Legislator Case Law & Legislation
739/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to defendant's absence and rejection of evidence evaluation arguments.

Case Number 739/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision following his failure to appear in court. The appellant argued that the lower court erred in evaluating evidence and lacked a legal basis for its ruling, but the court found these grounds inadmissible. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 573 § 1, 242 § 2, 576 § 2, 559 no. 8, 11γ', 19, 561 § 1 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may proceed with the hearing in the absence of the appellant if proper notice was given, and appeals challenging the evaluation of evidence or the lack of legal basis are inadmissible if they do not meet specific formal requirements.

Keywords

AI generated
absence of party procedural default evaluation of evidence legal basis of decision inadmissible appeal legal costs Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Article 573 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 242 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 576 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 11γ' of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 561 § 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 739 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 739/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Φ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Της αναιρεσιβλήτου: Σ. Φ. το γένος Ε. Π. - ήδη εν διαστάσει - Π. Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Φαρμάκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Ιουλίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25581/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2094/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 6 Νοεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμούς 7806 και 7807/5-1-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Γ. Χ., τις από 5-1-2011 αποδείξεις παραλαβής δικογράφων του Α.Τ. Νέων Επιβατών Θεσσαλονίκης και τις από 7-1-2011 βεβαιώσεις παραλαβής συστημένων του Γραφείου των ΕΛΤΑ Θεσσαλονίκης, αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με τις υπ' αυτή έκθεση καταθέσεως δικογράφου και πράξη ορισμού δικασίμου της 6-12-2010, καθώς και η υπ'αρ. πρωτ. 309/16-12-2010 βεβαίωση περί αναβολής της συζητήσεως αυτής, από την ως άνω αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο για την αναφερόμενη στην αρχή, καθώς και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή για τη συζήτησή της, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσείοντα, μετά από παραγγελία του έχοντος ειδική πληρεξουσιότητα και παραστάντος πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης. Κατά τη δικάσιμο όμως αυτή, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό και συζητήθηκε, ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε σχετική δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατ' αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 573 § 1 και 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του, ως εάν ήταν και αυτός παρών, σύμφωνα με το άρθρο 576 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.

ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).

Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1632/2007, ΑΠ 669/2007, ΑΠ 1654/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση αποδίδεται στην προσβαλλομένη παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να παρατίθεται στο αναιρετήριο ο αποτελών "πράγμα", υπό την ως άνω έννοια, ισχυρισμός, όπως αυτός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, αν αυτός επαναφέρθηκε, πότε και πώς, στο Εφετείο, ούτε ποιες είναι οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση, ώστε οι πρώτος και δεύτερος, κατά το οικείο μέρος τους λόγοι αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ., είναι αόριστοι και εντεύθεν απαράδεκτοι.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολομ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 109/2008, ΑΠ 527/2008). Έγγραφα, κατά τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 342 επ. Κ.Πολ.Δ. αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη. Δεν αποτελούν έγγραφα, υπό την ως άνω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 31/1999, ΑΠ 751/1996). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, παραμορφώθηκε, το διαφορετικό από αυτό περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμορφώσεως σε σχέση με τη συνδρομή ή όχι ορισμένων κρισίμων πραγματικών γεγονότων.

Η παραμόρφωση πρέπει να ανάγεται σε σημείο του εγγράφου που αφορά το αποδεικτέο γεγονός (ΑΠ 58/2008, ΑΠ 1347/2007, ΑΠ 1875/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως, κατά το σκέλος που πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφων (άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ.), ελλείψει αναφοράς των ως άνω παρατιθεμένων στοιχείων, είναι αόριστοι και επομένως απαράδεκτοι.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά στην απόφαση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 532/2008, ΑΠ 58/2008, ΑΠ 2191/2007). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, βεβαιώνει ότι κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα του αφού συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτή, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν νομίμως και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή και όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, για να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμά του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την υπ' αριθμό 29838/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και το ιδιόγραφο σημείωμα της ήδη αναιρεσίβλητης. Επομένως, ο αντίθετος, κατά το οικείο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).

Για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός, ο λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη αυτή πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιές επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση, αντένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, δηλαδή η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση (ΑΠ 2133/2007, ΑΠ 2104/2007, ΑΠ 2100, 2101/2007, ΑΠ 1850/2007).

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ελλείψει αναφοράς των ως άνω στοιχείων, είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος. Όλοι οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, ως προς το μέρος κατά το οποίο, υπό την επίκληση αυτών, στην πραγματικότητα πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 §1 Κ.Πολ.Δ.) είναι επίσης απαράδεκτοι (ΑΠ 2061/2007).

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-2-2009 αίτηση του Π. Α. Φ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 2094/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 11 Απριλίου 2011.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην Αθήνα, στις 17 Μαϊου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ