Supreme Court dismisses appeal for failure to cite substantive law violation and lack of specific grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the company's appeal against the First Instance Court's decision regarding a construction contract dispute. The appellant failed to substantiate claims of substantive law violations or misapplication of the principle of res judicata, as required by the Civil Procedure Code. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible and ordered the forfeiture of the security bond.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 562, 576 of the Civil Procedure Code: An appeal is inadmissible if the appellant fails to specify the substantive law violation or misapplication with sufficient detail, and the appeal is rejected if the appellant does not provide the necessary documents to prove the existence of the res judicata.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 81 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 81/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1'Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ανδριάνα Μητροπούλου και Νικόλαο Μπαλατή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Μ. του Γ., 2) Α. Μ. του Κ., 3) Μ. - Ρ. Μ. του Κ., 4) Ε. Μ. του Κ., 5) Γ. Μ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/10/2011 αγωγή των υπό στοιχεία 3, 4, 5 ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 15/1/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6633/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2192/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/10/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την.../07-12-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Δ. Π., που προσκομίζει η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως, προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο αυτής, με τη σχετική βεβαίωση αναβολής του Γραμματέα του Αρείου Πάγου και κλήση προς συζήτηση της υποθέσεως, για την παρούσα δικάσιμο, έχει επιδοθεί, νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της ιδίας, στους αναιρεσίβλητους, δια του πληρεξουσίου και αντικλήτου αυτών δικηγόρου Αθηνών Παναγιώτη Σκριβάνου, (άρθρα 143 παρ. 1, 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τη νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις, για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική, από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα και σε περίπτωση κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Στην περίπτωση δε, που ο προαναφερθείς αναιρετικός λόγος στηρίζεται σε παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ είναι αόριστος, αν δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το συγκεκριμένο σφάλμα, σχετικά με την καλή πίστη (ΑΠ 476/2007, ΑΠ 1004/1993). Ενώ, όταν για τη θεμελίωση του ίδιου, ως άνω, λόγου, γίνεται επίκληση παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει να αναφέρεται, στο αναιρετήριο, ποια, συγκεκριμένα, διδάγματα παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν αυτά εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση, ο τρόπος, κατά τον οποίον παραβιάσθηκαν, ως και η κατά τον αναιρεσείοντα ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, που προκύπτει από τα διδάγματα αυτά, που το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε, δηλαδή, η αποδοθείσα από το δικαστήριο της ουσίας έννοια στον κανόνα δικαίου, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτήρισε εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του ορθή έννοια αυτού, η προκύπτουσα από τα επικαλούμενα διδάγματα, που το δικαστήριο, είτε πλημμελώς χρησιμοποίησε, είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει (ΑΠ 574/2010, ΑΠ 225/2009, ΑΠ 737/2008, ΑΠ 1097/2008, ΑΠ 2174/2007).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, από αυτή, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται, καθόλου, πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Επομένως, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση, τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου, στο αναιρετήριο, σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).
Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτών των αναιρετικών λόγων, αφού έτσι δεν είναι δυνατή η στοιχειοθέτησή τους με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 495/2010, ΑΠ 954/2008, ΑΠ 609/2008, ΑΠ 2173/2007, ΑΠ 1036/2000, ΑΠ 1353/2001).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας, των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν, με αυτά, κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο, του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού, πλέον, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο αναιρετικούς λόγους, κατά τα σχετικά μέρη αυτών, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα: α) Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το οικείο μέρος του, αποδίδεται στο Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα περί της, εν μέρει, ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής των ήδη αναιρεσίβλητων, κατά το αίτημά της να τους επιδικασθεί η συμφωνηθείσα, με βάση τη μεταξύ αυτών και της ήδη αναιρεσείουσας εργολαβική σύμβαση, ποινική ρήτρα και να υποχρεώσει, εντεύθεν, την τελευταία να καταβάλει στον καθένα των αντιδίκων της, για την εν λόγω αιτία, το ποσό των 11.260 ευρώ, υπέπεσε στην πλημμέλεια, αφενός, του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην, ευθεία, παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου κανόνων των άρθρων 173, 200, 404, 405 και 407 ΑΚ, καθώς και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, που συντελέσθηκε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών και, αφετέρου, σ' αυτήν (πλημμέλεια) από τον αριθμό 19 του ίδιου, ως άνω άρθρου, συνισταμένη στην εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, που συντελέσθηκε με το να διαλάβει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με τα ζητήματα: 1) της υπαιτιότητάς της για την καθυστέρηση ολοκλήρωσης και παράδοσης στους ήδη αναιρεσιβλήτους, ενάγοντες των ενδίκων ιδιοκτησιών, που εσφαλμένα δέχθηκε (το Εφετείο) ότι οφείλεται στη μη έγκαιρη ρευματοδότησή τους από τη ΔΕΗ, παρότι τούτο δεν αποδείχθηκε, αφού με βάση ρητό όρο της επίμαχης εργολαβικής σύμβασης αυτή (αναιρεσείουσα) δεν ευθύνεται για την καθυστέρηση της ΔΕΗ. 2) Της, ενεργητικής, νομιμοποίησης των ήδη αναιρεσιβλήτων, να λάβουν το σύνολο της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, δηλαδή και αυτής, που αντιστοιχεί σε άλλους, μη διαδίκους στην παρούσα δίκη, συνιδιοκτήτες της ένδικης οικοδομής και όχι ανάλογης με το ποσοστό της συνιδιοκτησίας του καθενός αυτών (αναιρεσιβλήτων) στην ένδικη οικοδομή, όπως θα έπρεπε.
Και, 3) του υπολογισμού της οφειλομένης ποινικής ρήτρας, που, σε κάθε περίπτωση, είναι λανθασμένος. β) Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το σχετικό μέρος του, ψέγεται το Εφετείο ότι με το ν' απορρίψει την ένσταση της ήδη αναιρεσείουσας περί συμψηφισμού, προς τις ένδικες απαιτήσεις των ήδη αναιρεσίβλητων, του ποσού των 36.570,31 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ΦΠΑ και το οποίο, μολονότι, κατά τα συμφωνηθέντα, βάρυνε αυτούς, κατέβαλε η ίδια, παραβίασε, ευθέως, τους νόμους 1642/1986 και 2859/2000, τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Και, γ) με το σχετικό μέρος του τρίτου αναιρετικού λόγου, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στην παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αναφορικά με τον προσδιορισμό του προεξοφλητικού επιτοκίου της επιδικασθείσας σ' αυτήν αποζημιώσεως, για εγκλωβισμένο κεφάλαιο, σε 4%, και όχι σε 6%, όπως θα έπρεπε.
Όλοι, όμως, οι προαναφερθέντες λόγοι, κατά τις προαναφερθείσες αιτιάσεις τους, από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό τους έλεγχο. Τούτο δε διότι, για τη θεμελίωση των λόγων αυτών, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα, όπως είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις της παρούσας, οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, παρά μόνο αποσπάσματα αυτής, τα οποία επέλεξε, κατά το δοκούν, η αναιρεσείουσα, αλλά με βάση αυτά και μόνο δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της βασιμότητάς τους.
Εκτός τούτων, για τη θεμελίωση του δευτέρου λόγου, κατά την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίασή του, δεν αναφέρονται, για το ορισμένο του και οι συγκεκριμένες διατάξεις των νόμων 1642/1986 και 2859/2000, που φέρονται, από την αναιρεσείουσα, ως παραβιασθείσες. Αναφορικά δε με την επικαλουμένη, με τον πρώτο λόγο, παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δεν προσδιορίζεται, στο αναιρετήριο, ποιοι όροι της ένδικης εργολαβικής σύμβασης ερμηνεύτηκαν εσφαλμένα και ποιο είναι το σφάλμα της αναιρεσιβαλλομένης, σχετικά με την καλή πίστη.
Περαιτέρω, ως προς την επικαλουμένη, με τους πρώτο και τρίτο αναιρετικούς λόγους, παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δεν αναφέρεται ποια, συγκεκριμένα, διδάγματα παραβιάσθηκαν, ούτε ο συγκεκριμένος κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν αυτά εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση, ο τρόπος, κατά τον οποίον παραβιάσθηκαν αυτά, ως και η κατά την αναιρεσείουσα ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, που προκύπτει από τα διδάγματα αυτά, που το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε.
Δηλαδή, δεν εκτίθεται η αποδοθείσα από το δικαστήριο της ουσίας έννοια στον κανόνα δικαίου, την οποία η αναιρεσείουσα χαρακτηρίζει εσφαλμένη. Τέλος, αναφορικά με τη θεμελίωση του πρώτου λόγου, κατά την από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίασή του, για το ορισμένο αυτού δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο οι επιπλέον αιτιολογίες, που, κατά την αναιρεσείουσα, έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλομένη απόφαση, ενώ, κατά τα λοιπά, με τα επικαλούμενα, για τη θεμελίωσή του, πλήττεται η εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, από το Εφετείο, η οποία, όμως, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙΙ. Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου, με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί, από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες, σχετικές, παραδοχές, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1654/2007, ΑΠ 1632/2007, ΑΠ 669/2007).
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το οικείο σκέλος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνεται αόριστος, αφού δεν αναφέρεται, στο αναιρετήριο, αν συγκεκριμένος και ποιος, αυτοτελής ισχυρισμός της ήδη αναιρεσείουσας, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση αυτής της δίκης, είχε προταθεί και πώς, στο Εφετείο και αυτό δεν τον έλαβε υπόψη η αν έλαβε υπόψη του μη προταθέντα και ποιον, συγκεκριμένα, ισχυρισμό, των αντιδίκων της.
IV. Όπως προκύπτει από το άρθρο 529 παρ. 1 εδ. 1 ΚΠολΔ, κατά το οποίο στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται η επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων, είναι επιτρεπτή, στην κατ' έφεση δίκη, η λήψη υπόψη ενόρκων βεβαιώσεων, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ, οι οποίες ελήφθησαν μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, άρα, και δη κατά μείζονα λόγο, και των ενόρκων βεβαιώσεων, που λήφθηκαν πριν από την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, έστω και μετά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 484/2019, ΑΠ 509/2011, ΑΠ 1633/2002, ΑΠ 586/2002, ΑΠ 884/1998).
Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινομένης αναιρέσεως, κατά το οικείο, από τον αριθ. 11 α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέρος του, κατά τον οποίο το Εφετείο με το να λάβει υπόψη, προς μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και να μην αποκρούσει ως απαράδεκτη την, κρίσιμη κατά το αναιρετήριο, υπ' αρ. 30468/12-03-2013 ένορκη βεβαίωση της Ε.
Β., ενώπιον του Συμβολαιογράφου Κ. Κ., την οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, στο Εφετείο, οι ήδη αναιρεσίβλητοι και η οποία λήφθηκε μετά τη συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μέσα στην προθεσμία των αντικρούσεων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος (πρώτος) από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚπολΔ λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα εξής έγγραφα: 1.
Την από 17/11/2008 βεβαίωση της αρχιτέκτονος μηχανικού του έργου Σ. Κ., η οποία βεβαιώνει ότι "την 30/09/2008 αποπερατώθηκε πλήρως το κτήριο 1 και την 15/11/2008 η διαμόρφωση του εξωτερικού χώρου". 2. Την 5.600/7.4.2014 ένορκη βεβαίωση της ως άνω αρχιτέκτονος, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Τ. Μ.. 3. Τις προσκλήσεις της (ήδη αναιρεσείουσας) προς τους ήδη αναιρεσίβλητους, οικοπεδούχους, με τα ηλεκτρονικά μηνύματα από 12-11-2008 και 05-12-2008 να παραλάβουν τις ιδιοκτησίες τους, σύμφωνα με τον όρο 25 του ενδίκου εργολαβικού συμβολαίου. 4.
Την από 12/07/2008 υπεύθυνη δήλωση των αντιδίκων της. 5. Τα δελτία παράδοσης κτισμάτων και, 6) τις με αριθμούς πρωτοκόλλου ... αιτήσεις λήψης πιστοποιητικών από την υπηρεσία ..., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης και, ειδικότερα, από την περιεχόμενη σε αυτή σαφέστατη διαβεβαίωση του Εφετείου, με ρητή αναφορά όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, "...την επανεκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά, των 30468/12.3.2013 και 5600/7.4.2014 ένορκων βεβαιώσεων μαρτύρων των συμβ/φων Κ.
Κ. και Τ. Μ. και των εγγράφων που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι...." και το όλο αιτιολογικό εκείνης (αναιρεσιβαλλομένης), ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι ελήφθησαν υπόψη τα ως άνω, φερόμενα ως αγνοηθέντα, από το Εφετείο, έγγραφα. Μάλιστα δε, η 5.600/7.4.2014 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Τ.
Μ., η οποία, κατά την αναιρεσείουσα, φέρεται ως μη ληφθείσα υπόψη, από το Εφετείο, ειδικώς, μνημονεύεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του. Για την ταυτότητα του λόγου, αβάσιμος κρίνεται και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η ίδια, ως άνω, πλημμέλεια, που φέρεται συντελεσθείσα με την παράλειψή του να λάβει υπόψη τα εξής έγγραφα:
α) τα υπ' αριθμ. ....11.2008, ....11.2008, ....11.2008, ....6.2009, ....6.2009, ....6.2009, Δελτία Παράδοσης Κτισμάτων της τέταρτης αναιρεσίβλητης, β) τα υπ' αριθμ. ...11.2008, ....11.2008, ….11.2008, ....6.2009, ....6.2009 και, ....6.2009 Δελτία Παράδοσης Κτισμάτων της τρίτης αναιρεσίβλητης, γ) τα υπ' αριθμ. ....11.2008, ....11.2008, ....11.2008, ....6.2009, ….6.2009, ....6.2009 Δελτία Παράδοσης Κτισμάτων, του πέμπτου αναιρεσίβλητου και, τέλος, δ) τις περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ και τη φορολογική της ενημερότητα.
Με αυτό το λόγο, η αναιρεσείουσα, αποδίδει, περαιτέρω, στο Εφετείο την ίδια πλημμέλεια, υποστηρίζοντας, στο οικείο μέρος του, για τη θεμελίωσή της, ότι αυτό (Εφετείο) δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία των ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά την οποία αυτοί βαρύνονται με την καταβολή του ΦΠΑ, με συνέπεια ν' απορρίψει τη νομίμως προταθείσα, από αυτή, ένσταση συμψηφισμού, προς τις ένδικες απαιτήσεις τους (ήδη αναιρεσιβήτων), για την ως άνω αιτία, του ποσού των 36.570,25 ευρώ, το οποίο κατέβαλε η ίδια, παρότι η σχετική υποχρέωση βάρυνε τους αντιδίκους της.
Κατά την αιτίασή του αυτή, όμως, ο προαναφερθείς λόγος είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η ήδη αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε στο Εφετείο αυτή την ομολογία των αντιδίκων της, όπως θα έπρεπε, για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, δεδομένου ότι για την ίδρυση του από την προαναφερθείσα διάταξη (άρθρου 559 αριθ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ) λόγου αναιρέσεως, για μη λήψη υπόψη δικαστικής ομολογίας, απαιτείται επίκληση αυτής από τον ωφελούμενο από αυτήν αντίδικο του ομολογήσαντος (ΑΠ 1139/2009, ΑΠ 894/2008, ΑΠ 552/2005, ΑΠ 586/2002).
V. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, πρέπει δε, για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης, που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου, σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης, ποιος ήταν ο ισχυρισμός, τον οποίο αφορά το δεδικασμένο, ο τρόπος με τον οποίο, συγκεκριμένως, παραβιάστηκε αυτό και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά, που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ, για το δεδικασμένο (ΑΠ 1459/1997, ΑΠ 509/2002, ΑΠ 945/2008).
Ειδικότερα, μολονότι κατά το αρθρ. 332 ΚΠολΔ το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, από το δικαστήριο, δεν αφορά ωστόσο τη δημόσια τάξη, αφού οι σχετικές μ' αυτό διατάξεις εξυπηρετούν τα ιδιωτικά, πρωτίστως, συμφέροντα και όχι άλλα ανώτερα κοινωνικά συμφέροντα. Επομένως, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, εφόσον ο σχετικός, με το δεδικασμένο, ισχυρισμός προτάθηκε, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και ρητά απορρίφθηκε, δηλαδή περιέχεται στην απόφαση του δικαστηρίου αρνητική κρίση για τη συνδρομή του δεδικασμένου, πρέπει δε αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης είναι και πάλι αόριστος (ΟλΑΠ 1339/1985, ΑΠ 1002/2005, ΑΠ 2/2006).
Αντίθετα, αν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχεται η οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16, αλλά από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την προϋπόθεση, που πρέπει, επίσης, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας την τελεσίδικη απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και το επικαλέσθηκε προς απόδειξη ή απόκρουση της ένδικης αγωγής (ΑΠ 1311/2018, ΑΠ 1345/2011, ΑΠ 1858/2005, ΑΠ 130/2004, ΑΠ 853/2001).
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο της κρινομένης αίτησης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί μικρότερο χρονικό διάστημα και μικρότερο προεξοφλητικό επιτόκιο (4%, αντί 6%), προκειμένου να προβεί στον υπολογισμό της επιδικασθείσας, σ' αυτήν, αποζημίωσης, λόγω εγκλωβισμού επενδυθέντος κεφαλαίου 783.202,68 ευρώ, παραβίασε το δεδικασμένο, που παράγεται από την υπ' αριθμ. 1897/2016, τελεσίδικη, απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς τα ζητήματα αυτά, με αποτέλεσμα να της επιδικάσει το ποσό των 54.600 ευρώ, αντί αυτού των 235.235,91 ευρώ, που με βάση το δεδικασμένο δικαιούται.
Ο λόγος, όμως, αυτός, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, αφού για τη θεμελίωσή του, δεν αναφέρονται, στο αναιρετήριο, τα αναφερόμενα στην προηγούμενη μείζονα σκέψη στοιχεία και, ειδικότερα, ότι περιέχεται, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αρνητική κρίση για τη συνδρομή του (δεδικασμένου), οι σχετικές αιτιολογίες της και, ακόμη, ότι ο σχετικός ισχυρισμός προτάθηκε, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, από την ήδη αναιρεσείουσα, νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας.
Σημειωτέον, αν και εκ περισσού, ότι ούτε η από το άρθρο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια θα μπορούσε να θεμελιωθεί, εν προκειμένω, υπό τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, αφού δεν αναφέρεται σ' αυτό, ότι η αναιρεσείουσα προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας την επίμαχη απόφαση, από την οποία, όπως ισχυρίζεται αυτή, απορρέει το δεδικασμένο και ότι επικαλέσθηκε το δεδικασμένο αυτό, προς απόδειξη της ως άνω αγωγικής της αξίωσης.
Απορριπτέος, επίσης, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, κρίνεται και ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίον η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ίδια (από τον αριθ. 16 άρθρου 559 ΚΠολΔ) αναιρετική πλημμέλεια, κρίνοντας ότι το δεδικασμένο, που απορρέει από την 3642/2013 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως αόριστη η από 05-06-2010, προγενέστερη αγωγή της, κατά των ήδη αναιρεσίβλητων, ως προς το κονδύλιο των 24.766,25 ευρώ, για πρόσθετες εργασίες, που εκτέλεσε αυτή (αναιρεσείουσα) στην ένδικη οικοδομή, εκτείνεται και στην ένδικη αγωγή της, για το ίδιο κονδύλιο, με την, εσφαλμένη, αιτιολογία ότι και αυτή εμφανίζει την ίδια αοριστία με την προηγούμενη.
Και τούτο διότι, δεν αναφέρονται, στο αναιρετήριο, με πληρότητα, οι σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, παρά μόνο, επιλεγμένα, από την αναιρεσείουσα, αποσπάσματα αυτής, ούτε αναφέρεται το ακριβές περιεχόμενο της προγενέστερης αγωγής της, ώστε από την αντιπαραβολή της προς την ένδικη να καθίσταται εφικτό να ελεγχθεί αν το Εφετείο, πράγματι, υπέπεσε ή όχι στην επικαλουμένη αναιρετική παράβαση.
Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός, κατά την ίδια αιτίασή του, είναι αβάσιμος, αφού η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει την προγενέστερη της ένδικης, αγωγή της, η οποία είχε κριθεί ως αόριστη, σε προηγούμενη μεταξύ των ήδη διαδίκων δίκη, προς απόδειξη της βασιμότητάς του.
VI. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολο της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν.4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, το οποίο καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα. Τέλος, δεν γίνεται λόγος, στην προκειμένη περίπτωση, περί δικαστικών εξόδων, αφού οι αναιρεσίβλητοι, που νίκησαν δεν υποβλήθηκαν σε τέτοια έξοδα, λόγω της ερημοδικίας τους (άρθρα 106 εδ. α' και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16/10/2017 αίτηση της Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο. Ε." για αναίρεση της 2192/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε για την άσκηση της ως άνω αίτησης, στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ