Supreme Court dismisses appeal on fictional company claim, upholding lower court's factual assessment of contract validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a partnership agreement. The appellant argued the company was fictional, but the court found the lower court correctly interpreted the private agreement where the respondent acted as a natural person rather than a member. The court rejected the appeal because the factual assessment of the contract's validity was not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 138, 559, 561 of the Civil Code; The Supreme Court cannot re-evaluate the factual assessment of the lower court regarding the validity of a contract unless specific statutory grounds for appeal are met.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 752 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 752/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Σ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Κολοβού. Της αναιρεσίβλητης: Σ. Τ. του Θ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Χριστέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12858/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 689/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-6-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 138 ΑΚ προκύπτει ότι δήλωση βουλήσεως που εν γνώσει του δηλούντος δεν έγινε σπουδαίως παρά μόνο φαινομενικώς είναι εικονική, πάσχουσα ακυρότητα εκ του λόγου αυτού. Σκοπός της εν λόγω δηλώσεως είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής της νομικής καταστάσεως άνευ υπάρξεως στον δηλούντα προθέσεως τέτοιας πραγματικής μεταβολής. Εικονική δυνατόν να είναι η δήλωση βουλήσεως όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση, όπως σύμβαση εταιρείας (άρθρο 741 ΑΚ), στην τελευταία δε αυτή περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της συμβάσεως προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος (ΑΠ 25/2016, ΑΠ 681/2016). Επομένως, για την ακυρότητα μιας συμβάσεως ως εικονικής, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και η συμφωνία όλων των κατά το χρόνο της καταρτίσεως της συμβαλλομένων, για το ότι η συναφθείσα σύμβαση είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Για την εικονικότητα, δηλαδή, της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός, ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της καταρτιζόμενης δικαιοπραξίας (ΑΠ 563/2016). Στο σχετικό περί εικονικότητας ισχυρισμό εμπεριέχεται και το στοιχείο ότι κατά το χρόνο καταρτίσεως της όλοι οι συμβαλλόμενοι ήταν εν γνώσει της εικονικότητας (ΑΠ 874/1996).
Συνεπώς δεν είναι ανάγκη να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής συμφώνως προς το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 138 ΑΚ (ΑΠ 502/2018). Ο εικονικώς δικαιοπρακτήσας μπορεί να αντιτάξει την εικονικότητα και την ακυρότητα της δικαιοπραξίας απ` αυτή τόσο κατά του αντισυμβληθέντος όσο και κατά του τρίτου, που συναλλάχθηκε εν γνώσει της εικονικότητας, όχι δε και κατά εκείνου που αγνοούσε οπωσδήποτε αυτή (ΑΠ 794/2008).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για την αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης νομιμοποίηση του διαδίκου αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της καταγόμενης προς κρίση έννομης σχέσης, χωρίς (κατ' αρχήν) να ασκεί επιρροή η αλήθεια ή όχι αυτού, αφού η έλλειψη συνδρομής της παραπάνω διαδικαστικής προϋποθέσεως συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής, ως νομικά μεν αβάσιμης κατά το στάδιο έρευνας της νομικής βασιμότητας της αγωγής, ως ουσιαστικά δε αβάσιμης στην περίπτωση μη αποδείξεως (κατά το στάδιο της έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας) των επικληθέντων προς θεμελίωσή της νομιμοποιήσεως πραγματικών περιστατικών (Ολ.
ΑΠ 25/2008, ΑΠ 628/2010 ΑΠ 2402/2007 ΑΠ 1928/2008). Ενόψει δε του ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή όχι των προϋποθέσεων αυτών ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 25/2008, ΑΠ 1157/2017). Περαιτέρω, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.
Ειδικότερα, παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010, ΑΠ 355/2007), κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 849/2017).
Η εικονικότητα όμως δικαιοπραξίας δεν ανάγεται στην έννοια της δήλωσης βούλησης αλλά συνιστά έλλειψη αληθούς βούλησης (εκούσια διάσταση μεταξύ της δήλωσης και της βούλησης). Επομένως η απόφαση που διερευνά, αν η δήλωση ήταν εικονική, δεν δέχεται (εμμέσως) κενά ή αμφίβολα σημεία στη δικαιοπραξία, ούτε προβαίνει σε ερμηνεία της, αλλά στην αναζήτηση της ειλικρίνειας ή ανειλικρίνειας της δήλωσης (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 1459/2011, ΑΠ 632/2009, ΑΠ 1426/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων (αναιρεσείων) διατηρούσε επαγγελματικές σχέσεις από το έτος 1994 με τον πατέρα της εναγομένης (αναιρεσίβλητης), Θ. Τ., με αντικείμενο την εκμετάλλευση κέντρου διασκεδάσεως με τον διακριτικό τίτλο "...", που βρίσκεται στην ......,.
Με το από 12-12-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, που νόμιμα δημοσιεύθηκε στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο ενάγων μαζί με τη σύζυγο του Θ. Τ. και μητέρα της εναγομένης, Ε. Τ., φέρεται να συνέστησαν ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... Ε. Τ. ΟΕ", με σκοπό την εκμετάλλευση ετέρου κέντρου διασκεδάσεως με το διακριτικό τίτλο "...
που βρίσκεται στην ίδια ως άνω οδό, στην .... Σύμφωνα με το παραπάνω συμφωνητικό,... το εταιρικό κεφάλαιο ορίσθηκε στο ποσό των 60.000 ευρώ, προς σχηματισμό του οποίου εισέφεραν οι συμβαλλόμενοι το ποσό των 30.000 ο καθένας, η δε συμμετοχή κάθε εταίρου στις κερδοζημίες της εταιρίας ορίστηκε σε ποσοστό 50%. Ενόψει της σύστασης της ως άνω εταιρίας, ο ενάγων προέβη στις 4-12-2006 στην κατάρτιση της υπ' αριθμ. ...
σύμβασης δανείου με την Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ, δυνάμει της οποίας έλαβε δάνειο ποσού 50.000 ευρώ για την αγορά εξοπλισμού του εν λόγω κέντρου διασκεδάσεως, εξοφλητέο σε 120 μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις. Σημειωτέον ότι με τη σύμβαση αυτή ορίστηκε αντίκλητος του ενάγοντος ο Θ. Τ.. Με το από 24-7-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης καταστατικού ομόρρυθμης εταιρίας, αποχώρησης εταίρου και εκχώρησης εταιρικού μεριδίου, ο ενάγων απεχώρησε από την ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρία μεταβιβάζοντας το εταιρικό του μερίδιο εκ 50% στην εναγομένη έναντι 30.000 ευρώ.
Την ίδια μέρα η εναγομένη υπέγραψε με τον ενάγοντα και το από 24-7-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό βάσει του οποίου η εναγομένη φέρεται ότι ανέλαβε την αποπληρωμή ενός δανείου του ενάγοντος από την Τράπεζα Πειραιώς, συνολικού ποσού 50.000 ευρώ. Ειδικότερα στο ως άνω συμφωνητικό επί λέξει αναγράφεται ότι "εκτός των μέχρι σήμερα καταβολών, διά του παρόντος συμφωνητικού η αφετέρου συμβαλλόμενη Σ.
Τ. αναλαμβάνει και την εξόφληση του από 4-12-2006 υπό του Χ. Σ., συναφθέντος δανείου 50.000 ευρώ για αγορά εξοπλισμού της επιχειρήσεως δυνάμει της υπ' αριθμ. ... συμβάσεώς του με την Τράπεζα Πειραιώς, καταβλητέου σε 120 μηνιαίες δόσεις"... Αποδεικνύεται, ωστόσο, ότι η προμνησθείσα ομόρρυθμη εταιρία στην οποία ισομερώς συμμετείχαν ο ενάγων και η μητέρα της εναγομένης, ήταν μια αμιγώς εικονική εταιρία, δηλαδή, ένα παρένθετο νομικό πρόσωπο, μέσω του οποίου ασκούνταν τυπικά και προς τα έξω η εμπορική δραστηριότητα της εκμετάλλευσης του ως άνω κέντρου διασκεδάσεως, η οποία όμως, ουσιαστικά και πραγματικά ασκούνταν από την αφανή εταιρία που είχαν συστήσει, περί τα τέλη Δεκεμβρίου του έτους 2006, ο ενάγων με τον πατέρα της εναγομένης, Θ.
Τ., με εμφανή εταίρο τον ενάγοντα και αφανή εταίρο τον Θ. Τ., ενώ η μητέρα της εναγομένης δεν συμμετείχε ουσιαστικά με οποιονδήποτε τρόπο στην ανωτέρω εταιρία, αλλά ασχολούνταν πάντοτε με τις οικιακές της και μόνο εργασίες. Η ως άνω αφανής εταιρία απετέλεσε συνέχεια άλλης προηγούμενης, επίσης αφανούς εταιρίας, με τον διακριτικό τίτλο "...", η οποία είχε ήδη συσταθεί με το από 9-12-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό αφανούς συμμετοχής σε επιχείρηση, αρχικά μεταξύ του ενάγοντος, του Θ.
Τ. και του Μ. Π.. Μετά την αποχώρηση του τελευταίου, η εταιρία αυτή λειτούργησε επί πολλά χρόνια, και συγκεκριμένα μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2008, ως αφανής εταιρία, με εμφανή εταίρο τον ενάγοντα και αφανή εταίρο τον πατέρα της εναγομένης, Θ. Τ.. Προς τους τρίτους, η ίδια αυτή αφανής εταιρία εμφανιζόταν ως ατομική επιχείρηση του ενάγοντος και είχε και αυτή ταυτόσημο αντικείμενο δραστηριότητας, δηλαδή την εκμετάλλευση επιχείρησης κέντρου διασκεδάσεως.
Έτσι, και η νεότερη επιχείρηση με τον διακριτικό τίτλο "... που συνεστήθη ατύπως τον Δεκέμβριο του 2006 και είχε ταυτόσημο με την πρώτη αντικείμενο δραστηριότητας, ήταν και αυτή αφανής εταιρία, που συνεστήθη από τα ίδια πρόσωπα, τον πατέρα της εναγομένης και τον ενάγοντα. Η επιχείρηση αυτή λειτουργούσε στην ίδια ακριβώς περιοχή και σε απόσταση ολίγων μόλις μέτρων από την πρώτη και η συμμετοχή ενός εκάστου εξ αυτών ανερχόταν σε ποσοστό 50% επί των κερδοζημιών της εταιρίας.
Η ίδρυση και η λειτουργία της αποφασίστηκε από κοινού από τους δύο εταίρους, λόγω της καλής πορείας της πρώτης επιχείρησης, αλλά και των στενών φιλικών δεσμών και της εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ των μερών καθ' όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα. Το τίμημα της αγοράς της επιχειρήσεως αυτής από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη της, Β.
Μ., ανήλθε σε 400.000 ευρώ, εκ των οποίων ο Θ. Τ. εισέφερε ποσό 150.000 ευρώ, ο ενάγων 50.000 ευρώ (αμφότεροι από προϊόντα δανείου) και το υπόλοιπο ποσό των 200.000 ευρώ καλύφθηκε με προσωπικές επιταγές του Θ. Τ. προς τον πωλητή. Την αφανή αυτή εταιρική σχέση επιβεβαίωσε πλήρως και ο εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυρας της εναγομένης, πατέρας της, ο οποίος με χαρακτηριστικές λεπτομέρειες αναφέρθηκε σε συγκεκριμένα πρόσωπα, γεγονότα και αριθμούς, που αποδεικνύουν ότι η ένδικη διαφορά προέρχεται από τη λύση της μεταξύ αυτού και του ενάγοντος αφανούς εταιρίας.
Ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως ότι η ομόρρυθμη εταιρία, στην οποία συμμετείχε ο ενάγων και η μητέρα της ήταν εικονική και κάτω από αυτήν υπεκρύπτετο η πραγματική αφανής εταιρία μεταξύ του ιδίου και του ενάγοντος, που αποτελούσε μια συνέχεια και επέκταση της επιχειρηματικής δραστηριότητας που ήδη επιτυχώς ασκούσαν στο παρελθόν.
Τον Ιούλιο 2008 ο ενάγων και ο Θ. Τ. προχώρησαν στην εκκαθάριση και διανομή των ανωτέρω δύο αφανών εταιριών και ο μεν ενάγων παρέλαβε στην αποκλειστική κυριότητα και κατοχή του την επιχείρηση με τον τίτλο "...", ο δε Θ. Τ. τη νέα επιχείρηση με τον τίτλο "...". Ειδικότερα,... κατά το σχετικό διακανονισμό των μεταξύ τους οφειλών, ο ενάγων και ο Θ.
Τ. κοστολόγησαν την αξία της προηγούμενης επιχείρησης που διατηρούσαν (...) στο ποσό των 160.000 ευρώ και υπολόγισαν τα κέρδη της επιχείρησης στο ποσό των 120.000 ευρώ. Από αυτά ο ενάγων έλαβε το ήμισυ (60.000 ευρώ) και με το υπόλοιπο ποσό των 60.000 ευρώ και 20.000 ευρώ επιπλέον που έδωσε στον Θ. Τ. εξαγόρασε στο σύνολό της την επιχείρηση με τον τίτλο "...".
Έτσι, ο Θ. Τ. ανέλαβε τη νέα επιχείρηση με τον τίτλο "... μαζί με το σύνολο των χρεών αυτής, μεταξύ των οποίων και το ποσό των 50.000 ευρώ που είχε εισφέρει ο ενάγων μετά από δανεισμό του από την Τράπεζα Πειραιώς, το οποίο και συμφώνησε να αποπληρώσει ο ίδιος, ο δε ενάγων ανέλαβε μόνος του την παλαιά επιχείρηση με τον τίτλο "...".
Ακολούθως συνετάγη το από 24-7-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης καταστατικού της ομόρρυθμης εταιρίας με τον διακριτικό τίτλο "... βάσει του οποίου ο ενάγων φέρεται ότι μεταβίβασε στην εναγομένη και κατ' ουσίαν στον πατέρα της το μερίδιο συμμετοχής του εκ 50% έναντι 30.000 ευρώ και αποχώρησε από την εταιρία, έκτοτε δε στην ως άνω ομόρρυθμη εταιρία φέρεται ότι συμμετείχαν ως ομόρρυθμοι εταίροι η εναγομένη και η μητέρα της, κόρη και σύζυγος, αντίστοιχα, του Θ.
Τ.. Ταυτόχρονα συνετάγη και ένα με ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό δυνάμει του οποίου φέρεται ότι η εναγομένη ανέλαβε την αποπληρωμή του δανείου ύψους 50.000 ευρώ που έλαβε ο ενάγων από την Τράπεζα Πειραιώς. Ωστόσο, η εν λόγω δήλωση της εναγομένης δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά, γνώριζε δε ο ενάγων ότι υποκρύπτονταν ο πατέρας της, ο οποίος ήταν αυτός που πραγματικά υποσχέθηκε την εξόφληση του δανείου, αναλαμβάνοντας έναντι του μεταβιβάζοντος ενάγοντος την υποχρέωση να τον αποδεσμεύσει από το ως άνω χρέος, εξοφλώντας ο ίδιος αυτό, όταν τούτο γίνει ληξιπρόθεσμο, επιδιώκοντας να αναλάβει όλα τα υφιστάμενα έως τότε χρέη της επιχείρησης με τον τίτλο "......
καθόσον η ίδια η εναγομένη, νεαρής ηλικίας ήταν και εξακολουθεί να είναι ιδιωτική υπάλληλος στην αλυσίδα σούπερ μάρκετ "...", ουδόλως ασχολήθηκε με την ως άνω εταιρία, εικονικά δε εισήλθε ως εταίρος στην ως άνω ομόρρυθμη εταιρία, προκειμένου να διευκολύνει την επιχειρηματική δραστηριότητα του πατέρα της, Θ.
Τ., ο οποίος αδυνατούσε ως συνταξιούχος να αναπτύξει εμφανή εμπορική δραστηριότητα, χρησιμοποιώντας κατά το φαινόμενο και μόνο τη σύζυγό του και την κόρη του. Στην κρίση αυτή καταλήγει το παρόν Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη όλα τα προαναφερόμενα και επί πλέον από το γεγονός ότι στην ως άνω δανειακή σύμβαση αντίκλητος του οφειλέτη ορίσθηκε ο Θ.
Τ. καθώς και από το ότι από την υπογραφή του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού (24-7-2008) και μέχρι τον Μάιο του 2012 ο Θ. Τ. κατέβαλε τις δόσεις του δανείου στην Τράπεζα Πειραιώς και μάλιστα κάνοντας χρήση του βιβλιαρίου καταθέσεων του ενάγοντος που ο ίδιος του το είχε δώσει, ενώ στις 7-4-2013 κατέβαλε με μετρητά σ' αυτόν το ποσό των 350 ευρώ, εκδόθηκε δε σχετική απόδειξη από τον ενάγοντα στο όνομα του Θ.
Τ.. Πέραν των ανωτέρω, η εικονικότητα του από 24-7-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού ως προς το πρόσωπο που υποσχέθηκε την αποπληρωμή του δανείου του οφειλέτη ενάγοντος συνάγεται και από το γεγονός ότι το παραπάνω συμφωνητικό δεν θεωρήθηκε από την αρμόδια ΔΟΥ εντός δέκα ημερών από την κατάρτισή του,... Κατά συνέπεια, αποδείχθηκε ότι η υποχρέωση αποπληρωμής του εν λόγω δανείου του ενάγοντος βαρύνει τρίτο πρόσωπο και συγκεκριμένα τον πατέρα της εναγομένης και προέρχεται από τη συμμετοχή του στη συσταθείσα μεταξύ αυτού και του ενάγοντος αφανή εταιρία, υπό τον διακριτικό τίτλο "..." και όχι την εναγομένη, η οποία ουδέποτε συμμετείχε στις συναλλαγές και δραστηριότητες του ενάγοντος και του πατέρα της".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κρίνοντας βάσιμο τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως αυτής, λόγω εικονικότητας και, συνακόλουθα, ακυρότητας του από 24-7-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντιθέτως, και απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138 ΑΚ και 68 ΚΠολΔ, καθόσον στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που ανελέγκτως έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, σύμφωνα με το οποίο δεν υφίσταται παθητική νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης λόγω εικονικότητας του επίμαχου από 24-7-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, αφού κατά τις ανέλεγκτες αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης α) η δήλωση βουλήσεως της αναιρεσίβλητης στο πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο αυτή φέρεται να ανέλαβε την αποπληρωμή του δανείου ύψους 50.000 ευρώ, που ο αναιρεσείων είχε λάβει για τις ανάγκες εξοπλισμού του κέντρου διασκεδάσεως "...
λειτουργούντος υπό την, επίσης, εικονική ομόρρυθμη εταιρία, που αυτός είχε συστήσει με την Ε. Τ. (σύζυγο του Θ. Τ. και μητέρα της αναιρεσίβλητης), δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά και, ως εκ τούτου είναι εικονική, β) στην πραγματικότητα την υποχρέωση εξόφλησης του εν λόγω δανείου έναντι του αναιρεσείοντος ανέλαβε ο πατέρας της αναιρεσίβλητης Θ.
Τ., στον οποίο, κατά την εκκαθάριση και διανομή τον Ιούλιο 2008 των δύο αφανών εταιριών, περιήλθε, μαζί με όλα τα χρέη της, η επιχείρηση εκμετάλλευσης του ανωτέρω κέντρου διασκεδάσεως ("..."), και γ) ο αναιρεσείων γνώριζε την εικονικότητα της προαναφερόμενης δήλωσης βουλήσεως της αναιρεσίβλητης. Από την εκτίμηση δε του ως άνω περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεων των διαδίκων στο από 24-7-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, αφού, κατά τη μείζονα σκέψη, η εικονικότητα δικαιοπραξίας δεν ανάγεται στην έννοια της δήλωσης βούλησης αλλά συνιστά έλλειψη αληθούς βούλησης, η δε κρίση του ότι αυτό είναι εικονικό αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευόμενων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων και δεν είναι προϊόν αξιολογήσεως και ερμηνευτικής αποσαφηνίσεως των σχετικών δηλώσεων βουλήσεως και ειδικότερα αυτής της αναιρεσίβλητης, ούτε και διαπίστωσε το Εφετείο, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας όσον αφορά την ανωτέρω δήλωση βουλήσεως της αναιρεσίβλητης και, ως εκ τούτου, δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις διατάξεις των οποίων έτσι δεν παραβίασε ευθέως με τη μη εφαρμογή τους.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος, της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για ευθεία παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο προέβη σε ερμηνεία της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων στο παραπάνω από 24-7-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, χωρίς να προσφύγει, όπως ήταν υποχρεωμένο, στους ερμηνευτικούς κανόνες των πιο πάνω διατάξεων, είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, δεχόμενο το Εφετείο ότι μεταξύ του αναιρεσείοντος και του Θ. Τ. (πατέρα της αναιρεσίβλητης) είχε συσταθεί αφανής εταιρία με σκοπό την εκμετάλλευση του κέντρου διασκεδάσεως "... δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 285 του ν. 4072/2012, λόγω μη τηρήσεως για τη σύσταση αυτής του έγγραφου τύπου, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης και που στηρίζουν το διατακτικό της, δεν τα υπάγει στην πιο πάνω διάταξη, αλλά μόνο στις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 138 ΑΚ και 68 ΚΠολ, ενώ οι ως άνω παραδοχές περί αφανούς εταιρίας στη διατύπωση του συλλογισμού του παρατίθενται όχι για το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών αυτών γεγονότων, που αποτελούν την ελάσσονα πρότασή του βάσει των οποίων κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί εικονικότητας της δήλωσης της αναιρεσίβλητης στο από 24-7-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, αλλά ως επιχείρημα ενισχυτικό του εν λόγω πορίσματός του.
Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, επίσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, λόγω παραβίασης του άρθρου 285 του ν. 4072/2012, είναι απαράδεκτοι, εφόσον ο κανόνας αυτός δεν αποτέλεσε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού.
Σε κάθε περίπτωση, οι ανωτέρω λόγοι είναι αβάσιμοι, αφού, σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά τον κρίσιμο χρόνο διατάξεις των άρθρων 47, 49-50, 18 του ΕΝ και 741 επ. του Α.Κ., η αφανής εταιρία συνιστάται ατύπως (ΑΠ 535/2011, ΑΠ 911/2011), χωρίς δηλαδή να είναι αναγκαία η τήρηση έγγραφου τύπου και, συνεπώς, δεν υπήρξε παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1795/2008).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ. Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 1437/2017, ΑΠ 1143/2015, ΑΠ 9/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτώς προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι, εάν στην πραγματικότητα η δήλωση βούλησης της αναιρεσίβλητης ήταν να μην δεσμευτεί η ίδια με το επίμαχο από 24.7.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό απέναντί του, θα είχε υπογράψει αυτό ο ίδιος ο πατέρας της Θ.
Τ., καθόσον η θέση της υπογραφής του σε αυτό και η απόρροια αυτού πραγματική ανάληψη των υποχρεώσεων από αυτόν ουδόλως θα έθιγε την δήθεν ιδιότητά του ως αφανούς εταίρου (το αντίθετο μάλιστα θα επιβεβαίωνε την ύπαρξη της αφανούς εταιρίας) καθώς η ισχύς του επίμαχου εγγράφου, ως ιδιωτικού συμφωνητικού, θα περιορίζονταν αποκλειστικά και μόνο στις εσωτερικές σχέσεις των συμβαλλόμενων, μεταξύ του αφανούς και του εμφανούς εταίρου, ήτοι μεταξύ του Θ.
Τ. και του αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, και ουδόλως θα επηρέαζε τις εξωτερικές σχέσεις της ομόρρυθμης εταιρίας και των ομορρύθμων εταίρων αυτής με τους τρίτους ούτε και την τράπεζα. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, εφόσον δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά συνιστά άρνηση του προβληθέντος από την αναιρεσίβλητη ισχυρισμού περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως αυτής λόγω εικονικότητας του από 24-7-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, καθώς και επιχείρημα του αναιρεσείοντος συναγόμενο από τις αποδείξεις, που τείνει στην αντίκρουση της ως άνω ένστασης.
Επομένως, ο παραπάνω τέταρτος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος, της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.
Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔικ. για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεως αυτής, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ ΑΠ 15/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος και κατ' εκτίμηση αυτού, προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 8 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, σε κάθε περίπτωση, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι κατά την κατάρτιση του επίμαχου από 24-7-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού η αναιρεσίβλητη ενεργούσε ως παρένθετο πρόσωπο του πατέρα της Θ.
Τ., με αποτέλεσμα τα αποτελέσματα της εν λόγω συμφωνίας να επέλθουν στο πρόσωπο της, ως συμβληθείσας αντί εκείνου, ευθυνόμενη έτσι απέναντί του για την εξόφληση του δανείου και ότι έτσι το Δικαστήριο "δεν εφάρμοσε ορθά τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου". Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού, πέραν του ότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός αυτός είχε προταθεί παραδεκτά εκ μέρους του αναιρεσείοντος στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ή ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ, ουδόλως προσδιορίζονται οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν.
Σε κάθε περίπτωση, o ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής, η οποία θεμελιώνεται αποκλειστικά στην επίκληση ότι το ιδιωτικό συμφωνητικό κατήρτισε η αναιρεσίβλητη ενεργώνας ατομικά και όχι για άλλον, αλλά και των προτάσεων που κατέθεσε ο αναιρεσείων, δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ο ως άνω ισχυρισμός.
Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά, δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 451/2014).
Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 516/2016).
Δεν αποτελούν πράγματα ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, ούτε τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου (ΑΠ 1202/2000). Ακόμη, δεν είναι πράγματα οι ισχυρισμοί που έχουν σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων και την απόκρουση των ισχυρισμών του αντιδίκου για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 719/2017).
Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 677/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος, της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί δέχθηκε πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη, και συγκεκριμένα ότι καταρτίστηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και του πατέρα της αναιρεσίβλητης Θ.
Τ. αφανής εταιρία για την εκμετάλλευση του κέντρου διασκεδάσεως με το διακριτικό τίτλο "...". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνιστά "πράγμα", υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά πραγματικό επιχείρημα του Δικαστηρίου αντλούμενο από την αξιολόγηση των αποδείξεων.
Σε κάθε περίπτωσης, όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της ενστάσεως της αναιρεσίβλητης περί εικονικότητας του από 24-7-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων δηλαδή των καταθέσεων των μαρτύρων, των ενόρκων βεβαιώσεων και των εγγράφων τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.
Έτσι, στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο παραπάνω από τον αρ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος, είναι αβάσιμος.
O αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Τέτοια αποδεικτικά μέσα νοούνται εκείνα των οποίων έγινε επίκληση για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού που προτάθηκε νόμιμα και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 150/2015, ΑΠ 173/2015).
Όμως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1349/2017).
Για την πληρότητα του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 516/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, τρίτο, κατά το δεύτερο σκέλος, και τέταρτο, κατά το τρίτο σκέλος, λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη, 1) σύμφωνα με τον πρώτο λόγο, α) το από 12-12-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό συστάσεως της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας, β) το από 24-7-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης του καταστατικού της εν λόγω εταιρίας και γ) το από 24-7-2008 έτερο ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο η αναιρεσίβλητη υποσχέθηκε στον αναιρεσείοντα την εξόφληση του ληφθέντος από τον αυτόν δανείου, καθόσον από αυτά προκύπτει ότι η δήλωση της αναιρεσίβλητης στο τελευταίο αυτό ιδιωτικό συμφωνητικό υπήρξε σοβαρή και όχι εικονική και, επίσης, ότι δεν καταρτίστηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και του πατέρα της αναιρεσίβλητης αφανής εταιρία, 2) σύμφωνα με τον τρίτο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, το από 9-12-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό συστάσεως αφανούς εταιρίας για το κέντρο διασκέδασης ..., που καταρτίστηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και του Θ.
Τ. και 3) σύμφωνα με τον τέταρτο λόγο, κατά το ως άνω οικείο σκέλος, την ... σύμβαση δανείου που συνήψε ο αναιρεσείων με την τράπεζα Πειραιώς. Από τη βεβαίωση, όμως, του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, και όλα τα έγγραφα "τα οποία οι διάδικοι προσκομίζουν νόμιμα και επικαλούνται, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί οποιοδήποτε τούτων για την κατ' ουσία διάγνωση της διαφοράς", και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της αποφάσεως, με τις οποίες γίνεται ρητή μνεία στα προαναφερόμενα έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, οι πιο πάνω πρώτος, τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος, και τέταρτος, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρισίμων περικοπών ή φράσεων αυτού,- αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιβλαβές για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης του.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικά από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.
Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμα του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, 1/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πέμπτο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος, της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλει την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι η αναιρεσίβλητη υπέγραψε το από 24-7-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό με την ιδιότητά της ως ομορρύθμου μέλους της ομόρρυθμης εταιρίας, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, αφού, αντιθέτως, προκύπτει από αυτό ότι η αναιρεσίβλητη ενήργησε ως φυσικό πρόσωπο δεσμεύοντας τον εαυτό της προσωπικά και όχι ως μέλος της ομόρρυθμης εταιρίας, ώστε ακόμη και αν γίνει δεκτή η εικονικότητα της ως άνω εταιρίας, αυτό δεν επηρεάζει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το επίμαχο ιδιωτικό συμφωνητικό.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του ανωτέρω εγγράφου, αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά, κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από αυτό το οποίο ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, ότι δηλαδή το επίμαχο ιδιωτικό συμφωνητικό ήταν εικονικό.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 265/2015).
Κατά συνέπεια, ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι τα φερόμενα ως ομόρρυθμα μέλη της ομόρρυθμης εταιρίας υπέβαλαν κανονικά φορολογικές δηλώσεις και ότι γενικά έναντι των τρίτων εμφανίζονταν να ασκούν την εκμετάλλευση του υπ' αυτήν κέντρου διασκεδάσεως, πράγμα που σημαίνει ότι η εταιρία αυτή δεν ήταν εικονική, είναι απαράδεκτος, όπως άλλωστε απαράδεκτες, πέραν της αοριστίας τους, είναι και οι λοιπές, διάσπαρτες σε όλους τους λόγους, αιτιάσεις για παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-6-2018 αίτηση του Χ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 689/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ +