Legislator Case Law & Legislation
563/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that an appeal against an appeal is inadmissible under Greek Civil Procedure Law.

Case Number 563/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a company and an individual against the Thessaloniki Court of Appeal's decision of 1134/2014. The appellants argued that the lower court failed to consider their claim that the respondent's appeal was inadmissible under Article 281 of the Civil Code. The court held that this specific argument was legally inadmissible because the right to appeal is a procedural right, not a substantive one, and thus cannot be the basis for an appeal under Article 559(8) of the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(8) of the Civil Procedure Code; An appeal against an appeal is inadmissible when the ground relies on the inadmissibility of the appeal itself, as the right to appeal is procedural and not substantive.

Keywords

AI generated
appeal against appeal inadmissible appeal procedural right substantive right Civil Procedure Code Article 281 Civil Code legal ground dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Civil Procedure Code
Article 559(8) of the Civil Procedure Code
Article 281 of the Civil Code
Article 116 of the Civil Procedure Code
Article 106 of the Civil Procedure Code
Article 110(2) of the Civil Procedure Code
Article 495(4) of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 13/1995
Supreme Court Case 3/1997
Supreme Court Case 1225/2004
Supreme Court Case 2/1989
Supreme Court Case 1072/2005
Supreme Court Case 8/2015
Supreme Court Case 1731/2010
Supreme Court Case 1414/2011
Supreme Court Case 1003/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 563 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 563/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Β. Α. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Νεδελκόπουλο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Β. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αλεξόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/5/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1502/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1134/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/12/2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 9/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Εισάγεται προς εκδίκαση αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 1134/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσ/νίκης, με την οποία κρίθηκε υπόθεση ακυρότητας προσυμφώνου πώλησης ακινήτων. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη υπ’ αριθ. 1502/2012 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, η οποία, κατά παραδοχή της πρώτης επικουρικής βάσης της ένδικης από 4.3.2010 αγωγής του, είχε αναγνωρίσει ως άκυρο το ως άνω προσύμφωνο λόγω του ότι καταρτίστηκε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρ. 66 ΑΚ, 21§1 και 22§1 του ν. 2190/1920, δέχθηκε ακολούθως (η εφετειακή απόφαση) την ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της, η οποία με την οριστική απόφαση είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, και αναγνώριζε την ακυρότητα του αυτού προσυμφώνου λόγω εικονικότητας. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της άνω ,αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσας τελεσίδικης απόφασης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς τους λόγους της.

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, όπως και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Έτσι, η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (Ολ. ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, 609/2013). Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 24/2015).

Τούτο δε συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Από τις διατάξεις εξάλλου των άρθρων 138, 139, 180, 211 και 214 ΑΚ, προκύπτουν τα εξής: Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά, χαρακτηρίζεται ως εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε. Εικονική είναι, άρα, η δήλωση βούλησης, η οποία, σε γνώση του δηλούντος, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Σκοπός της εν λόγω δήλωσης είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής νομικής κατάστασης, χωρίς να υπάρχει πράγματι στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας μεταβολής. Εικονική μπορεί να είναι η δικαιοπραξία, όχι μόνο όταν είναι μονομερής, αλλά και όταν είναι σύμβαση, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση για την ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος.

Σε περίπτωση που ο δηλών είναι άμεσος αντιπρόσωπος άλλου, εικονική είναι η δήλωση βούλησης, η οποία, σε γνώση του αντιπροσώπου και όχι του αντιπροσωπευομένου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Για την ακυρότητα, επομένως, ως εικονικής μιας σύμβασης ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και η συμφωνία όλων των, κατά το χρόνο της κατάρτισής της συμβαλλομένων, για το ότι η συναφθείσα σύμβαση είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες.

Για την εικονικότητα δηλαδή, της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός, ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται. Ως εκ τούτου, δεν είναι ανάγκη να προκύπτει ο σκοπός ή τα αίτια που οδήγησαν στην ελαττωματική αυτή δήλωση.

Η κατά τα άνω ακυρότητα της δικαιοπραξίας είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθένα που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180ΑΚ και 68 και 70 ΚΠολΔ. Η εικονικότητα, εξάλλου, δεν εμποδίζεται, αν η δήλωση βούλησης έγινε ενώπιον συμβολαιογράφου, αφού αυτός είναι εντεταλμένος απλώς να πιστοποιεί τη δήλωση των δικαιοπρακτούντων, όπως αυτή εμφανίζεται εξωτερικά και όχι να συμπράττει με τη βούλησή του στη δικαιοπραξία.

Η πώληση, επομένως, ακινήτου, η οποία έγινε χωρίς το σκοπό της μεταβίβασης της κυριότητάς του για την αιτία αυτή, είναι άκυρη και δεν παράγει έννομο αποτέλεσμα, διότι λείπει σοβαρή συναλλακτική πρόθεση (ΑΠ 160/2013, 1076/2013, 946/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, από τη παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι το Εφετείο μεταξύ άλλων, δέχθηκε και τα ακόλουθα: "...

η πρώτη εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "...", (και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, συστάθηκε με το υπ’ αριθ. ...26.1.2001 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Ι., το οποίο καταχωρήθηκε νόμιμα στο Mητρώο των Ανωνύμων Εταιριών της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, με αριθμό ..., περίληψη δε αυτού δημοσιεύθηκε στο υπ’ αριθ. 1280/01-03-2001 ΦΕΚ (Τεύχος Α.Ε.

και Ε.Π.Ε.). Ο δεύτερος εναγόμενος (και ήδη δεύτερος αναιρεσείων) ετύγχανε Πρόεδρος του Δ.Σ. και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, μετείχε δε στο κεφάλαιο της πρώτης εναγομένης κατά ποσοστό 73%, κατέχοντας 91.469 μετοχές αυτής. Ο ενάγων (και ήδη αναιρεσίβλητος) μετείχε κατά ποσοστό 20% επί του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου αυτής.

Στις 28.9.2009 μεταξύ των εναγομένων καταρτίσθηκε το υπ’ αριθ. .../28-9-2009 προσύμφωνο συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Ι., με το οποίο ο δεύτερος εξ αυτών υποσχέθηκε στην πρώτη εναγομένη να της μεταβιβάσει λόγω πώλησης και να της παραδώσει ποσοστό 50% της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας αυτού επί των υπ’ αριθ. ...

κληροτεμαχίων, εμβαδού 2.250 και 2.340 τετρ. μέτρων, αντίστοιχα, που βρίσκονται στο δημοτικό διαμέρισμα του ... του Δήμου ... του Νομού Χαλκιδικής. Κατά την κατάρτιση του εν λόγω προσυμφώνου συμβολαίου η πρώτη εναγομένη εκπροσωπήθηκε από τον δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, κατείχε τη θέση του Προέδρου του Δ.Σ.

και του Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής, σύμφωνα με την από 8.3.2007 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της, η οποία καταχωρήθηκε νομότυπα στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ. Όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο υπ’ αριθ. ...-5-2009 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου, η εκ μέρους της πρώτης εναγομένης αγορά των ιδανικών μεριδίων του δεύτερου εναγομένου επί των ως άνω ακινήτων αποφασίσθηκε από το Δ.Σ.

της πρώτης, το οποίο αποτελείτο από τον δεύτερο εναγόμενο, την Έ. Μ. και Κ. Μ.. Ως τίμημα της πώλησης ορίσθηκε το ποσό των 390.000 ευρώ, το οποίο ολόκληρο, κατά τα αναφερόμενα στο προσύμφωνο συμβόλαιο, καταβλήθηκε σε μετρητά στον πωλητή-δεύτερο εναγόμενο την ημέρα κατάρτισης της σύμβασης, εκτός του γραφείου της συμβολαιογράφου.

Πρέπει να σημειωθεί, ότι για την αξιοποίηση των δύο αυτών ακινήτων είχαν εκδοθεί οι υπ’ αριθ. ...28.2.2011 και ....11-2001 άδειες ανοικοδόμησης της Διεύθυνσης Οικισμού και Χωροταξίας Πολυγύρου για την ανέγερση συγκροτήματος διωρόφων κατοικιών, πλην όμως, κατά τον χρόνο κατάρτισης της ως άνω σύμβασης, η ισχύς αυτών είχε λήξει.

Ολίγες ημέρες μετά την κατάρτιση του προσυμφώνου συμβολαίου, ήτοι στις 9.10.2009, η πρώτη εναγομένη, εκπροσωπούμενη από τον δεύτερο εναγόμενο, συνήψε σύμβαση μεσιτείας με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", δίδοντας σ’ αυτήν την εντολή να ανεύρει αγοραστή των ανωτέρω ακινήτων, ορισθέντος ως τιμήματος της πώλησης του ποσού των 450.000 ευρώ.

Συνεπώς, από την ενέργεια αυτή της πρώτης των εναγομένων προκύπτει, ότι αυτή, προσυμφωνώντας την αγορά των ακινήτων, δεν είχε πρόθεση να προβεί στην αξιοποίησή τους με την ανέγερση παραθεριστικών κατοικιών, εφόσον η ισχύς των ως άνω αδειών ανοικοδόμησης είχε ήδη λήξει. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης έλαβε χώρα, καθ’ ον χρόνο εκκρεμούσε η διενέργεια του διαχειριστικού ελέγχου από ελεγκτές που είχαν ορισθεί με τις με αριθμό 27706/2008 και 16583/2009 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχαν εκδοθεί επί των με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης ...2008 και ...2009 αιτήσεων του ενάγοντος.

Oι ορισθέντες ελεγκτές Δ. Ζ. και Κ. Κ., στη συνταχθείσα από αυτούς έκθεση, σημειώνουν, ότι η πρώτη εναγομένη προέβη στην αγορά των ιδανικών μεριδίων της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας επί των προπεριγραφέντων ακινήτων του δευτέρου εναγομένου, δρώντας εντός του προκαθορισμένου σκοπού της. Οι ίδιοι δε ανέφεραν, ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού "Ταμείο" στις 18.10.2009 ανερχόταν σε 1.452,22 ευρώ, ενώ στους λογαριασμούς "καταθέσεις όψεως" των Τραπεζών ...

κατά την ως άνω ημερομηνία δεν υπήρχαν κατατεθειμένα χρήματα. Αντίθετα, κατά τον χρόνο κατάρτισης της ως άνω σύμβασης πώλησης (προσυμφώνου), η πρώτη εναγομένη εταιρία είχε οφειλές προς την Εθνική Τράπεζα ποσού 254.032,37 ευρώ, είχε δε αιτηθεί την υπαγωγή σε ρύθμιση της οφειλής της. Επίσης αυτή όφειλε (στις 18.10.2009) 34.534,94 ευρώ στο Ελληνικό Δημόσιο από μη καταβληθέντα Φ.Π.Α.

και λοιπούς φόρους και τέλη, 4.666,40 ευρώ φόρο ελευθέρων επαγγελματιών, 1,547,37 ευρώ φόρο υπεργολάβων και 8.531,65 ευρώ εισφορές σε ασφαλιστικούς οργανισμούς. Περαιτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, ότι καταβλήθηκε, πράγματι, τίμημα της πώλησης, ποσού 390.000 ευρώ, εφόσον δεν προσκομίσθηκε παραστατικό έγγραφο τραπέζης, από το οποίο να προκύπτει, ότι η πρώτη εναγομένη είχε το αντίστοιχο ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό της, από τον οποίο και έγινε ανάληψη.

Ο ισχυρισμός του δευτέρου εναγομένου, ως εκπροσώπου της πρώτης, ότι τα διαθέσιμα χρήματα αυτής φυλάσσονταν από τον ίδιο σε ασφαλές μέρος, κρίνεται απορριπτέος. Από τα πιο πάνω εκτεθέντα προκύπτει, ότι το ως άνω προσύμφωνο δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά, δηλαδή ήταν εικονικό, πράγμα που γνώριζαν οι παραπάνω συμβαλλόμενοι κατά την κατάρτισή του και συγκεκριμένα ο δεύτερος των εναγομένων ήθελε πραγματικά όχι να μεταβιβασθούν λόγω πώλησης μελλοντικά στην πρώτη εναγομένη τα εν λόγω ιδανικά μερίδια, αλλά απλώς να δηλωθεί εκταμίευση ποσού 390.000 ευρώ από το ταμείο της εταιρίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, το τίμημα δεν ήταν αληθινό, ούτε δε έλαβε χώρα μεταξύ των συμβαλλομένων συμφωνία ειλικρινής και σπουδαία. Βέβαια ... ναι μεν η μη καταβολή του τιμήματος δεν επηρεάζει το κύρος της σύμβασης, αφού η ενοχή προς καταβολή του μπορεί να αφεθεί ή κατ’ άλλο τρόπο να αποσβεσθεί, πλην όμως ερευνώμενη από το παρόν Δικαστήριο η συναλλακτική πρόθεση των συμβληθέντων (ειδικότερα του δευτέρου εναγομένου και της πρώτης εναγομένης, εκπροσωπούμενης όμως από τον δεύτερο εναγόμενο) καθίσταται πρόδηλο, ότι η συμφωνία που αφορά το τίμημα δεν ήταν πραγματική και έγινε κατά το φαινόμενο μόνο.

Έτσι το προσύμφωνο, ως εικονικό αναφορικά με την πώληση ..., είναι άκυρο, αφού αποδείχθηκε πλήρως, ότι οι γενόμενες με το επίδικο προσύμφωνο δηλώσεις βούλησης των εναγομένων, με τις ιδιότητες που παρίστανται, για την περιεχόμενη στο προσύμφωνο συμβόλαιο δικαιοπραξία της πώλησης και της υπόσχεσης μεταβίβασης της κυριότητας των ποσοστών συγκυριότητας επί των ως άνω ακινήτων, δεν έγινε στα σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά και ότι αυτό που θέλησαν πράγματι οι αντισυμβαλλόμενοι, δεν ήταν η πώληση και η μεταβίβαση των ποσοστών συγκυριότητας των ακινήτων αυτών, αλλά οι εικονικές αυτές δηλώσεις έγιναν για τους σκοπούς που προαναφέρθηκαν.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός, ότι μεταγενέστερα από τη συζήτηση της κρινομένης αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στη δίκη που είχε ανοιγεί κατόπιν άσκησης εκ μέρους του Δ. Α., αδελφού του δευτέρου εναγομένου, της υπ’ αυξ. αριθ. κατάθεσης ...2011 αγωγής διανομής των ακινήτων, των οποίων αυτοί ήταν συγκύριοι, ο δεύτερος εναγόμενος ισχυρίσθηκε με τις από 20.9.2012 προτάσεις του (κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), ότι η σύμβαση πώλησης, που είχε καταρτισθεί με το υπ’ αριθ. .../28-9-2009 προσύμφωνο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε.

Ι., ήδη είχε κριθεί με την εκκαλούμενη απόφαση άκυρη και ότι επί πλέον καμμία δέσμευση δεν εδημιουργείτο για τη διανομή των κοινών ακινήτων από το γεγονός ότι ιδανικό μερίδιο αυτών είχε προσυμφωνηθεί να πωληθεί. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 22252/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάχθηκε η αυτούσια διανομή της κοινής περιουσίας των δύο αδελφών, ο δε δεύτερος εναγόμενος, μεταξύ των άλλων ακινήτων, έλαβε στην αποκλειστική του κυριότητα το υπ’ ...

κληροτεμάχιo, ενώ ο Δ. Α. το υπ’ αριθ. … κληροτεμάχιο. Δηλαδή, ήδη το ποσοστό 50% του τελευταίου αυτού ακινήτου, δεν ανήκει κατά κυριότητα στον δεύτερο εναγόμενο. Αυτός, αν είχε πραγματική πρόθεση να μεταβιβάσει την κυριότητα του ανήκοντος ο’ αυτόν ποσοστού επί των δύο ακινήτων στην πρώτη εναγομένη, θα είχε σπεύσει να αντικαταστήσει το απωλεσθέν από αυτόν ποσοστό συγκυριότητας επί του υπ’ ...

κληροτεμαχίου με το περιελθόν σ’ αυτόν, αντίστοιχα, ποσοστό επί του υπ’ ... κληροτεμαχίου, πλην όμως δεν το έπραξε ...". Με τη κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138, 139, 180, 211, 214 και 1033 του ΑΚ, τις οποίες δεν παρεβίασε, αφού προέβη σε ορθή υπαγωγή σ’ αυτές των πραγματικών περιστατικών, που, αναιρετικώς ανέλεγκτα, δέχθηκε ως αποδεδειγμένα.

Ειδικότερα, δικαιολογείται από τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι οι γενόμενες με το επίδικο συμβολαιογραφικό προσύμφωνο δηλώσεις των συμβληθέντων περί πώλησης και υπόσχεσης μεταβίβασης της κυριότητας των κληροτεμαχίων δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά και ότι αυτό που θέλησαν πράγματι οι αντισυμβαλλόμενοι, δεν ήταν η πώληση και η μεταβίβαση των ποσοστών συγκυριότητας των ακινήτων αυτών, αλλά απλώς να δηλωθεί εκταμίευση ποσού 390.000 ευρώ από το ταμείο της εταιρίας (πρώτης των αναιρεσειόντων).

Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης επικαλούνται πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι δεν εφαρμόστηκαν απ’ αυτή ορθά οι προαναφερόμενες διατάξεις. Εντοπίζουν δε το, κατ’ αυτούς σφάλμα της προσβαλλόμενης, στην "μη ορθή ερμηνεία του σκοπού της εταιρίας", "στο γεγονός ότι η μεταβίβαση αυτή ήταν και χαρακτηρίστηκε δικαιολογημένη τρέχουσα συναλλαγή", στη "μη ορθή ερμηνεία της έννοιας των τρεχουσών συναλλαγών" και αφού επεξηγούν την, κατά την άποψή τους, έννοια των ανωτέρω, με αποσπασματική παράθεση και κάποιων αιτιολογιών και επιχειρημάτων της προσβαλλόμενης, η οποία, πρέπει να σημειωθεί, ότι έχει σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, όπως άλλωστε δεν αρνούνται και οι αναιρεσείοντες, που δεν παραπονούνται για παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, καταλήγουν στο αποδεικτικό πόρισμα της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι δηλαδή δεν αποδείχθηκε η εικονικότητα του προσυμφώνου, το οποίο όμως πόρισμα ανατράπηκε απ’ αυτό της προσβαλλόμενης.

Οι ανωτέρω, όμως, αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, δεν στοιχειοθετούν τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και οι τελευταίοι, με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης αυτού, πλήττουν πράγματι την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ.2 ΚΠολΔ), ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, είτε έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 13/1995), είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που, κατά το νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήσαν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005).

Ο ίδιος όμως λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό μη νόμιμο ή απαραδέκτως προταθέντα στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 8/2015, 1731/2010). Περαιτέρω, η απαγόρευση της άσκησης του δικαιώματος, που ορίζει το άρθρο 281 ΑΚ με τους όρους που αυτό προβλέπει, αφορά μόνο δικαίωμα, το οποίο απορρέει από διατάξεις ουσιαστικού νόμου και όχι από διατάξεις δικονομικές, αφού το εν λόγω άρθρο, όπως προκύπτει από το πνεύμα και το σκοπό του, ρυθμίζει την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από ουσιαστικούς και όχι από δικονομικούς νόμους, ως προς τους οποίους εφαρμογής τυγχάνει το άρθρ. 116 ΚΠολΔ, το οποίο δεν προβλέπει ακυρότητα της διαδικαστικής πράξης που ενεργήθηκε κατά παράβασή του (ΑΠ 1414/2011).

Επομένως, ο ισχυρισμός, που πράγματι είχαν προβάλει με την έφεσή τους οι αναιρεσείοντες ενώπιον του Εφετείου, περί απαραδέκτου της ασκηθείσας από τον αναιρεσίβλητο κατά της πρωτόδικης απόφασης έφεσης, ως καταχρηστικής, ήτοι εμπίπτουσας στην απαγόρευση του άρθρου 281 του ΑΚ, ήταν μη νόμιμος, αφού το δικαίωμα διαδίκου να ασκήσει ένδικο μέσο είναι δικονομικό (ΑΠ 1003/2008).

Συνακόλουθα, ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη της άνω από το άρθρο 281 ΑΚ, μη νόμιμης, όμως, ένστασης από το Εφετείο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει: α) να απορριφθεί, στο σύνολό της, η αίτηση αναίρεσης β) να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 § 4 ΚΠολΔ, όπως προστ.

με άρθρ. 12 § 2 Ν. 4055/2012) και γ) να επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 106, 176, 180, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.12.2014 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "..." και του Β. Α. προς αναίρεση της 1134/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Οκτωβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ