Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to lack of appeal grounds and unproven evidence arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a land contract dispute. The appellants argued the lower court erred by failing to consider specific contracts and misapplied the law on withdrawal rights, but the court found these arguments inadmissible or unsupported. The court ruled that the appellants had already raised the withdrawal claim improperly before the appellate court and that the evidence they submitted was irrelevant to the legal issues at hand.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14), 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal request is inadmissible if it lacks at least one ground for appeal, and grounds based on evidence not properly pleaded or irrelevant to the legal issues are rejected as unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 88 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Πολιτική δικονομία. Αίτηση αναίρεσης. Απαράδεκτη αν δεν περιέχει ένα τουλάχιστον λόγο αναίρεσης. Σύμβαση δικαιόχρησης. Λήψη υπόψη αποδεικτικών στοιχείων που δεν πληρούν του όρους του νόμου ( άρθρο 270 § 2 εδ. α’ ΚΠολΔ). Η κρίση του δικαστηρίου ότι απαιτείται η συμπληρωματική προσφυγή σ’αυτά, η οποία αυτονοήτως προκύπτει όταν το δικαστήριο προσφεύγει σε τέτοια αποδεικτικά μέσα, δεν ελέγχεται αναιρετικά. Αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αριθ. 14 και 19 Κ.Πολ.Δ. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 3513/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Αριθμός 88/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: 1. Γ. Σ. του Κ., κατοίκου ... και 2. Κ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Νικόλαο Χαρίτου και Σπύρο Μπεκάρη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Υπό εκκαθάρισης τελούσας ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Δ. Σ. και υιός ΟΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Α.-Μ. χας Α. Χ. Β.-Μ., το γένος Γ. Κ., ως καθολικής διαδόχου της αποβιωσάσης Ε. Γ., 3. Π. Π. του Χ., ως κηδεμόνα του Σ. Γ. του Α.. Η πρώτη δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο οι 2η και 3ος, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Δάμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-4-1998 αγωγή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 53/2007 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-4-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 12-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 13.712/7-1-2010 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κερκύρας ..., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως με τις κάτω απ' αυτήν Πράξεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίσθηκε το αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης Τμήμα, η δικάσιμος και ο Εισηγητής Δικαστής, καθώς και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην απολειπόμενη πρώτη των αναιρεσιβλήτων εταιρία με την επωνυμία "Δ. Σ. και Υιός Ο.Ε.". Η επίδοση έγινε με θυροκόλληση του επιδοθέντος εγγράφου, σύμφωνα με το άρθρο 128 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. Αντίγραφο του θυροκολληθέντος εγγράφου επιδόθηκε εμπρόθεσμα στο οικείο Αστυνομικό Τμήμα και έγγραφη ειδοποίηση για τη γενόμενη θυροκόλληση ταχυδρομήθηκε εμπρόθεσμα προς το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας (βλ. τις από 8-1-2010 δύο βεβαιώσει του άνω δικαστικού επιμελητή). Κατά την αρχική δικάσιμο της 22ης Μαρτίου 2010 η πρώτη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε και η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο. Η αναβολή αυτή επέχει θέση κλήτευσης για όλους τους διαδίκους (άρθρο 226 παρ. 4, 575 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, εφόσον η πρώτη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο ούτε εκπροσωπήθηκε κατ' αυτήν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς (Ολ.
Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1373/1997). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 520 παρ. 1 και 2, 522 και 527 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο διάδικος που ηττήθηκε στον πρώτο βαθμό μπορεί, ως εκκαλών, να προβάλει το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη νέους ισχυρισμούς μόνο με την έφεση ή το δικόγραφο πρόσθετων λόγων και εφόσον επικαλεσθεί και αποδείξει τη συνδρομή κάποιας από τις περιπτώσεις του άρθρου 527 παρ. 2 εδ.
γ' και δ' του ΚΠολΔ που καθιστούν παραδεκτή τη βραδεία προβολή τους. Η προβολή νέου ισχυρισμού με τις προτάσεις του εκκαλούντος είναι απαράδεκτη (Α.Π. 1771/2007, 2070/2007, 468/2007, 409/2002, 984/1992). Εξ' άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 393 του Α.Κ. η υπαναχώρηση αποκλείεται, αν ο δικαιούμενος να υπαναχωρήσει εκποίησε ολικά κατά μεγάλο μέρος το αντικείμενο που έλαβε ή το επιβάρυνε με δικαίωμα υπέρ τρίτου.
Η διάταξη αυτή, όπως και εκείνες των άρθρων 391 και 392 του Α.Κ., αποσκοπεί να αποτρέψει αντιφατική και αντίθετη προς την καλή πίστη συμπεριφορά του δανειστή, ο οποίος δηλώνει ότι υπαναχωρεί τη στιγμή που δεν είναι σε θέση να επιστρέψει την παροχή που έλαβε. Η εφαρμογή της, όμως, προϋποθέτει παροχή επιδεκτική αυτούσιας επιστροφής, η οποία καθίσταται αδύνατη από συμπεριφορά του υπαναχωρούντος, ήτοι συνεπεία της υπ' αυτού εκποίησης του αντικειμένου που έλαβε ή επιβάρυνσης του με δικαίωμα υπέρ τρίτου.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες με την ιδιότητα των εκκαλούντων πρόβαλαν το πρώτον, με τις έγγραφες προτάσεις τους, τον ισχυρισμό ότι η κήρυξη από τους κληρονόμους του οικοπεδούχου έκπτωτης της εργολήπτριας ήταν άκυρη (ανίσχυρη) ως υπαναχώρηση από τη σύμβαση εργολαβίας (ανέγερση διώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής), την οποία υπαναχώρηση είχαν επικαλεσθεί οι αναιρεσίβλητοι με τις πρωτόδικες προτάσεις τους και δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, διότι κατά το χρόνο της υπαναχώρησης οι δικαιούμενοι σε υπαναχώρηση είχαν εκποιήσει κατά το μεγαλύτερο μέρος την παροχή που έλαβαν από την εργολήπτρια, ήτοι είχαν μεταβιβάσει τρεις από τις πέντε οριζόντιες ιδιοκτησίες που εκείνη κατασκεύασε (πέραν εκείνων που αντιστοιχούν στο εργολαβικό της αντάλλαγμα).
Ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν μπορεί να θεμελιώσει την από το άρθρο 393 του Α.Κ. ένσταση αποκλεισμού της υπαναχώρησης, διότι, όπως αναφέρθηκε, η εν λόγω διάταξη ρυθμίζει την περίπτωση που είναι επιδεκτική αυτούσιας απόδοσης η παροχή που έλαβε ο υπαναχωρών και η οποία κατέστη αδύνατη συνεπεία της υπ' αυτού εκποίησης ή επιβάρυνσης του ληφθέντος αντικειμένου, πράγμα που δεν συμβαίνει επί υπαναχώρησης του οικοπεδούχου από τη σύμβαση κατασκευής οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, στην οποία η παροχή του εργολάβου συνίσταται στην κατασκευή της οικοδομής με δικά του υλικά και δαπάνες και η παροχή του οικοπεδούχου στην καταβολή της αμοιβής, δηλαδή στη μεταβίβαση των ποσοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, μετά των διαιρετών χώρων που αντιστοιχούν σ' αυτά.
Τούτο δε διότι η παροχή που έλαβε ο οικοπεδούχος, ήτοι η οικοδομή, είναι από τη φύση της ανεπίδεκτη αυτούσιας απόδοσης στην εργολήπτρια, διότι κατέστη συστατικό του οικοπέδου και η κυριότητα της περιήλθε στον οικοπεδούχο (άρθρα 1057, 1063 Α.Κ.). Στην περίπτωση αυτή η αποδοτέα από τον οικοπεδούχο κατά τις διατάξεις του άρθρου 904 Α.Κ.
ωφέλεια συνίσταται στην αξία της εργασίας και των υλικών που ενώθηκαν με το ακίνητο (Α.Π. 1743/2008). Σε κάθε περίπτωση ο εν λόγω ισχυρισμός απαραδέκτως προβλήθηκε από τους εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες το πρώτον με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, ενώ έπρεπε να προβληθεί με την έφεση ή με δικόγραφο πρόσθετων λόγων.
Επομένως, το Εφετείο που δεν έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απαράδεκτος.
Με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και ειδικότερα σαφούς και επαρκούς αιτιολογίας ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων νόμιμης από το άρθρο 686 εδ. α' Α.Κ. υπαναχώρησης εκ μέρους του οικοπεδούχου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο οικοπεδούχος άσκησε νόμιμη από το άρθρο 686 εδ.α' Α.Κ. υπαναχώρηση, ενώ δέχθηκε ότι αυτός άσκησε προβλεπόμενο από τη σύμβαση εργολαβίας δικαίωμα υπαναχώρησης κατά τις διατάξεις των άρθρων 389, 390 Α.Κ.
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε νομίμως, για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο συμβόλαια, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες για την απόδειξη του από το άρθρο 393 του Α.Κ. ισχυρισμού τους. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι κατά τα εκτιθέμενα κατά την ανάπτυξη του πρώτου λόγου αναίρεσης ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν τα ανωτέρω έγγραφα δεν ήταν νόμιμος και σε κάθε περίπτωση δεν προβλήθηκε παραδεκτά ενώπιον του Εφετείου και ήταν ως εκ τούτου επουσιώδης. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας των (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-4-2008 αίτηση των Γ. Σ. του Κ. και Κ. Σ. του Γ., κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 53/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιανουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ