Legislator Case Law & Legislation
667/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on VAT liability, ruling contractor bears tax burden absent agreement.

Case Number 667/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision regarding VAT liability in a construction contract dispute. The court found that no agreement existed to shift the tax burden from the contractor to the employer, and the contractor failed to prove issued invoices were stamped by the tax authority. Consequently, the contractor remained liable for the VAT, and the appeal was rejected with costs awarded to the respondent.

Legislator headnote

AI generated

Articles 6(2)(b), 13(2)(b), 29(1)(b) and (c) of Law 1642/1986: In construction contracts, the contractor is liable for VAT unless an agreement shifts this burden to the employer; failure to provide stamped invoices precludes deducting the tax from the contract price.

Keywords

AI generated
VAT liability construction contract tax burden stamped invoices contractor obligation appellate review costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 6(2)(b) of Law 1642/1986
Article 13(2)(b) of Law 1642/1986
Article 29(1)(b) and (c) of Law 1642/1986
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 569(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 667 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 667/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Φ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Λιακοπούλου και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη που ανακάλεσε την από 10/3/2017 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/6/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 272/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου (μεταβατική έδρα Λήμνου) και 12/2014 του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/4/2014 αίτησή του και τους από 10/2/2017 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 10/3/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των κύριων και πρόσθετων λόγων της αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, και τους παραδεκτά, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, με ιδιαίτερο δικόγραφο ασκηθέντες από 10.2.2017 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, που επιδόθηκαν στον αναιρεσίβλητο, στις 15.2.2017, ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα αρχικά για τη συζήτηση της αναίρεσης δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (20.3.2017), προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 12/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελεούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, η οποία απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της 272/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλίνης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η εναντίον του από 2.6.2004 αγωγή του αναιρεσίβλητου για καταβολή του αιτούμενου ποσού κατά τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ) και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους συναφείας.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 76/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση: α) Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στο εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους οποίους είχε προτείνει ενώπιόν του με την έφεση και τις προτάσεις του και οι οποίοι κατέλυαν το ουσιαστικό δικαίωμα που ασκείται με την αγωγή και ειδικότερα ότι επιμελήθηκε για το σύνολο των εργασιών κατασκευής της οικοδομής του αναιρεσίβλητου, δηλαδή και των λοιπών εργασιών που αναλυτικά εκθέτει και όχι μόνο των αναφερόμενων στην αγωγή, το σύνολο δε της αμοιβής που δικαιούται για το κατασκευασθέν έργο ανέρχεται στο ποσό των 360.903,79 ευρώ, δηλαδή πολύ μεγαλύτερο εκείνου που προσδιορίζεται, ως δικαιούμενη αμοιβή του, στην αγωγή και συνεπώς, όχι μόνο δεν κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος έναντι του αναιρεσίβλητου με το ποσό που εκείνος του κατέβαλε, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, αλλά ο τελευταίος του οφείλει επιπλέον ποσό αμοιβής από 67.917,76 ευρώ, για την καταβολή του οποίου έχει ασκήσει την αναφερόμενη αγωγή του εναντίον εκείνου.

Όπως, όμως, με σαφήνεια προκύπτει από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο δεν αγνόησε τους υποβληθέντες ως άνω αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, αλλά αντιθέτως αντιμετώπισε αυτούς και τους απέρριψε στην ουσία, δεδομένου ότι ρητά διαλαμβάνει τις εκτελεσθείσες από τον αναιρεσείοντα εργασίες για την κατασκευή της οικοδομής του αναιρεσίβλητου, με βάση τη σύμβαση έργου που τους συνέδεε, καθώς και το ποσό της αμοιβής που δικαιούται αυτός με βάση τα συμφωνηθέντα για την εκτέλεση των συγκεκριμένων εργασιών, δεχόμενο, πέραν των εργασιών που αναφέρονται στην αγωγή και εκείνη της δαπάνης εκσκαφής του ακινήτου του αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνεται στις εργασίες τις οποίες ο τελευταίος φέρει ως εκτελεσθείσες πέραν εκείνων της αγωγής, για την εκτέλεση της οποίας (εκσκαφής) διαλάμβανε και η ορισθείσα πραγματογνώμονας στη έκθεσή της, αφετέρου και ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων πραγματοποίησε και άλλες εργασίες πέραν των αναφερομένων στην απόφασή του.

Υπό τα δεδομένα αυτά, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο μέρος του, καθώς και ο σχετικός με το στοιχ. α’ πρόσθετος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Β) Με τους λόγους των περ. 1β’ και 2, που περιέχονται με στοιχ. Β’ στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, προβάλλονται εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, α) αφενός μεν έλαβε υπόψη του πράγμα που δεν προτάθηκε από τους διαδίκους, ήτοι ισχυρισμό ότι δεν υπήρξε συμφωνία με την οποία ο αναιρεσίβλητος ανέλαβε την υποχρέωση να πληρώσει στον αναιρεσείοντα το φόρο προστιθέμενης αξίας για την αγορά και προμήθεια των υλικών και την παροχή των υπηρεσιών, β) αφετέρου δε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν, ήτοι 1) τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για την ύπαρξη συμφωνίας του με τον αναιρεσίβλητο, με την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να του καταβάλει το φόρο προστιθέμενης αξίας των υλικών και των υπηρεσιών και 2) τον ισχυρισμό του ότι ο φόρος αυτός συμπεριλαμβάνεται στα εκδοθέντα από τα συνεργεία και τους προμηθευτές τιμολόγια, τα οποία έχουν εκδοθεί στο όνομα του αναιρεσίβλητου, και είχε παραδώσει σ’ αυτόν ο αναιρεσείων, προκειμένου να υποβάλει στην αρμόδια ΔΟΥ για να ηλεκτροδοτηθεί η οικοδομή του, ισχυρισμούς που είχε προτείνει παραδεκτά ενώπιον του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου.

Οι ανωτέρω κατά το πρώτο μέρος της περ. 1β’ και της περ. 2 πρόσθετοι λόγοι της αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι ισχυρισμοί στους οποίους αναφέρονται δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά ο μεν πρώτος αποτελεί άρνηση στον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι παρά την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 εδ.

β’ , 13 παρ. 2 εδ. β’ και 29 παρ. 1 εδ. β’ και γ’ του ν. 1642/1986, υποχρέωσή του, ως εργολάβος, για καταβολή του ΦΠΑ, είχε συμφωνήσει με τον μη υπόχρεο αναιρεσίβλητο εργοδότη, να του καταβάλει ο τελευταίος το ποσό που θα πλήρωνε για το ΦΠΑ, ο δε δεύτερος δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό που αποτελεί βάση ενστάσεως αυτού, αλλά αποτελεί επιχείρημα προς υποστήριξη των απόψεων του αναιρεσείοντος, και πραγματικό περιστατικό των αποδείξεων.

Εξάλλου, ο πρόσθετος λόγος της περ. 1β’ , κατά το δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του και έκρινε τον ισχυρισμό αυτό, όμως τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεχθέν ότι δεν αποδείχθηκε συμφωνία των διαδίκων σχετικά με την καταβολή του φόρου προστιθέμενης αξίας, γι’ αυτό και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 εδ.

β’ , 13 παρ. 2 εδ. β’ και 29 παρ. 1 εδ. β’ και γ’ του ν. 1642/1986, υπόχρεος για την καταβολή του είναι ο αναιρεσείων. Από τις διατάξεις των άρθρ. 368, 387 και 388 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η διάταξη νέας πραγματογνωμοσύνης ή επανάληψης ή συμπλήρωσης της πραγματογνωμοσύνης, που έχει ήδη διεξαχθεί από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες, εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας και δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 964/2008).

Η κρίση δε του δικαστηρίου περί των ανωτέρω δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αφού η σχετική αίτηση, που μπορεί να απορριφθεί και σιωπηρά, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, έστω και αν αποτέλεσε περιεχόμενο λόγου έφεσης (ΑΠ 1493/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο κατά το σχετικό μέρος του κύριου δικογράφου της αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, αρκέστηκε στη διαταχθείσα με την προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε από τη μηχανικό Α.

Α., που αφορούσε μόνο τις εργασίες της αγωγής και απέρριψε το υποβληθέν με τις προτάσεις αίτημα αυτού για διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, με αντικείμενο όλες τις εργασίες για την κατασκευή της επίδικης οικοδομής. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, είναι απαράδεκτος καθόσον η αίτηση του αναιρεσείοντος περί διεξαγωγής νέας πραγματογνωμοσύνης δεν είναι "πράγμα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει με βάση αυτά την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.

Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν (ΑΠ 652/2013).

Εξάλλου, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ’ αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους ή μη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 208/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι κατασκευάστηκε και παραδόθηκε έτοιμη προς χρήση μια οικοδομή χωρίς την αυτονόητη εκτέλεση των επιπλέον εργασιών της οικοδομής που επικαλείται ο αναιρεσείων ότι εκτέλεσε.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης καθώς και ο σχετικός με στοιχ. δ’ πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποία προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια πλημμέλεια, είναι απαράδεκτοι, αφενός μεν καθόσον δεν εκτίθεται ποίου κανόνα δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή αφορούν τα διδάγματα κοινής πείρας που επικαλείται ο αναιρεσείων και το δικαστήριο παρέλειψε να χρησιμοποιήσει ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα, καθώς και επειδή με το αναφερόμενο ως δίδαγμα κοινής πείρας και υπό την επίφαση αυτού, ο αναιρεσείων, στην πραγματικότητα, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την εκτίμηση των αποδείξεων και συγκεκριμένα για το αν αυτός εκτέλεσε και εργασίες πέραν των διαλαμβανόμενων στην αγωγή.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ’ του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας και χωριστής αξιολόγησης καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού αυτού μέσου (ΑΠ 1202/2008). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ’ ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 493/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την από το μήνα Νοέμβριο 2003 βεβαίωση της αρχιτέκτονα μηχανικού Μ. Κ., επιβλέπουσας το έργο του αναιρεσίβλητου, από την οποία προέκυπτε η εκτέλεση των επιπλέον εργασιών (πέραν δηλαδή των αναφερόμενων στην ένδικη αγωγή), την οποία αυτός είχε επικαλεστεί και προσκομίσει για την απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού του.

Όμως, από τη γενική βεβαίωση της προσβαλλομένης ότι λήφθηκαν υπόψη όλα "ανεξαιρέτως" τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, την αναφορά αυτής στη μη λήψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, ήτοι της 1988/29.10.2004 ένορκης βεβαίωσης λόγω μη εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου, καθώς και την αναφορά ότι, παρά την ειδική μνεία ορισμένων εγγράφων, δεν παραλείπεται κανένα εξ αυτών για την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, αλλά λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αλλά και το εν γένει περιεχόμενο του αιτιολογικού αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, μολονότι δεν μνημονεύει η προσβαλλομένη ειδικά και την από Νοεμβρίου 2003 ως άνω βεβαίωση και δεν την αξιολογεί χωριστά, το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσης του και το ανωτέρω εξειδικευόμενο στον τρίτο λόγο της αναίρεσης έγγραφο.

Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης, καθώς και ο σχετικός με στοιχ. ε’ πρόσθετος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμοι. Ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά (ΑΠ 10/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με το με στοιχείο β’ μέρος των πρόσθετων λόγων της αναίρεσης προβάλλεται η, από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έσφαλε διότι σχετικά με τον ισχυρισμό του ότι εκτέλεσε και τις επικαλούμενες εργασίες πέραν εκείνων που αναφέρονται στην αγωγή, διαμόρφωσε την ουσιαστική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, στηριζόμενο στην πραγματογνωμοσύνη της μηχανικού Α.

Α., η οποία αποφάνθηκε κατά το διατακτικό της μη οριστικής απόφασης που τη διέταξε μόνο για την εκτέλεση των εργασιών που αποτελούσαν αντικείμενο της αγωγής και όχι για τις πέραν αυτών που αποτελούσαν αντικείμενο του δικού του ισχυρισμού, δεχόμενο τον ισχυρισμό του αντιδίκου του ότι δεν εκτέλεσε άλλες εργασίες εκτός των αναφερόμενων στην αγωγή, απορρίπτοντας και το αίτημά του για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης γι’ αυτές, δεχόμενο έτσι πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη.

Ο λόγος αυτός, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα περί των ανωτέρω χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο προς σχηματισμό της κρίσεώς του και του αποδεικτικού του πορίσματος περί των πραγματικών ισχυρισμών που στηρίζουν την αγωγή και τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, στηρίχθηκε στα αποδεικτικά μέσα που αναλυτικά παρατίθενται στην απόφαση, ήτοι την ανωμοτί εξέταση του ίδιου του αναιρεσείοντος, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, την αναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, η δε απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος για να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη, δεν μπορεί να θεμελιώσει βασιμότητα του εκ του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, πράγμα που συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν έχει καθόλου αιτιολογίες δηλαδή δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ανεπάρκεια και ασάφεια των αιτιολογιών υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ή όταν η διαπίστωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο.

Κατά μείζονα λόγο ανεπάρκεια υπάρχει, όταν η απόφαση δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες, όχι όμως και όταν περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 526/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, ως προς το ζήτημα της υποχρέωσης του αναιρεσίβλητου εργοδότη να πληρώσει, λόγω της ειδικής περί αυτού σχετικής συμφωνίας, στον αναιρεσείοντα εργολάβο, το ποσό του ΦΠΑ που αυτός θα κατέβαλε για τα υλικά και την παροχή των υπηρεσιών στην κατασκευή της επίδικης οικοδομής, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ως προς το φόρο προστιθέμενης αξίας, ποσοστού 13% και ποσού 30991,45 ευρώ, το οποίο αναφέρεται στην πραγματογνωμοσύνη της ως άνω πραγματογνώμονος, θα πρέπει να σημειωθούν τα εξής:

Από τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 εδ. β’ , 13 παρ. 2 εδ. β’ και 29 παρ. 1 εδ. β’ και γ’ του ν. 1642/1986, προκύπτει ότι στην περίπτωση εκτέλεσης εργασιών σε ακίνητα με μίσθωση έργου, υπόχρεος στην καταβολή του φόρου προστιθέμενης αξίας είναι ο εργολάβος, εκτός εάν συμφωνηθεί ότι, ο μη υπόχρεος κατά νόμο εργοδότης θα καταβάλει στον αντισυμβαλλόμενό του και υπόχρεο εργολάβο το ποσό, που ο τελευταίος θα πληρώσει για το φόρο αυτό.......

Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αποδείχθηκε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων σχετικά με την καταβολή του φόρου προστιθέμενης αξίας, η οποία, ως εκ τούτου, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, βαρύνει τον εναγόμενο-εργολάβο. Ανεξαρτήτως τούτου, όμως, και παρά την πρόσκληση του ενάγοντος να επιδείξει (ο εργολάβος εναγόμενος) θεωρημένα τιμολόγια, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε, ότι έχουν εκδοθεί από τον εναγόμενο σχετικά τιμολόγια θεωρημένα από την αρμόδια ΔΟΥ και επομένως, εφόσον αυτός δεν τήρησε τις νόμιμες διατυπώσεις για τη διασφάλιση της απόδοσης του φόρου προστιθέμενης αξίας στο Δημόσιο, που είναι ο σκοπός του νόμου, δεν μπορεί αυτός να συνυπολογιστεί στην αμοιβή του".

Με τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, δεχόμενο ρητά ότι δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα συμφωνία του με τον αναιρεσίβλητο σχετικά με το φόρο προστιθέμενης αξίας, πλεοναστικώς δε περιέλαβε και την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε η έκδοση τιμολογίων από τον αναιρεσείοντα, ώστε να μπορεί να συνυπολογίσει το ποσό του φόρου αυτού στην αμοιβή του.

Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με στοιχ. 1 περ. α’ πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατ’ ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 9.4.2014 αίτηση για αναίρεση της 12/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, καθώς και οι από 10.2.2017 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από τον αναιρεσείοντα υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική από 11.4.2014 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέα του Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

Εξάλλου, ο αναιρεσείων που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9.4.2014 αίτηση του Φ. Κ. του Α. για αναίρεση της 12/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου και τους από 10.2.2017 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 15 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡEΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 2 Απριλίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ