Legislator Case Law & Legislation
892/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court's different fact-finding is not a distortion of evidence.

Case Number 892/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision regarding a contract dispute. The appellants argued that the appellate court distorted the content of a specific contract document by assigning it a fictitious expiration date. The court rejected this claim, ruling that the lower court correctly read the document but reached a different conclusion based on its specific characteristics, which constitutes a matter of fact-finding rather than a distortion of evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; A distortion of evidence does not occur when the court of first instance reads a document correctly but evaluates it differently, or when it relies on other evidence despite a potential misreading, provided the decision is not based exclusively on the distorted document.

Keywords

AI generated
distortion of evidence appeal admissibility fact-finding review contract interpretation appellate jurisdiction civil procedure evidence evaluation

Cited Legislation

AI generated
Articles 298, 299, 330 and 914 of the Civil Code
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 20 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 item e of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 892 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 892/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 2) Μ. συζύγου Θ. Α., κατοίκου ..., 3) Γ. Θ. Α., κατοίκου ... και 4) Α. Θ. Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Σκούρα. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας που εδρεύει στην ..., με την επωνυμία "....", που εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Παπαδοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-01-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7548/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 4814/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-01-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (γενεσιουργός λόγος ευθύνης), επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης, Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 118/2006, ΑΠ 831/2005, ΑΠ 174/2005).

Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή, καθ` εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013).

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 18/2004, ΑΠ 813/2019, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 949/2015). Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παρανόμου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας-πελάτη.

Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις αυτής (ευθύνης), ήτοι η υπαιτιότητα και η επέλευση ζημίας αιτιωδώς συνδεόμενης με την παράνομη συμπεριφορά της Τράπεζας, με την έννοια ότι η παράβαση των απορρεουσών από την καλή πίστη υποχρεώσεων της Τράπεζας αποτελεί όρο, κατ' αντικειμενική πρόγνωση, πρόσφορο να οδηγήσει στο αποτέλεσμα της ζημίας.

Υπό την έννοια αυτή, οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται, μεταξύ άλλων, και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στον συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με την ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας την σχετική εντολή στην αντισυμβαλλόμενη αυτού Τράπεζα.

Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2251/1994, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 ν. 3587/2007, προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και Τράπεζα έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος (ΑΠ 1028/2015).

Υπό την συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, περαιτέρω, ότι με αυτές, θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση τόσο λόγω αδικοπραξίας όσο και λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2251/1994.

Ο ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε "προμηθευτή" - και στις τράπεζες- την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου "καταναλωτή" - και του ιδιώτη επενδυτή -, ώστε αυτός να λαμβάνει τεκμηριωμένα την σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής.

Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης εκ μέρους του "προμηθευτή" συνίσταται κυρίως σε αποζημίωση του καταναλωτή. Πρέπει, εξ άλλου, να σημειωθεί ότι πέρα από τη θεμελίωση των υποχρεώσεων συμβουλευτικής καθοδήγησης και ενημέρωσης στη γενική υποχρέωση πρόνοιας που απορρέει από την καλή πίστη, καθώς επίσης και στον, κοινοτικής προέλευσης, νόμο για την προστασία του καταναλωτή, το καθήκον παροχής συμβουλών στον καταναλωτή απαντάται και στο κοινοτικό δίκαιο των επενδυτικών υπηρεσιών και, ειδικότερα στο άρθρο 19 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, όπου γίνεται δεκτό ότι για την παροχή εύλογων συμβουλών λαμβάνεται υπόψη η καλύτερη εξυπηρέτηση του συμφέροντος του πελάτη.

Η παραπάνω οδηγία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ν. 3606/2007, όπου εξειδικεύονται και διευκρινίζονται οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται προς προστασία των επενδυτών (ΑΠ 974/2018, ΑΠ 865/2017). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006).

Οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι, με την αιτιολογία ότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, όταν υποστηρίζεται μ` αυτούς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει το αντίθετο. Τέλος, οι εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττουν την απόφαση, γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή για έλλειψη νόμιμης βάσης, αλλά στην πραγματικότητα (υπό το πρόσχημα είτε ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου είτε ότι περιέχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες) να πλήττουν αυτήν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. (ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 1350/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 4814/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Στις 11 Ιουλίου 2003 η εναγόμενη "..." (αναιρεσίβλητη) μέσω της θυγατρικής της εταιρείας με την επωνυμία "..." εξέδωσε προνομιούχους τίτλους μη σωρευτικού μερίσματος, άνευ δικαιώματος ψήφου, εγγυημένης απόδοσης από την ίδια (εναγομένη), προς εξυπηρέτηση αναπτυξιακών της σκοπών, μέσω του δανεισμού κεφαλαίων από το επενδυτικό κοινό.

Μία σειρά των τίτλων αυτών (ομόλογα) συνολικής αξίας 350.000.000 ευρώ, αποτελεί και η υπό στοιχεία ………σειρά εγγυημένων προνομιούχων τίτλων, κυμαινόμενου επιτοκίου, την οποία η εναγομένη διέθεσε μετά την έκδοσή τους, σε ποικίλους επενδυτές (δευτερογενή αγορά), αναλαμβάνοντας την υποχρέωση, ως εκ της λειτουργικής φύσεως των εν λόγω τίτλων, να εξυπηρετήσει τις νόμιμες απαιτήσεις των ομολογιούχων, ήτοι την καταβολή τόκων και την επιστροφή του αρχικού κεφαλαίου κατά τη λήξη της ομολογίας.

Ο πρώτος των εναγόντων (αναιρεσειόντων), ενδιαφερθείς για την επένδυση χρηματικού κεφαλαίου του, ύψους 200.000 ευρώ, που να του αποφέρει υψηλότερη απόδοση τόκων από ένα κοινό καταθετικό λογαριασμό, απευθύνθηκε το έτος 2006, στους αρμοδίους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγομένης και δη, σ' αυτούς του υποκαταστήματος ..., και ζήτησε πληροφορίες σχετικά με τις δυνατότητες επένδυσης του κεφαλαίου του, σε τίτλο που να του παρέχει μία σταθερή, τακτική απόδοση, προκειμένου να ενισχύονται τα έσοδά του προς αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας ενός εκ των υιών του.

Οι υπάλληλοι του παραπάνω υποκαταστήματος του πρότειναν να επενδύσει το άνω ποσό σε ομόλογο της προεκτεθείσας σειράς, το οποίο είχε κατά το χρόνο εκείνο υψηλές αποδόσεις και συγκεκριμένα απέδιδε τόκους (τοκομερίδιο ή κουπόνι) ανά τρίμηνο, με κυμαινόμενο επιτόκιο αναφοράς, ίσο προς το επιτόκιο τριμήνου (3Μ) Euribor, πλέον του σχετικού περιθωρίου και ήταν εγγυημένης απόδοσης του κεφαλαίου του κατά τη λήξη του, από την ίδια την εναγομένη.

Στις 27.3.2006 ο ενάγων προέβη στην προταθείσα επένδυση, προμηθευόμενος τον άνω τίτλο από τη δευτερογενή αγορά, ενόψει του ότι αυτό ήταν παλαιότερης χρονικά εκδόσεως, δηλαδή του έτους 2003, όπως προεκτέθηκε, και σ' αυτή (δευτερογενή αγορά) λαμβάνουν χώρα διαπραγματεύσεις μεταξύ επενδυτών, των χρεογράφων παλαιοτέρων εκδόσεων, με συνδικαιούχους του τίτλου τη δεύτερη ενάγουσα σύζυγό του και τον τρίτο ενάγοντα υιό του (δεύτερη και τρίτο αναιρεσείοντες) και κατέστη έτσι κάτοχος ομολόγου εκδόσεως στις 11.7.2003 της άνω θυγατρικής εταιρείας της εναγομένης, με τριμηνιαία απόδοση τόκων (3Μ) Euribor και περιθώριο (spread) +1,75%, εγγυημένης αποδόσεως υπό της τελευταίας (εναγομένης), ονομαστικής αξίας 200.000 ευρώ, λήξεως στις 29.7.2049, αξία του τίτλου κατά τη λήξη του 200.714,11 ευρώ και ανακλητού κατ' επιλογή της εκδότριας αυτού εταιρείας στο σύνολό του, κατά την πρώτη ημερομηνία ανάκλησης που ορίστηκε να είναι η 11η Ιουλίου 2013, σύμφωνα με την από 8.10.2012 έγγραφη εσωτερική μεταβολή αυτού, που αφορούσε στη επαύξηση των συνδικαιούχων κατά ένα πρόσωπο και συγκεκριμένα, τον έτερο υιό του ενάγοντος, τέταρτο των εναγόντων (αναιρεσειόντων) και στο δικαίωμα ανάκλησης από τον εκδότη του κατά την παραπάνω ημερομηνία.

Το επιχειρηματικό αυτό ομόλογο δεν έφερε τον χαρακτήρα χρηματοοικονομικού προϊόντος με εύκολη αποτίμηση, ούτε επένδυσης χαμηλού κινδύνου, παρότι η διαβάθμισή του ως χρεογράφου, ήταν σε σχέση με την πιστοληπτική ικανότητα της εναγομένης και σύμφωνα με την βαθμολογία των Διεθνών Οίκων Αξιολόγησης, αυτή της βαθμίδος ΒΑΑ2, είχε δε φτάσει κατά το χρόνο διάθεσής του στον ενάγοντα να είναι υψηλή (βαθμίδα Α).

Τούτο διότι, το ένδικο ομόλογο έφερε μεν συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης (29.7.2049) αλλά αυτή ήταν τελείως ενδεικτική, σύμφωνη με τον τρόπο απεικόνισης που είθισται να χρησιμοποιείται στην διεθνή τραπεζική αγορά (ιστότοπος Bloomberg), δηλαδή ο τίτλος αυτός εμφανιζόταν με πλασματική ημερομηνία λήξης το έτος 2049, αλλά στη πραγματικότητα είχε διάρκεια στο διηνεκές ή μέχρι την ανάκληση του από τον εκδότη του, χωρίς δικαίωμα απόδοσής του με το σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξίας μετά τη λήξη της συμφωνηθείσας προθεσμίας.

Επρόκειτο δηλαδή, για σύνθετο υβριδικό προϊόν με χαρακτηριστικά ομολογιών ομολογιακών δανείων και προνομιούχων μετοχών άνευ δικαιώματος ψήφου. Τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του ομολόγου, αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι ο πρώτος των εναγόντων εγνώριζε καλώς εξ αρχής, από την σχετική περί τούτου λεπτομερή και εξιδιασμένη ενημέρωση των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, καθόσον ο ίδιος συνομολογεί στην αγωγή του (σελίδα 2 της αγωγής, στίχος 1-2 αυτής), παραγομένης συνεπώς, περί τούτου, πλήρους αποδείξεως (αρθ. 261 σε συνδ.

με 352 ΚΠολΔ), ότι δεν τον ενδιέφερε ο χρόνος απόδοσης της επένδυσης, αλλά η σταθερή πληρωμή του τοκομεριδίου ανά τρίμηνο, και τούτο προς τακτική ενίσχυση των εισοδημάτων του. Ειδικότερα, οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγόμενης αποδείχθηκε ότι ενημέρωσαν τον ενάγοντα και μέσω αυτού τους λοιπούς συνδικαιούχους του ενδίκου ομολόγου, σχετικά με την ακριβή φύση και λειτουργία του συγκεκριμένου τίτλου, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι το ομόλογο αυτό έφερε στη πραγματικότητα πλασματική ημερομηνία λήξης και απόδοσης, δεδομένου του ότι το στοιχείο αυτό ήταν εκτός του επενδυτικού ενδιαφέροντος των εναγόντων.

Η ενημέρωση αυτή του πρώτου ενάγοντος, και μέσω αυτού των λοιπών μελών της οικογένειας του - συνεναγόντων- έλαβε χώρα στα πλαίσια συσταθείσας σιωπηρής σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών, η οποία μεταγενεστέρως και δη στις 16.4.2008, αποτυπώθηκε ρητώς και δη, εγγράφως, ως μέρος της γενικότερης σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, που καταρτίστηκε μεταξύ της εναγόμενης και του πρώτου των εναγόντων ως αντισυμβαλλομένου της, υπογραφέα της και συνδικαιούχου μετά των λοιπών εναγόντων του υπόψη τίτλου, στην οποία, και ειδικώς στο συνοδευτικό αυτής έντυπο δελτίο προσυμβατικής πληροφόρησης για τη διενέργεια επενδυτικών υπηρεσιών, η σύμβαση ρητώς αναφέρεται ως επί μέρους επενδυτική υπηρεσία (όροι 6.4 "επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες" και 6.7 "επενδυτικές συμβουλές και διαχείριση χαρτοφυλακίου").

Αποδείχθηκε δηλαδή, ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης παρείχαν την απαραίτητη κατά νόμο και σύμφωνα με την αντικειμενική συναλλακτική πίστη, ενημέρωση στον πρώτο ενάγοντα επενδυτή, καθώς και τις σχετικές συμβουλές για την υπόψη επένδυσή του, στα πλαίσια της συμβατικώς προβλεφθείσας πολιτικής βέλτιστης εκτέλεσης εντολών επί του συγκεκριμένου χρηματοπιστωτικού μέσου, γεγονός που προσεπιβεβαιώνεται από τη συμβατική πρόβλεψη του 7ου όρου της ένδικης γραπτής σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, με τον οποίο δηλώνεται ρητώς από τον υπογράψαντα και μη διαφωνήσαντα με αυτόν, και συνεπώς συναινέσαντα, πρώτο των εναγόντων, ότι αυτός έχει ενημερωθεί σχετικά με τους κινδύνους που ενέχονται στις επενδυτικές δραστηριότητες και γνωρίζει και αποδέχεται, ότι οι αγορές στις οποίες διαπραγματεύονται τα χρηματοπιστωτικά μέσα υπόκεινται σε απρόβλεπτες διακυμάνσεις και επομένως, ότι τα αποτελέσματα των υπηρεσιών δεν μπορούν να γίνουν αντικείμενο εγγύησης, όπως επίσης και ότι η εναγομένη μετά των αρμοδίων υπαλλήλων και προστηθέντων αυτής, δεν ευθύνεται για ζημία του πελάτη οφειλόμενη σε μεταβολή των συνθηκών της αγοράς ή των ισοτιμιών νομισμάτων, ούτε για πράξεις ή παραλείψεις της, κατά την παροχή των επενδυτικών υπηρεσιών, παρά μόνο στη περίπτωση που επέδειξε κατά την ενάσκηση των καθηκόντων της βαρειά αμέλεια ή δόλο σε βάρος των συμφερόντων του πελάτη της, στοιχείο που δεν αποδείχθηκε, όμως, εν προκειμένω.

Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη μετά των αρμοδίων υπαλλήλων και προστηθέντων αυτής, ουδέποτε διαβεβαίωσαν τον ενάγοντα ότι επρόκειτο για μία απολύτως ασφαλή και εγγυημένη επένδυση, στο διηνεκές, πολύ περισσότερο αφού, το στοιχείο της βεβαιότητας δεν είναι συμβατό νοηματικώς προς την έννοια των επενδύσεων, στην οποία εξ ορισμού εμπεριέχεται το στοιχείο του κινδύνου (ρίσκου) περιουσιακής απώλειας, το οποίο ως εκ του ότι υφίσταται, αξιολογείται από διεθνείς οργανισμούς αξιολόγησης, πολλώ δε μάλλον, δεν τον προσέλκυσαν παραπείθοντάς τον να προβεί στην υπόψη επένδυση.

Τούτο διότι, ο πρώτος των εναγόντων, στον οποίο ανήκε η πρωτοβουλία για την επένδυση στο εν λόγω επενδυτικό προϊόν, αποδείχθηκε ότι δεν ήταν άπειρος του επενδυτικού περιβάλλοντος της ημεδαπής, αλλά αντιθέτως, διέθετε εμπειρία που του επέτρεπε να επιλέξει ο ίδιος τον τρόπο τοποθέτησης του κεφαλαίου του, ήταν δε, σε θέση να κατανοήσει και να αξιολογήσει ένα εκτεταμένο σύνολο ειδικών πληροφοριών που αφορούσαν στη μορφή, στο περιεχόμενο και κυρίως στις διακρίσεις, με γνώμονα τους κινδύνους, των προτεινόμενων σ' αυτόν επενδυτικών επιλογών, και ακόμη περισσότερο, της συγκεκριμένης ειδικού χαρακτήρα επενδυτικής συναλλαγής.

Τούτο διότι αποδείχθηκε, ότι αυτός διαχρονικά προέβαινε σε πλείονες επενδύσεις υψηλών κατά κανόνα χρηματικών ποσών σε χρεόγραφα, όπως σε αμοιβαία κεφάλαια της ανώνυμης εταιρείας "..." τα οποία (αμοιβαία κεφάλαια) είναι κοινώς γνωστό, ότι δεν έχουν εγγυημένες αποδόσεις, σε ομόλογα της "...", σε ομόλογα της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και σε έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου, και τούτο κατά τη διάρκεια ικανού χρονικού διαστήματος και συγκεκριμένα δεκαετίας (1997-2007), γεγονός που αποδεικνύει άνευ ετέρου, ότι η εναγομένη είχε αντισυμβαλλόμενό της, το έτος 2003, που το πρώτον συναλλάχθηκε μαζί του, ένα ικανό και έμπειρο επενδυτή.

Τα στοιχεία δε, αυτά, η εναγομένη αποδείχθηκε ότι συνέλεξε στα πλαίσια του κατά νόμο αναγκαίου ελέγχου συμβατότητας του πρώτου ενάγοντος ως επενδυτή, προς εξακρίβωση της γνώσης και της εμπειρίας του σχετικά με τις ένδικες επενδυτικές υπηρεσίες της, όπως εξ άλλου, και της καταλληλότητας της ένδικης συναλλαγής γι' αυτόν ως πελάτη-επενδυτή.

Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι εξ αιτίας της κοινώς γνωστής (αρθ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) πτώχευσης της τέταρτης μεγαλύτερης επενδυτικής τράπεζας των ΗΠΑ, της "...", η οποία είχε ως αιτία τα προβλήματα στα στεγαστικά δάνεια χαμηλής εξασφάλισης (subprime loans) αναπτύχθηκε κλίμα διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης, που είχε άμεση και σοβαρότατη επίπτωση και στην ημεδαπή, με συνέπεια την υπογραφή κατά τον μήνα Μάιο του 2010 της πρώτης δανειακής σύμβασης διευκόλυνσης εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους της Ελλάδος με τα δεκαπέντε κράτη της Ευρωζώνης, γνωστής ως "ΜΝΗΜΟΝΙΟ", την οποία ακολούθησαν περαιτέρω μνημονιακές υποχρεώσεις, όπως και η ψήφιση του ν. 4050/2012, που αφορούσε στην αντικατάσταση ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου με άλλα μικρότερης αξίας και μεγαλύτερης διάρκειας.

Το γενικότερο αυτό δυσμενές, απρόβλεπτο και ανυπαίτιο ως προς την παραγωγική αιτία του και το νομικό πρόσωπο της εναγομένης, κλίμα πιστωτικού για τις επενδύσεις κινδύνου στην ημεδαπή, αποδείχθηκε ότι υπήρξε η μοναδική αιτία, που η εναγόμενη, όντας υποχρεωμένη να προβεί κατ' εντολή του Eurogroup σε διαρθρωτικές αλλαγές και ανακεφαλαιοποίηση, και προκειμένου οι εναπομείναντες κάτοχοι τίτλων να απολάβουν δίκαιη κατανομή της οικονομικής επιβάρυνσης (fair burden sharing), ανακοίνωσε στις 8.5.2013, ότι δεν ήταν σε θέση να προβαίνει σε πληρωμές οποιωνδήποτε τοκομεριδίων, ή μερισμάτων σε τίτλους ιδίων κεφαλαίων και δη έως το τέλος της περιόδου αναδιάρθρωσης.

Σε εκτέλεση δε, της ανακοίνωσής της αυτής, η εναγομένη, που δεν ήταν πλέον ως εκ τούτου, αντικειμενικά, σε θέση να ανακαλέσει τον υπόψη τίτλο, αποδίδοντας το 100% της αξίας του, όπως το δικαίωμά της αυτό είχε προβλεφθεί συμβατικά με την από 8.10.2012 εσωτερική μεταβολή του ενδίκου τίτλου, όπως προεκτέθηκε, και στην οποία (ανάκληση) ο ενάγων είχε σιωπηρώς συναινέσει, αφού συνέχισε να εισπράττει τοκομερίδια και δεν αντέδρασε με οποιοδήποτε τρόπο, πρότεινε απευθυνθείσα στους κατόχους ομολογιών της, να προέβαινε στην προαιρετική εξαγορά του ενδίκου τίτλου τους, σε τιμή μειωμένη και ίση προς το 40% της ονομαστικής τους αξίας, διακόπτοντας ταυτοχρόνως και την καταβολή των τριμηνιαίων τοκομεριδίων του ομολόγου σ' αυτούς, και συνεπώς και στους ενάγοντες, οι οποίοι όπως αποδείχθηκε, ήδη προ της δηλώσεώς της αυτής, ελάμβαναν τακτική γραπτή ενημέρωση από την ίδια, σχετικά με την διαρκώς μειούμενη πορεία της τρέχουσας τιμής του τίτλου τους, πλην δεν αιτήθηκαν την πώλησή του ενωρίτερα, σε τιμή υψηλότερη της άνω προταθείσας, ενώ ήταν σε θέση να το πράξουν, εκτιμώντας τις περιστάσεις, αποφάσισαν στις 22.7.2013 ελευθέρως και αυτοβούλως, χωρίς ουδόλως να εξαναγκασθούν προς τούτο από την εναγομένη, να εισπράξουν το ποσό των 74.800 ευρώ ως αξία του ενδίκου τίτλου τους.

Σημειώνεται, ότι η προεξόφληση του τίτλου στην άνω προταθείσα τιμή δεν συνιστά αυθαίρετη και συνεπώς, αντισυμβατική και καταχρηστική συμπεριφορά της εναγομένης λόγω ανυπαρξίας προηγούμενης διαπραγμάτευσης της τιμής εξαγοράς του ομολόγου με τους ενάγοντες, καθόσον η πρόταση της εναγομένης υπήρξε προαιρετική (σχετ.

προσκ. με επίκληση έντυπη ανακοίνωση προαιρετικής πρότασης - πρόσκλησης της Δ/νσης Γραμματείας ΔΣ και Ε… Μ…), των εναγόντων συνεπώς, δυνάμενων να πράξουν άλλως, ήταν δε αποτέλεσμα της επιβληθείσας έξωθεν προσαρμογής της εναγομένης, και δη της υποχρεωτικής συμμόρφωσής της, προς την από 27.11.2012 ανακοίνωση του Eurogroup για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών επί τη βάσει της δίκαιης κατανομής της οικονομικής επιβάρυνσης των κατόχων τίτλων, ως προεκτέθηκε.

Συνεπώς προς τα ανωτέρω, από κανένα αποδεικτικό μέσο που προσήχθη ή προσκομίστηκε δεν αποδείχθηκε ότι η ζημία των εναγόντων από την απομείωση της αξίας του ομολόγου τους οφείλεται σε συμπεριφορά της εναγομένης αντίθετη προς τη σύμβαση, την συναλλακτική καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, συνιστάμενη σε παράλειψη των προστηθέντων υπαλλήλων τους να προβούν στη προσήκουσα ενημέρωση ως προς το είδος και τα χαρακτηριστικά του επιδίκου επενδυτικού προϊόντος, ή συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, συνιστάμενη στην εκ μέρους τους δόλια απόκρυψη των χαρακτηριστικών αυτών και στη παράβαση του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ.

Τούτο διότι, η διακοπή παραγωγής αποτελεσμάτων της υπόψη επένδυσης, οφείλετο σε γεγονός τελείως απρόβλεπτο, και δη, με οποιοδήποτε βαθμό επιμέλειας του μέσου συναλλασσόμενου τραπεζικού οργανισμού, οφειλόμενο σε εξωτερικό παράγοντα, δηλαδή, την επισυμβάσα διεθνή οικονομική κρίση που συμπαρέσυρε άπασες τις ελληνικές τράπεζες, και μέσα σ' αυτές και την εναγομένη, με τις κοινώς γνωστές συνέπειες, ήτοι την αναγκαιότητα στήριξης της ελληνικής οικονομίας από ευρωπαϊκούς μηχανισμούς.

Συνακόλουθα, δεν στοιχειοθετείται από μέρους της εναγόμενης πλημμελής εκπλήρωση των υποχρεώσεών της από τη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ούτε παράβαση του ισχύοντος, κατά τον κρίσιμο χρόνο, Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ, της ΠΔΤΕ 2501/2002, του ν. 2251/1994 (δεδομένου ότι οι ενάγοντες διέθεταν εν προκειμένω και την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικοί αποδέκτες της προεκτεθείσας παρεχομένης επενδυτικής υπηρεσίας της εναγομένης), της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, όπως εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται οποιοσδήποτε μορφής αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης εις βάρος των εναγόντων, αιτιωδώς συναπτόμενη προς την επικαλούμενη ζημία τους, υπό τη μορφή του δόλου ή της αμέλειας.

Συνεπώς, η ένδικη αγωγή, που είναι νόμιμη, θεμελιούμενη στις προεκτεθείσες στη μείζονα σκέψη της παρούσας διατάξεις, αποδεικνύεται αβάσιμη στην ουσία της ως προς άπασες τις σωρευόμενες σ' αυτή βάσεις, όπως κατά ορθή ερμηνεία, εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση......".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, είχε απορρίψει την αγωγή τους κατά της αναιρεσίβλητης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 281, 288, 330, 334, 338, 914, 919 ΑΚ και των ν. 2251/1994 και 3606/2007, αφού τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δεν δικαιολογούν την εφαρμογή τους, καθόσον, δεν στοιχειοθετούν πλημμελή εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εκπλήρωση των υποχρεώσεών της από τη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ούτε συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων αυτής αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη που διέπουν τον τομέα των τραπεζικών υπηρεσιών, κατά παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, ούτε και οποιασδήποτε μορφής αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης σε βάρος των αναιρεσειόντων, αιτιωδώς συναπτόμενη προς την επικαλούμενη ζημία τους, λόγω μη συνδρομής των στοιχείων της παράνομης και υπαίτιας, υπό τη μορφή του δόλου ή της αμέλειας, συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης.

Και τούτο, διότι, σύμφωνα με τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αφενός μεν οι προστηθέντες υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης ενημέρωσαν, κατά νόμο και σύμφωνα με την αντικειμενική συναλλακτική πίστη, τον πρώτο αναιρεσείοντα, ο οποίος διέθετε την απαιτούμενη εμπειρία ώστε να επιλέξει ο ίδιος τον τρόπο τοποθέτησης του κεφαλαίου του, και, μέσω αυτού, και τους λοιπούς συνδικαιούχους του ενδίκου ομολόγου, σχετικά με την ακριβή φύση και λειτουργία του συγκεκριμένου τίτλου, για τους κινδύνους που συνεπαγόταν η συγκεκριμένη επενδυτική δραστηριότητα και, επίσης, για το ότι οι αγορές στις οποίες διαπραγματεύονται τα χρηματοπιστωτικά μέσα υπόκεινται σε απρόβλεπτες διακυμάνσεις και, ως εκ τούτου, τα αποτελέσματα των υπηρεσιών δεν μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο εγγύησης, αφετέρου δε οι αναιρεσείοντες προέβησαν στην εξαγορά του 40% περίπου της αρχικής αξίας του ομολόγου τους ελευθέρως και αυτοβούλως, χωρίς ουδόλως να εξαναγκασθούν προς τούτο από την αναιρεσίβλητη, η οποία υποχρεώθηκε να προβεί στην απομείωση αυτή, όχι εξ αιτίας δικής της υπαιτιότητας και ευθύνης, αλλά εξ αιτίας γεγονότος τελείως απρόβλεπτου, οφειλόμενου σε εξωτερικό παράγοντα και συγκεκριμένα στην επισυμβάσα διεθνή οικονομική κρίση και την συνακόλουθη υποχρεωτική συμμόρφωσή της, προς την από 27.11.2012 ανακοίνωση του Eurogroup για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών επί τη βάσει της δίκαιης κατανομής της οικονομικής επιβάρυνσης των κατόχων τίτλων.

Περαιτέρω, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ' αυτήν, με επάρκεια και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, το από τις αποδείξεις σχετικό περί τούτων πόρισμά του, στο οποίο κατέληξε με βάση τα πραγματικά γεγονότα, που δέχτηκε ως αποδειχθέντα, και τα οποία στηρίζουν επαρκώς, μαζί με τις υπόλοιπες παραδοχές του, που προαναφέρθηκαν, το απορριπτικό της ένδικης αγωγής διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, χωρίς να απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες ή να περιέχονται σε αυτή αντιφατικές αιτιολογίες, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.

Ειδικότερα, το Εφετείο, με επαρκείς, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου, δέχτηκε, μεταξύ άλλων και τα εξής: α) ότι το συγκεκριμένο ομόλογο ήταν ένα σύνθετο υβριδικό προϊόν, με χαρακτηριστικά ομολογιών ομολογιακών δανείων και προνομιούχων μετοχών άνευ δικαιώματος ψήφου και με δικαίωμα ανάκλησης από τον εκδότη του στις 11/7/2013, β) ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων, και μέσω αυτού και οι λοιποί συνδικαιούχοι του ενδίκου ομολόγου, ενημερώθηκαν εξ αρχής, από την σχετική περί τούτου "λεπτομερή και εξιδιασμένη" ενημέρωση των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, σχετικά με την ακριβή φύση και λειτουργία του συγκεκριμένου τίτλου, όπως τούτο επιβεβαιώνεται από τη συμβατική πρόβλεψη του 7ου όρου της ένδικης γραπτής σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, με τον οποίο δηλώνεται ρητώς από τον πρώτο αναιρεσείοντα, ότι αυτός έχει ενημερωθεί σχετικά με τους κινδύνους που ενέχονται στις επενδυτικές δραστηριότητες και γνωρίζει και αποδέχεται, ότι οι αγορές στις οποίες διαπραγματεύονται τα χρηματοπιστωτικά μέσα υπόκεινται σε απρόβλεπτες διακυμάνσεις και επομένως, ότι τα αποτελέσματα των υπηρεσιών δεν μπορούν να γίνουν αντικείμενο εγγύησης, γ) ότι οι προστηθέντες της αναιρεσίβλητης ουδέποτε διαβεβαίωσαν τον πρώτο αναιρεσείοντα ότι επρόκειτο για μία απολύτως ασφαλή και εγγυημένη επένδυση στο διηνεκές, πολλώ δε μάλλον, δεν τον προσέλκυσαν παραπείθοντάς τον να προβεί στην υπόψη επένδυση, δ) ότι ο πρώτος αναιρεσείων, στον οποίο ανήκε η πρωτοβουλία για την επένδυση στο εν λόγω επενδυτικό προϊόν, διέθετε επενδυτική εμπειρία που του επέτρεπε να επιλέξει ο ίδιος τον τρόπο τοποθέτησης του κεφαλαίου του, ήταν δε, σε θέση να κατανοήσει και να αξιολογήσει ένα εκτεταμένο σύνολο ειδικών πληροφοριών που αφορούσαν στη μορφή, στο περιεχόμενο και κυρίως στις διακρίσεις, με γνώμονα τους κινδύνους, των προτεινόμενων σ' αυτόν επενδυτικών επιλογών, και ακόμη περισσότερο, της συγκεκριμένης ειδικού χαρακτήρα επενδυτικής συναλλαγής, ε) ότι εξ αιτίας της επισυμβάσας διεθνούς οικονομικής κρίσης που συμπαρέσυρε άπασες τις ελληνικές τράπεζες, και μέσα σ' αυτές και την αναιρεσίβλητη, με τις κοινώς γνωστές συνέπειες, ήτοι την αναγκαιότητα στήριξης της ελληνικής οικονομίας από ευρωπαϊκούς μηχανισμούς, προκλήθηκε ένα δυσμενές, απρόβλεπτο και ανυπαίτιο ως προς την παραγωγική αιτία του και το νομικό πρόσωπο της εναγομένης, κλίμα πιστωτικού για τις επενδύσεις κινδύνου, με αποτέλεσμα η τελευταία να υποχρεωθεί να προβεί κατ' εντολή του Eurogroup σε διαρθρωτικές αλλαγές και ανακεφαλαιοποίηση, και προκειμένου οι εναπομείναντες κάτοχοι τίτλων να απολάβουν δίκαιη κατανομή της οικονομικής επιβάρυνσης (fair burden sharing), ανακοίνωσε στις 8.5.2013, ότι δεν ήταν σε θέση να προβαίνει σε πληρωμές οποιωνδήποτε τοκομεριδίων, ή μερισμάτων σε τίτλους ιδίων κεφαλαίων και δη έως το τέλος της περιόδου αναδιάρθρωσης, στ) ότι σε εκτέλεση της ανακοίνωσής της αυτής, η εναγομένη, που δεν ήταν πλέον ως εκ τούτου, αντικειμενικά, σε θέση να ανακαλέσει τον υπόψη τίτλο, αποδίδοντας το 100% της αξίας του, πρότεινε στους κατόχους ομολογιών της, όπως και στους ενάγοντες, την προαιρετική εξαγορά του ενδίκου τίτλου τους, σε τιμή μειωμένη και ίση προς το 40% της ονομαστικής τους αξίας, ζ) ότι οι ενάγοντες αποφάσισαν στις 22.7.2013 ελευθέρως και αυτοβούλως, χωρίς ουδόλως να εξαναγκασθούν προς τούτο από την εναγομένη, να εισπράξουν το ποσό των 74.800 ευρώ ως αξία του ενδίκου τίτλου τους.

Δέχθηκε, δηλαδή, το Εφετείο, ανελέγκτως ότι η αναιρεσίβλητη αναγκάστηκε, συμμορφούμενη προς της εντολές του Eurogroup, να προβεί στην δίκαιη κατανομή της οικονομικής επιβάρυνσης προτείνοντας στους αναιρεσείοντες την εξαγορά του ομολόγου του στο προαναφερθέν ποσό, πρόταση που εκείνοι αποδέχθηκαν ελεύθερα και χωρίς κανένα εξαναγκασμό.

Περαιτέρω ουδεμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης: α) αφενός μεν ότι το επίδικο προϊόν δεν ήταν επένδυση "χαμηλού κινδύνου", αφετέρου δε ότι κατά τον χρόνο διάθεσής του στον ενάγοντα η αξιολόγησή του ήταν υψηλή, β) ότι το ομόλογο αυτό έφερε ημερομηνία λήξης το έτος 2049, αλλά στην πραγματικότητα η ημερομηνία αυτή ήταν πλασματική και η διάρκειά του ήταν στο διηνεκές, γ) ότι το επίδικο ομόλογο ήταν πλήρως εγγυημένο και, παράλληλα, ότι η αναιρεσίβλητη ουδέποτε διαβεβαίωσε τον πρώτο αναιρεσείοντα ότι πρόκειται για ασφαλή και εγγυημένη απόδοση στο διηνεκές, καθόσον αυτά ακριβώς τα αντιφατικά χαρακτηριστικά προσέδιδαν στο συγκεκριμένο υβριδικό τίτλο την ιδιαιτερότητά του, η οποία επεξηγήθηκε πλήρως στους αναιρεσείοντες κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.

Τέλος, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: α) περί ενδελεχούς και πλήρους ενημέρωσης του πρώτου αναιρεσείοντος από τους προστηθέντες υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης ως προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου επενδυτικού προϊόντος και β) περί ανάκλησης του ένδικου τίτλου σε τιμή χαμηλότερη της αξίας του οφειλόμενη σε γεγονότα εκτός της σφαίρας ευθύνης της αναιρεσίβλητης, τιμή που αποδέχτηκαν ελεύθερα και χωρίς εξαναγκασμό οι αναιρεσείοντες, στηρίζουν πλήρως το απορριπτικό αποδεικτικό της πόρισμα, μη απαιτούμενης της αναφοράς και άλλων στοιχείων.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμοί 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι, ενώ κατά τα λοιπά οι επικαλούμενες ελλείψεις και αντιφάσεις των αιτιολογιών αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι στην ανάλυση, στάθμιση ή αξιολόγησή τους, καθώς και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές ή στη σχετική με αυτή (εκτίμηση των αποδείξεων) επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου και, συνεπώς, δεν θεμελιώνουν την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφασή του και επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ.

του ΚΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή εκλαμβάνει ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε.

Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (ΑΠ 856/2019, ΑΠ 1915/2016, ΑΠ 472/2016).

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 257/2021, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 752/2020, ΑΠ 922/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι, δηλαδή, το Εφετείο που την εξέδωσε παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου της σύμβασης παροχής υπηρεσιών που είχε σταθερή ημερομηνία λήξης (27/7/2049) και έδωσε σε αυτό διαφορετικό περιεχόμενο με την έννοια της "πλασματικής ημερομηνίας λήξης".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του ανωτέρω εγγράφου, αλλά, αφού τα ανέγνωσε σωστά, κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από αυτό το οποίο οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, καθώς το συγκεκριμένο ομόλογο είχε αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε` του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων που ηττήθηκαν (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3/1/2020 αίτηση των: 1) Θ. Α. του Γ., 2) Μ. συζύγου Θ. Α., 3) Γ. Θ. Α. και 4) Α. Θ. Α., για αναίρεση της με αριθμό 4814/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάζει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2022 .

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ