Supreme Court allows appeal against single judge ruling on radiation allowance eligibility for public servants. The court found the lower court erred in denying the full radiation allowance to the plaintiff's employees. The case was remanded for further examination by a different judge.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by a public legal entity against a single-judge decision of the Athens Court of First Instance. The lower court had incorrectly ruled that the plaintiff's employees, holding indefinite-term private contracts, were not entitled to the full radiation allowance reserved for researchers. The court determined this was a substantive error regarding the interpretation of the relevant radiation allowance provisions, necessitating a remand for further examination by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 564, 580 of the Code of Civil Procedure; The court must allow an appeal when the lower court erroneously denies a statutory benefit based on a misinterpretation of substantive law, remanding the case for retrial by a different judge.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 57 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 57/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια και Απόστολο Φωτόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "..., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Καλλιόπη Βλάμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Ζ. - Κ. του Δ., 2)Ε. Γ. του Ι., 3)Σ. Ξ. του Θ., 4)Δ. Π. του Χ., 5)Ε. Π. του Μ. - Γ., 6)Χ. Χ. του Π., 7)Δ. Α. του Ι., 8)Σ. Α. του Ν., 9)Π. Δ. του Σ., 10)Γ. Δ. του Δ., 11)Σ. Ζ. του Κ., 12)Β. Κ. του Α., 13)Μ. Κ. του Ι., 14)Δ. Κ. του Χ., 15)Γ. Κ. του Ε., 16)Γ. Κ. του Ι., 17)Μ.-Ι.Μ. του Φ., 18)Γ.Μ. του Κ., 19)Σ.Μ. του Φ., 20)Ε.Μ. του Ν., 21)Π. Ν. του Ι., 22)Π.Π. του Κ., 23)Α. Σ. του Ι., 24)Γ. Σ. του Κ., 25)Ι.Χ. του Δ., 26)Ε. Α. του Χ., 27)Χ.Γ. του Σ., 28)Ν.Γ. του Π., 29)Ι.Δ. του Δ., 30)Ε.Κ. του Γ., 31)Χ.Κ. του Δ., 32)Ν.Μ. του Ι., 33)Π. Μ. του Ν., 34)Π.Ν. του Ε., 35)Ε. Σ. του Α., 36)Κ. Σ. του Σ., 37)Ι.Τ. του Α., 38)Ε. Τ. του Ι., 39)Κ. Μ. του Γ., 40)Α.Π. του Ι., και 41)Σ.-Ε.Μ. του Σ., κατοίκων .... Όλοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δέσποινα Μεταξά, η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2021 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 11224/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 23-1-2024 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 23 Ιανουαρίου 2024 και με αριθ. κατάθ. 10268/18/2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 11224/1-11-2023 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης έφεσης κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθμό 38/2022 απόφασης του Ειρηνοδικείου .... Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ) εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 25-1-2024 πριν από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, (όπως αναφέρεται και στο αναιρετήριο και δεν αντιλέγουν οι αναιρεσίβλητοι), κατ 2019213485/2010 αγωγ'2017). η οποία δημοσιεύθηκε την 1-11-2023. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζεται ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και συνεπώς δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ` αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την αυτή ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.
Το ίδιο ισχύει και όταν η ειδική νομοθετική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό. Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, εφαρμόζεται από το δικαστήριο η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε ειδικά, και για εκείνη την κατηγορία που αδικαιολόγητα αποκλείσθηκε από την εφαρμογή της, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω συνταγματικής αρχής και κατά συνέπεια το δικαστήριο επιδικάζει τη παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα έχουν εξαιρεθεί, χωρίς η επιδίκαση αυτή να παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών που θεσπίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 26, 73 επ.
και 87 επ. του Συντάγματος (ΟλΑΠ 16/2015, ΟλΑΠ 3/2013). Αυτό δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 80 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος που δεν επιτρέπει την παροχή μισθού, σύνταξης, χορηγίας ή αμοιβής χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο, διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή ρύθμιση (ΑΠ 381/2019, ΑΠ 306/2011).
Ειδικότερη εκδήλωση της καθιερούμενης με την πιο πάνω διάταξη αρχής της ισότητας αποτελεί η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1β του ισχύοντος Συντάγματος που εφαρμόζεται επί μισθωτών που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΟλΑΠ 3/1997) και επιβάλλει στο νομοθέτη τη θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διάκρισης, εφόσον όμως αυτοί παρέχουν την ίδια ποιοτικά και ποσοτικά εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (ΟλΑΠ 13/2003, ΑΠ 381/2019, ΑΠ 968/2013).
Δεν συντρέχει όμως τέτοια περίπτωση επί συγκεκριμένης, βάσει διάταξης νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών που κατά τη σχετική ρύθμιση πρέπει να συγκεντρώνει ορισμένες ιδιότητες σε σχέση με άλλη κατηγορία μισθωτών που δεν συγκεντρώνουν τις ιδιότητες αυτές και οι οποίοι κατά συνέπεια απασχολούνται με διαφορετικούς όρους εργασίας (ΑΠ 381/2019, ΑΠ 357/2016).
Περαιτέρω, με την παρ. 4 του άρθρου 13 του Ν.Δ. 3891/1958 περί αναδιαρθρώσεως της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας [εφεξής Ε.Ε.Α.Ε.- (Α' 191] χορηγήθηκε για πρώτη φορά, σε όλο ανεξαιρέτως το προσωπικό της Ε.Ε.Α.Ε., αδιακρίτως κατηγορίας, το ασχολούμενο κατά την κρίση της Διοικούσας Επιτροπής σε επικίνδυνη ζώνη, ειδικό επίδομα επικίνδυνης εργασίας 24-40% επί των βασικών αποδοχών αυτού.
Ως ασχολούμενο σε ζώνη "υψηλού κινδύνου" προσωπικό κατά τη διάταξη αυτή θεωρήθηκε το εργαζόμενο στο Κέντρο Πυρηνικών Ερευνών "..." (Κ.Π.Ε. "Δ"), το οποίο έως το 1985 αποτελούσε διαρθρωμένη υπηρεσία της Ε.Ε.Α.Ε., σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Ν. 451/1968 περί αναδιοργανώσεως της Ε.Ε.Α.Ε. και το άρθρο 1 του Π.Δ. 940/1978 περί διοικητικής διαρθρώσεως της Ε.Ε.Α.Ε. (Α' 231).
Στη συνέχεια, το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του Ν.Δ. 4115/1960 και προβλέφθηκε ότι το ύψος του θα ανερχόταν σε 60% έως 80% επί του βασικού μισθού. Υπό το ανωτέρω νομοθετικό καθεστώς, εκδόθηκε η 4595/1961 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης, σύμφωνα με την οποία τα εν λόγω ποσοστά επιδόματος προσδιορίστηκαν ανά ζώνη απασχόλησης του προσωπικού.
Ακολούθως, από το έτος 1973 με την έναρξη ισχύος των Ειδικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας το επίδομα ραδιενέργειας επαναπροσδιορίστηκε σε ποσοστό 20-25-30% υπολογιζόμενο επί του συνόλου των τακτικών αποδοχών, συμπεριλαμβανομένων και των δώρων εορτών και επιδόματος αδείας. Μετά τη δημιουργία του Ε.Κ.Ε.Φ.Ε. "....", το επίδομα αυτό εξακολούθησε να χορηγείται, υπό την ονομασία "επίδομα ραδιενέργειας", στο προσωπικό του τελευταίου.
Ειδικότερα, στον ιδρυτικό του Ε.Κ.Ε.Φ.Ε. "..." νόμο 1514/1985 (Α' 13) και, συγκεκριμένα στο άρθρο 27 παρ. 6 και στο άρθρο 28 παρ. 4 εδ. δ', ορίστηκε ρητά ότι οι διατάξεις που προβλέπουν τη χορήγηση επιδομάτων ανθυγιεινής εργασίας λόγω ραδιενέργειας στο προσωπικό που υπηρετεί στο Κ.Π.Ε. που θα ενταχθεί στο Ε.Κ.Ε.Φ.Ε., διατηρούνται σε ισχύ, ενώ με το άρθρο 35 παρ. 2 του Π.Δ. 71/87 [Α' 43 (Οργανισμός του Ε.Κ.Ε.Φ.Ε.)] ρυθμίστηκε συγκεκριμένα ο τρόπος καταβολής του.
Ακολούθως, μετά την ψήφιση του ενιαίου μισθολογίου με το Ν. 1505/1984 και τη μονιμοποίηση του προσωπικού του Ε.Κ.Ε.Φ.Ε., με σχετικές υπουργικές αποφάσεις και το Ν. 1836/1989 προβλέφθηκε ότι οι εν λόγω υπάλληλοι αλλά και οι νεοπροσλαμβανόμενοι, εξακολουθούσαν να λαμβάνουν το επίδομα ραδιενέργειας χωρίς κανένα περιορισμό που προέκυπτε από το ενιαίο μισθολόγιο.
Με τη διάταξη δε της περιπτ. η' της παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν. 2470/1997, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 2 του άρθρου 27 του Ν. 3054/2002 (Α' 230), το επίδομα αυτό διατηρήθηκε και αναπροσαρμόσθηκε ως εξής: "Ειδικά το επίδομα ραδιενέργειας του προσωπικού του Εθνικού Κέντρου Έρευνας Φυσικών Επιστημών (Ε.Κ.Ε.Φ.Ε. "...") (...) ορίζεται, κατά ζώνη, ως εξής:
Ζώνη Α' διακόσια εξήντα τέσσερα και 12/100 ευρώ (264,12) €, Ζώνη Β' εκατόν σαράντα έξι και 74/100 ευρώ (146,74), € Ζώνη Γ' ογδόντα οκτώ και 4/100 ευρώ (88,04) €. ...", ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 10, το επίδομα αυτό καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους που δικαιολογείται η καταβολή του, η οποία θα βεβαιώνεται, κάθε μήνα, από τον οικείο προϊστάμενο (...) ".
Στη συνέχεια, με την περ. 16 του άρθρου 8 του Ν. 3205/2003 ορίσθηκε ότι: "Εκτός από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής επιδόματα κατά μήνα: (...) 16. Ειδικό επίδομα ραδιενέργειας του προσωπικού του Εθνικού Κέντρου Έρευνας Φυσικών Επιστημών (Ε.Κ.Ε.Φ.Ε.) "..." (...) οριζόμενο κατά ζώνη, ως εξής:
Ζώνη Α': διακόσια εξήντα τέσσερα ευρώ (264 €). Ζώνη Β': εκατόν σαράντα επτά ευρώ (147 €). Ζώνη Γ': ογδόντα οκτώ ευρώ (88 €)", ενώ όμοια ρύθμιση, με καταβολή των ίδιων ως άνω ποσών ανά ζώνη, προβλέφθηκε και στο άρθρο 38 παρ. 3 περ. ε' του Ν. 3205/2003, για τους ερευνητές και τους ειδικούς λειτουργικούς επιστήμονες. Με τα άρθρα 30 και 32 του Ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015" (Α' 226), με έναρξη ισχύος από 1-11-2011 καταργήθηκε το ανωτέρω επίδομα ραδιενέργειας στο προσωπικό του εναγόμενου, συνεχίστηκε, ωστόσο, δυνάμει της διάταξης της Υποπαραγράφου Γ. 1 της παραγράφου Γ περ. 22.3.ε του Ν.4093/2012 η καταβολή του ως άνω επιδόματος ραδιενέργειας του άρθρου 38 παρ. 3 περ.
ε' του Ν. 3205/2003, στους ερευνητές και στους ειδικούς λειτουργικούς επιστήμονες, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους που δικαιολογείται η καταβολή του, η οποία θα βεβαιώνεται, κάθε μήνα, από τον οικείο προϊστάμενο. Σε περίπτωση απομάκρυνσης των υπαλλήλων για οποιονδήποτε λόγο από τα καθήκοντα, τις θέσεις και τις συνθήκες, οι οποίες δικαιολογούν τη χορήγηση του επιδόματος αυτού, διακόπτεται ισοχρόνως και η καταβολή του με ευθύνη του οικείου προϊσταμένου, Εξάλλου, με το άρθρο 15 παρ. 1 του Κεφαλαίου Β' του Ν. 4024/2011 ορίσθηκε ότι "Εκτός από το βασικό μισθό του υπαλλήλου, δύναται να χορηγηθεί επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας μέχρι του ποσού των εκατόν πενήντα (150) ευρώ μηνιαίως.
Οι δικαιούχοι του εν λόγω επιδόματος, καθώς και οι όροι και προϋποθέσεις χορήγησής του καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, η οποία εκδίδεται σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, ενώ με το άρθρο 4 παρ. 1 του ως άνω κεφαλαίου ορίσθηκε ότι "Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μεταξύ άλλων, α) [...], β)[...] γ) των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ).
Κατ' εξουσιοδότηση της ως άνω διάταξης εκδόθηκε η οικ.2/16519/0022/24.2.2012 (Β' 465) ΚΥΑ, η οποία άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με την παρ. 7 αυτής από 1-5-2012, όπου, μεταξύ άλλων, καθορίσθηκε το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για το προσωπικό του Ε.Κ.Ε.Φ.Ε. "...", κατά ζώνη απασχόλησης, ως εξής: Ζώνη Α': 150 ευρώ, Ζώνη Β': 70 ευρώ, Ζώνη Γ': 35 ευρώ.
Με την παρ. 5 της ως άνω ΚΥΑ ορίσθηκε ότι το διοικητικό προσωπικό του εναγόμενου δεν θα ελάμβανε το ανωτέρω επίδομα. Στην Υποπαράγραφο Γ. 1 της παραγράφου Γ περ. 22.3.ε του Ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" (Α' 222) ορίσθηκαν τα εξής: "Οι περιπτώσεις β`, γ` και της ε` παρ. 3 και οι παράγραφοι 5 και 6 του άρθρου 38 του Ν. 3205/2003, αντικαθίστανται από 1-8-2012, ως εξής:
Ραδιενέργειας, στους Ερευνητές και στους Ειδικούς Λειτουργικούς Επιστήμονες του Εθνικού Κέντρου Έρευνας Φυσικών Επιστημών (Ε.Κ.Ε.Φ.Ε.) "...", οριζόμενο, κατά ζώνη, ως εξής: Ζώνη Α' 238 € Ζώνη Β' 132 € Ζώνη Γ' 79 €. Το επίδομα αυτό καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους που δικαιολογείται η καταβολή του, η οποία θα βεβαιώνεται, κάθε μήνα, από τον οικείο προϊστάμενο.
Σε περίπτωση απομάκρυνσης των υπαλλήλων για οποιονδήποτε λόγο από τα καθήκοντα, τις θέσεις και τις συνθήκες, οι οποίες δικαιολογούν τη χορήγηση του επιδόματος αυτού, διακόπτεται ισοχρόνως και η καταβολή του με ευθύνη του οικείου προϊσταμένου. Η κατανομή του προσωπικού σε ζώνες (Α`, Β`, Γ) θα γίνεται στην αρχή κάθε εξαμήνου".
Τέλος, στο άρθρο 135 παρ. 1 περιπτ. Γ' του Ν. 4472/2017 (Α' 74, διορθ. σφαλμ. Α' 75) ορίζεται ότι: "1. Πέρα από το βασικό μισθό του προηγούμενου άρθρου στους ανωτέρω παρέχονται και τα εξής επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις κατά μήνα: Α. .... Γ. Επίδομα Ραδιενέργειας, στους Ερευνητές και στους Ειδικούς Λειτουργικούς Επιστήμονες του Εθνικού Κέντρου Έρευνας Φυσικών Επιστημών (Ε.Κ.Ε.Φ.Ε.) "..." και της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας (Ε.Ε.Α.Ε.) οριζόμενο, κατά ζώνη, ως εξής:
Ζώνη Α` διακόσια τριάντα οχτώ (238) ευρώ, Ζώνη Β` εκατόν τριάντα δύο (132) ευρώ, Ζώνη Γ` εβδομήντα εννέα (79) ευρώ. Το επίδομα αυτό καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στα καθήκοντα και τις συνθήκες που δικαιολογείται η καταβολή του.
Σε περίπτωση απομάκρυνσης των λειτουργών ή υπαλλήλων με απόσπαση, μετακίνηση, διάθεση ή εκπαιδευτική άδεια άνω των δύο (2) μηνών από τα καθήκοντα, τις θέσεις και τις συνθήκες, οι οποίες δικαιολογούν τη χορήγηση του επιδόματος αυτού, διακόπτεται ισοχρόνως και η καταβολή του με βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου.
Η κατανομή του προσωπικού σε ζώνες (Α, Β`, Γ`) θα γίνεται στην αρχή κάθε εξαμήνου με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του φορέα. Δ. ....". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτουν τα εξής: Με τις ρυθμίσεις του Ν. 4024/2011, μεταξύ των οποίων και εκείνη του άρθρου 15 παρ. 1 επιδιώκεται, όπως προκύπτει και από την αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού, λόγω της δυσμενούς δημοσιονομικής συγκυρίας, η μείωση των δαπανών του Κράτους και ο εξορθολογισμός του μισθολογικού κόστους του δημόσιου τομέα και ειδικότερα της πολιτικής των επιδομάτων, προκειμένου να καταστεί δυνατή η διατήρηση βιώσιμης δημόσιας διοίκησης.
Οι σκοποί αυτοί αποτελούν λόγους δημοσίου συμφέροντος, που δικαιολογούν επαρκώς τη θέσπιση του νέου βαθμολογίου και μισθολογίου. Με τα χαρακτηριστικά αυτά οι ανωτέρω ρυθμίσεις δεν εισάγουν μέτρα απρόσφορα και, μάλιστα, προδήλως, για την επίτευξη των, κατά τα ανωτέρω, επιδιωκόμενων σκοπών δημοσίου συμφέροντος.
Εξάλλου, η επί το δυσμενέστερον μεταβολή μισθολογικού χαρακτήρα ρυθμίσεων δεν αντίκειται, κατ' αρχήν, σε καμία συνταγματική διάταξη ή συνταγματική αρχή, καθόσον ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, μπορεί να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των υπαλλήλων του δημόσιου τομέα, κινούμενος, βεβαίως, πάντοτε εντός ευλόγων ορίων.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο νομοθέτης προέβλεψε τη χορήγηση επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας και καθόρισε από την αρχή τους δικαιούχους του επιδόματος αυτού λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες εργασίας των υπαλλήλων διαφόρων κλάδων και ειδικοτήτων. Το επίδομα αυτό χορηγήθηκε στους υπαλλήλους, οι οποίοι, κατά την εκτίμηση της Διοίκησης, απασχολούνται σε χώρους με επαγγελματικό κίνδυνο ή υπό συνθήκες επικίνδυνης εργασίας(ΑΠ 1652/2022, ΑΠ 14/2021).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 30 του Ν. 4024/2011, ναι μεν καταργήθηκε για λόγους δημοσίου συμφέροντος η χορήγηση του ειδικού επιδόματος ραδιενέργειας στο προσωπικό του εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος, πλην όμως στη συνέχεια με την κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 15 του κεφαλαίου Β' του ως άνω νόμου εκδοθείσα οικ.2/16519/0022/24.2.2012 (Β' 465) ΚΥΑ, χορηγήθηκε στο υπόλοιπο προσωπικό αυτού με εξαίρεση το διοικητικό, αφού λήφθηκαν υπόψη οι δυσμενείς συνθήκες παροχής της εργασίας του, συναφές επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, το οποίο διαφοροποιείτο από εκείνο της ραδιενέργειας, που κατά τα προαναφερθέντα εξακολούθησε να καταβάλλεται στους ερευνητές και ειδικούς λειτουργικούς επιστήμονες, μόνο ως προς το ύψος του, αφού ήταν μικρότερο.
Και η διαφοροποίηση αυτή ως προς το ύψος των ως άνω συναφών επιδομάτων αλλά και η κατάργηση του ειδικού επιδόματος ραδιενέργειας ως προς το διοικητικό προσωπικό του εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος, αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, το οποίο αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας, συνιστάμενη σε διαφορετική μεταχείριση όμοιων καταστάσεων.
Αντίθετα, διακρίνει αφενός μεν μεταξύ των ερευνητών-ειδικών λειτουργικών επιστημόνων, οι οποίοι αποτελούν ειδική επαγγελματική κατηγορία και λόγω της φύσης των καθηκόντων τους (άμεση επαφή με μηχανές εκπομπής ακτινοβολιών και τον ερευνητικό αντιδραστήρα, επεξεργασία, χρησιμοποίηση και διαχείριση ραδιενεργών υλικών) διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο έκθεσης σε ιοντίζουσες και μη ακτινοβολίες, του λοιπού προσωπικού, το οποίο, λόγω της φύσης των καθηκόντων του διατρέχει μειωμένο κίνδυνο έκθεσης στις πιο πάνω ακτινοβολίες και τέλος του διοικητικού προσωπικού, το οποίο λόγω της φύσης των καθηκόντων του δεν εκτίθεται σε τέτοιο κίνδυνο.
Η διάκριση αυτή, που αναφέρεται σε ανόμοιες περιπτώσεις, βρίσκεται μέσα στα συνταγματικά πλαίσια διαμόρφωσης της πολιτικής περί τους όρους εργασίας και αμοιβής των απασχολούμενων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και δικαιολογεί την εφαρμογή των διατάξεων της Υποπαραγράφου Γ. 1 της παραγράφου Γ περ. 22.3.ε του Ν. 4093/2012 μόνο στη συγκεκριμένη κατηγορία εξειδικευμένων υπαλλήλων ερευνητών-ειδικών λειτουργικών επιστημόνων.
Ειδικότερα, η καταβολή του επιδόματος ραδιενέργειας μόνον στους ερευνητές- ειδικούς λειτουργικούς επιστήμονες συνάπτεται όχι μόνο με τις δυσμενείς συνθήκες κάτω από τις οποίες παρέχεται η εργασία τους, με βάση το χώρο, όπου απασχολούνται, αλλά και με τα καθήκοντα που τους έχουν ανατεθεί και είναι διαφορετικά από εκείνα του λοιπού προσωπικού του εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος, ενώ η προϋπόθεση της απασχόλησης σε συγκεκριμένο χώρο παροχής της εργασίας αποτελεί αναγκαίο αλλά όχι επαρκή όρο για τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος.
Έτσι, η ως άνω ουσιώδης διαφορά των καθηκόντων των ερευνητών-ειδικών λειτουργικών επιστημόνων δικαιολογεί τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος μόνο σε αυτούς και δεν καθιστά την ειδική αυτή ρύθμιση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας με τη μη χορήγηση του επιδόματος στο λοιπό προσωπικό του εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος που δεν ασκεί τα ίδια καθήκοντα και απλώς βρίσκεται στους ίδιους χώρους στο πλαίσιο της εργασίας του.
Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ ορίζεται, ότι αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού ( ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ /2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟΛΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 1/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: [...] κατά το χρονικό διάστημα από την 01/01/2016 μέχρι και την 30/09/2021 οι ενάγοντες απασχολούνταν στο εναγόμενο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι από την 1η μέχρι και τον 6ο στην Α' Ζώνη ραδιενέργειας, οι από τον 7ο μέχρι και τον 25ο και η 41η στη Β' Ζώνη ραδιενέργειας και οι από την 26η μέχρι και την 40η στη Γ' Ζώνη ραδιενέργειας.
Και ενώ μέχρι και την 31/10/2011 ελάμβαναν πάγια, τακτικά και αδιάλειπτα κάθε μήνα επίδομα ραδιενέργειας ποσού 264,00 ευρώ οι από την 1η μέχρι και τον 6ο ως εργαζόμενοι στην Α' Ζώνη ραδιενέργειας, ποσού 147,00 ευρώ οι από τον 7ο μέχρι και τον 25ο και η 41η ως εργαζόμενοι στη Β' Ζώνη ραδιενέργειας και ποσού 88,00 ευρώ οι από την 26η μέχρι και την 40η στη Γ' Ζώνη ραδιενέργειας εντούτοις με τις διατάξεις του Ν. 4024/2011, η ισχύς του οποίου άρχισε την 01/11/2011 έπαυσε, άλλως δε ρυθμίστηκε η καταβολή του επιδόματος ραδιενέργειας σε αυτούς παράνομα και κατά παράβαση της αρχής της ισότητας ενώ ταυτόχρονα συνεχίστηκε η καταβολή του στους ερευνητές και ειδικούς λειτουργικούς επιστήμονες με τις διατάξεις του άρθρου 38 Ν. 3205/2003 μέχρι και την 31/07/2012 και από την 01/08/2012 με τις διατάξεις του Ν. 4093/2012.
Από την 01/05/2012 άρχισαν να λαμβάνουν το προβλεπόμενο από την υπ' αρ. οικ. 2/16519/0022/24-02-2012 ΚΥΑ (ΦΕΚ 465/Β/24-12-2012), εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 15 παρ. 1 Ν. 4024/2011 μηνιαίο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας και συγκεκριμένα καθένας από τους: α) 1η μέχρι και τον 6ο που κατατάχθηκαν στην Α' Ζώνη ραδιενέργειας το ποσό των 150,00 ευρώ μηνιαίως, β) 7ο μέχρι και τον 25ο που υπηρετούν στη Β' Ζώνη ραδιενέργειας το ποσό των 70,00 ευρώ μηνιαίως και γ) 26η μέχρι και την 38η ως εργαζόμενοι στη Γ' Ζώνη ραδιενέργειας το ποσό των 35,00 ευρώ μηνιαίως, ενώ οι 39η, 40η και 41η ως εργαζόμενοι στη Γ' Ζώνη ραδιενέργειας και οι 39η και 40η ως εργαζόμενες στη Β' Ζώνη ραδιενέργειας δεν ελάμβαναν τα ως άνω ποσά διότι αποτελούν διοικητικό προσωπικό.
Κατά την ίδια περίοδο οι απασχολούμενοι στο εναγόμενο ως ερευνητές και ειδικοί λειτουργικοί επιστήμονες ελάμβαναν το προβλεπόμενο από τις διαδοχικές διατάξεις της υποπαραγρ. Γ.1 Ν. 4093/2012 και του άρθρου 135 Ν. 4472/2017 μηνιαίο επίδομα ραδιενέργειας, ύψους 238,00 ευρώ για τους απασχολούμενους στην Α' Ζώνη ραδιενέργειας, 132,00 ευρώ για τους απασχολούμενους στη Β' Ζώνη ραδιενέργειας και 79,00 ευρώ στη Γ' Ζώνη ραδιενέργειας.
Δεδομένου ότι, [...], αφενός τα ως άνω επιδόματα (ραδιενέργειας και επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας) δεν σχετίζονται με αυτήν καθεαυτή την παρεχόμενη εργασία, αλλά με τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή παρέχεται, χορηγήθηκαν δε από το νόμο για την ίδια αιτία, ήτοι αποκλειστικά για τον κίνδυνο της έκθεσης των απασχολούμενων στο εναγόμενο σε ιονίζουσες ακτινοβολίες, αφετέρου άπαντες οι απασχολούμενοι στην ίδια Ζώνη απασχόλησης του εκκαλούντος, ανεξαρτήτως του είδους της εργασίας που παρέχουν, διατρέχουν τον ίδιο κίνδυνο έκθεσης σε ιονίζουσες ακτινοβολίες, η διαφορά ως προς το ύψος τους είναι αντίθετη στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος, [...], επομένως άπαντες οι απασχολούμενοι σε εκάστη Ζώνη ραδιενέργειας του εκκαλούντος (ανεξαρτήτως του είδους της εργασίας που παρέχουν) δικαιούνται το αντίστοιχο πλήρες επίδομα ραδιενέργειας [...], συνεπώς ο δεύτερος λόγος έφεσης περί κακής εφαρμογής του νόμου, με τον οποίο προσάπτεται στην εκκαλουμένη η πλημμέλεια ότι κακώς έκρινε τις ως άνω ρυθμίσεις επίσης αντισυνταγματικές και δέχθηκε την αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος [...].
Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο τον τέταρτο λόγο έφεσης, που αφορούσε στη διόρθωση των επιδικασθέντων ποσών σε κάθε έναν από τους 7ο μέχρι και 16ο, από τον 18ο μέχρι και την 23η και τον 25ο ενάγοντα και συνακόλουθα την ίδια την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή, τη δέχθηκε, κατά ένα μέρος, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και επιδίκασε σε κάθε έναν από τους ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητους τα αναφερόμενα σε αυτήν ποσά.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Συντάγματος περί ισότητας, των άρθρων 30,32 του κεφαλαίου Β' του Ν. 4024/2011, της κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 15 του ως άνω νόμου εκδοθείσα οικ. 2/16519/0022/24.2.2012 (Β' 465) ΚΥΑ, της Υποπαραγράφου Γ. 1 της παραγράφου Γ περ. 22.3.ε του Ν. 4093/2012 καθώς και του άρθρου 135 του Ν. 4472/2017, αφού εσφαλμένα έκρινε, ότι οι ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι εργάζονται στο εναγόμενο ήδη αναιρεσείον με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, δικαιούνται το πλήρες επίδομα ραδιενέργειας, που καταβάλλεται στους ερευνητές-ειδικούς λειτουργικούς επιστήμονες χωρίς να ασκούν τα ίδια με εκείνους καθήκοντα, τα οποία ρητά πλέον, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 135 τίθενται ως προϋπόθεση για την εξακολούθηση χορήγησης του επιδόματος μετά την ισχύ του Ν. 4472/2017.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και καθιστά πλέον αλυσιτελή την εξέταση:
ι) του δεύτερου αναιρετικού λόγου, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 48 παρ. 3 και 49 του Ν.Δ. 496/1974 περί παραγραφής των αξιώσεων σε βάρος ΝΠΔΔ άλλως της λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και ιι) του τρίτου αναιρετικού λόγου με τον οποίο το αναιρεσείον, κατ'εκτίμηση, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, αναφορικά με τον 32ο των αναιρεσίβλητων (ΑΠ 1474/2022, πρβλ.
ΑΠ 301/2018). Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλο Δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, που παραστάθηκε προσηκόντως και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), τα οποία δεν επιβάλλονται μειωμένα, αφού η νομική υπεράσπιση της ένδικης υπόθεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ δεν διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ.3 του Ν.3693/1957 περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης, (ΑΠ 775/2023, ΑΠ 788/2022, ΑΠ 559/2021, ΑΠ 151/2020, ΑΠ 1073/2019) αλλά από ιδιώτη δικηγόρο, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 11224/1-11-2023 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ