Supreme Court dismisses appeal on failure to raise specific contract clause argument in lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Epirus Court of Appeal's final judgment. The appellant argued the lower court failed to consider a specific contractual clause regarding interest-on-interest calculations, which she claimed had a decisive impact on the case outcome. The court rejected this claim because the lower court had implicitly rejected the argument by accepting the existence of a valid agreement on quarterly interest capitalization, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 564 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a failure to consider an argument is inadmissible if the lower court has implicitly rejected the argument by accepting facts contrary to its constituent elements.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1257 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1257/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Ασημίνα Υφαντή, Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ... με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... Ευβοίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Ψαλτήρα και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: ... με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Γεωργίου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/3/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 174/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 62/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αρχικά ενάγοντες με την από 15/3/2011 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1619/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 62/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Ευβοίας.
Εκδόθηκε η 75/2018 απόφαση του Εφετείου Ευβοίας, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/7/2019 αίτησή της και τους από 10/3/2021 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 31-7-2019 (αριθμ. καταθ. 10/9-8-2019) αίτηση αναίρεσης και τους από 10-3-2021 πρόσθετους λόγους αυτής, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, με αριθμό 75/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, το οποίο, δίκασε, μετά από την αναίρεση της προεκδοθείσας με αριθμό 62/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας), με την 1619/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, την από 1-12-2006 έφεση της πρώτης ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας, κατά της με αριθμό 174/2006 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.
Με την τελευταία απόφαση είχε απορριφθεί η από 19-3-2003 αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά το μέρος που αφορούσε αξιώσεις της, λόγω παράνομου υπολογισμού και καταβολής τόκων υπερημερίας και ανατοκισμού τόκων, χωρίς χρονικό περιορισμό, από αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή.
Παραδεκτοί επίσης, είναι και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 11-3-2021 (βλ. τη με αριθμό 35/11-3-2021 πράξη κατάθεσης πρόσθετων λόγων του γραμματέα του Αρείου Πάγου κάτω από το δικόγραφο αυτό) και επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη, στις 18-3-2021 (βλ.
την Δ.2591/18-3-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής Επιμελήτριας Αθηνών, Π. Π.), ήτοι τριάντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας καθώς και την αρχική δικάσιμο της 10-05-2021, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε δυνάμει των άρθρων 37 και 120 Ν.4842/2021 και, κατ' άρθρο 21 παρ. 2 Ν.4912/2022, εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ενδίκων μέσων.
Πρέπει, επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ, και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται, είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 758/2018, ΑΠ 201/2009, ΑΠ 1663/2008). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 εδ. α του ίδιου Κώδικα, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση, ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση. Από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με το λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό.
Αντιθέτως, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται, σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση, άλλωστε, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (AΠ 354/2021, ΑΠ 816/2019, ΑΠ 758/2018, ΑΠ 1465/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την από 19-3-2003 αγωγή φερόταν προς διάγνωση, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο αυτής, αξίωση μεταξύ άλλων, της ήδη αναιρεσείουσας, από παράνομους τόκους, λόγω μη νόμιμου ανατοκισμού τους, ποσού 59.636.904 δραχμών ή 175.016,59 ευρώ, απορρέουσα από τις συνομολογηθείσες μεταξύ της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία, "...", από μετατροπή της οποίας προήλθε η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, και της εναγόμενης, ήδη αναιρεσίβλητης τράπεζας, συμβάσεις παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο λογαριασμό), με θεμελίωσή της στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 30 του ν. 2789/2000.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκαν αρχικά, οι 153/2004 και 168/2005 μη οριστικές αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με τις οποίες διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, για τη διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης και την προσκόμιση της 8003/1998 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την πρώτη και η συμπλήρωση της λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, με τη δεύτερη απόφαση, και στη συνέχεια η 174/2006 οριστική απόφαση του τελευταίου δικαστηρίου, με την οποία, μετά από ανάκληση της αντιθέντως αποφανθείσας 153/2004 απόφασής του, απορρίφθηκε η αγωγή, ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου για το μέχρι των 18.458.885 δραχμών (56.064,67 ευρώ) ποσό και κατά το υπόλοιπο ποσό, ως μη νόμιμη, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, με τις οποίες οριζόταν ότι, '' ...
καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους, από τους οφειλέτες ή τρίτους, είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας ή οποιασήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία ...'', κύρια αιτιολογία με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή και σε δεύτερο βαθμό, μετά από έφεση των εναγόντων, μεταξύ των οποίων η αναιρεσείουσα, με την 62/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας).
Ακολούθως, επί ασκηθείσας αναίρεσης εκ μέρους των εναγόντων, κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης, εκδόθηκε η με αριθμό 1619/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η παραπάνω με αριθμό, 62/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αφορούσε την απόρριψη της βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, για το πέραν των 18.458.885 δραχμών, ποσό, για τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ήτοι για παραβίαση των διατάξεων των παραγράφων 2 εδ.
γ και 8 εδ. γ του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, με την εφαρμογή τους στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ αυτές δεν είχαν εφαρμογή. Κατόπιν δε αυτών, παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά το ανωτέρω κεφάλαιο προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ. Στη συνέχεια, επί της υπόθεσης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με αριθμό 75/2018 απόφαση του Εφετείου Ευβοίας, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και εν μέρει κατ' ουσίαν, η έφεση της ήδη αναιρεσείουσας (εκκαλούσας - πρώτης ενάγουσας εναγομένης), εξαφανίστηκε η εκκληθείσα απόφαση και ακολούθως, απορρίφθηκε η αγωγή, κατά το μέρος που αφορούσε το κονδύλιο των παράνομων από μη επιτρεπόμενο ανατοκισμό τόκων, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων.
Συγκεκριμένα το εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού παραθέτει την κρίση της αναιρετικής απόφασης, αναφέροντας ότι με αυτή αναιρέθηκε εν μέρει η προεκδοθείσα εφετειακή απόφαση, κατά το κεφάλαιό της, που αφορούσε την απόρριψη της βάσης της αγωγής, που στηριζόταν στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού σε συνδυασμό, με τις διατάξεις των άρθρων 30 του ν. 2789/2000 και 42 του ν. 2912/2001, ως μη νόμιμη, δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο. ..... "Στην προκειμένη περίπτωση, από την αποδεικτική διαδικασία και ειδικότερα από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα των εναγόντων, που εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η οποία περιέχεται στα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα πρακτικά ..., την 63/2005 έκθεση τεχνολογιστικού ελέγχου και πραγματογνωμοσύνης του εκκαθαριστή - πραγματογνώμονα ....
και από όλα τα επικαλούμενα και προασκομιζόμενα από αμφότερα τα διάδικα μέρη έγγραφα, αποδείχθηκαν τα εξής: Δυνάμει της 3876/12-12-1978 σύμβασης παροχής πιστώσεως µε ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που καταρτίσθηκε στη Χαλκίδα μεταξύ της οµόρρυθμης εταιρείας µε την επωνυμία "...", από την οποία προήλθε από μετατροπή (βλ.
σχετ. ....) η πρώτη ενάγουσα - εκκαλούσα, ανώνυμη εταιρεία µε την επωνυμία "..." και της εναγοµένης - εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας µε την επωνυμία "...", χορηγήθηκε πίστωση από τη δεύτερη στην πρώτη, το όριο της οποίας σταδιακά αυξήθηκε έως το όριο των 110.000.000 δρχ. ? 322.817,31 ευρώ. Σύμφωνα µε τους όρους της επίδικης συμβάσεως (και τους όμοιους των αυξητικών αυτής) : "2.
Ο τόκος και η προμήθεια υπολογίζονται επ? τω ανωτάτω επιτρεποµένω εκάστοτε δια τας τραπεζικ?ς συναλλαγάς ορίω αυτώ... λογίζονται και είναι πληρωτέοι... κλεισµένου περιοδικώς του λογαριασμού, ήτοι ανά τρίμηνο κατ' άρθρο 112 ΕισΝΑΚ, µη καταβαλλόμενοι φέρονται εις χρέωσιν του λογαριασμού πιστώσεως άνευ ειδοποιήσεως τινός του πιστούχου, οφειλοµένων εφεξής επ' αυτών τόκων και προμήθειας κατ? τα ανωτέρω. 3.
Της πιστώσεως γενήσεται χρήσις εντ?ς των οικείων γενικών ? ειδικ?ν αποφάσεων της Νομισματικής Επιτροπής... 12. παρ. α, β, Υ. Φόρος κύκλου εργασιών, λοιπο? φόροι, τέλη χαρτοσήµου και λοιπά τέλη... έξοδα πάσης φύσεως ..... βαρύνουν τον πιστούχον.... δύναται η τράπεζα να φ?ρει εις χρέωσιν του λογαριασμού της πιστώσεως...".
Για την εξυπηρέτηση της πιστώσεως τηρήθηκαν από την εναγοµένη - εφεσίβλητη δύο (2) λογαριασμοί κινήσεως, οι µε αριθµ. 240/293015- 3 και 240/284907-0, τους οποίους η τελευταία έκλεισε οριστικά την 10.7.1992 και όχλησε την πρώτη ενάγουσα - εκκαλούσα να καταβάλει το χρεωστικό σε βάρος της υπόλοιπο των 21.142.563 δρχ. ? 62.047,14 ευρώ.
Το ποσό αυτό καταβλήθηκε από την πρώτη ενάγουσα - εκκαλούσα στην εναγοµένη - εφεσίβλητη στις 24.8.1992, µε ταυτόχρονη επίδοση σ' αυτή, της από 24.8.1992 εξώδικης δήλωσης γνωστοποίησής της, µε την οποία της γνώριζε, ότι δεν αποδεχόταν την οφειλή της, ως καταχρηστικ?ς υπολογισθείσα, και δήλωσε ότι καταβάλει το ποσ? αυτής προκειµένου να ελευθερώσει την υποθηκευμένη στην εναγοµένη - εφεσίβλητη περιουσία της, επιφυλασσόμενη να επιδιώξει μελλοντικά την είσπραξη του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού.
Στη συνέχεια, η πρώτη ενάγουσα - εκκαλούσα µε την - προγενέστερη της κρινόµενης- από 10.1.1994 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας κατά τη εναγοµένης - εφεσίβλητης ζήτησε, μεταξύ άλλων κονδυλίων που δεν ενδιαφέρουν την παρούσα δίκη, την απόδοση ως αχρεωστήτως ως καταβληθέντος, προερχόμενου από παράνομο τρίμηνο ανατοκισμό τόκων και τόκων υπερηµερίας των ανωτέρω επίδικων λογαριασμών το συνολικό ποσό των 19.104.036 δρχ. ? 96.064,67 ευρώ, όπως επίσης, και την απόδοση για τον ίδιο ως άνω λόγο, του ποσού των 1.026.164 δρχ. ? 3.011,5 ευρώ, που αφορούσε τη µη πίστωση στους επίδικους λογαριασμούς της επιδότησης εξαγωγών που είχε ενεχυριάσει στην εναγομένη - εφεσίβλητη.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 578/1995 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου µε την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, και ασκηθείσης εφέσεως, εκδόθηκε η 8003/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τη νομιμότητα της χρέωσης των επίδικων λογαριασμών, µε το προϊόν του τρίµηνου ανατοκισμού τόκων. Μετά από αναίρεση που άσκησε η πρώτη ενάγουσα - εκκαλούσα κατά της 8003/1998 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, το Αναιρετικό Δικαστήριο µε την 1045/2001 απόφασή του, επικύρωσε το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορούσε τη χρέωση του αλληλόχρεου λογαριασμού µε τόκους εξ ανατοκισμού και υπερημερίας.
Από την απόφαση αυτή απορρέει δεδικασµένο που δεσμεύει το Δικαστήριο τούτο, όπως κρίθηκε και µε την αναιρετικ? απόφαση, µε την οποία παραπέµφθηκε η υπόθεση ενώπιον του, προς την οποία οφείλει να συμμορφωθεί. Περαιτέρω, οι ενάγοντες - εκκαλούντες συνομολογούν στο δικόγραφο της κρινόµενης αγωγής, την ύπαρξη συμφωνίας στην επίµαχη 3876/12.12.1978 σύμβαση παροχής πιστώσεως µε ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό (άρθρο 2), µε την οποία προβλεπόταν ο υπολογισμός του τόκου µε το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο και το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού ανά τρίμηνο κατ' άρθρο 112 ΕισΝΑΚ, και ο καταλογισμός των ποσών που δε θα κατέβαλε η πιστούχος (πρώτη ενάγουσα - εκκαλούσα) στο λογαριασμό πιστώσεως, οφειλομένων εφεξής επ' αυτών τόκων, χωρίς ιδιαίτερη ειδοποίησή της.
Εν όψει τούτων και όσων αναφέρθηκαν στην νομική σκέψη της απόφασης, δεδομένου ότι η επίµαχη σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού καταρτίσθηκε και έκλεισε ήδη πριν την 15-4-1998, νομίμως προβλέφθηκε σ' αυτή, βάσει αντιστοίχου όρου της, ο τρίμηνος ανατοκισμός των τόκων του καταλοίπου της πιστώσεως.
Συνεπώς, το αιτούμενο µε την αγωγή ποσό των παρανόμως λογισθέντων τόκων εξ ανατοκισμού και τόκων υπερημερίας - πέραν του ποσού των 56.064,67 ευρ? που καταλαμβάνεται από το δεδικασµένο της 8003/1998 απόφασης του Εφετείου Αθηνών - καταβλήθηκε από την πρώτη ενάγουσα - εκκαλούσα στην εναγοµένη - εφεσίβλητη, λόγω ανατοκισμού που είχε επιβληθεί βάσει νόμιμης και ισχυρής μεταξύ τους συμφωνίας και επομένως, σύμφωνα µε όσα αναφέρθηκαν στη νοµική σκέψη της απόφασης, δεν πλούτισε αδικαιολόγητα η εναγοµένη - εφεσίβλητη σε βάρος της περιουσίας της πρώτης ενάγουσας - εκκαλούσας, τα όσα δε, αντίθετα υποστηρίζουν οι ενάγοντες - εκκαλούντες µε το δεύτερο µέρος του δευτέρου λόγου εφέσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιµα, το δε σχετικό -αγωγικό αίτημα, είναι απορριπτέο ως νόµω αβάσιμο....".
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ότι η αγωγή, για το μέχρι του ποσού των 18.458.885 δραχμών μέρος της (56.064,67 ευρώ), ήταν απαράδεκτη, ως προς την αναιρεσείουσα (πρώτη ενάγουσα - εκκαλούσα), λόγω δεδικασμένου, κατ' όμοια κρίση με εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ενώ για το υπόλοιπο μέρος των αγωγικών αξιώσεων, που φέρονταν ως προερχόμενες από αδικαιολόγητη και χωρίς νόμιμη αιτία χρέωση των επίμαχων λογαριασμών, με παράνομο ανατοκισμό των τόκων από μέρους της αναιρεσίβλητης (εναγόμενης), αφού δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων, ότι υπήρξε συμφωνία περί τρίμηνου ανατοκισμού, διαλαμβανόμενη στον άνω αναφερόμενο στις παραδοχές της, όρο 2, της σύμβασης πίστωσης, που προέβλεπε τον τρίμηνο ανατοκισμό, που ήταν νόμιμη και ισχυρή, με συνέπεια τον μη αδικαιολόγητο πλουτισμό της αναιρεσίβλητης, σε βάρος της περιουσίας της αναιρεσείουσας, απέρριψε τις τελευταίες αξιώσεις.
Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και το, συμπληρωματικό αυτού, πρώτο πρόσθετο λόγο, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι δεν συμμορφώθηκε, αν και εκδόθηκε από δικαστήριο παραπομπής, προς την κρίση της με αριθμό 1619/2017 (παραπεμπτικής) αναιρετικής απόφασης, καθόσον αυτή (προσβαλλομένη απόφαση) απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, κατά το μέρος που αφορούσε τις άνω χρεώσεις, παρά την κρίση της ως άνω αναιρετικής απόφασης, ότι η αγωγή κατά το πιο πάνω μέρος, ήταν νόμιμη.
Οι λόγοι αυτοί, είναι αβάσιμοι, διότι το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, συμμορφώθηκε πράγματι προς το νομικό ζήτημα που λύθηκε με την αναιρετική απόφαση, ως προς τη νομιμότητα της αγωγής, αναφορικά με τη βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, από τις επικαλούμενες παράνομες χρεώσεις τόκων, λόγω μη νόμιμου ανατοκισμού.
Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο ερεύνησε την αγωγή κατά το μέρος αυτό και την απέρριψε, όχι ως μη νόμιμη, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, αλλά πράγματι ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δεχόμενο τη συνομολόγηση έγκυρης και ισχυρής συμφωνίας περί τρίμηνου ανατοκισμού στις επίδικες συμβάσεις, κρίση στην οποία κατέληξε από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Για να προχωρήσει δε το Εφετείο στην έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, προϋποτίθεται κατ' ανάγκην ότι δέχθηκε τη νομική βασιμότητα αυτής, έστω και αν δεν διαλαμβάνεται σχετικά ιδιαίτερη σκέψη στην απόφασή του (ΑΠ 74/2019, ΑΠ 1569/2010), αφού διαφορετικά, εάν την έκρινε μη νόμιμη θα την απέρριπτε, χωρίς να εισέλθει στις αποδείξεις.
Η δε περικοπή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, ''το σχετικό αγωγικό αίτημα, είναι απορριπτέο ως νόμω αβάσιμο'', αντί του ορθού και συμβατού με το σκεπτικό της, αλλά και το ηθελημένο από μέρους του δικαστηρίου σκεπτικό, περί ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής μετά την εκτίμηση των αποδείξεων, οφείλεται σε προφανή παραδρομή, που αποτελεί αντικείμενο διόρθωσης κατά το άρθρο 315 ΚΠολΔ και αφού, έτσι, μπορεί να θεραπευθεί, δεν θεμελιώνει αναιρετικό λόγο (ΑΠ 1066/2021, ΑΠ 197/2020).
Οι λοιπές αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στον πρώτο λόγο αναίρεσης, περί μη συμμόρφωσης της προσβαλλόμενης απόφασης στην κρίση της αναιρετικής ότι, η αναιρεσίβλητη τράπεζα, ''εφάρμοσε εσφαλμένα τη μέθοδο του ανατοκισμού των τόκων χωρίς χρονικό περιορισμό, παρότι δεν επιτρεπόταν τούτο για τη συγκεκριμένη κατηγορία δανείου, ούτε προβλεπόταν από τη συναφθείσα σύμβαση'', ελέγχονται ως αβάσιμες, ως ερειδόμενες επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθώς ουδεμία τέτοια κρίση διαλαμβάνεται στην αναιρετική απόφαση.
Στην τελευταία απόφαση, γίνεται λόγος μόνο για το νόμω βάσιμο της αγωγής, ως προς τις αξιώσεις αυτές, ''ως φερόμενες ότι προέρχονται από αδικαιολόγητη και χωρίς νόμιμη αιτία χρέωση των λογαριασμών, με παράνομο ανατοκισμό των τόκων και τόκους υπερημερίας'' και όχι για την ουσιαστική βασιμότητα των εν λόγω αξιώσεων.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στο αναιρετήριο έγγραφο πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατή η διαπίστωση, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα και χωρίς να αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης χωρίς προσδιορισμό των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν, για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 718/2020, ΑΠ 56/2020, ΑΠ 1488/2018, ΑΠ 275/2017).
Ειδικότερα, ως προς τους προβλεπόμενους, α) από τον αριθμό 1α του ανωτέρω άρθρου λόγο, ο οποίος ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να αναφέρεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα, η νομική κρίση της της προσβαλλόμενης απόφασης για την έννοια της διάταξης αυτής και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό ή υπαγωγικό σφάλμα, δηλαδή που εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 20/2005) και β) από τον αριθμό 1 εδ β του ίδιου άρθρου, που ιδρύεται όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, οι οποίοι περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ και αφορούν την αναζήτηση, κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών, της αληθινής βούλησης των μερών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και την ερμηνεία των συμβάσεων, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις των συμβαλλομένων, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει στις δηλώσεις αυτές με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της, ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 854/2020, ΑΠ 896/2019, ΑΠ 849/2017, ΑΠ 432/2016, ΑΠ 715/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, α) ''εσφαλμένη ερμηνεία όρων της σύμβασης'' και ειδικότερα του όρου 2 της με αριθμό 3876/12-12-1978 σύμβασης παροχής πίστωσης, με ανοικτό - αλληλόχρεο λογαριασμό, που αφορά τον ανατοκισμό των τόκων, καθώς δέχθηκε συνομολόγηση με αυτόν συμφωνίας ανατοκισμού των τόκων, ανά τρίμηνο, αν και στον ίδιο όρο δεν υπάρχει πράγματι τέτοια συμφωνία, ούτε συμφωνία αφορώσα τη συχνότητα εκτοκισμού, ενώ ο ανατοκισμός των τόκων ανά τρίμηνο, έχει κριθεί παράνομος με την 1619/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου και β) ''παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ως προς τη σύννομη εφαρμογή μεθόδου ανατοκισμού των τόκων σε καθυστέρηση, ανά τρίμηνο''.
Ο λόγος αυτός κατ' αμφότερα τα σκέλη του, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, προεχόντως διότι δεν διαλαμβάνεται, ο αριθμός των λόγων αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για τους οποίους η αναιρεσείουσα πλήττει με τα όσα αποδίδει την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού ουδόλως υπάγει τα όσα με την αναίρεσή της αποδίδει στην απόφαση, σε κάποιον από τους αναφερόμενους στο άνω άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, (με τη σημείωση ότι δεν αναφέρεται ούτε το άρθρο 559 ΚΠολΔ).
Επίσης, όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του, δεν αναφέρονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για την έννοια της διάταξης αυτής και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό ή υπαγωγικό σφάλμα, δηλαδή που εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου, ενώ όσον αφορά το πρώτο σκέλος του, περί εσφαλμένης ερμηνείας των όρων της σύμβασης, δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο, σε διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στον αναφερόμενο όρο της σύμβασης πίστωσης, ούτε αναφέρεται το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτόν με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της, ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων, ούτε γίνεται αναφορά σε εσφαλμένη υπαγωγή στην έννοια αυτών, των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το Δικαστήριο ή σε κακή εφαρμογή τους, με το σχηματισμό πορίσματος που αντιτίθεται στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η ως άνω δικαστική ομολογία πρέπει να γίνεται μόνο κατά τον διαγραφόμενο από την παραπάνω διάταξη τύπο, ο οποίος συνίσταται σε δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή εκτός του ακροατηρίου ενώπιον εντεταλμένου δικαστή, προφορική ή έγγραφη, ή ενώπιον του εισηγητή δικαστή που διεξάγει τις αποδείξεις, ενώ κάθε άλλη ομολογία είναι εξώδικη.
Ως δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση νοείται το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση κατά το χρόνο πραγματοποίησης της ομολογίας.
Συνεπώς, η ομολογία που γίνεται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ισχύει ως δικαστική και για το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της υπόθεσης συνεπεία άσκησης ενδίκου μέσου και δεν απαιτείται η επίκληση του αποδεικτικού αυτού μέσου από τον αντίδικο του ομολογήσαντος, αφού η δικαστική ομολογία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατ' άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 719/2020, ΑΠ 159/2010), αναίρεση δε χωρεί μόνον αν ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί την ομολογία και το δικαστήριο δεν την έλαβε υπόψη του ή αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη ανύπαρκτη ομολογία (ΟλΑΠ 498/1978, AΠ 719/2020, ΑΠ 365/2017).
Στην τελευταία δε περίπτωση της ανύπαρκτης ομολογίας, ιδρύεται ο από τον αριθμό 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, δηλαδή εκείνη της παρά το νόμο λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων, που δεν προσκομίσθηκαν (ΑΠ 584/2019, ΑΠ 1831/2008). Για να ιδρυθεί, όμως, ο λόγος αυτός, θα πρέπει από την ανύπαρκτη ομολογία να έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, ότι αποδείχθηκε πραγματικό γεγονός, που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, επέδρασε, δηλαδή, στο διατακτικό της απόφασής του, αφού, κατά το άρθρο 335 ΚΠολΔ, αντικείμενο απόδειξης είναι μόνο τέτοια γεγονότα, ήτοι γεγονότα που ανήκουν στο πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου και συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 31/2021, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 376/2019, ΑΠ 584/2019).
Αν, όμως, το δικαστήριο στηρίζεται στο σύνολο των αποδείξεων και επαλλήλως ή επικουρικώς στην ομολογία, αλυσιτελώς πλήττεται με τον αναιρετικό αυτό λόγο μόνον η τελευταία αιτιολογία (ΑΠ 365/2017, ΑΠ 1072/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, κατ' ορθή εκτίμηση (και όχι και από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου) πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι, με το να δεχθεί ότι, ''οι ενάγοντες - εκκαλούντες συνομολογούν στο δικόγραφο της αγωγής την ύπαρξη συμφωνίας στην επίμαχη 3876/12-12-1978 σύμβαση παροχής πιστώσεως µε ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό (άρθρο 2), µε την οποία προβλεπόταν ο υπολογισμός του τόκου µε το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο και το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού ανά τρίμηνο κατ' άρθρο 112 ΕισΝΑΚ, και ο καταλογισμός των ποσών που δε θα κατέβαλε η πιστούχος (πρώτη ενάγουσα - εκκαλούσα) στο λογαριασμό πιστώσεως, οφειλομένων εφεξής επ' αυτών τόκων, χωρίς ιδιαίτερη ειδοποίησή της'', έλαβε υπόψη ομολογία της ανύπαρκτη, ως προς τον τρίμηνο ανατοκισμό των τόκων, χωρίς να γίνει επίκληση της ομολογίας αυτής, εκ μέρους της αναιρεσίβλητης.
Στον ίδιο δε λόγο, η αναιρεσείουσα αναφέρει, ότι η αναγραφή στο δικόγραφο της αγωγής των όρων της σύμβασης, μεταξύ των οποίων ο πιο πάνω όρος 2, έλαβε χώρα προκειμένου στη συνέχεια, να αποκρουστεί η εφαρμογή του όρου αυτού, με ανατοκισμό των τόκων, ως παράνομου και καταχρηστικού και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συνομολόγηση εκ μέρους της, συμφωνίας περί ανατοκισμού.
Ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η προαναφερόμενη αναιρετική πλημμέλεια χωρεί μόνον αν ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί την ομολογία και το δικαστήριο δεν την έλαβε υπόψη του ή αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ανύπαρκτη ομολογία, και όχι αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, αυτεπαγγέλτως (δηλαδή και χωρίς επίκληση του αντιδίκου του ομολογήσαντος) δικαστική ομολογία.
Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος περί ανύπαρκτης ομολογίας είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ζήτημα της συμφωνίας περί τρίμηνου ανατοκισμού των τόκων, δεν στηρίχθηκε μόνο στην επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα, ως ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο, δικαστική ομολογία, με το δικόγραφο της αγωγής, αλλά σχηματίσθηκε από την αξιολόγηση του συνόλου των αποδείξεων, κυρίως δε στηρίχθηκε στον πιο πάνω όρο της σύμβασης πίστωσης, το περιεχόμενο του οποίου παραθέτει επί λέξει, η αναφορά δε στην ομολογία της αναιρεσείουσας, στην πραγματικότητα αποτελεί επιχείρημα του δικαστηρίου για την ενίσχυση της κρίσης του ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συμφωνίας περί ανατοκισμού.
Περαιτέρω, ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ''πράγματα'', θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996) και οι λόγοι έφεσης, εφόσον περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, τα οποία αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 368/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 29/2012, ΑΠ 2024/2009, ΑΠ 1640/2009), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1148/2020, ΑΠ 102/2020, ΑΠ 18/2018, ΑΠ 1548/2018, ΑΠ 1951/2017, ΑΠ 563/2016).
Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 1079/2020, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 1021/2019, ΑΠ 720/2019).
Ο ισχυρισμός δε, που στηρίζει τον άνω λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί, από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες, σχετικές, παραδοχές, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 81/2020, ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1654/2007, ΑΠ 1632/2007, ΑΠ 669/2007).
Η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της περί ακυρότητας του συμβατικού όρου για το συνυπολογισμό τόκου επί τόκων ανά τρίμηνο, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού αληθείς υποτιθέμενοι συνεπάγονται την παραδοχή της αγωγής της, τους οποίους πρόβαλε τόσο κατά την πρωτόδικη δίκη, καθ' υποφορά με την αγωγή της, όσο και με τις προτάσεις της, αλλά και στην κατ' έφεση δίκη, με λόγο έφεσης.
Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν εκ του πράγματος, δεχόμενο την ύπαρξη έγκυρης και ισχυρής συμφωνίας περί τρίμηνου ανατοκισμού των τόκων. Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, η από 31-7-2019 (αριθμ.
καταθ. 10/9-8-2019) αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι από 11-3-2021 πρόσθετοι αυτής λόγοι, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-7-2019 (αριθμ. καταθ. 10/9-8-2019) αίτηση και τους από 10-3-2021 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της 75/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ