Supreme Court dismisses appeal against appellate court's award of damages for mental suffering in a traffic accident case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the First Instance Court's judgment awarding damages for mental suffering to victims of a traffic accident. The court held that the appellate court's assessment of 60,000 euros for each parent and 40,000 euros for each sibling was reasonable and did not violate the principle of proportionality. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; Article 932 of the Civil Code: Damages for mental suffering in cases of intentional or negligent injury must be reasonable and proportionate to the circumstances, and an appellate court's assessment within the bounds of judicial discretion does not constitute a violation of the principle of proportionality.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 80 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 80/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ρωξάνη Τσιμογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) C. T. του V., 2) E. - N. T. της M. F. και αγνώστου πατρός, 3) C. D. T. του C., 4) F. - C. T. του C., 5) V. T. της L. T. και αγνώστου πατρός και 6) E. T. του A., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παρηγόρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...2020 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ...2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ...2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από ...2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από ...2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...2023), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθ. 6 του ΚΠολΔ), με αριθ. ...2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β`και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στη περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στη τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στη παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από τη καλή πίστη, κατά τη κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ` αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 693/2024, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 263/2022).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 693/2024, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1195/2023, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 263/2022).
Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στη περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓπΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ` άρθρ. 4 του ν. ΓπΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ`εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε. 'Έτσι, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999: "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημίες σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...". Κατά δε το άρθρο 19 παρ. 1, 2 και 3 του νόμου αυτού: "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2.
Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας ........ κατά τις νυκτερινές ώρες, σε περίπτωση ομίχλης, βροχής.......
και γενικά όταν το οδόστρωμα είναι ολισθηρό. Την αυτή επίσης υποχρέωση έχει ..... κατά τη διέλευσή του από κατοικημένες περιοχές ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας". Κατά δε την παρ. 3 του άρθρου 29 του Κ.Ο.Κ. [Κίνηση οχημάτων σε αυτοκινητόδρομους, οδούς ταχείας κυκλοφορίας και σήραγγες] 1. .... 2. ... 3.
Εάν όχημα ακινητοποιηθεί αναγκαστικά επί του οδοστρώματος από βλάβη ή άλλη αιτία, ο οδηγός του υποχρεούται να καταβάλλει κάθε προσπάθεια να το μετακινήσει εκτός του οδοστρώματος, και, αν δεν μπορεί, να τοποθετήσει αμέσως την κατ` άρθρο 81 του παρόντος Κώδικα τριγωνική πινακίδα σε απόσταση 100 τουλάχιστον μέτρων πίσω από το όχημα ή την ειδική προειδοποιητική συσκευή σε κατάλληλη θέση και κατά τη νύχτα να έχει αναμμένα τα φώτα θέσης ......
Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).
Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 224/2023).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 1032/2024).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 1101/2023). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 453/2022).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 68/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 78/2020).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.ΑΠ 15/2006, ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 453/2022).
Συνεπώς ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί, γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Δηλαδή, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.ΑΠ 1/2020, ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 453/2022).
Μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την με αριθ. ...2022 (προσβαλλόμενη) απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: ''.......
Στις ...2019 και περί ώρα 22:55`, ο υπήκοος Ρουμανίας O.-V. T. του C., ηλικίας 32 ετών, υιός του πρώτου και της δεύτερης, αδελφός του τρίτου και του τέταρτου και εγγονός του πέμπτου και της έκτης των εναγόντων, οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής AUDI, επί της Νέας Εγνατίας Οδού με κατεύθυνση από Κήπους προς Ηγουμενίτσα και στο ύψος του 581ο χιλιομέτρου αυτής, στη περιοχή της Κομοτηνής, είχε ακινητοποιήσει προσωρινά το όχημά του στην άκρη δεξιά του οδοστρώματος επί της Λωρίδας Έκτακτης Ανάγκης (Λ.Ε.Α), έχοντας εξέλθει τούτου και αφήνοντας αναμμένα τα φώτα θέσης αυτού.
Στο σημείο αυτό η Εγνατία Οδός, που είναι αυτοκινητόδρομος κλειστού τύπου, είναι ευθεία, οριζόντια και διπλής κατεύθυνσης, που χωρίζονται με μεταλλικές προστατευτικές μπάρες ασφαλείας, η δε κατεύθυνσή της προς Ηγουμενίτσα, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας, πλάτους 4,50 μέτρων καθεμία, ενώ στα δεξιά του οδοστρώματος υφίσταται Λωρίδα Έκτακτης Ανάγκης (Λ.Ε.Α), πλάτους 2,90 μέτρων, το δε ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των κινουμένων σ' αυτή επιβατηγών οχημάτων ορίζεται στα εκατόν είκοσι (120) χιλιόμετρα ανά ώρα και των φορτηγών οχημάτων στα ογδόντα (80) χιλιόμετρα ανά ώρα (άρθρο 20 παρ. 2 του ΚΟΚ).
Κατά τον ανωτέρω χρόνο ήταν νύκτα, χωρίς να υπάρχει τεχνητός φωτισμός, επικρατούσε καλοκαιρία και το οδόστρωμα ήταν ξηρό, η ορατότητα, εκτός από το σκοτάδι, δεν περιοριζόταν από άλλα φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, η δε κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή και των πεζών ανύπαρκτη. Στο ίδιο ρεύμα πορείας και πολύ πίσω από τον ανωτέρω όχημα έβαινε κινούμενο ομόρροπα προς αυτό το με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Φ. ρυμουλκό όχημα μετά του με αριθμό κυκλοφορίας ... ρυμουλκούμενου, ιδιοκτησίας της εδρεύουσας στη Σμύρνη της Τουρκίας αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "...", που είχε προστήσει στην οδήγησή του τον D. D. του V., υπήκοο Τουρκίας. Τα ανωτέρω ρυμουλκό και ρυμουλκούμενο οχήματα, που κινούνταν σε ενιαίο συρμό, η ιδιοκτήτρια αυτών εταιρία είχε ασφαλίσει την αστική της ευθύνη για τις ζημιές που προξενούνται σε τρίτους από την κυκλοφορία τους στις ανώνυμες ασφαλιστικές εταιρίες της Τουρκίας με τις επωνυμίες "ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΡΓΚΟ ΑΕ" (το πρώτο) και "ΑΝΑΤΟΛΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" (το δεύτερο), των οποίων αντίκλητος στην Ελλάδα είναι το εναγόμενο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" και ήσαν εφοδιασμένα με πιστοποιητικά διεθνούς ασφάλισης (πράσινη κάρτα), που ήσαν σε ισχύ κατά τον ανωτέρω χρόνο.
Μόλις λοιπόν το φορτηγό αυτοκίνητο, το οποίο κινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της κατεύθυνσης προς Ηγουμενίτσα, πλησίασε και έφθασε στο ύψος του ανωτέρω ακινητοποιημένου στην λωρίδα έκτακτης ανάγκης Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ο οδηγός του τελευταίου, που εκείνη την στιγμή επιχειρούσε να εισέλθει στο όχημά του, με το σώμα του να ευρίσκεται σε εφαπτομένη θέση με την ελαφρώς ανοικτή εμπρόσθια αριστερή πόρτα αυτού, παρασύρθηκε βιαίως από το ανωτέρω ρυμουλκό όχημα, με αποτέλεσμα να συνθλιβεί μεταξύ του κάτω τμήματος της καμπίνας του ρυμουλκού και του αριστερού τμήματος του αμαξώματος του δικού του οχήματος, ακολούθως δε το σώμα του να εκτιναχθεί και να επιπέσει διαμελισμένο στο οδόστρωμα σε απόσταση δύο (2) μέτρων έμπροσθεν του οχήματός του, εντός της λωρίδας έκτακτης ανάγκης.
Στο Γενικό Νοσοκομείο Κομοτηνής, όπου διακομίσθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, διαπιστώθηκε απλά ο θάνατός του, που επήλθε συνεπεία βαρύτατων κακώσεων, οι οποίες προκάλεσαν υπαραχνοειδή αιμορραγία εγκεφάλου, κατάγματα πλευρών, ρήξεις αριστερού πνεύμονα, ήπατος, σπλήνας, εσωτερική αιμορραγία κ.λ.π. Ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου, που αντιλήφθηκε την παράσυρση του πεζού οδηγού του Ι.Χ.Ε.
οχήματος από τον θόρυβο που άκουσε, χωρίς μέχρι τότε να έχει αντιληφθεί την παρουσία του έμπροσθεν αυτού και δεξιά σε σχέση με την πορεία του προσωρινά σταθμευμένου αυτοκινήτου, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ιδίου, παρά το γεγονός ότι το τελευταίο είχε αναμμένα τα φώτα θέσης αυτού, όπως προκύπτει από τις διαπιστώσεις στον τόπο του ατυχήματος των αρμοδίων αστυνομικών υπαλλήλων (...), αμέσως μετά το συμβάν κινήθηκε προς τα δεξιά και ακινητοποίησε το όχημά του σε απόσταση πενήντα (50) περίπου μέτρων έμπροσθεν του επιβατικού αυτοκινήτου, με το ένα τμήμα αυτού να κείται εντός της λωρίδας έκτακτης ανάγκης.
Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνάγεται ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα του οδηγού του ρυμουλκού οχήματος, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματός του δεν επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή, που θα επιδείκνυε κάθε άλλος μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός ευρισκόμενος υπό τις αυτές συνθήκες οδήγησης.
Ειδικότερα, ο ανωτέρω οδηγός δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ούτε ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ρυθμίζοντας και την ταχύτητά του ανάλογα με τις κρατούσες συνθήκες (νυκτερινή οδήγηση σε οδό χωρίς τεχνητό φωτισμό), έτσι δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα και από ικανή απόσταση το προσωρινά σταθμευμένο στην λωρίδα έκτακτης ανάγκης Ι.Χ.Ε.
όχημα, την παρουσία του οποίου είχε επισημάνει ο οδηγός του αφήνοντας αναμμένα τα φώτα θέσης αυτού, το οποίο ευρισκόταν στο οπτικό του πεδίο και μπορούσε να το αντιληφθεί από μεγάλη απόσταση, διότι η Εγνατία Οδός στο συγκεκριμένο χιλιομετρικό σημείο της είναι ευθεία, με αποτέλεσμα να μην ενεργήσει τον ενδεδειγμένο μικρό ελιγμό προς τα αριστερά, σε σχέση με την πορεία του, για την αποφυγή του ανωτέρω οχήματος, δεδομένου ότι είχε ελεύθερο οδόστρωμα πλάτους εννέα (9) μέτρων, αλλά οδήγησε το όχημά του πολύ κοντά και σχεδόν σε επαφή προς το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο, συνθλίβοντας ανάμεσα στην πλάγια δεξιά πλευρά του οχήματός του και την πλάγια αριστερή του Ι.Χ.Ε.
οχήματος τον οδηγό του τελευταίου, ο οποίος εκείνη την στιγμή επιχειρούσε να εισέλθει σ' αυτό, δηλαδή παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.1, 19 παρ.1 και 2 του ΚΟΚ. Το γεγονός δε ότι ο θανών οδηγός του Ι.Χ.Ε. οχήματος είχε προσωρινά ακινητοποιήσει τούτο επί της λωρίδας έκτακτης ανάγκης, εφόσον δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι δεν υπήρχε λόγος έκτακτης ανάγκης, που να επέβαλε την προσωρινή στάθμευσή του στο συγκεκριμένο σημείο, δεν καθιστά την ενέργειά του αυτή παράνομη, ούτε και σε κάθε περίπτωση, συνδέεται με οποιονδήποτε τρόπο αιτιωδώς με την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, για το οποίο αποκλειστικά υπεύθυνος είναι ο ανωτέρω οδηγός του ρυμουλκού οχήματος, όπως προειπώθηκε......''.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε την, από ...2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../2020), έφεση του εκκαλούντος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, δεχόμενο αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης φορτηγού ρυμουλκού οχήματος με ρυμουλκούμενο και έτσι επικύρωσε την εκκαλούμενη με αριθ. ...2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί τα ίδια.
Με βάση τα ως άνω (αυτολεξεί παρατεθέντα) πραγματικά περιστατικά που το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 300, 330 του ΑΚ και αυτές των άρθρων 12 παρ.1, 19 παρ. 1, 2, 3, 29 παρ. 3 και 34 παρ. 1 του ν. 2696/1999, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς.
Ειδικότερα, τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια της υπαιτιότητας του οδηγού του με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης ρυμουλκού οχήματος [που ήταν συνδεδεμένο με το με αριθ. κυκλοφορίας ... ρυμουλκούμενο] ως προς το κρινόμενο τροχαίο ατύχημα και επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ότι υπήρχε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού του εν λόγω ρυμουλκού οχήματος και του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, με βάση δε τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του εν λόγω ρυμουλκού οχήματος, κατά το μέρος που παραβίασε τα άρθρα 12 παρ.1, 19 παρ.1 και 2 του ν. 2696/1999(Κ.Ο.Κ.), ήταν πρόσφορη αιτία του επελθόντος ένδικου ατυχήματος.
Επομένως με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, δεν κατέληξε δε σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον), αλλά αντιθέτως διέλαβε επαρκείς και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες τόσο ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα για το ένδικο ατύχημα του οδηγού του με αριθ.
κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης ρυμουλκού οχήματος (που ήταν ασφαλισμένο στις ασφαλιστικές εταιρίες της Τουρκίας με τις επωνυμίες "ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΡΓΚΟ ΑΕ" και "ΑΝΑΤΟΛΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", των οποίων αντίκλητος στην Ελλάδα είναι το αναιρεσείον), αναλύοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που συγκροτούσαν την έννοια της αμέλειας, που επέδειξε ο εμπλεκόμενος στη πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος οδηγός του ως άνω ρυμουλκού, σε συνδυασμό με τις από αυτόν παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Κ, οι οποίες, με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα η πληττόμενη απόφαση, βρίσκονταν σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δηλ.
το ένδικο τροχαίο ατύχημα και τον εξ αυτού θανάσιμο τραυματισμό του "οικείου" των αναιρεσίβλητων O.-V. T. του C., όσο και ως προς την έλλειψη υπαιτιότητας για το ένδικο ατύχημα αυτού ως οδηγού του με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, καθώς και ως προς την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού του ως άνω ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου και του προπεριγραφέντος ένδικου τροχαίου ατυχήματος.
Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο ως άνω οδηγός του ρυμουλκού, καθόσον αυτός, οδηγώντας το προαναφερόμενο όχημά του και κινούμενος με αυτό επί του διπλής κατεύθυνσης αυτοκινητόδρομου της Εγνατίας Οδού, δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ούτε ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ρυθμίζοντας και την ταχύτητά του ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες ενόψει του ότι κινείτο νυκτερινή ώρα σε οδό χωρίς τεχνητό φωτισμό και έτσι δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα και από ικανή απόσταση το προσωρινά σταθμευμένο στη λωρίδα έκτακτης ανάγκης (Λ.Ε.Α.) ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο, την παρουσία του οποίου είχε επισημάνει επί της Λ.Ε.Α.
ο οδηγός του αφήνοντας αναμμένα τα φώτα θέσης αυτού, το οποίο βρισκόταν στο οπτικό του πεδίο και μπορούσε να το αντιληφθεί από μεγάλη απόσταση, διότι η Εγνατία Οδός στη συγκεκριμένη χιλιομετρική θέση της (581ο) είναι ευθεία, με αποτέλεσμα να μην ενεργήσει τον ενδεδειγμένο μικρό ελιγμό προς τα αριστερά, σε σχέση με την πορεία του, για την αποφυγή του ως άνω οχήματος, δεδομένου ότι είχε ελεύθερο οδόστρωμα πλάτους εννέα μέτρων, αλλά οδήγησε το όχημά του πολύ κοντά και σχεδόν σε επαφή προς το ακινητοποιημένο επί της Λ.Ε.Α., πλάτους 2,90μ., αυτοκίνητο, συνθλίβοντας, ανάμεσα στη πλάγια δεξιά πλευρά του οχήματός του και την πλάγια αριστερή του ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού οχήματος τον οδηγό του τελευταίου, ο οποίος εκείνη την στιγμή επιχειρούσε να εισέλθει σ' αυτό, μετά την παρέλευση της έκτακτης ανάγκης, που επέβαλε την προσωρινή στάθμευσή του στο συγκεκριμένο σημείο.
Η οδική δε συμπεριφορά του οδηγού του εν λόγω επιβατηγού αυτοκινήτου, κατά το μέρος που, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, αυτός παραβίασε το άρθρο 29 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ. (παράλειψη τοποθέτησης προειδοποιητικής τριγωνικής πινακίδας) δεν ήταν πρόσφορη αιτία του επελθόντος ένδικου ατυχήματος, λαμβανομένου υπόψη και ότι, κατά τα ανωτέρω, στη μείζονα σκέψη της παρούσης εκτεθέντα, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ.
δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος (ΑΠ 206/2021). Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 693/2024, ΑΠ 607/2023, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 1310/2014).
Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από το αναιρεσείον πλημμέλεια της παράθεσης αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών στη προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή, όπως αυτό (αναιρεσείον) διατείνεται (ότι) δεν διευκρινίζονται: α) το ακριβές σημείο όπου ο θανών είχε σταθμεύσει εντός της Λ.Ε.Α. το ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητό του, β) σε ποιο ακριβώς σημείο του ρεύματος ίστατο ο θανών, κατά το χρόνο της παράσυρσής του, γ) πόσο χρόνο πριν την ένδικη παράσυρσή του ο θανών είχε ακινητοποιήσει το όχημά του, δ) σε ποια θέση της λωρίδας κυκλοφορίας του κινείτο το φορτηγό, ε) εάν τα δύο οχήματα ήλθαν σε επαφή, στ) δεν προσδιορίζεται η ταχύτητα του φορτηγού αυτοκινήτου, ζ) σε ποια απόσταση βρισκόταν το φορτηγό όταν ο θανών κατευθύνθηκε προς το επιβατηγό αυτοκίνητό του, η) αν υπήρχε λόγος έκτακτης ανάγκης προσωρινής ακινητοποίησης του επιβατηγού αυτοκινήτου και ι) αν ο θανών, πριν το άνοιγμα της εμπρόσθιας αριστερής πόρτας του οχήματός του, ήλεγξε για διερχόμενα οχήματα.
Αυτό δε, διότι οι επικαλούμενες από το αναιρεσείον ως ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παράβασης εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικά με την αποκλειστική υπαιτιότητα του ως άνω οδηγού του ρυμουλκού και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Και αυτό ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητας των ως άνω αιτιάσεων εφ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης εκτίθενται αναλυτικά οι επικρατούσες συνθήκες της οδού, η αρχική πορεία καθενός των οχημάτων και η θέση αυτών επί της οδού πριν από τη σύγκρουση, η θέση του προσωρινά ακινητοποιηθέντος ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου επί της λωρίδας έκτακτης ανάγκης (στην άκρη δεξιά του οδοστρώματος επί της Λ.Ε.Α.), το πλάτος της εν λόγω Λ.Ε.Α.
και τη θέση του ως άνω οδηγού κατά τη παράσυρσή του. Κατόπιν αυτών, οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αριθ. 1α' και 19 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου του ΑΚ και του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), με ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου Κώδικα, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ` αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του.
Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ` αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.
Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 78/2022, ΑΠ 8/2021).
Έγγραφα, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432-465 του ΚΠολΔ, αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη, όχι δε και εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι οι καταθέσεις μαρτύρων, οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, που διορίστηκαν από το δικαστήριο ή προσώπων με ειδικές γνώσεις, τα πρακτικά του δικαστηρίου ως προς το τμήμα τους που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων, οι ένορκες βεβαιώσεις και οι εκθέσεις αυτοψίας (ΑΠ 273/2022, ΑΠ 1687/2017, ΑΠ 860/2013, ΑΠ 1623/2010, ΑΠ 44/2003).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραμόρφωσε το περιεχόμενο του συνοδεύοντος την έκθεση αυτοψίας πρόχειρου σχεδιαγράμματος της προανακριτικής ποινικής δικογραφίας ..... με το να δεχθεί ότι ο συγγενής των αναιρεσίβλητων είχε ακινητοποιήσει προσωρινά το όχημά του επί της λωρίδας έκτακτης ανάγκης αντί του απεικονιζόμενου στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου να καταλαμβάνει τμήμα και της Λ.Ε.Α.
και της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας του προς Ηγουμενίτσα ρεύματος κυκλοφορίας της Εγνατίας Οδού..... Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος γιατί την παραπάνω κρίση του το Εφετείο μόρφωσε από την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, πραγματογνωμοσύνη), χωρίς να εξαίρεται το ως άνω έγγραφο (ΑΠ 791/2022, ΑΠ 940/2021) ως προς το γεγονός που δέχτηκε, ότι αποδείχτηκε.
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1033/2024, ΑΠ 1055/2023).
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, δηλ.
ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1545/2024, ΑΠ 1055/2023). Και αυτό, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στη πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1545/2024, ΑΠ 1055/2023).
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 του ΚΠολΔ) αναλόγως από τους αριθ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας.
Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με το κεφάλαιο, που ενδιαφέρει στον παρόντα τέταρτο αναιρετικό λόγο, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης κατ` άρθρα 932 του ΑΚ, που επιδικάστηκε στους αναιρεσίβλητους, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή της, τα εξής: ''......Ο θανών οδηγός O.-V.
T. του C., υιός του πρώτου και της δεύτερης (50 ετών αμφότεροι), αδελφός του τρίτου και του τέταρτου (27 και 30 ετών αντίστοιχα) και εγγονός του πέμπτου και της έκτης των εναγόντων (74 και 73 ετών αντίστοιχα), ήταν ηλικίας 32 ετών (είχε γεννηθεί το έτος 1987), έγγαμος με δύο τέκνα (δεν είναι διάδικοι στη παρούσα δίκη), δεν παρουσίαζε κανένα πρόβλημα υγείας και συνδεόταν με τους ενάγοντες με στενούς δεσμούς αγάπης και στοργής, άρρηκτη στενή συγγένεια, ακατάλυτο οικογενειακό και στενό ψυχικό δεσμό.
Ο βίαιος, απροσδόκητος και αιφνίδιος θάνατός του, που, επήλθε εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος, προξένησε στους προαναφερθέντες βαρύ πένθος, αβάσταχτο πόνο και θλίψη και δημιούργησε έντονα αισθήματα λύπης, τα οποία είναι δύσκολο να εξαλειφθούν στο μέλλον. Ενόψει τούτων, ο θάνατός του προξένησε σε όλα τα προαναφερόμενα συγγενικά του πρόσωπα και μη περιουσιακή ζημία στα έννομα αγαθά τους, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται, για την αιτία αυτή, εύλογης χρηματικής ικανοποίησης κατά την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, προς απάμβλυνση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν και για ηθική παρηγοριά και ψυχική τους ανακούφιση.
Η έκταση αυτής, ενόψει όλων των προαναφερθέντων περιστατικών και αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες του ατυχήματος, όπως ανωτέρω περιγράφηκαν, ο βαθμός υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, η ηλικία του θανατωθέντος και των ως άνω δικαιούχων, ο βαθμός του συναισθηματικού δεσμού αυτών με τον θανατωθέντα, που ήταν ανάλογος και με τη συγγένειά τους, ο πόνος και η οδύνη που δοκίμασε ο καθένας από αυτούς, καθώς και η κοινωνική θέση και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, πλην του εναγομένου νομικού προσώπου, του οποίου η ευθύνη είναι εγγυητική (....), πρέπει να καθοριστεί α) στο ποσό των 60.000 ευρώ για καθένα των γονέων του, β) στο ποσό των 40.000 ευρώ για καθένα των αδελφών του και γ) στο ποσό των 20.000 ευρώ για καθένα από τον παππού και την γιαγιά του.
Τα ποσά αυτά κρίνονται εύλογα (άρθρο 932 ΑΚ) και δεν είναι υπερμέτρως ασυνήθη για την περίπτωση θανάτωσης οικείου προσώπου από αδικοπραξία, αφού τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις.....''.
Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο και καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης καθενός των αναιρεσίβλητων στα παραπάνω ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερτερούν καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο τέταρτος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο το αναιρεσείον, με την επίκληση των διατάξεων αυτών, αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 932 του ΑΚ, καθώς και εκείνου του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους, ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, από το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους, τα προαναφερόμενα ποσά, τα οποία όμως είναι καταφανώς μεγαλύτερα εκείνων που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτών.
Μετά τα παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει το αναιρεσείον, για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ όπως ισχύει) και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από ...2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...2023), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. ...2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε το αναιρεσείον για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ