Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for three parties while rejecting appeal arguments against the lower court's evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal proceedings for three appellants while adjudicating the appeal for the first appellant. The appellants argued that the lower court failed to consider their claim of exclusive liability for the truck driver's actions, but the court found these arguments had been substantively addressed and rejected in the lower judgment. Consequently, the appeal was declared inadmissible for three parties and dismissed for the first appellant, who was ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court considered and rejected the appellant's substantive arguments, whether explicitly or by implication.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 78 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 78/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καθ' ων η κλήση: 1) Ν. Α. Λ., 2) Β. συζ. Ν. Λ., το γένος Ν. Ι., 3) Ε. Ν. Λ. και 4) Ε. χας Ν. Ι., κατοίκων ..., εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σπανορρήγα και οι 2η, 3η και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σπανορρήγα.
Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Γ. Β. Α., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΑΛΑΚΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΛΑΡΙΣΗΣ - ΟΛΥΜΠΟΣ ΑΕ" και ήδη ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΑΛΑΚΤΟΚΟΜΕΙΑ ΑΕ" και δ.τ. "ΟΛΥΜΠΟΣ - ΡΟΔΟΠΗ", που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της, μετά από συγχώνευση της ως άνω "ΓΑΛΑΚΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΛΑΡΙΣΗΣ - ΟΛΥΜΠΟΣ ΑΕ" με την εταιρεία "ΡΟΔΟΠΗ ΑΕ" και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕRASCO ΑΕΓΑ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπουτσή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπουτσή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο δικηγόρος των αναιρεσειόντων, αφού πήρε από την Πρόεδρο το λόγο, ζήτησε ν' αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε.
Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με τη συμμετοχή και του Γραμματέα και διά της Προέδρου του, απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 27-4-2009 αγωγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΑΛΑΚΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΛΑΡΙΣΗΣ - ΟΛΥΜΠΟΣ ΑΕ". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1560/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4347/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 18-9-2015 αίτησή τους, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 3-11-2017, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 21-9-2018, κατά την οποία αναβλήθηκε εκ νέου για τη δικάσιμο της 24-5-2019, οπότε ματαιώθηκε λόγω των ευρωεκλογών της 26-5-2019. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 6-9-2019 κλήση των αναιρεσιβλήτων - καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 30-10-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 18-9-2015 και με αρ. εκθ. καταθ. 847/2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4347/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 Κ.Πολ.Δικ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για την συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει την συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, από την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 576, όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013, και ισχύει από τις 23-3-2013, ενώ (σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, ορίζεται "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".
Από τον συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται ότι σε περίπτωση, κατά την οποία είναι απών ο φερόμενος ως ασκήσας την αναίρεση διάδικος, χωρίς να αποδεικνύεται η χορήγηση πληρεξουσιότητας για την άσκησή της, αυτή απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, υπό την προϋπόθεση ότι αυτός έχει κλητευθεί νόμιμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση, ώστε να είναι έγκυρη η συζήτηση της αναιρέσεως, ενώ χωρίζεται η υπόθεση για όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Α.Π. 227/2016, Α.Π. 188/2014, Α.Π. 240/2014, Α.Π. 1852/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα του φακέλου της υποθέσεως προκύπτουν τα εξής: Δικάσιμος για τη συζήτηση της κρινόμενης από 18.9.2015 και με αριθμό καταθέσεως 847/2015 αιτήσεως, με την οποία διώκεται η αναίρεση της 4347/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ορίστηκε αρχικά, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, η 3.11.2017, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 21.9.2018, κατά την οποία αναβλήθηκε και πάλι για τη δικάσιμο της 24.5.2019, οπότε και ματαιώθηκε.
Η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την από 6.9.2019 κλήση των αναιρεσιβλήτων, που στρέφεται κατά των αναιρεσειόντων και προσδιορίστηκε γι' αυτήν δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας. Κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, όλοι οι αναιρεσείοντες - καθ' ων η κλήση εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σπανορρήγα.
Ειδικότερα, ο πρώτος αναιρεσείων (Ν. Α. Λ.) παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του (Κωνσταντίνο Σπανορρήγα), ενώ οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη αναιρεσείουσες (Β. συζ. Ν. Λ., Ε. Ν. Λ. και Ε. χα Ν. Λ.) φέρονται εκπροσωπηθείσες από το δικηγόρο αυτό. Ο εν λόγω δικηγόρος δήλωσε ότι παρίσταται για λογαριασμό όλων των αναιρεσειόντων.
Οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη αναιρεσείουσες όμως, που δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, δεν αποδεικνύεται ότι έχουν χορηγήσει πληρεξουσιότητα στον ως άνω δικηγόρο - ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, δήλωσε ότι εκπροσωπεί και αυτές - να επισπεύσει και για λογαριασμό τους τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και να παραστεί στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου και για αυτές, εφόσον δεν προσκομίζονται σχετικές συμβολαιογραφικές πράξεις, με αποτέλεσμα αυτές να είναι δικονομικώς απούσες.
Από την υπ' αριθμ. 940Β'/22.10.2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Π., που προσκομίζουν νομίμως, μετ' επικλήσεως, οι αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι οι ως άνω αναιρεσείουσες (δεύτερη, τρίτη και τέταρτη) έχουν κλητευθεί από τους αναιρεσιβλήτους, που επισπεύδουν τη συζήτηση της κρινόμενης από 6.9.2019 κλήσεως με επίδοση προς τη δικηγόρο Αθηνών Αρτέμιδα Διδιλή, ως πληρεξουσίας δικηγόρου και αντικλήτου αυτών, αντιγράφου της από 6.9.2019 κλήσεως με την σ' αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτήν.
Η κλήτευση όμως αυτή δεν είναι νόμιμη, διότι, εφόσον οι ανωτέρω διάδικοι είναι αναιρεσείουσες και δεν αποδεικνύεται ότι χορήγησαν πληρεξουσιότητα για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, δεν αρκεί για το νόμιμο της κλητεύσεώς τους η επίδοση μόνο της κλήσεως προς συζήτηση, αλλά απαιτείται να έχει επιδοθεί και αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως (Α.Π. 188/2014).
Τούτο, όμως, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι έγινε. Συνακόλουθα, εφόσον δεν αποδεικνύεται νόμιμη κλήτευση των δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσειουσών, θα πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα, να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς αυτόν και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τις δεύτερη, τρίτη και τέταρτη αναιρεσείουσες.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Επίσης οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.
για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 76/2014, Α.Π. 2181/2013). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό -την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.
αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 1715/2010). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ.
Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε.
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 849/2007). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 271/ 2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Την 1-2-2008 και περί ώρα 04.15' περίπου, ο πρώτος εναγόμενος Γ.
Α., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΦ - ψυγείο αυτοκίνητο, μάρκας Mercedes, τύπου Benz 815, φορτωμένο με γαλακτοκομικά προϊόντα, βάρους 3298,33 κιλών, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας, με την επωνυμία "ΓΑΛΑΚΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΛΑΡΙΣΗΣ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΟΛΥΜΠΟΣ", η οποία τον είχε προστήσει στην οδήγησή του και ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "INTERASCO ΑΕΓΑ", εκινείτο με ταχύτητα 90 χιλ/ώρα επί της λεωφόρου Θησέως, στην Εκάλη Αττικής, με κατεύθυνση από Άγιο Στέφανο προς Κηφισιά.
Την ίδια ημερομηνία και ώρα, ο Α. Λ., ηλικίας 23 ετών, υιός των δύο πρώτων εναγόντων, αδελφός της τρίτης και εγγονός της τέταρτης αυτών, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας BMW, τύπου Mini Cooper, ιδιοκτησίας του, εκινείτο επί της αυτής, ως άνω λεωφόρου, με αντίθετη προς το προαναφερόμενο ΙΧΦ - ψυγείο κατεύθυνση, ήτοι από Κηφισιά προς Άγιο Στέφανο, έχοντας αναπτύξει ταχύτητα 100 χλμ/ώρα περίπου.
Η Λεωφόρος Θησέως είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και στο ύψος του OA 10 διαχωρίζεται κατά μήκος με διπλή συνεχόμενη γραμμή. Στο σημείο αυτό είχε συνολικό πλάτος οδοστρώματος 9,20μ, δεξιά του ρεύματος πορείας της προς Κηφισιά υπάρχει χωμάτινο έρεισμα, πλάτους 7μ, με κολώνες, δένδρα και πινακίδες, είναι ευθεία, η ορατότητα δεν περιορίζεται και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ορίζεται με πινακίδα Ρ-23 σε 50χλμ/ώρα.
Ο τεχνητός φωτισμός στο συγκεκριμένο σημείο ήταν επαρκής για τη νυχτερινή ώρα και κατά τον προαναφερόμενο χρόνο το οδόστρωμα ήταν υγρό λόγω υγρασίας, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή και των πεζών ανύπαρκτη. Όταν το δεύτερο, ως άνω αυτοκίνητο (….) πλησίασε στο ύψος του OA 10 της λεωφόρου, εξερχόμενο από δεξιόστροφη καμπύλη με μεγάλη ακτίνα καμπυλότητας περίπου 150μ., κατά τη διέλευση της οποίας ο οδηγός του, ο οποίος δεν είχε μειώσει την ταχύτητά του, όπως όφειλε, ενόψει της καμπύλης αυτής, της νυχτερινής ώρας και της ολισθηρότητας του οδοστρώματος συνεπεία υγρασίας, απώλεσε εντελώς τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, και αφού έκανε δύο ελιγμούς ανέλεγκτους στο ρεύμα πορείας του, στη συνέχεια ξέφυγε από την πορεία του προς τα αριστερά, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με αριστερή σε σχέση με την πορεία του κλίση κάθετη στο οδόστρωμα, όπου σε πολύ μικρή απόσταση εκινείτο με την προαναφερόμενη ταχύτητα το .… ΙΧΦ - ψυγείο και προσέκρουσε με σφοδρότητα με τη δεξιά πλευρά του στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του φορτηγού - ψυγείου, κατά τη στιγμή που ο οδηγός του τελευταίου αντιληφθείς την ξαφνική και ανέλεγκτη είσοδο του ΙΧΕ αυτοκινήτου στο ρεύμα κυκλοφορίας του είχε προβεί σε άμεση τροχοπέδηση.
Μετά τη σφοδρή αυτή σύγκρουση το ΙΧΕ αυτοκίνητο ανασηκώθηκε και αποκολληθέν από το φορτηγό - ψυγείο περιεστράφη δεξιόστροφα κινήθηκε προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του τελευταίου, εξήλθε του οδοστρώματος, διήλθε το χωμάτινο έρεισμα πλάτους 7μ. και ακινητοποιήθηκε σε παρακείμενο οικόπεδο με κατωφέρεια 1,5 μ.
και σε απόσταση 11,10 μ. από το οδόστρωμα, ο οδηγός του εκτινάχτηκε έξω απ' αυτό και έπεσε μπρούμυτα επί του χωμάτινου ερείσματος, σε απόσταση 6 μέτρων από το οδόστρωμα, ενώ το ΙΧΦ - ψυγείο κινήθηκε ευθύγραμμα σε σχέση με την αρχική του πορεία και ακινητοποιήθηκε εντός του ρεύματος πορείας του, διαγράφοντας ίχνη τροχοπέδησης μήκους 34,70μ.
από τους αριστερούς τροχούς και 30,40 μ. από τους δεξιούς τροχούς. Κατά τη σύγκρουση αποκολλήθηκαν η μηχανή, το ψυγείο, η μπαταρία και ο εμπρόσθιος προφυλακτήρας του ΙΧΕ αυτοκινήτου, εκ των οποίων η μηχανή βρέθηκε εντός του ρεύματος πορείας του ΙΧΦ - ψυγείου, ενώ τα υπόλοιπα εξαρτήματα εντός του παρακείμενου αυτού χωμάτινου ερείσματος.
Από την επισκόπηση του συνταχθέντος από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα του ΤΤ Κηφισιάς, προχείρου σχεδιαγράμματος προκύπτει ότι τα περισσότερα ευρήματα της σύγκρουσης, συμπεριλαμβανομένων και των εξαρτημάτων των συγκρουσθέντων οχημάτων, βρίσκονται διασκορπισμένα γύρω από το σημείο έναρξης των ιχνών της τροχοπέδησης του ΙΧΦ αυτοκινήτου - ψυγείου και μετά από αυτά ακολουθούν ίχνη τροχοπέδησης αυτού μήκους 27,60 μέτρων, κάποια δε λιγότερα σε ποσότητα θραύσματα υάλων και κομμάτια από τον εμπρόσθιο προφυλακτήρα του ΙΧΦ - ψυγείου ευρίσκονται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ήτοι προς Άγιο Στέφανο, τούτο δε οφείλεται στη σφοδρότητα της σύγκρουσης και της εξ αυτής εκτόξευσης σε όλο το εύρος του οδοστρώματος της λεωφόρου.
Αποτέλεσμα της σφοδρής ένδικης σύγκρουσης ήταν να τραυματιστεί θανάσιμα ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, Α. Λ., ο οποίος υπέστη βαριές κακώσεις κεφαλής, θώρακος, κοιλίας, λεκάνης και άκρων, εκ των οποίων ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε αμέσως ο θάνατος του (βλ. …/…-5-2008 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών), να τραυματιστεί ελαφρά ο οδηγός του ΙΧΦ ψυγείου και καταστραφεί ολοσχερώς το ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο μεταμορφώθηκε σε μάζα σιδερικών και να προκληθούν εκτεταμένες φθορές και βλάβες στο ΙΧΦ - ψυγείο.
Οι παραπάνω συνθήκες της σύγκρουσης και κυρίως η αιφνίδια και ανέλεγκτη είσοδος του ΙΧΕ αυτοκινήτου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας κατά τη στιγμή που το φορτηγό - ψυγείο, κινούμενο εντός αυτού, βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση, προκύπτει με σαφήνεια από την από 1-2-2008 ένορκη προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Α. - Η.
Κ., ο οποίος κατέθεσε ότι "... οδηγούσα το υπ' αριθμ. … ΙΧΕ αυτοκίνητό μου, βρισκόμουν επί της οδού Καστρίτσας, στη Νέα Ερυθραία, με κατεύθυνση προς τη Λεωφόρο Θησέως. Φθάνοντας στη συμβολή με τη λεωφόρο Θησέως, σταμάτησα στο STOP για να ελέγξω την οδό Θησέως και να εισέλθω σ' αυτή με κατεύθυνση προς Κηφισιά. Εκείνη τη στιγμή ερχόταν από τα αριστερά μου στη λεωφόρο Θησέως ένα φορτηγό, είχε κατεύθυνση προς Κηφισιά και η απόστασή μου από αυτό ήταν περίπου (80 μέτρα).
Περίμενα να περάσει το φορτηγό για να εισέλθω στη λεωφόρο Θησέως. Τότε εμφανίστηκε από τα δεξιά μου ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, εκινείτο στη λεωφόρο Θησέως με κατεύθυνση από Κηφισιά προς Άνοιξη, βγήκε από δεξιά στροφή και λόγω μεγάλης ταχύτητας και ολισθηρότητας του δρόμου έχασε τον έλεγχο ο οδηγός του, έκανε δύο ελιγμούς και στον τρίτο ελιγμό εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα.
Βρέθηκε έμπροσθεν της πορείας του φορτηγού και έγινε η σύγκρουση. Το ΙΧΕ αυτοκίνητο ήταν κάθετα εκείνη τη στιγμή στο οδόστρωμα και με τη δεξιά πλευρά του συγκρούστηκε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του φορτηγού. Το φορτηγό ακινητοποιήθηκε κανονικά στο ρεύμα του και το ΙΧΕ αυτοκίνητο βγήκε εκτός οδοστρώματος σε οικόπεδο, δεξιά του ρεύματος προς Κηφισιά.
Ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου πετάχτηκε έξω από το αυτοκίνητό του, στο έρεισμα....κατέβηκα από το αυτοκίνητό μου, πήρα αμέσως το 100, μίλησα με τον οδηγό του φορτηγού και περιμέναμε την τροχαία και το ΕΚΑΒ που είχα ειδοποιήσει συγχρόνως.... Το φορτηγό εκινείτο κανονικά στο ρεύμα του και απ' ότι κατάλαβα πρώτα έγινε η σύγκρουση και μετά πάτησε φρένο ο οδηγός του.
Το ΙΧΕ αυτοκίνητο είχε ιλιγγιώδη ταχύτητα και λόγω της ολισθηρότητας του οδοστρώματος βρέθηκε στο αντίθετο ρεύμα και έγινε η σύγκρουση". Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από την έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Τ.Τ. Κηφισιάς. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, Α.
Λ., εξερχόμενος από τη δεξιόστροφη καμπύλη ακτίνας 150 μ. περίπου στο ευθύγραμμο τμήμα του ρεύματος πορείας του και αντιληφθείς το αντιθέτως κινούμενο ΙΧΦ - ψυγείο, να καταλαμβάνει μέρος του δικού του ρεύματος κυκλοφορίας, έχοντας αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα 90 χιλ/ώρα, προκειμένου να αποφύγει βέβαιη πλαγιομετωπική σύγκρουση με αυτό και μη έχοντας δυνατότητα αποφευκτικού ελιγμού προς τα δεξιά της πορείας του, αναγκάστηκε να επιταχύνει την ταχύτητά του και να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά για να προλάβει να εισέλθει στο χωμάτινο έρεισμα, πλάτους 7μ.
και έτσι εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όμως δεν τα κατάφερε, διότι οδηγός του ΙΧΦ ψυγείου στο μόνο που αρκέστηκε όταν τον αντελήφθη από απόσταση 90 μ. περίπου ήταν να επαναφέρει το αυτοκίνητό του στο ρεύμα κυκλοφορίας του και να τροχοπεδήσει καθυστερημένα, χωρίς να προβεί σε κάποιο αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, όπως θα μπορούσε, αφού υπήρχε το χωμάτινο έρεισμα πλάτους 7 μ.
και έτσι επήλθε η σφοδρή σύγκρουση, δεν ευσταθεί, καθόσον, εκτός του ότι αναιρείται από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν ενισχύεται με πειστικότητα από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις. Και είναι μεν γεγονός ότι τον ισχυρισμό αυτό βεβαιώνει στην από 30-1-2009 ένορκη βεβαίωσή του, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ο μάρτυρας Δ.
Σ., πλην όμως η κατάθεση αυτή, δεδομένου ότι δεν ενισχύεται από κάποιο άλλο αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο, δεν κρίνεται περισσότερο αξιόπιστη από την αντίθετη κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Α.-Η. Κ., η οποία επιβεβαιώνεται και από την έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Τ.Τ. Κηφισιάς. Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών είναι ο θανών οδηγός του … ΙΧΕ αυτοκινήτου, Α.
Λ., υιός των δύο πρώτων εναγόντων, αδελφός της τρίτης και εγγονός της τέταρτης αυτών, ο οποίος από αμέλειά του και συγκεκριμένα έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις περιστάσεις επιμέλειας, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και εποπτεία του οχήματος που οδηγούσε, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, αλλά αντίθετα, κινούμενος με την υπερβολική για τις συνθήκες της οδού ταχύτητα των 100 χλμ/ώρα, δεν μείωσε αυτή, όπως είχε υποχρέωση, ενόψει της δεξιάς καμπύλης (στροφής) που είχε στην πορεία του, της νυκτερινής ώρας και της ολισθηρότητας του οδοστρώματος συνεπεία υγρασίας και έτσι απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του, εξετράπη της πορείας του προς τα αριστερά και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου κατ' εκείνη τη στιγμή εκινείτο σε κοντινή απόσταση το … ΙΧΦ - ψυγείο με το οποίο και συγκρούστηκε με τα συνακόλουθα αποτελέσματα, ενεργώντας έτσι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ.1, 16 παρ. 1,4, 19 παρ. 1,2, 20 παρ.1 του Κ.Ο.Κ..
Αντίθετα, στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού του … ΙΧΦ ψυγείου, Γ. Α., στην πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος δεν αποδείχθηκαν, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτός συνετέλεσε με αμελή ενέργεια ή παράλειψη στην πρόκλησή του. Ειδικότερα, ο θανών οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, Α.
Λ., με την κάθετη είσοδό του στο ρεύμα κυκλοφορίας του ΙΧΦ - ψυγείου και την αυξημένη ταχύτητα των 100 χλμ/ώρα περίπου, παρεμβλήθηκε αιφνιδιαστικά και προ μικρής αποστάσεως στην πορεία του ΙΧΦ - ψυγείου οχήματος και ως εκ τούτου ο οδηγός του τελευταίου δεν είχε τη χρονική δυνατότητα υπό τις εκτεθείσες συνθήκες και λόγω κυρίως της ως άνω οδικής συμπεριφοράς του θανόντος οδηγού να αντιδράσει αποτελεσματικά ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση ή να μειώσει στο ελάχιστο τις συνέπειές της και η τροχοπέδηση που ενήργησε ήταν η μόνη δυνατή και ενδεικνυόμενη από μέρους του αποφευκτική ενέργεια.
Το γεγονός ότι ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του ΙΧΦ - ψυγείου οχήματος, οδηγούσε, όπως αποδείχθηκε, με την αυξημένη ταχύτητα των 90χλμ/ώρα, που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χλμ/ώρα, δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, αφού και αν οδηγούσε εντός του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας, το ένδικο ατύχημα λόγω της προαναφερθείσας οδικής συμπεριφοράς του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου δεν θα αποφεύγετο.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ομοίως και αφού δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος και των συνεπειών του ήταν ο θανών οδηγός του … ΙΧΕ αυτοκινήτου, Α. Λ., απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 10-7-2008 αγωγή των εναγόντων - συγγενών αυτού, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριπτόμενων ως ουσιαστικά αβασίμων των σχετικών και αλληλοσυμπληρούμενων λόγων της υπό κρίση έφεσης, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, αναφορικά με το κεφάλαιο της υπαιτιότητας".
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, ούτε εκ πλαγίου τις νομικές διατάξεις που παρατίθενται στην αρχή της παρούσας νομικής σκέψεως και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσεως.
Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τόσο ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του θανασίμως τραυματισθέντος οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Α. Λ., όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας αμέλειας του πρώτου αναιρεσιβλήτου Γ. Α., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας … Ι.Χ.
Φορτηγού - ψυγείου αυτοκινήτου. Πιο συγκεκριμένα διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά, τα οποία επέδειξε ο υπαίτιος οδηγός Α. Λ., σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα και δη ότι ο εν λόγω οδηγός, οδηγώντας το προαναφερόμενο όχημά του, από αμέλειά του, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, αλλά αντίθετα κινούμενος με την υπερβολική για τις συνθήκες της οδού ταχύτητα των 100 χ/ω, δεν μείωσε αυτή, όπως είχε υποχρέωση, ενόψει της δεξιάς καμπύλης που είχε στην πορεία του, της νυκτερινής ώρας και της ολισθηρότητας του οδοστρώματος και έτσι απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του, εξετράπη της πορείας του προς τα αριστερά και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο σε κοντινή απόσταση το οδηγούμενο από τον πρώτο αναιρεσίβλητο φορτηγό - ψυγείο αυτοκίνητο, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί αιφνιδιαστικά και προ μικρής αποστάσεως στην πορεία του τελευταίου οχήματος.
Ως προς την συμπεριφορά του τελευταίου οδηγού (του φορτηγού - ψυγείου αυτοκινήτου) το Δικαστήριο με σαφήνεια προσδιόρισε ότι αυτός εκινείτο με το όχημά του εντός του ρεύματος πορείας του, ότι το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο παρεμβλήθηκε αιφνιδιαστικά και προ μικρής αποστάσεως στην πορεία του, με συνέπεια να μην έχει την δυνατότητα να αντιδράσει αποτελεσματικά, ώστε να αποφύγει την σύγκρουση ή να μειώσει στο ελάχιστο τις συνέπειές της, ενώ η τροχοπέδηση στην οποία προέβη ήταν η μόνη δυνατή και ενδεικνυόμενη εκ μέρους του αποφευκτική ενέργεια, αιτιολόγησε δε ότι το γεγονός ότι αυτός εκινείτο με την αυξημένη ταχύτητα των 90 χ/ω δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, αφού και αν αυτός οδηγούσε εντός του επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας (των 50 χ/ω), το ατύχημα δεν θα αποφεύγετο, λόγω της προαναφερθείσας οδικής συμπεριφοράς του οδηγού του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου. Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως σχετικώς με την ταχύτητα αμφοτέρων των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων, που συνίστανται στο ότι "η μεν ταχύτητα των 100 χ/ω, με την οποία εκινείτο το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, κρίθηκε υπερβολική και γενεσιουργός αιτία του τροχαίου ατυχήματος, η δε ταχύτητα των 90 χ/ω του φορτηγού - ψυγείου αυτοκινήτου θεωρήθηκε ότι δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, εσφαλμένα, καθόσον εάν το φορτηγό έβαινε με την μέγιστη επιτρεπόμενη ταχύτητα των 50 χ/ω ο χρόνος που θα είχε στην διάθεσή του ο οδηγός του - πρώτος αναιρεσίβλητος - θα ήταν αρκετός για να ενεργήσει οποιονδήποτε αποφευκτικό ελιγμό, καθ' όσον τόσον χρονικά όσο και τοπικά είχε τον απαιτούμενο χρόνο ή απόσταση για να ακινητοποιήσει το όχημά του, αφού η απόσταση που είχε με το αυτοκίνητο του Α.
Λ., όταν αυτό κινήθηκε στο ρεύμα του, ήταν 86-90 μέτρα" απαραδέκτως προβάλλονται, εφόσον η φερόμενη ως αντίφαση στην αιτιολογία της αποφάσεως ανάγεται σε επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτούς εκδοχής περί των συνθηκών της συγκρούσεως, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό, με τις παραπάνω δε αιτιάσεις, και υπό το πρόσχημα της προβαλλομένης πλημμέλειας, πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα ότι η ένδικη σύγκρουση προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του Α.
Λ., οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου. Εξ άλλου, το Εφετείο δεχόμενο την ανυπαρξία αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αυξημένης ταχύτητας με την οποία εκινείτο το φορτηγό - ψυγείο αυτοκίνητο και της επιδράσεως αυτής στην οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του πρώτου αναιρεσιβλήτου και κατ' επέκταση στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος διέλαβε περί αυτού συνοπτική, αλλά σαφή και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογία, η οποία καθιστά δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και δεν είχε ανάγκη από περαιτέρω αιτιολογίες.
Τέλος, τα υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες περί ελλείψεως αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον δεν προσδιορίζεται: α) σε ποιο σημείο του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του φορτηγού - ψυγείου αυτοκινήτου έλαβε χώρα η σύγκρουση, β) από ποια απόσταση ο πρώτος αναιρεσίβλητος αντελήφθη την είσοδο του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας και γ) δεν αναφέρεται εάν το φορτηγό αυτοκίνητο άφησε ίχνη τροχοπεδήσεως προ της συγκρούσεώς του με το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο και σε ποιο μήκος εκτείνονταν αυτά από την έναρξή τους μέχρι το σημείο της συγκρούσεως, πέραν της ουσιαστικής αβασιμότητας της υπό στοιχ. γ' αιτιάσεως, καθ' όσον σύμφωνα με τις προεκτεθείσες ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως το φορτηγό - ψυγείο αυτοκίνητο δεν τροχοπέδησε προ της συγκρούσεώς του με το Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο, είναι επουσιώδεις και δεν εμποδίζουν, ούτε αναιρούν το ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, προσέτι δε αναφέρονται στην, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, πληρέστερη ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος. Σε κάθε περίπτωση οι ανωτέρω αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας από την εκτίμηση των αποδείξεων που προσκομίστηκαν και είναι απαράδεκτες.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος από τον αριθμό 1 και ο δεύτερος λόγος, κατά το ένα μέρος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμος και απαράδεκτος, αντίστοιχα, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ύπαρξη του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κάποιο αποδεικτικό μέσο, το οποίο ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 του Κ.Πολ.Δικ., και το οποίο προσκομίστηκε με επίκληση προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, γεγονότος που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Ολ. Α.Π. 42/2002, Α.Π. 1911/2006). Δεν αποκλείεται μάλιστα να στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν, παρότι στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας γίνεται ειδική μνεία ορισμένου αποδεικτικού μέσου, ωστόσο, από το περιεχόμενο της αποφάσεως γεννώνται αμφιβολίες αν πράγματι αυτό λήφθηκε υπόψη. Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 1569/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το έτερο σκέλος του, λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, κατ' εκτίμηση, και αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δικ., ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, άλλως δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη, αποδεικτικό μέσο που προσκόμισαν σ' αυτό, με επίκληση, και ειδικότερα την από 30.1.2009 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Δ.
Σ., για την απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος είναι ο πρώτος αναιρεσίβλητος. Υπό αυτό το περιεχόμενο ο ερευνώμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος και τούτο διότι, υπό την κατ' επίφαση επίκληση της μη λήψεως υπόψη εκ μέρους του Εφετείου του προαναφερομένου εγγράφου, πλήττεται πράγματι η περί πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.).
Σε κάθε περίπτωση δε πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και δη από την ρητή διαβεβαίωση αυτής (προσβαλλομένης αποφάσεως) ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, ως προς τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, έλαβε υπόψη, εκτός άλλων, "και τις υπ' αριθμ.
…, …, … και …/….1.2009 ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών που λήφθηκαν με επιμέλεια των εναγόντων", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής, όπου μάλιστα γίνεται ρητή αναφορά και αξιολόγηση της ως άνω ένορκης βεβαιώσεως του μάρτυρα Δ. Σ., προκύπτει χωρίς κανένα δισταγμό, ότι το δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και την προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση, που νόμιμα είχαν προσκομίσει μετ' επικλήσεως στο Εφετείο οι τότε εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες.
Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά στην προβαλλομένη αιτίαση ότι από την προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας της ένορκης αυτής βεβαιώσεως, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην μείζονα σκέψη, δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, μετά την κατάργηση της δεύτερης περιπτώσεως, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δικ.
για την δυνατότητα εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δικ. σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (Α.Π. 273/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, τις παραπάνω μνημονευόμενες ένορκες βεβαιώσεις, καθώς και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και φωτογραφίες, των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα.
Έτσι δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δικ., ο δε αντίθετος τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως (κατά την β' αιτίαση αυτού) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.
Α.Π, 9/1997, Α.Π. 625/2008). Πράγμα αποτελεί ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικά με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ. Α.Π. 3/2008, Α.Π. 88/2011, Α.Π. 845/2011). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.
Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1299/2009), είτε ρητώς, είτε εκ του πράγματος με την περί του αντιθέτου παραδοχή ( Α.Π.403/2009). Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως (κατά την πρώτη αιτίαση αυτού) προσάπτεται στο Εφετείο ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη τον δεύτερο λόγο εφέσεως με τον οποίο οι τότε εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες παρεπονούντο για την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής τους, προβάλλοντες ισχυρισμούς περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου εφεσιβλήτου, οδηγού του φορτηγού - ψυγείου αυτοκινήτου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι ανωτέρω ισχυρισμοί λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά το μέρος που αφορά στον πρώτο αναιρεσείοντα, να απορριφθεί ως προς αυτόν η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη και να καταδικαστεί αυτός, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, εκ των οποίων ο πρώτος και η δεύτερη παραστάθηκαν με κοινό δικηγόρο, ενώ η τρίτη με ξεχωριστό δικηγόρο, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν διαλαμβάνεται διάταξη για την τύχη του παραβόλου που έχουν καταθέσει όλοι οι αναιρεσείοντες, δεδομένου ότι απομένει προς έρευνα η αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που ασκήθηκε από τους υπόλοιπους αναιρεσείοντες, ως προς τους οποίους η συζήτησή της κηρύχθηκε απαράδεκτη (Α.Π. 1863/2017, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 60/2014).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 6.9.2019 κλήσεως, με την οποία φέρεται προς συζήτηση η από 18.9.2015 και με αριθμό καταθέσεως 847/2015 αίτηση για αναίρεση της 4347/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τις δεύτερη, τρίτη και τέταρτη αναιρεσείουσες.
Δικάζει την αίτηση αναιρέσεως ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα.
Απορρίπτει αυτήν ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, ενιαίως για τους πρώτο και δεύτερη τούτων και στο ίδιο ποσό [των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ] για την τρίτη εξ αυτών.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2020.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ