Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as alleged common sense errors do not constitute legal grounds for review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's rejection of its lawsuit. The bank argued the lower court erred by applying 'common sense' regarding the 2008 financial crisis and mandatory loan suspension periods. The court ruled these economic facts are not legal principles derived from daily observation but rather specific historical events, thus failing to meet the statutory threshold for appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14) and 566(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that economic circumstances or historical events, even if widely known, do not constitute 'common sense teachings' unless they represent general principles derived from daily life or professional practice used to define legal concepts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 765 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 765/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αγγελική Νάνου - Καρολίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ουρανία Μενδρινού, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/11/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3988/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1358/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/2/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμόν 1358/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμόν 9388/2018 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η αγωγή της αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Τέτοιος λόγος αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό, μόνο, δίκαιο (ΟλΑΠ 1/2019, ΑΠ 1330/2022). Για να θεμελιωθεί ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, ο περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμός πρέπει να προτείνεται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και, αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, να επαναφέρεται νομίμως στο εφετείο (άρθρα 240, 520 ΚΠολΔ).
Για το παραδεκτό του λόγου αυτού αναιρέσεως, πρέπει να αναγράφεται στο δικόγραφο της αναιρέσεως ότι έγινε νομίμως η σχετική πρόταση του περί αοριστίας ισχυρισμού (ΑΠ 1330/2022, ΑΠ 669/2007). Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την προταθείσα από το αναιρεσίβλητο ένσταση αποσβέσεως της εγγυήσεως α) εκ του άρθρου 862 ΑΚ καθόσον δεν αναφέρεται σ' αυτήν η περιουσιακή κατάσταση της πρωτοφειλέτιδας και του εγγυητή που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως διασφάλιση είτε κατά το χρόνο καταρτίσεως της εγγυημένης δανειακής συμβάσεως είτε κατά το χρόνο ακυρώσεως του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και στο πώς κατά το διαδραμόν χρονικό διάστημα αυτή επιδεινώθηκε από πταίσμα της αναιρεσείουσας, σε σημείο, μάλιστα, ώστε να καθίσταται αδύνατη η ικανοποίηση του αναιρεσιβλήτου εξαιτίας της καθυστερήσεως αυτής και β) εκ του άρθρου 11 παρ. 4 του ν. 2322/1995 και ήδη 102 παρ. 1 ν. 4549/2018, καθόσον δεν αναφέρεται ποια προϋπόθεση παροχής της εγγυήσεως δεν συνέτρεχε εξαρχής ή/και παραβλέφθηκε από την αναιρεσείουσα ή εξέλιπε εκ των υστέρων, η οποία να ανάγεται σε υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και του δικογράφου της εφέσεώς της προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε τον ισχυρισμό της περί αοριστίας της προταθείσας από το αναιρεσίβλητο ενστάσεως ελευθερώσεως σε κανέναν από τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος. Με τις διατάξεις του ν. 2322/1995 "Παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη χορήγηση δανείων και πιστώσεων και άλλες διατάξεις", όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο παροχής της επίδικης εγγυήσεως, πριν τα άρθρα 1 έως 12 αυτού καταργηθούν με το άρθρο 106 παρ. 1 του Ν.4549/2018 (ο οποίος στα άρθρα 91 επ.
αυτού θέσπισε αντίστοιχες διατάξεις), ρυθμίστηκαν η διαδικασία, οι προϋποθέσεις και οι όροι χορήγησης δανείων με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Η εγγύηση παρέχεται με απόφαση του Υπουργού, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (άρθρο 12), άλλως είναι ανυπόστατη (ΟλΝΣΚ 39/2009), εκδίδεται δε μετά από σύμφωνη γνώμη Τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής, που συνιστάται με το άρθρο 5 του νόμου και επικουρείται από την υπό του άρθρου 6 προβλεπομένη Υποεπιτροπή.
Ειδικότερα, στο άρθρο 1 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου ορίζεται ότι "Επιτρέπεται στον Υπουργό Οικονομικών να παρέχει με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής, που συνιστάται με τις διατάξεις του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ημεδαπές ή αλλοδαπές τράπεζες, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ή οίκους, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς τεχνικούς οίκους, ημεδαπές ή αλλοδαπές εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης και εταιρίες γενικά, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και Οργανισμούς Δημοσίου Δικαίου, καθώς και σε ξένες Κυβερνήσεις:
α. Για την κάλυψη δανείων, εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων, που χορηγούν προς: αα.....ββ. Ομάδες φυσικών προσώπων ή βιώσιμων ιδιωτικών επιχειρήσεων και επαγγελματιών, για την προώθηση τη οικονομικής ανάπτυξης περιοχών, στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, καθώς και για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων κλάδων και δραστηριοτήτων...".
Επίσης, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του ίδιου ως άνω άρθρου "Σε περίπτωση κατάπτωσης των εγγυήσεων εξετάζονται από το Ελληνικό Δημόσιο (Υπουργείο Οικονομικών), που ως εγγυητής εξυπηρετεί πλέον τα δάνεια, οι λόγοι και οι ενδεχόμενες παραλείψεις που συνετέλεσαν στην αδυναμία κανονικής εξόφλησης του δανείου από τους υπόχρεους φορείς.
Το Υπουργείο Οικονομικών δύναται να θέσει σε ειδικό καθεστώς διαχείρισης τα πάσης φύσεως έσοδα και τις δαπάνες των φορέων και να επιβάλλει περιορισμούς στη διαχείριση της περιουσίας των φορέων αυτών, προς το σκοπό συνέχισης αποπληρωμής των δανείων από τους ίδιους και εξόφλησης των όσων έχει καταβάλει το Ελληνικό Δημόσιο.
Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τίθενται σε ειδικό καθεστώς, διαχείρισης φορείς του προηγούμενου εδαφίου και ρυθμίζονται κατά περίπτωση όλες οι σχετικές με την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου αναγκαίες λεπτομέρειες". Εξάλλου, στην παράγραφο 8 του ίδιου ως άνω άρθρου 1 του ν. 2322/1995 ορίζονται τα ακόλουθα: "8.α.
Συνιστάται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης, της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου. Το Συμβούλιο εισηγείται στον Υπουργό Οικονομικών ή στα όργανα, προς τα οποία έχει μεταβιβασθεί η αρμοδιότητα παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, για: ι) την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος εγγύησης, σε επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα των υποπεριπτώσεων ββ' και γγ' της περίπτωσης α', της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εξετάζοντας τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσονται από την υπουργική απόφαση που θεσπίζει το καθεστώς ενίσχυσης, ιι) την τροποποίηση των όρων και των προϋποθέσεων, υπό τους οποίους παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο θεσπισμένου καθεστώτος ενίσχυσης υπό τη μορφή κρατικής εγγύησης, των υποπεριπτώσεων ββ' και γγ' της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ύστερα από αίτημα του φορέα υπέρ του οποίου χορηγήθηκε η εγγύηση ή του πιστωτικού ιδρύματος έναντι του οποίου παρασχέθηκε αυτή......
γ. Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρέχεται στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος κρατικής ενίσχυσης υπό τη μορφή εγγύησης, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από εισήγηση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου". Περαιτέρω, στο άρθρο 11 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζονται τα ακόλουθα: "1.Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του, που απορρέουν από την κατάπτωση των εγγυήσεων, που έχει παράσχει, μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και με βάση τα δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος ή άλλου φορέα που χορήγησε το δάνειο, την εγγυητική επιστολή ή την πίστωση γενικά, τόσο κατά των πρωτοφειλετών, όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων. 2.
Οι ασφάλειες που χορηγούνται από τους πρωτοφειλέτες, τους εγγυητές και άλλους συνυπόχρεους στο όνομα των πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών φορέων για την εξασφάλιση των δανείων, εγγυητικών επιστολών ή πιστώσεων, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου από τη βεβαίωση και μόνο ως εσόδων του, των εγγυημένων ανεξόφλητων οφειλών. 3.
Οι ασφάλειες αυτές, σε περιπτώσεις βεβαίωσης στις Δ.Ο.Υ. τμήματος των ανεξόφλητων απαιτήσεων των τραπεζών, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου αναλογικά κατά τη σχέση του ποσού των βεβαιωμένων οφειλών χωρίς προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, προς το συνολικό ποσό ανεξόφλητων οφειλών (βεβαιωμένων και μη). 4.
Αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά με μέριμνα της Δ/νσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών (Γ.Λ.Κ.-Δ25). 5.
Τα αναγκαία δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα των τραπεζών, ο χρόνος και ο τρόπος βεβαίωσης, οι περιπτώσεις έκπτωσης από την αρμόδια Δ/νση του Υπουργείου Οικονομικών (Γ.Λ.Κ. -Δ25), βεβαιωμένων ήδη οφειλών και κάθε άλλο σχετικό θέμα, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών".
Περαιτέρω, με την υπ' αριθ. 2/49086/0025/2009 ΦΕΚ Β' 1396/2009 Απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ορίστηκαν τα ακόλουθα: "Άρθρο 1: 1. Παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε δανειακές συμβάσεις που συνδέονται με συγκεκριμένη οικονομική συναλλαγή με τους όρους και τις προϋποθέσεις των άρθρων 2 και 3 της παρούσας απόφασης. 2.
Το ως άνω μέτρο εντάσσεται στο "Προσωρινό πλαίσιο στήριξης των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα για την αντιμετώπιση της τρέχουσας χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης" και είναι σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προσωρινό κοινοτικό πλαίσιο που ανακοίνωσε η Επιτροπή στις 22.1.2009 (ΕΕ C 16/2009) για τη λήψη μέτρων κρατικής ενίσχυσης με σκοπό να στηριχθεί η πρόσβαση στη χρηματοδότηση κατά τη διάρκεια της τρέχουσας χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης.
Άρθρο 2 Δικαιούχοι : 1. Το Προσωρινό πλαίσιο στήριξης καλύπτει επιχειρήσεις όλων των εταιρικών μορφών και μεγεθών που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως κλάδου δραστηριότητας, οι οποίες έχουν συσταθεί μέχρι τη δημοσίευση της απόφασης αυτής. 2. Στο Προσωρινό πλαίσιο στήριξης μπορούν να συμμετέχουν όλες οι επιχειρήσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, υπό τον όρο ότι δεν ήταν προβληματικές κατά την 1.7.2008, σύμφωνα με τον ορισμό που περιέχεται στο άρθρο 4 της παρούσας απόφασης.
Ωστόσο, στο εν λόγω μέτρο μπορούν επίσης να συμμετέχουν επιχειρήσεις οι οποίες δεν ήταν προβληματικές κατά την ως άνω ημερομηνία αλλά στη συνέχεια κατέστησαν προβληματικές λόγω της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης. Άρθρο 3 : Εγγυήσεις 1. Α. Παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε δανειακές συμβάσεις σε ευρώ που θα καταρτισθούν μέχρι την 31.12.2010 μεταξύ των επιχειρήσεων του άρθρου 2 και των Πιστωτικών ιδρυμάτων που δραστηριοποιούνται νόμιμα στην Ελλάδα, έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος και υπόκεινται στην εποπτεία της, ως Κεντρικής Τράπεζας της Ελλάδας και αφορούν τη χορήγηση:
α) κεφαλαίου κίνησης με οποιαδήποτε μορφή πίστωσης (δάνειο, αλληλόχρεος λογαριασμός, κλπ.) β) πίστωσης για επενδυτικούς σκοπούς. Β. Οι ως άνω Εγγυήσεις παρέχονται και σε δανειακές συμβάσεις σε ευρώ για την εξόφληση λοιπών ληξιπρόθεσμων οφειλών που δεν ξεπερνούν το 50% του εγγυημένου δανείου κατά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης. 2.
Για την παροχή των εγγυήσεων του παρόντος άρθρου καταβάλλεται ανάλογη προμήθεια ασφαλείας από τις επιχειρήσεις υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, όπως υπολογίζεται στο Παράρτημα Α της παρούσας, που αντιστοιχεί στο Παράρτημα της Ανακοίνωσης της Επιτροπής (ΕΕ C 16/2009) και με το οποίο προβλέπεται προσωρινό πλαίσιο για τις προμήθειες ασφαλείας σε μονάδες βάσης. 3.
Για τις επιχειρήσεις που δεν έχουν πιστωτικό ιστορικό ή βαθμολογία που βασίζεται σε ισολογισμό, όπως είναι οι νεοσύστατες επιχειρήσεις, η ειδική προμήθεια ασφάλειας ορίζεται στο 3,8%. Το ποσοστό αυτό καθορίζεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις με τη μορφή εγγυήσεων (ΕΕ C 155/2008). 4.
Η προμήθεια δεν μπορεί να είναι χαμηλότερη από την προμήθεια που θα μπορούσε να εφαρμοστεί στη μητρική / μητρικές επιχειρήσεις. Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις δύναται να χορηγείται έκπτωση μέχρι 25% επί της ετήσιας προμήθειας που καταβάλλεται για νέες Εγγυήσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις για την προμήθεια ασφάλειας που καθορίζεται στο Παράρτημα Α.
Για τις μεγάλες επιχειρήσεις δύναται να χορηγείται έκπτωση μέχρι 15% επί της ετήσιας προμήθειας που καταβάλλεται για νέες Εγγυήσεις και υπολογίζεται βάσει του ορίου ασφαλείας που καθορίζεται στο Παράρτημα Α. Ειδικότερα, στις περιπτώσεις που το 60% του εγγυημένου δανείου χρησιμοποιείται για την εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών προς ασφαλιστικούς φορείς και το Δημόσιο χορηγούνται τα προαναφερόμενα ανώτατα όρια της έκπτωσης του προηγουμένου εδαφίου.
Η έκπτωση της παραγράφου αυτής εφαρμόζεται για μέγιστη περίοδο δύο (2) ετών από το χρόνο χορήγησης της εγγύησης. Σε περίπτωση που το εγγυημένο δάνειο υπερβαίνει τα δύο (2) έτη, εφαρμόζονται οι προμήθειες ασφαλείας που προβλέπονται στο Παράρτημα Α, χωρίς έκπτωση. 5. Η εγγύηση δεν υπερβαίνει το 70% του δανείου. 6.
Η εγγύηση έχει περιορισμένη διάρκεια τεσσάρων (4) ετών και μπορεί να παραταθεί αυτόματα για ένα ακόμη έτος, έναντι παροχής ανάλογης προμήθειας από τη δικαιούχο (δανειολήπτρια) επιχείρηση προς το Ελληνικό Δημόσιο με τη βεβαίωση του πιστωτικού ιδρύματος (δανειστή) ότι το δάνειο εξυπηρετείται κανονικά και δεν έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο ούτε ο πρωτοφειλέτης έχει περιέλθει σε υπερημερία. 7.
Το μέγιστο ύψος του εγγυημένου δανείου αποτελεί συνάρτηση των οικονομικών μεγεθών της δανειολήπτριας επιχείρησης και δεν υπερβαίνει το ετήσιο μισθολογικό της κόστος για το 2008. Σε αυτό περιλαμβάνεται κάθε είδους παροχή προς τους εργαζομένους, δηλαδή μισθοί, ασφαλιστικές εισφορές ή τυχόν άλλες κοινωνικές παροχές που εξομοιώνονται με μισθό.
Στους μισθωτούς συγκαταλέγονται και όσοι παρέχουν υπηρεσίες στο πλαίσιο εποχιακών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, καθώς επίσης και εργαζόμενοι τους οποίους η επιχείρηση έχει "διαθέσει" σε άλλο εταιρικό σχήμα (θυγατρική εταιρία). Σε περίπτωση που οι δανειολήπτριες επιχειρήσεις δημιουργήθηκαν την ή μετά την 1.1.2008 και μέχρι τη δημοσίευση της παρούσης, το μέγιστο ύψος του δανείου δεν υπερβαίνει το μισθολογικό κόστος που εκτιμάται για τα δύο πρώτα έτη λειτουργίας. 8.
Προς εξασφάλιση των συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου λαμβάνονται οι συνήθεις ασφάλειες ενοχικής ή εμπράγματης φύσης της ελληνικής νομοθεσίας, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται για την εγγραφή τους. 9. Η εγγύηση καταπίπτει εάν υπάρξουν δύο συνεχόμενες ληξιπρόθεσμες και απαιτητές δόσεις για τις οποίες η δανειολήπτρια επιχείρηση καθίσταται υπερήμερη.
Η κατάπτωση και βεβαίωση των εγγυημένων οφειλών γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας". Τέλος, με την υπ' αριθμόν 2/54979/0025/2009 (ΦΕΚ Β'1554/28.7.2009) απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ορίστηκαν τα ακόλουθα : Α) Παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 70%, σε δανειακές συμβάσεις σε ευρώ που θα καταρτισθούν μέχρι 31.12.2010 μεταξύ επιχειρήσεων όλων των εταιρικών μορφών και μεγεθών που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως κλάδου δραστηριότητας, οι οποίες έχουν συσταθεί μέχρι την 14.7.2009, και των πιστωτικών ιδρυμάτων που δραστηριοποιούνται νόμιμα στην Ελλάδα, έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος και υπόκεινται στην εποπτεία της.
Οι ανωτέρω επιχειρήσεις δεν πρέπει να ήταν προβληματικές κατά την 1η Ιουλίου 2008, σύμφωνα με τον ορισμό που δίδεται στο άρθρο 4 της υπ` αριθμ. οικ. ... απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Τα εν λόγω δάνεια χορηγούνται για: α) κεφάλαια κίνησης με οποιαδήποτε μορφή πίστωσης (δάνειο, αλληλόχρεος λογαριασμός, κλπ.), β) επενδυτικούς σκοπούς, γ) για την εξόφληση λοιπών ληξιπρόθεσμων οφειλών, που δεν ξεπερνούν το 50% του εγγυημένου δανείου κατά την 14.7.2009.
Η ανωτέρω εγγύηση έχει περιορισμένη διάρκεια τεσσάρων (4) ετών. Εφόσον το δάνειο έχει διάρκεια μεγαλύτερη των τεσσάρων (4) ετών, εξυπηρετείται κανονικά και δεν έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο ούτε ο πρωτοφειλέτης έχει περιέλθει σε υπερημερία, η εγγύηση παρατείνεται αυτοδίκαια, με τους ίδιους όρους, για ένα (1) ακόμα έτος, μετά από αίτηση του δανειολήπτη προς το πιστωτικό ίδρυμα.
Στην περίπτωση αυτή το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να ενημερώσει σχετικά το Γ.Λ.Κ. - Δ25. Κατά τη διάρκεια της παρεχόμενης εγγύησης, η εξόφληση του δανείου πραγματοποιείται εξαμηνιαία με ισόποσες χρεολυτικές δόσεις. Το μέγιστο ύψος του εγγυημένου δανείου αποτελεί συνάρτηση των οικονομικών μεγεθών της δανειολήπτριας επιχείρησης και δεν μπορεί να υπερβαίνει το ετήσιο μισθολογικό της κόστος του 2008.
Σε αυτό περιλαμβάνεται κάθε είδους παροχή προς τους εργαζομένους, δηλαδή μισθοί, ασφαλιστικές εισφορές ή τυχόν άλλες κοινωνικές παροχές που εξομοιώνονται με μισθό. Στους μισθωτούς συγκαταλέγονται και όσοι παρέχουν υπηρεσίες στο πλαίσιο εποχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, καθώς και οι εργαζόμενοι τους οποίους η επιχείρηση έχει "διαθέσει" σε άλλο εταιρικό σχήμα (θυγατρική εταιρία)...
Λόγω της παρεχόμενης εγγύησης καταβάλλεται στο Ελληνικό Δημόσιο η προβλεπόμενη στην παράγραφο 4 του άρθρου 3 και το συνημμένο "Παράρτημα Α" της υπ` αριθμ. οικ. ... απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών προμήθεια ασφαλείας σε ετήσια βάση. Στις περιπτώσεις που το 60% του εγγυημένου δανείου χρησιμοποιείται για την εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών προς ασφαλιστικούς φορείς και το Δημόσιο, χορηγείται έκπτωση επί της ετήσιας προμήθειας σε ποσοστό 25%, για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και 15%, για τις μεγάλες.
Στις περιπτώσεις αυτές, εκδίδεται από τη δανείστρια τράπεζα τραπεζική δίγραμμη επιταγή υπέρ του ασφαλιστικού φορέα ή του Δημοσίου, για ποσό το οποίο θα ισούται με το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής που εξοφλείται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ν. 1819/1951. Β) Τα πιστωτικά ιδρύματα αποστέλλουν στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους - Δ25 αιτιολογημένη εισήγηση για τη βιωσιμότητα και την πιστοληπτική ικανότητα κάθε επιχείρησης, βάσει του αιτήματος της για ένταξη στο προσωρινό πλαίσιο στήριξης.
Η εισήγηση της Τράπεζας συνοδεύεται από το ειδικό έντυπο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, το οποίο είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα του Γ.Λ.Κ. (www.mofglk.gr). Το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου του άρθρου 37 του ν. 3458/2006 αποφασίζει για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου με βάση τα προβλεπόμενα από την εθνική και κοινοτική νομοθεσία (άρθρα 87 και 88 την Συνθήκης των Ε.Κ.).
Ως επιτόκιο ορίζεται το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της αγοράς για την κατηγορία της δανειοδότησης για την οποία παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Για όλα τα ανωτέρω δάνεια λαμβάνονται ενοχικές ή/και εμπράγματες εξασφαλίσεις. Οι αιτήσεις των επιχειρήσεων προς τα πιστωτικά ιδρύματα για την υπαγωγή τους στο προσωρινό πλαίσιο υποβάλλονται στα πιστωτικά ιδρύματα μέχρι 10/12/2010.
Ταυτόχρονα με την υποβολή της αίτησης τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να την κοινοποιήσουν στο Γ.Λ.Κ. (Δ 25). Σχέδιο αίτησης είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα του Γ.Λ.Κ. (www.minfin.gr)... Σε περίπτωση μη καταβολής τριών (3) συνεχόμενων χρεωλυτικών δόσεων, το εγγυημένο ποσό του χορηγούμενου δανείου καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.
Τα πιστωτικά ιδρύματα πρέπει να επιδιώκουν σύμφωνα με το άρθρο 11 του Ν. 2322/95, την είσπραξη από τους πρωτοφειλέτες και τους εγγυητές των ληξιπρόθεσμων εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο δόσεων, προβαίνοντας σε κάθε νόμιμη ενέργεια διασφάλισης των απαιτήσεων τους και κατ` επέκταση αυτών του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου.
Τα πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο, μετά την παρέλευση του τριμήνου από την ολοσχερή ρευστοποίηση των εξασφαλίσεων, υποβάλλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην αριθ. 2/478/0025/04.01.2006 (ΦΕΚ Β/16/13.01.2006) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης των εγγυημένων απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, που θα περιλαμβάνουν το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό κεφαλαίου, τους ανεξόφλητους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας μέχρι ενός τριμήνου), και τέλος τα έξοδα της αναγγελίας κλεισίματος του λογαριασμού." Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, η προαναφερόμενη εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου διέπεται, καταρχήν, από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 2322/1995, σε συνδυασμό με τις υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 1 αυτού και ρυθμίζουν τους όρους και προϋποθέσεις που πρέπει να τηρηθούν, ενώ οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα, που διέπουν την εγγύηση (άρθρα 847 επ.
του ΑΚ), εφαρμόζονται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 2322/1995 και των συναφών υπουργικών αποφάσεων (ΑΠ 1903/2022), με την παροχή δε ης εν λόγω εγγυήσεως γεννάται παρεπόμενη ενοχή αποτελούσα ιδιωτικού δικαίου διαφορά. Οι διατάξεις που ρυθμίζουν την παροχή της εγγυήσεως του Δημοσίου για την τραπεζική χρηματοδότηση των επιχειρήσεων αφορούν και θεραπεύουν το δημόσιο και γενικότερο συμφέρον, έχουν επιτακτικό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, συνιστούν κανόνες αναγκαστικού δικαίου, των οποίων η εφαρμογή δεν δύναται να αποκλεισθεί από την ιδιωτική βούληση.
Τα προβλεπόμενα στην οικεία νομοθεσία ως αναγκαίες προϋποθέσεις, είτε για την έγκυρη παροχή της εγγύησης του Δημοσίου, είτε για τη συνέχιση ισχύος της, αποτελούν το δικαιοπρακτικό θεμέλιο, με βάση το οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη προχωρούν στην κατάρτιση των σχετικών συμβάσεων (δανειστή - εγγυητή και δανειστή - οφειλέτη), η δε συνδρομή τους ελέγχεται αρμοδίως.
Το Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει δια της συμβάσεως εγγυήσεως την υποχρέωση να εξοφλήσει τις απαιτήσεις που αφορά η εγγύησή του, εφόσον οι οφειλόμενες από τον πρωτοφειλέτη δόσεις του χορηγηθέντος δανείου γίνουν ληξιπρόθεσμες. Σε αυτή την περίπτωση, η δανείστρια τράπεζα προβαίνει σε καταγγελία, καθιστώντας ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και εν συνεχεία ζητά την κατάπτωση της εγγυήσεως του Δημοσίου (δηλαδή την εκ μέρους του Δημοσίου εξόφληση των εγγυημένων οφειλών, σε εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του από την εγγύηση), υποβάλλοντας στην αρμόδια υπηρεσία τα απαραίτητα δικαιολογητικά για έλεγχο.
Η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου, ανακύπτει με την καταγγελία της σύμβασης από την Τράπεζα, οπότε και δικαιούται αυτή να ζητήσει από το Δημόσιο την εξόφληση του οφειλομένου ποσού και όχι από την καθυστέρηση του πιστούχου να καταβάλει τις άνω δόσεις, η οποία προηγείται μεν της κήρυξης του δανείου ληξιπροθέσμου, αλλά δεν δημιουργεί από μόνη και την εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου (ΑΠ 181/2021, ΑΠ 82/2008, ΑΠ 1000/2006).
Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που δανείστρια τράπεζα απευθυνθεί στο Δημόσιο για την εξόφληση επικαλούμενης απαίτησής της συνεπεία κατάπτωσης εγγύησης του Δημοσίου, για δάνειο που αυτή χορήγησε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2322/1995, το Δημόσιο δια των αρμοδίων οργάνων του κρίνει, εν πρώτοις, αν όντως συντρέχει περίπτωση κατάπτωσης της εγγύησής του, πριν δώσει την εντολή για την εξόφληση της σχετικής απαίτησης.
Στο πλαίσιο αυτού του ελέγχου εξετάζεται, αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή αν εκ των υστέρων εξέλιπαν οι νόμιμες προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης(άρθρο 11 παρ. 4 του ν. 2322/1995) ή αν από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 862 ΑΚ (ΑΠ 1000/2006, ΑΠ 757/2003), που εφαρμόζεται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται στην συγκεκριμένη περίπτωση από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 2322/1995 και των συναφών υπουργικών αποφάσεων.
Επομένως, προϋποθέσεις για την ελευθέρωση του Δημοσίου από την εγγύηση είναι: α) να χορηγήθηκε έγκυρα και να είναι σε ισχύ η εγγύηση του Δημοσίου, β) εξαρχής να μη συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων να εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, γ) να συντρέχει υπαιτιότητα της δανείστριας τράπεζας και δ) να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια, συνιστάμενη στο ότι η εξαρχής ή μεταγενέστερη μη συνδρομή μίας ή περισσοτέρων από τις αναγκαίες προϋποθέσεις για τη χορήγηση της εγγύησης του Δημοσίου οφείλεται σε παράνομες πράξεις ή παραλείψεις της δανείστριας Τράπεζας.
Ως υπαιτιότητα νοείται εν προκειμένω όχι μόνον ο δόλος και η βαριά αμέλεια, αλλά και η ελαφρά αμέλεια του δανειστή ή πιστωτή ως προς την εκτέλεση των όρων της σύμβασης, χωρίς, βεβαίως, να αποκλείονται περιστατικά που στοιχειοθετούν καταχρηστική άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων (άρθ. 281 ΑΚ και άρθ. 862, 914 ΑΚ).
Η διαπίστωση της μη τήρησης των όρων γίνεται από την 25η Δ/νση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Υπουργείου Οικονομικών, που είναι αρμόδια κατά την παρ. 5 του Ν. 2322/1995 για τη βεβαίωση της πλήρωσης των όρων αυτών και την επακόλουθη πλήρη υποκατάσταση του Ελληνικού Δημοσίου στα έναντι του οφειλέτη δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος (ΑΠ 797/2023, ΑΠ 1903/2022).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Προκειμένου να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποίο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 159/2004).
Η υπουργική απόφαση, κανονιστικού περιεχομένου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 850/2004, ΑΠ 825/2004, ΑΠ 1605/ 1995), η οποία, για τη ρύθμιση των θεμάτων της, εκδίδεται επιτρεπτά στο πλαίσιο νομοθετικής εξουσιοδότησης, που παρασχέθηκε νόμιμα, αποτελεί, υπό την προϋπόθεση δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ελέγχεται μέσω του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, όταν εσφαλμένα εφαρμόστηκε (ΑΠ 1903/2022, 1352/2022).
Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 4 ν. 2322/1995 και ήδη 102 παρ. 1 ν. 4539/2018, 126 παρ. 4 ν. 4270/2014, 65 παρ. 4 ν. 2362/1995 και 862 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την προταθείσα από το αναιρεσίβλητο ένσταση ελευθερώσεώς του από την εγγύηση και απορρίπτοντας την αγωγή της ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθ. 2107053517/2010 σύμβαση, που καταρτίστηκε στης 28.7.2010 στη Θεσσαλονίκη μεταξύ της ενάγουσας και της, ήδη πτωχευσάσης, εταιρείας με την επωνυμία "...
Ανώνυμη Εταιρία", η ενάγουσα χορήγησε στην ως άνω Α.Ε. δάνειο ποσού 2.000.000 ευρώ. Το δάνειο αυτό ορίστηκε εξοφλητέο σε οκτώ εξαμηνιαίες χρεωλυτικές δόσεις, με έναρξη καταβολής αυτών την 30.12.2010 και λήξη την 30.6.2014. Στην ίδια σύμβαση συμβλήθηκε ως εγγυητής ο μέτοχος της Α.Ε. Θ. Ρ., ο οποίος εγγυήθηκε την αποπληρωμή του δανείου, παραιτούμενος μεταξύ άλλων της ενστάσεως διζήσεως, ενώ με το άρθρο 1 αυτής (σύμβασης) συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών ότι η χορήγηση του δανείου θα τελούσε υπό την εγγύηση του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τις υπ' αριθ. 2/49086/0025/2009 (ΦΕΚ Β' 1396/14-7-2009) και 2/54979/0025/2009 (ΦΕΚ Β' 1554/28-72009) αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, σε συνδυασμό με τη σχετική απόφαση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου.
Η παροχή της εγγύησης αυτής εκ μέρους του εναγομένου (σε ποσοστό 70% του χορηγηθέντος δανείου) είχε αποφασιστεί πριν από τη σύναψη της δανειακής σύμβασης από το αρμόδιο Συμβούλιο Διαχείρισης και αξιολόγησης εγγυητικής ευθύνης αυτού (εναγομένου) κατά την 142/7-5-2010 συνεδρίασή του με τους ακόλουθους όρους : 1) λήψης προσωπικής εγγύησης του Θ.
Ρ. (που πράγματι δόθηκε) και 2) λήψης ισόποσων επαρκών εμπραγμάτων εξασφαλίσεων, τέτοιας θεωρουμένης και της λήψης ενεχύρου επί ασφαλιστηρίου συμβολαίου (βλ. το με αριθ. πρωτ. ... έγγραφο της 25ης Διεύθυνσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών προς την ενάγουσα). Όσον αφορά την εκτέλεση του όρου αυτού η ενάγουσα με το από 21-5-2010 έγγραφό της διαβίβασε στην 25η Διεύθυνση (πριν από τη σύναψη της ένδικης σύμβασης) φωτοαντίγραφο ασφαλιστηρίου συμβολαίου της ασφαλιστικής εταιρείας ...
Α.Ε. (που είχε συναφθεί με τη δανειολήπτρια Α.Ε., με χρόνο κάλυψης από 21-12-2009 έως 30-6-2010 και αφορούσε κάλυψη έναντι διαφόρων κινδύνων των κτιριακών εγκαταστάσεων, του εξοπλισμού, των αυτοκινήτων και των ανταλλακτικών αυτών, κυριότητας της δανειολήπτριας) ενημερώνοντάς την ότι θα το ενεχυρίαζε σε ασφάλεια του εγκριθέντος δανείου.
Στο ίδιο έγγραφο η ενάγουσα: α) ανέφερε ότι, μέρος των δικαιωμάτων που απέρρεαν από το ασφαλιστήριο αυτό συμβόλαιο, είχε ήδη εκχωρηθεί σε άλλες τραπεζικές εταιρείες και β) καλούσε την ως άνω Διεύθυνση, εφόσον θεωρούσε την εξασφάλιση αυτή αποδεκτή, να εγκρίνει την παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου.
Με το υπ' αριθ. πρωτ. ... έγγραφό της η ως άνω Διεύθυνση ενημέρωσε την ενάγουσα ότι ενέκρινε την εκταμίευση του δανείου προς την δανειολήπτρια και, ακολούθως, συνάφθηκε η ένδικη σύμβαση κατά τα προαναφερόμενα. Επίσης, με την από 28-7-2010 πρόσθετη πράξη εκχώρησης ασφαλιστικής αποζημίωσης, που συνάφθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της δανειολήπτριας Α.Ε., η τελευταία εκχώρησε προς την πρώτη κάθε απαίτησή της κατά της ασφαλιστικής εταιρείας "...
A.E." που θα απέρρεε από το ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, όπως είχε ανανεωθεί έως 31-12-2010. Την πράξη αυτή η ενάγουσα κοινοποίησε στην ως άνω ασφαλιστική εταιρεία και στο εναγόμενο. Το ποσό του χορηγηθέντος στη δανειολήπτρια δανείου εκταμιεύθηκε άμεσα κατά τη σύναψη της δανειακής σύμβασης. Μετά την καταβολή της πρώτης δόσης αποπληρωμής του δανείου, κατά τα ως άνω συμφωνηθέντα από την δανειολήπτρια Α.Ε.
και, λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, επαναπροσδιορίστηκε κατόπιν αιτήματός της η καταβολή των υπολοίπων οφειλομένων δόσεων και για το λόγο αυτό υπογράφηκε μεταξύ των αρχικά συμβληθέντων στη δανειακή σύμβαση η από 29-12-2011 πρόσθετη πράξη, με την οποία συμφωνήθηκε οι δεύτερη και τρίτη των δόσεων αποπληρωμής του δανείου να καταβληθούν μετά πάροδο έτους από τις αρχικά συμφωνηθείσες ημερομηνίες (30-6 και 30-12-2011) και αφού προηγουμένως το εναγόμενο με το με αριθ.
πρωτ. 7/5875/0025/25-11-2011 έγγραφο της 25ης Διεύθυνσης και μετά σχετική ενημέρωση που είχε λάβει από την ενάγουσα, είχε ήδη εγκρίνει την μετάθεση του χρόνου καταβολής των δόσεων. Κατά το χρόνο υπογραφής της ως άνω πράξης η δανειολήπτρια βρισκόταν ήδη σε δεινή οικονομική θέση, όπως καταδεικνύει η οικονομική της κατάρρευση που πολύ γρήγορα ακολούθησε κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα (μη οφειλόμενη σε κάποιο μεταγενέστερο - του χρόνου αυτού - αιφνίδιο γεγονός), γεγονός που όφειλε και ευχερώς μπορούσε να διαπιστώσει η ενάγουσα, όταν της ζητήθηκε η μετάθεση του χρόνου αποπληρωμής της 2ης και 3ης των οφειλομένων δόσεων ενόψει και του ότι, με βάση τους όρους της δανειακής σύμβασης είχε δικαίωμα ελέγχου των οικονομικών της δανειολήπτριας εταιρείας κατά τη διάρκεια λειτουργίας της (δανειακής σύμβασης).
Όμως η ενάγουσα, από αμέλεια των αρμοδίων υπαλλήλων της, δεν προέβη στις απαραίτητες ενέργειες για τη διαπίστωση των ανωτέρω και τη λήψη πρόσθετων εξασφαλίσεων της ένδικης απαίτησης, ή στην επιδίωξη είσπραξής της, όπως όφειλε και είναι λογικό να έπραττε, εάν δεν είχε λάβει την εγγύηση του εναγομένου στην αποπληρωμή του δανείου και ενόψει του ότι η εξασφάλιση που είχε λάβει (εκχώρηση των δικαιωμάτων που απέρρεαν από το ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο), τελούσε υπό την αίρεση επέλευσης του ασφαλιζόμενου κινδύνου ενώ πάντα υπήρχε και ο κίνδυνος της μη ανανέωσης ή της ακύρωσης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου από τη δανειολήπτρια εταιρεία.
Στις 18-9-2012 η ... Α.Ε. ακύρωσε το ένδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο διότι η δανειολήπτρια ασφαλιζόμενη εταιρεία δεν το αποδέχθηκε κατά το χρόνο λήξης του (προκειμένου να ανανεωθεί) και με το από 8-10-2012 έγγραφό της προς την εταιρεία ασφαλιστικής πρακτόρευσης ..., την ενημέρωσε για το γεγονός αυτό, αναφέροντας τα ακόλουθα: "σας γνωρίζουμε ότι το παραπάνω ασφαλιστήριο Μεγάλης Επιχείρησης ακυρώνεται από 18.9.2012 λόγω μη αποδοχής του".
Η ... διαβίβασε το έγγραφο αυτό στην ενάγουσα που αντέδρασε ως ακολούθως: με το από 8.11.2012 έγγραφό της προς την ... Α.Ε. διαμαρτυρήθηκε γιατί δεν την ενημέρωσε για την ακύρωση του συμβολαίου πριν προβεί σε αυτήν, ενόψει του ότι η ίδια την είχε ενημερώσει για την εκχώρηση σε αυτήν των δικαιωμάτων της δανειολήπτριας από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και την κάλεσε να της γνωρίσει το λόγο της ακύρωσης του συμβολαίου, αποστέλλοντάς της τη σχετική πράξη, παρότι ξεκάθαρα στο ως άνω έγγραφο αναφερόταν ότι η αιτία της ακύρωσης ήταν η μη αποδοχή του συμβολαίου από τη δανειολήπτρια, την οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν όχλησε η ενάγουσα προκειμένου να αιτιολογήσει την μη αποδοχή του συμβολαίου.
Όμως και πάλι η ενάγουσα, καίτοι: α) δεν είχε πλέον καμία εξασφάλιση για την ένδικη απαίτηση από τη δανειολήπτρια εταιρεία αλλά και τον ως άνω εγγυητή μέτοχό της, που στερείτο περιουσιακών στοιχείων και β) ήταν πλέον ολοφάνερο ότι η δανειολήπτρια αντιμετώπιζε σοβαρότατα οικονομικά προβλήματα, δεν έκανε καμία ενέργεια για να διασφαλίσει την απαίτησή της κατά τα προαναφερόμενα.
Στις 25-2-2013 η δανειολήπτρια κηρύχθηκε σε καθεστώς πτώχευσης με την 4672/25-2-2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Στην απόφαση αυτή αναφέρεται ότι η τελευταία είχε σωρεία οφειλών προς τρίτους ανερχόμενες στο συνολικό ποσό των 35.000.000 ευρώ, ενώ ορίστηκε ως χρόνος παύσης των πληρωμών της η 15-1-2012.
Κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας που ακολούθησε, η ενάγουσα κατήγγειλε τη δανειακή σύμβαση (στις 24-4-2013) και στις 2-5-2013 ανήγγειλε την απαίτησή της από αυτήν (ανερχόμενη στο ποσό του 1.955.375,34 ευρώ πλέον τόκων), που έγινε δεκτή. Στις 8-5-2014 η ενάγουσα, με αίτησή της προς το εναγόμενο, ζήτησε να της καταβάλει το ποσό της εγγυοδοσίας που αντιστοιχούσε στο ως άνω οφειλόμενο από τη δανειολήπτρια ποσό, όμως η αίτησή της δεν έγινε δεκτή και ακολούθως άσκησε σε βάρος του ένδικη αγωγή.
Ενόψει όσων προεκτέθηκαν το Δικαστήριο κρίνει ότι η ενάγουσα δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει την απαίτησή της σε βάρος της δανειολήπτριας εταιρείας από πταίσμα της (αμέλεια), καθώς σε δύο χρονικές στιγμές κατά τα προαναφερόμενα, ήτοι στις 29-12-2011 κατά την κατάρτιση της πρόσθετης πράξης μετάθεσης κατά ένα έτος των δόσεων αποπληρωμής και κατά την 8-10-2012, που έλαβε γνώση της ακύρωσης από 18.9.2012 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου λόγω μη αποδοχής του από τη δανειολήπτρια, θα έπρεπε να ενεργήσει για να λάβει πρόσθετες εξασφαλίσεις της απαίτησής της ή να επιδιώξει την είσπραξη αυτής (ενόψει της διαφαινόμενης αδυναμίας της δανειολήπτριας να αποπληρώσει τις οφειλές της από την δανειακή σύμβαση που, σε συνδυασμό με το μεγάλο ύψος του συνόλου των οφειλών της προς τρίτους, καθιστούσε πολύ πιθανή την οικονομικής της κατάρρευση και την πτώχευσή της, όπως και έγινε), δεν το έπραξε, καίτοι κατ' εκείνο το χρόνο ήταν εφικτό αφού η δανειολήπτρια διέθετε περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα και εμπορεύματα μεγάλης αξίας), με αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη η ικανοποίηση αυτής μεταγενέστερα λόγω της επακολουθήσασας πτώχευσης της οφειλέτριας εταιρείας.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ένσταση απόσβεσης της εγγύησης, που νομίμως προέβαλε το εναγόμενο κατ' άρθρο 862 ΑΚ ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφέρει με τις προτάσεις του ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου και, ακολούθως, και λόγω της αποδοχής της (ένστασης) να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία η αγωγή είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της προταθείσας από το αναιρεσίβλητο ένστασης ελευθερώσεως και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η αναιρεσείουσα, ενώ όφειλε και μπορούσε να διαπιστώσει την οικονομική κατάσταση της δανειολήπτριας εταιρείας, όταν στις 29.12.2011 έγινε ο επαναπροσδιορισμός της καταβολής των οφειλομένων δόσεων του δανείου, από αμέλεια των αρμοδίων υπαλλήλων της δεν προέβη στον έλεγχο των οικονομικών της, ούτε στη λήψη πρόσθετων εξασφαλίσεων της απαιτήσεώς της ή στην είσπραξή της, ενόψει του ότι η εκχώρηση των δικαιωμάτων που απέρρεαν από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο τελούσε υπό την αίρεση της επελεύσεως του ασφαλιζόμενου κινδύνου, ενώ υπήρχε και ο κίνδυνος της ακυρώσεως του ασφαλιστηρίου συμβολαίου λόγω μη αποδοχής του από την δανειολήπτρια, όπως και έγινε στις 18.9.2012, ήδη δε διαφαινόταν η αδυναμία της δανειολήπτριας να αποπληρώσει τις οφειλές της, που σε συνδυασμό με το μεγάλο ύψος αυτών, καθιστούσε πολύ πιθανή την οικονομική της κατάρρευση και την πτώχευσή της, όπως και έγινε στις 25.2.2013, η αναιρεσείουσα δεν το έπραξε, ενώ κατά τους ως άνω χρόνους ήταν εφικτό, αφού η δανειολήπτρια διέθετε περιουσιακά στοιχεία, με αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη η ικανοποίηση της αναιρεσείουσας από δικό της πταίσμα, λόγω της πτωχεύσεως της οφειλέτριας εταιρείας, που επακολούθησε μεταγενέστερα, και να ελευθερωθεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο από την εγγύηση που είχε παράσχει για το χορηγηθέν δάνειο.
Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στον ίδιο ως άνω αναιρετικό λόγο αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων και δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός κατά το αντίστοιχο μέρος του είναι απαράδεκτος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει με βάση αυτά την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.
Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν (ΑΠ 652/2013).
Εξάλλου, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους ή μη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 667/2018, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 208/2011). Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι η Χώρα εισήλθε σε χρηματοπιστωτική κρίση από τα τέλη του 2008 και από τον Μάιο του 2010 σε καθεστώς μνημονίου, ότι από τον Ιανουάριο του 2010 αναστέλλοντο οι καταγγελίες των συμβάσεων επιχειρηματικών δανείων και οι Τράπεζες δεν προχωρούσαν σε μέτρα αναγκαστικής εισπράξεως και διασφαλίσεως των απαιτήσεών τους λόγω της υποχρεωτικής αναστολής των διωκτικών μέτρων, με το να δεχθεί ότι η αναιρεσείουσα δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει την απαίτησή της από δικό της πταίσμα (αμέλεια).
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας τα ανωτέρω, επικαλούμενα, ως τέτοια, από την αναιρεσείουσα, αφού δεν είναι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα, τι οποίες το δικαστήριο χρησιμοποιεί για να ανεύρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σε αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένα, όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.2.2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμόν 1358/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ