένο ΙΧΦ αυτοκίνητο, και μόλις προ δεκαπέντε μέτρων από αυτό, ο οδηγός του αιφνιδίως άνοιξε πλήρως την μήκους ενός μέτρου πόρτα του, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι από την ενέργειά του αυτή δεν προκαλείται κίνδυνος στους χρήστες της οδού και εξήλθε από το όχημά του στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα της πιο πάνω αμελούς συμπεριφοράς του να εισέλθει τόσο ο ίδιος όσο και η πόρτα του Ι.Χ.Φ.

αυτοκινήτου, κατά 0,80 εκατοστά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και να παρεμβληθεί στην πορεία του λεωφορείου, το οποίο προσέκρουσε με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά του στη ανοιγείσα αριστερή πόρτα του φορτηγού, παρασύροντας τον ευρισκόμενο επί του οδοστρώματος οδηγό του φορτηγού και επιφέροντας το θανάσιμο τραυματισμό του, δ) το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων εντοπίζεται εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, σύμφωνα με το πρόχειρο σχεδιάγραμμα των αστυνομικών οργάνων, και τα εκεί εντοπισθέντα θραύσματα γυαλιών κα πλαστικών, και συνεπώς το λεωφορείο δεν έβαινε επί της υφιστάμενης διαχωριστικής γραμμής μεταξύ της λωρίδας κυκλοφορίας του και της ΛΕΑ, και ε) η υπέρβαση του νομίμου ορίου ταχύτητας του λεωφορείου δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, διότι λόγω του σκότους που επικρατούσε στο σημείο του ατυχήματος, σε συνδυασμό με το αιφνίδιο άνοιγμα της πόρτας του ΙΧΦ αυτοκινήτου, ενώ το λεωφορείο βρισκόταν σε απόσταση δεκαπέντε περίπου μέτρων από το φορτηγό, της εισόδου της πόρτας κατά 80 περίπου εκατοστά εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, καθώς και της καθόδου του οδηγού του φορτηγού στο οδόστρωμα της δεξιάς λωρίδας, τα ατύχημα θα συνέβαινε και αν ακόμη το λεωφορείο έβαινε με ταχύτητα 80 χλμ/ώρα, ίση δηλαδή με το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ή και μικρότερη.

Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή αμφισβητούνται οι παραπάνω παραδοχές αναφορικά με την θέση του δύο εμπλεκόμενων οχημάτων επί της οδού και την επίδραση της ταχύτητας του λεωφορείου με την σχετικώς αναπτυσσόμενη επιχειρηματολογία.

Τούτο δε, διότι οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως άνω ανεπάρκειες και αντιφάσεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθ' όσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Κατ' ακολουθίαν, οι συναφείς τρίτος, πρώτος, κατά το επικουρικό σκέλος του, δεύτερος, κατά το δεύτερο επικουρικό σκέλος του και τέταρτος, κατά το επικουρικό σκέλος του λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίσθηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη ποινικές αποφάσεις και συγκεκριμένα την υπ'αριθμ. 1148/30-10-2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και την υπ'αριθμ. 280/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Λάρισας, και με το πρώτο επικουρικό σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως επίσης από τον αριθμό 11 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας και ιδίως την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της τροχαίας, καθώς και την από 20-10-2010 γνωμοδότηση-τεχνική έκθεση ανάλυσης συνθηκών ατυχήματος του τεχνικού συμβούλου Π. Σ., που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα αφού έλαβε υπόψη "...την προσκομιζόμενη ιδιωτική γνωμοδότηση - τεχνική έκθεση ανάλυσης συνθηκών ατυχήματος (αρθ. 390 του ΚΠολΔ) του Π. Σ., τεχνικού συμβούλου τροχαίων ατυχημάτων, που προσκομίστηκε από τους ενάγοντες και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ δε των τελευταίων περιλαμβάνονται και τα δημόσια έγγραφα της προηγηθείσας ποινικής διαδικασίας, για μερικά από τα οποία (έγγραφα) γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να παραλειφθεί κανένα για τη διάγνωση της υπό κρίση διαφοράς, ...".

Από τη ρητή αυτή διαβεβαίωση του Εφετείου, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι τούτο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος τόσο τις εν λόγω ποινικές αποφάσεις, όσον και εν γένει τα έγγραφα της ποινικής διαδικασίας, μεταξύ των οποίων την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της τροχαίας, αλλά και την ιδιωτική γνωμοδότηση-τεχνική έκθεση ανάλυσης του Π.

Σ.. Επομένως, οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο αυτού κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που δεν επιδέχεται αναιρετικό έλεγχο (ΚΠολΔ 561 παρ.1).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 472/2016, 374/2017, 521/2019). Ως εκ τούτου, δεν είναι έγγραφα εκείνα που αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και οι εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων (ΑΠ 1155,1197/2011).

Επομένως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο δεύτερος λόγος της αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 20/10/2010 ιδιωτικής γνωμοδότησης - τεχνικής έκθεσης ανάλυσης του Π. Σ.. Είναι δε αβάσιμος καθόσον αφορά το σχεδιάγραμμα της τροχαίας ως προς το σημείο στάθμευσης του Ι.Χ.Φ αυτοκινήτου, διότι εκ του αναιρετηρίου προκύπτει, ότι η αποδιδόμενη στην απόφαση πλημμέλεια συνίσταται όχι σε διαγνωστικό λάθος, αλλά σε σφάλμα εκτιμήσεως του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου.

Περαιτέρω, κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της άνω διατάξεως, είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολομ.

ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Ο εκ του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/03 ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007), είτε ρητά, είτε εκ του πράγματος, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 229/14, 117/13), όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 1434/10).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο (κατά το πρώτο σκέλος του) εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την ακόλουθη αιτίαση, όπως εκτιμάται το αναιρετήριο από το Δικαστήριο τούτο: ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους νομίμως προταθέντες με την αγωγή και στη συνέχεια ως λόγους της έφεσης για κακή εκτίμηση των αποδείξεων ισχυρισμούς τους περί αποκλειστικής υπαιτιότητας για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος του οδηγού του λεωφορείου.

Ωστόσο, ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης (ως παραπάνω εκτίθεται), το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη τους προταθέντες ισχυρισμούς και τους απέρριψε κατ'ουσίαν, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τους συγκροτούν, δεχόμενο ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο θανών.

Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα των δεύτερης και τρίτου των αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκαν, εκπροσωπούμενοι από διαφορετικούς πληρεξουσίους δικηγόρους και εκ των οποίων η δεύτερη κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά τους, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29.11.2019 (αριθ. εκθ. καταθ. 62/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθμ 343/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των δεύτερης και τρίτου των αναιρεσίβλητων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ για την δεύτερη και χίλια οκτακόσια ευρώ (1800) για τον τρίτο.

Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που κατατέθηκε για την ως άνω αίτηση αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ