Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability, rejecting error of law claim and awarding costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against a second-instance court ruling regarding a traffic accident. The appellants argued for a diagnostic error in the traffic police report and a failure to address a claim for intentional assault, but the court found these to be errors of fact and interpretation rather than legal errors. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on an alleged error of law regarding the interpretation of a traffic accident report is inadmissible if the lower court's assessment constitutes a permissible evaluation of facts rather than a legal mistake.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 60 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 60/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Ν. Π. Α. του Γ., και 2. Α. Α. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Επαμεινώνδα Καλαγιάκο και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2. Του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΞ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως αρχικού διαδίκου στην επίδικη διαφορά αλλά και ως καθολικού διαδόχου της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ" της οποίας η άδεια ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Τριανταφυλλίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2007 αγωγή του 2ου ήδη αναιρεσείοντος, και την από 27-12-2007 αγωγή του 1ου ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2225/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 996/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-9-2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 23-10-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 2ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 3, 96 παρ. 1, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής : α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. β) Η πληρεξουσιότητα κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου, που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων.
γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβαση της.
δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου, που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλεια του στους αντιδίκους. ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβε. μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, ότι σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επεύσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο ή τους νόμιμα παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι με την από 28.5.2013 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου ορίστηκε ως αρμόδιο τμήμα για την εκδίκαση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως το Δ'Πολιτικό Τμήμα αυτού και με την υπό την ίδια χρονολογία πράξη του Προέδρου του εν λόγω Τμήματος ορίστηκε δικάσιμος για την εκδίκαση αυτής η 1.11.2013.
Κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο οι αναιρεσείοντες 1.Ν. - Π. Α. και 2Α. Α. εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Επαμεινώνδα Καλαγιάκο, ενώ δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο έστω και με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Α.
Κ. Η συζήτηση της υποθέσεως επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες οι οποίοι όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Επαμεινώνδα Καλαγιάκο. Από τα υπάρχοντα όμως στη δικογραφία στοιχεία δεν προκύπτει ότι ο δεύτερος των αναιρεσειόντων Α.
Α. είχε επισπεύσει και ο ίδιος εγκύρως τη συζήτηση καθ'οσον δεν αποδεικνύεται ότι είχε παράσχει στο φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Καλαγιάκο πληρεξουσιότητα σύμφωνα με τους προαναφερθέντες συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ.1 ΚΠολΔ τους οποίους δεν πληροί το προσκομιζόμενο από 27.3.2013 ειδικό πληρεξούσιο του πλοίαρχου του ευρισκόμενου εν "πλώ" πλοίου "…" Γ.
Α. Κατόπιν αυτού, ο εν λόγω αναιρεσείων θεωρείται ως μη παριστάμενος (δικονομικά απών). Εξ άλλου, από τα υπάρχοντα στη δικογραφία στοιχεία δεν προκύπτει ότι ο απολειπόμενος ως άνω αναιρεσείων είχε κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από τον εγκύρως επισπεύδοντα τη συζήτηση πρώτο των αναιρεσειόντων Ν. - Π.
Α. ή από το νόμιμα παριστάμενο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΞ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ". Περαιτέρω είναι έγκυρη η κλήτευση από τον νομίμως παριστάμενο δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Επαμεινώνδα Καλαγιάκο, του απολειπόμενου πρώτου αναιρεσίβλητου, για να παραστεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, περί της οποίας προσκομίζεται η από 22.8.2013 έκθεση επίδοσης της γραμματέα του Δήμου Σίφνου Μ.
Σ. μετά την υπ.αρ.1560/1.8.2013 παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σύρου (ΚΠολΔ 122 παρ.3). Πρέπει επομένως, να ερευνηθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατά την απεύθυνσή της κατά του εν λόγω δευτέρου των αναιρεσίβλητων παρά την απουσία αυτού (ΚΠολΔ 576 παρ.2 εδ.3). Επομένως, πρέπει όπως, κατ'εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 576 παρ.3 εδ.β'ΚΠολΔ όπως το εδ.β προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν.4139/2013, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα και να διαταχθεί ως προς αυτόν ο χωρισμός της υπόθεσης.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ΝΓΠΝ/1911, 297, 298, 299, 330 εδ.β', 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσότερων αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α και 19 του ΚΠολΔΑ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (αρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.
Αντιφατικότητα των αιτιολογιών η οποία ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εξ αιτίας αυτής, δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως με την προσβαλλόμενη απόφασή του και τ'ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Την 19-7-2006 περί την 02,20 ώρα ο Α. Κ. οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧΕ αυτοκίνητο (ταξί) που ανήκε στην ιδιοκτησία του και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Πρόνοια ΑΕΓΑ" εκινείτο επί της επαρχιακής οδού Απολλωνίας-Καμαρών στη νήσο Σίφνο Κυκλάδων με κατεύθυνση από Απολλωνία προς Καμάρες καθόσον ήταν μισθωμένο από άγνωστες σ'αυτόν (Κ.) κοπέλες.
Κατά τον αυτό χρόνο ο Α. Α. οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα που ανήκε στην ιδιοκτησία του πατέρα του Γ. Α. και ήταν ανασφάλιστη, στην οποία επέβαινε ο αδελφός του Ν. Α., εκινείτο επί της ίδιας οδού με αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή από Καμάρες προς Απολλωνία. Η ανωτέρω οδός είναι διπλής κατευθύνσεως, με μία (1) λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση με διπλή διαχωριστική γραμμή στον άξονα της και έχει πλάτος οδοστρώματος 6,80 μέτρα.
Κατά το χρόνο του ατυχήματος οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, η κυκλοφορία των οχημάτων στο σημείο αυτό ήταν αραιή, ήταν νύχτα και τεχνητός φωτισμός δεν υπήρχε, ενώ το όριο ταχύτητας ήταν 90 χλμ /ώρα για το ταξί και 70 χλμ/ωρα για την μοτοσυκλέτα. Στο ύψος του 2,5 χιλιομέτρου της ανωτέρω επαρχιακής οδού, όπου υπήρχε κλειστή δεξιά στροφή με ανωφέρεια ως προς την πορεία της μοτοσυκλέτας και αριστερή στροφή με κατωφέρεια ως προς την πορεία του αυτοκινήτου τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν και συγκεκριμένα η μοτοσυκλέτα εξετράπη της πορείας της προς τα αριστερά, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας επέπεσε με την αριστερή πλευρά της στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου το οποίο εκινείτο κανονικά εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του.
Ο οδηγός της μοτοσυκλέτας δεν διέθετε άδεια οδηγήσεως, είχε αναπτύξει υπερβολική για τις περιστάσεις (νύχτα) ταχύτητα παρ ότι επί της πορείας του υπήρχε κλειστή στροφή. Η μοτοσυκλέτα μετά τη σύγκρουση ανατράπηκε μαζί με τους επιβάτες της πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής, εντός του ρεύματος προς Απολλωνία.
Αποτέλεσμα της ως άνω συγκρούσεως ήταν η πρόκληση υλικών ζημιών στα δύο οχήματα και ο τραυματισμός των επιβατών της μοτοσυκλέτας. Με τα δεδομένα αυτά αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ο οδηγός της μοτοσυκλέτας Α. Α. ο οποίος από έλλειψη προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε, έτσι ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους για την αποφυγή του ατυχήματος χειρισμούς, δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητα του, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες και ιδιαίτερα ότι ήταν νύχτα, ότι επί της πορείας του υπήρχε κλειστή δεξιά στροφή και έχασε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας και συγκρούστηκε με την αριστερή πλευρά της (μοτοσυκλέτας) με την αριστερή πλευρά του επί του ρεύματος αυτού αντιθέτως κινουμένου αυτοκινήτου, παρέβη δηλαδή τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.1,16 παρ1 και 23 του ΚΟΚ).
Στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε αμέλεια του οδηγού του ταξί, Α. Κ. δεν αποδείχθηκαν, καθόσον αυτός εκινείτο κανονικά εντός του ρεύματος πορείας του, ενώ η αιφνίδια και πάνω στη στροφή εκτροπή της μοτοσυκλέτας στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, απέκλεισε σ αυτόν κάθε δυνατότητα αποφευκτικού ελιγμού, ο οποίος θα μπορούσε να αποτρέψει την ένδικη σύγκρουση.
Οι επιβαίνοντες στη μοτοσυκλέτα Α. Α. και Ν.-Π. Α. με τον τέταρτο λόγο των (Α) και (Β) εφέσεων τους ισχυρίστηκαν ότι εσφαλμένα η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έκρινε 1) ότι ο βαριά τραυματισμένος στο πόδι Α. Α. βρέθηκε στο αριστερό άκρο του ρεύματος κυκλοφορίας προς Απολλωνία και δεν μετακινήθηκε από το σημείο της πτώσης του μέχρι την άφιξη της Αστυνομίας και 2) ότι η σύγκρουση των οχημάτων έγινε στο ρεύμα προς Καμάρες.
Το ταξί που οδηγούσε ο Α. Κ. αν είχε εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας της μοτοσυκλέτας η σύγκρουση θα ήταν μετωπική και το ταξί θα είχε υποστεί υλικές ζημίες στο εμπρόσθιο τμήμα του και όχι στο πλαϊνό αριστερό τμήμα του, ο δε βαριά τραυματισμένος στο πόδι Α. Α., ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, δεν μετακινήθηκε από το σημείο της πτώσης του μέχρι την άφιξη της Αστυνομίας θα είχε βρεθεί στο δεξιό άκρο του ρεύματος κυκλοφορίας προς Απολλωνία αν το ταξί είχε εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας της μοτοσυκλέτας, τα δε αντίθετα που υποστηρίζονται με τον τέταρτο λόγο των (Α) και (Β) εφέσεων είναι αβάσιμα και απορριπτέα".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη κανόνων ουσιαστικού δικαίου δέχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα περί την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος του οδηγού της ...
δίκυκλης μοτοσυκλέτας. Ειδικότερα στην απόφαση: 1)καθορίζονται σαφώς τα χαρακτηριστικά της επαρχιακής οδού Απολλωνίας - Καμαρών στη νήσο Σίφνο Κυκλάδων όπου συνέβη το ένδικο ατύχημα καθώς και οι επικρατούσες συνθήκες (οδός διπλής κατευθύνσεως, μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, με διπλή διαχωριστική γραμμή στον άξονα της και πλάτος οδοστρώματος 6,80 μ.
νύκτα, ανώτατο όριο ταχύτητας 90 Χ/Ω για το ΤΑΧΙ και 70 Χ/Ω για τη μοτοσυκλέτα) και 2)Αναφέρεται σαφώς η αμελής συμπεριφορά του οδηγού της ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ο οποίος, δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του ώστε να δύναται ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους αναγκαίους χειρισμούς, ενώ, δεν ρύθμισε την ταχύτητά του οχήματός του ενόψει των επικρατουσών συνθηκών της οδού (νύκτα, κλειστή δεξιά στροφή ως προς την πορεία του) με αποτέλεσμα να απολέσει τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας, αν εισέλθει επί του αντιθέτου ρεύματος πορείας και να συγκρουσθεί με το κανονικώς επί του ρεύματος αυτού βαίνοντος ...
ΔΧΕ αυτοκινήτου ΤΑΧΙ. Ο πρώτος επομένως λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας περί την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος καθ'οσον δεν προσδιορίζει α)την ταχύτητα της δίκυκλης μοτοσυκλέτας καθώς και του αυτοκινήτου ΤΑΧΙ β)την τρόπο που πραγματοποιήθηκε η εκτροπή της δίκυκλης ως άνω μοτοσυκλέτας ενώ, δέχθηκε την πρόκληση συνεπεία του ένδικου ατυχήματος ζημιών στο εμπρόσθιο αριστερό φανό και φτερό του αυτοκινήτου ΤΑΧΙ, καίτοι όπως δέχθηκε, η σύγκρουση δεν ήταν μετωπική, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πρόκειται περί ελλείψεων που ανάγονται στην πληρέστερη αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθέμενου στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικού ως άνω πορίσματος αναφορικά με την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της ...
δίκυκλης μοτοσυκλέτας περί την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος. Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 1 εδ.α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται και με εσφαλμένη εφαρμογή η οποία εκδηλώνεται και όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.
Την ίδια αναιρετική πλημμέλεια δημιουργεί και η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, εφ'οσον αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς, όχι δε και όταν αυτά χρησιμοποιούνται για να στηρίζουν έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.
Ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού της ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας περί την πρόκληση του ατυχήματος παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι ως εκ των βλαβέντων μερών των συγκρουσθέντων οχημάτων (του αριστερού τμήματος της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και εμπρόσθιου αριστερού μέρους, φτερού, φανού, καθρέπτη και αριστερής πόρτας του αυτοκινήτου ΤΑΧΙ) καθώς και ως εκ των σωματικών κακώσεων που συνεπεία της σύγκρουσης υπέστησαν οι επιβαίνοντες της δίκυκλης μοτοσυκλέτας (κάταγμα δεξιάς επιγονατίδας, κάταγμα κεφαλής 5ου δεξιού μετακαρπίου ο οδηγός και ανοικτό επιπεπλεγμένο κάταγμα αριστερού μηρού, γόνατος και κνήμης ο συνεπιβάτης), δεν δικαιολογείται εκτροπή και είσοδος της δίκυκλης μοτοσυκλέτας επί του αντιθέτου ρεύματος πορείας, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή στην υπαγωγή σ'αυτόν των πραγματικών περιστατικών αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του ένδικου τροχαίου ατυχήματος.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 του ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου, στο οποίο αποκλειστικώς ή προεχόντως στήριξε την κρίση του, απέδωσε σ'αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό.
Παραμόρφωση όμως με την παραπάνω έννοια δεν υπάρχει όταν το δικαστήριο ανέγνωσε σωστά το έγγραφο και αξιολογώντας το περιεχόμενό του οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων που εκφεύγει κατ'άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ τον αναιρετικό έλεγχο.
Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού. Το δε δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση διότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα περί της πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος εντός του ρεύματος πορείας του ...
ΔΧΕ αυτοκινήτου ΤΑΧΙ υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και αληθώς, στην από τον αριθμό 20 του ίδιου άρθρου και Κώδικα πλημμέλεια, καθ'οσον παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 19.7.2006 σχεδιαγράμματος της Τροχαίας στο οποίο όλα τα ευρήματα της σύγκρουσης απεικονίζονται στο ρεύμα πορείας της ...
δίκυκλης μοτοσυκλέτας και ειδικότερα, οι κηλίδες - ροή αίματος πλησίον του αύλακα ομβρίων υδάτων, ο τραυματίας Α. Α. στο μέσον της λωρίδας κυκλοφορίας της μηχανής και η τελική θέση της μηχανής τα θραύσματα και γυαλιά, πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής της επαρχιακής οδού Απολλωνίας - Καμαρών Σίφνου.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον δεν αποδίδεται στο Εφετείο διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο του ως άνω σχεδιαγράμματος της Τροχαίας, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και ερμηνεία του περιεχομένου του, διαφορετική από εκείνη που θεωρεί ορθή ο πρώτος των αναιρεσειόντων.
Όμοια αρνητικά αξιολογείται ως αβάσιμος και ο πέμπτος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο με αναφορά στο άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ, αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη δι'αυτής απόφαση ότι παρέλειψε να αποφανθεί επί της αξιώσεώς του πρώτου των αναιρεσειόντων, που απορρέει από την αποδιδόμενη στο πρώτο των αναιρεσίβλητων άδικη και υπαίτια πράξη, με τη μορφή της προκλήσεως σωματικής βλάβης από πρόθεση, την οποία υπέστη από τα γρονθοκοπήματα, τα οποία του κατέφερε ευθύς μετά το αυτοκινητικό ατύχημα.
Και τούτο για τον λόγο ότι από την επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως του εν λόγω αναιρεσείοντος προκύπτει ότι το κεφάλαιο τούτο της απορριπτικής επ'αυτού πρωτοβάθμιας αποφάσεως δεν προσεβλήθη με λόγο εφέσεως και με την έννοια δεν μεταβιβάσθηκε στο εφετείο και δεν αποτέλεσε αντικείμενο της ανοιγείσης με την έφεση δευτεροβάθμιας δίκης (ΚΠολΔ 522).
Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθεί η από 20.9.2012 και με αρ.κατ.160/2013 αίτηση αναιρέσεως της 996/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών του πρώτου των αναιρεσειόντων. Δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσης αναιρετικής δίκης ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως που αφορά τον απολιπόμενο δεύτερο αναιρεσείοντα με τον οποίο προβάλλονται οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.8,10 και 11γ ΚΠολΔ αναφορικά με τον αρνητικό αυτού ισχυρισμό περί ελλείψεως παθητικής του νομιμοποιήσεως στην κατ'αυτού απευθυνόμενη αγωγή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, υποστηρίζοντας ειδικότερα ότι οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας ήταν ο πρώτος των αναιρεσειόντων. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων αυτός, ως ηττηθείς, στη δικαστική δαπάνη του δεύτερου αναιρεσίβλητου κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, Δεν διαλαμβάνεται στην παρούσα διάταξη περί της τύχης του κατατεθέντος για αμφοτέρους τους αναιρεσείοντες παραβόλου, δοθέντος ότι απομένει προς έρευνα η αίτηση αναιρέσεως κατά την άσκησή της από τον δεύτερο των αναιρεσειόντων ως προς τον οποίον κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 20.9.2012 και με αρ.κατ.160/2013 αίτηση αναιρέσεως της 996/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα Α. Α. του Γ..
Διατάσσει το χωρισμό της συζήτησης της υπόθεσης ως προς αυτόν.
Απορρίπτει την από 20.9.2012 και με αρ.κατ.160/2013 αίτηση αναιρέσεως της 996/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς τον πρώτο των αναιρεσειόντων.
Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ