Legislator Case Law & Legislation
652/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment for failure to consider evidence, ruling no ambiguity exists regarding evidence evaluation.

Case Number 652/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by ARTER and G.A. against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellants argued that the lower court failed to consider specific evidence, including a private opinion, an agreement, and a tax treaty application, which they claimed rendered the lawsuit substantively inadmissible. The court rejected this claim, finding no ambiguity in the appellate decision's reference to considering all submitted documents and their combined content, thereby validating the lower court's evaluation of the evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c) and 335-340 of the Code of Civil Procedure; The appeal argument based on failure to consider evidence is inadmissible if the appellate judgment explicitly states that all submitted evidence was considered and evaluated in conjunction with the other evidence.

Keywords

AI generated
appeal admissibility failure to consider evidence ambiguity in judgment evaluation of evidence substantive inadmissibility civil procedure code appellate review standard

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Civil Code
Article 297 of the Civil Code
Article 298 of the Civil Code
Article 330 of the Civil Code
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Articles 335 and 338-340 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 2/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 652 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 652/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. εταιρείας με την επωνυμία "ARTER μονοπρόσωπη ΕΠΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Γ. Α. του Κ., κατοίκου .... Ο δεύτερος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικολάου Βλαμάκη, για τον εαυτό του προσωπικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της 1ης αναιρεσείουσας εταιρείας διόρισε στο ακροατήριο τον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο .

Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "ΟΔΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΩΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία εμφανίσθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της Ξ. Μ. και διόρισε στο ακροατήριο ως πληρεξούσιο δικηγόρο του τον Σπήλιο Κουτσουμπάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7293/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 975/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-3-2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 14-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 975/2011 τελεσίδικη απόφαση του Eφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη κατ' ουσίαν η από 15-3-2009 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της 7293/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την απόφαση αυτή έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν η από 9-10-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκαν οι αναιρεσείοντες να της καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 157.335 ευρώ, νομιμοτόκως, για την αποκατάσταση της ζημίας, που υπέστη αδικοπραξία (απάτη). Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 2.- Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει, "ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι:1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα και 4) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147-149 του ίδιου Κώδικα και 386 ΠΚ, προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε, χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικά με ωφέλεια αντίστοιχη, που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αφορά πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη) εταιρεία ... είχε αναλάβει, με την από 3-6-2003 σύμβαση μίσθωσης έργου που είχε συνάψει με το Ελληνικό Δημόσιο, να εκπονήσει, ως ανάδοχος, την οριστική μελέτη κατασκευής της κοιλαδογέφυρας, συνολικού μήκους 486 μέτρων, στη θέση Παραδείσια-Τσάκωνα του υπό κατασκευή τότε νέου αυτοκινητόδρομου Τρίπολης-Καλαμάτας.

Για να εκτελέσει επιτυχώς το παραπάνω έργο, το οποίο εμφάνιζε ικανές τεχνικές δυσχέρειες, λόγω του μεγάλου μήκους και ύψους της γέφυρας, των μεγάλων ανοιγμάτων της, της καμπυλότητάς της.., του μεγάλου βάρους της, της εξειδικευμένης μεθοδολογίας κατασκευής της και της ανάγκης για αυξημένη αντισεισμική θωράκιση, η ενάγουσα χρειαζόταν την παροχή συμβουλών και τεχνογνωσίας από αλλοδαπή εταιρεία μελετών, διαθέτουσα εξειδικευμένες γνώσεις και μακρά εμπειρία στην εκτέλεση παρόμοιων μεγάλων δομικών έργων.

Προς το σκοπό αυτό την 4-4-2005 η ενάγουσα κατάρτισε με την πρώτη εναγομένη (και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) εταιρεία ..., διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο δεύτερος εναγόμενος (και ήδη δεύτερος αναιρεσείων), το από 4-4-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο η μεν πρώτη εναγομένη, ανέλαβε, ως αντιπροσωπεύουσα εν Ελλάδι την αλλοδαπή εταιρεία υπό την επωνυμία "V.S.L SWITZERLAND L.T.D", την υποχρέωση να της εξασφαλίσει ότι η αντιπροσωπευόμενη από αυτήν πιο πάνω αλλοδαπή εταιρεία θα της παρείχε τις υπηρεσίες συμβούλου που της ήταν αναγκαίες για να φέρει εις πέρας τη μελέτη της κοιλαδογέφυρας και να την παραδώσει εγκαίρως στο Ελληνικό Δημόσιο, αυτή δε αντιστοίχως ανέλαβε την υποχρέωση να της καταβάλει ως αμοιβή για την εξασφάλιση των πιο πάνω υπηρεσιών τμηματικά κατά το διάστημα από 4-4-2005 έως και 30-8-2005 το συνολικό ποσό των 193.500 ευρώ, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ (19% ευρώ).

Στο συμφωνητικό συμπεριελήφθη ρητή δήλωση των εναγομένων ότι πρώτη εξ αυτών "εκπροσωπεί στην Ελλάδα την αλλοδαπή εταιρεία υπό την επωνυμία "V.S.L SWITZERLAND L.T.D". Αντικείμενο της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, όπως από το περιεχόμενο της προκύπτει, δεν ήταν η εκ μέρους της ίδιας της πρώτης εναγομένης παροχή στην ενάγουσα των αναγκαίων για την εκπόνηση της μελέτης κατασκευής της κοιλαδογέφυρας τεχνικών συμβουλών αλλά η εξασφάλιση της παροχής αυτών από την αλλοδαπή εταιρεία υπό την επωνυμία "V.S.L SWITZERLAND L.T.D", την οποία η ενάγουσα κατά δήλωση της αντιπροσώπευε στην ημεδαπή.

Γι αυτό η ύπαρξη σχέσης εμπορικής αντιπροσωπείας μεταξύ της πρώτης εναγομένης και της πιο πάνω αλλοδαπής εταιρείας απετέλεσε ουσιώδες γεγονός πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η ενάγουσα για να συνάψει την επίδικη μετά της πρώτης εναγομένης σύμβαση, διότι, χωρίς την εκ της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας νομική δέσμευση μεταξύ της πρώτης εναγομένης και της αλλοδαπής εταιρείας, η τελευταία, η οποία ήταν τρίτη σε σχέση με την επίδικη σύμβαση, δεν είχε κανένα λόγο να παράσχει στην ενάγουσα τις συμβουλές και την τεχνογνωσία της στις οποίες αυτή απέβλεψε.

Σε εκπλήρωση της επίδικης σύμβασης η ενάγουσα κατέβαλε στην πρώτη εναγομένη τμηματικά τα ακόλουθα έναντι της συμφωνημένης αμοιβής της χρηματικά ποσά ...: Συνεπώς έως την 16-9-2005 η ενάγουσα είχε καταβάλει στην πρώτη εναγομένη το μεγαλύτερο μέρος της συμφωνημένης αμοιβής της, και συγκεκριμένα 186.830 ευρώ έναντι των 230.265 ευρώ που της όφειλε.

Παράλληλα κατά το ίδιο πιο πάνω διάστημα οι επιφορτισμένοι με τη εκπόνηση της μελέτης πολιτικοί μηχανικοί της ενάγουσας άρχισαν να συνεργάζονται με τους συναδέλφους τους της πιο πάνω αλλοδαπής εταιρείας ανταλλάσσοντας χρήσιμες πληροφορίες, διαβιβάζοντάς τους τα αναγκαία για τη διενέργεια των υπολογισμών στοιχεία και διερευνώντας εναλλακτικές τεχνικές λύσεις σχεδιασμού της κοιλαδογέφυρας και διασφάλισης της στατικής και αντισεισμικής της επάρκειας.

Η μεταξύ τους επικοινωνία κατά το διάστημα αυτό γινόταν απευθείας με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και τηλεομοιοτυπικούς. Πραγματοποιήθηκε όμως και επίσκεψη των πολιτικών μηχανικών της ενάγουσας στα γραφεία της αλλοδαπής εταιρείας υπό την επωνυμία "V.S.L SWITZERLAND L.T.D" και συνεργασία με τους εκεί συναδέλφους των.

Έτσι έως και τον Σεπτέμβριο του 2005 η επίδικη σύμβαση λειτούργησε ομαλά, διότι η πρώτη εναγομένη πράγματι διασφάλιζε έως τότε την εκ μέρους της πιο πάνω αλλοδαπής εταιρείας παροχή στην ενάγουσα των προαναφερόμενων τεχνικών συμβουλών. Περί τα μέσα Οκτωβρίου 2005, όμως, η αλλοδαπή εταιρεία, και ενώ έως τότε είχε γίνει κατά τον προαναφερόμενο τρόπο η προκαταρκτική εργασία για την υπόδειξη εκ μέρους της προς την ενάγουσα του ενδεδειγμένου, από στατικής και αντισεισμικής απόψεως, "τρόπου σχεδιασμού της κοιλαδογέφυρας, σταμάτησε να της παρέχει τις συμβουλευτικές υπηρεσίες της και αρνήθηκε να της υποβάλει τις τελικές συμβουλές, παρατηρήσεις και τα σχόλια της για τον σχεδιασμό της κοιλαδογέφυρας, στα οποία αυτή είχε αποβλέψει, επικαλούμενη προφορικά αλλά και εγγράφως με την από 4-11-2005 επιστολή της προς αυτήν αφενός μεν ότι στην Ελλάδα δεν την αντιπροσώπευε η πρώτη εναγομένη αλλά άλλη εταιρεία και συγκεκριμένα η εταιρεία υπό την επωνυμία "V.S.L.SYSTEMS.SA", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν επίσης ο δεύτερος εναγόμενος, αφετέρου δε ότι η ανωτέρω εν Ελλάδι αντιπρόσωπός της δεν της είχε καταβάλει την αμοιβή που εδικαιούτο, σύμφωνα με την μεταξύ τους σχέση, να λάβει για τις υπηρεσίες που θα προσέφερε στην ενάγουσα, η οποία ανερχόταν στο 80% της αξίας του έργου (193.500 Χ 80% = 154.800 ευρώ), αλλά μόνο ποσοστό 15% της αξίας αυτής που αντιστοιχεί σε (193.500 Χ 15% =) 29.025 ευρώ.

Έτσι η ενάγουσα το πρώτον με την προαναφερόμενη επιστολή πληροφορήθηκε ότι η πρώτη εναγομένη, με την οποία είχε συνάψει την επίδικη σύμβαση και σε εκπλήρωσή της της είχε ήδη καταβάλει το μεγαλύτερο μέρος της αμοιβής της, δεν αντιπροσώπευε στην Ελλάδα την πιο πάνω αλλοδαπή εταιρεία και δεν είχε τη νομική δυνατότητα να την υποχρεώσει να της παράσχει τις συμβουλευτικές υπηρεσίες της.

Αντιμετωπίζοντας δε η ενάγουσα πλέον τον κίνδυνο να περιέλθει σε υπερημερία έναντι του Ελληνικού Δημοσίου ως προς την εκπόνηση της μελέτης για την κοιλαδογέφυρα, αφού δεν είχε στη διάθεσή της τις τελικές υποδείξεις της πιο πάνω αλλοδαπής εταιρείας και δεν μπορούσε να την ολοκληρώσει, με την από 22-11-2005 εξώδικη δήλωσή της που κοινοποίησε στην πρώτη εναγομένη την 23-11-2005, κατήγγειλε την μετ' αυτής επίδικη σύμβαση και την ίδια ημέρα συνήψε νέα σύμβαση απευθείας με την πιο πάνω αλλοδαπή εταιρεία υπό την επωνυμία "V.S.L SWITZERLAND L.T.D", με την οποία της ανέθεσε αυτή δε αντιστοίχως ανέλαβε να συνεχίσει να της παρέχει μέχρις ολοκλήρωσής τους τις συμβουλές της για την εκπόνηση της πιο πάνω μελέτης, αντί της μεταξύ τους τότε συμφωνηθείσης αμοιβής των 220.000 ελβετικών ήτοι 143.000 ευρώ, ποσό το οποίο στη συνέχεια και της κατέβαλε ...

Η πρώτη εναγομένη δεν αντιπροσώπευε στην Ελλάδα την πιο πάνω αλλοδαπή εταιρεία, αντιπρόσωπος της οποίας στην Ελλάδα, αντιθέτως, ήταν η εταιρεία υπό την επωνυμία ""V.S.L.SYSTEMS.SA". Ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος ήταν διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος τόσο της πρώτης εναγομένης όσο και της πιο πάνω εταιρείας υπό την επωνυμία ""V.S.L.SYSTEMS.SA", γνώριζε το γεγονός αυτό και παρά ταύτα όχι μόνο το απέκρυψε από την ενάγουσα, αλλά και τη διαβεβαίωσε, εν γνώσει του ψευδώς, περί του αντιθέτου, ότι δηλαδή η πρώτη εναγομένη αντιπροσώπευε στην Ελλάδα την πιο πάνω αλλοδαπή εταιρεία υπό την επωνυμία "V.S.L SWITZERLAND L.T.", σχετική δε δήλωση εκ μέρους του συμπεριελήφθη και στην επίδικη σύμβαση.

Ο ισχυρισμός του δευτέρου εναγομένου ότι και η πρώτη εναγομένη, παράλληλα με την εταιρεία υπό την επωνυμία "V.S.L.SYSTEMS.SA", αντιπροσώπευε στην ημεδαπή την πιο αλλοδαπή εταιρεία υπό την επωνυμία "V.S.L SWITZERLAND L.T.D" δεν αποδεικνύεται αληθής ... Επομένως, ο δεύτερος εναγόμενος με την παραπάνω συμπεριφορά του παραπλάνησε την ενάγουσα ως προς το ότι η εκπροσωπούμενη από αυτόν πρώτη εναγομένη αντιπροσώπευε στην ημεδαπή την πιο πάνω αλλοδαπή εταιρεία και άρα είχε τη δυνατότητα να της εξασφαλίσει τις υπηρεσίες της τελευταίας και έτσι την έπεισε να συνάψει με την πρώτη εναγομένη την επίδικη σύμβαση και στη συνέχεια να της καταβάλει το μεγαλύτερο μέρος της αμοιβής της εξ ευρώ 186.830, ενέργειες στις οποίες η ενάγουσα δεν θα προέβαινε εάν γνώριζε την αλήθεια, ότι δηλαδή ουδεμία μεταξύ της πιο πάνω αλλοδαπής εταιρείας και της πρώτης εναγομένης σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας υπήρχε, ακολούθως δε από το πιο πάνω ποσό των 186.830 ευρώ που ο δεύτερος εναγόμενος εισέπραξε από την ενάγουσα για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης κατέβαλε στην πιο πάνω αλλοδαπή εταιρεία μόνο ένα μικρό μέρος εξ ευρώ 29.025 και αρνήθηκε να της πληρώσει την υπόλοιπη αμοιβή της, παρακρατώντας τη διαφορά δηλαδή το ποσό των (186.830-29.025) 157.805 ευρώ, με συνέπεια και η αλλοδαπή εταιρεία να αρνηθεί από την πλευρά της να παράσχει στην ενάγουσα τις συμβουλευτικές της υπηρεσίες και μάλιστα το σπουδαιότερο μέρος αυτών που αφορούσε τις τελικές υποδείξεις και συμβουλές της για τον τρόπο κατασκευής της κοιλαδογέφυρας, η δε ενάγουσα να αναγκαστεί, προκειμένου να εξασφαλίσει τις υπηρεσίες αυτές, να συμβληθεί απ' ευθείας με την πιο πάνω αλλοδαπή εταιρεία για την παροχή τους και να πληρώσει γι' αυτές επιπλέον του πιο πάνω ποσού των 157.805 ευρώ είχε καταβάλει στην πρώτη εναγομένη, άλλες 143.000 ευρώ που κατέβαλε την πιο πάνω αλλοδαπή εταιρεία ...

Άρα η ζημία που υπέστη η ενάγουσα από την πιο πάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δευτέρου εναγομένου ανέρχεται στο ποσό των 157.805 ευρώ, το οποίο αυτή, παραπλανηθείσα από εκείνον, κατέβαλε στην πρώτη εναγομένη, χωρίς ακολούθως να λάβει εκ μέρους της το αντίστοιχο μέρος της αντιπαροχής της. Από τα παραπάνω πλήρως αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος εναγόμενος έχει διαπράξει, ως όργανο διοίκησης της πρώτης εναγομένης, εις βάρος της ενάγουσας το αδίκημα της απάτης, για το οποίο μάλιστα έχει ήδη, με το υπ' αριθμόν 3223/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παραπεμφθεί να δικαστεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης ως και κατ' ουσίαν βάσιμη για το πιο πάνω ποσό των 157.805 ευρώ, το οποίο και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να της καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας με το νόμιμο τόκο και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση των τελευταίων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που έκρινε ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330 ΑΚ και 386 ΠΚ, αφού ενόψει των δεκτών γενομένων ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών καταφάσκεται η ευθύνη των εναγομένων-αναιρεσειόντων για αποζημίωση της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε ανωτέρω, καθόσον η συμπεριφορά του δευτέρου αναιρεσείοντος-νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας και παράνομη (υπό την προεκτεθείσα έννοια) και υπαίτια είναι, αλλά και ικανή ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα σε βάρος της αναιρεσίβλητης.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της παραβίασης των άρθρων 914 ΑΚ και 386 ΠΚ. Οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο λόγο αποδίδουν στο Εφετείο και την αιτίαση ότι, με το να κρίνει ότι ο δεύτερος αναιρεσείων τέλεσε το αδίκημα της απάτης σε βάρος της αναιρεσίβλητης παραβίασε το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, το οποίο καθιερώνει το τεκμήριο αθωότητας αυτού, δεδομένου ότι δεν έχει χωρήσει αμετάκλητη καταδίκη γι' αυτό.

Η εν λόγω αιτίαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού με το να κρίνει το πολιτικό δικαστήριο, στα πλαίσια της έρευνας της διάπραξης της αδικοπραξίας ότι αυτή (αδικοπραξία) έλαβε χώρα με απάτη, δεν παραβιάζεται το ως άνω τεκμήριο αθωότητας του δευτέρου αναιρεσείοντος, η απαλλαγή του οποίου (από το έγκλημα του άρθρου 386 ΠΚ) δεν αποκλείεται από το ποινικό δικαστήριο, το οποίο και δεν δεσμεύεται από την κρίση του πολιτικού δικαστηρίου.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι για τη διάπραξη της (τελεσθείσης με απάτη) αδικοπραξίας του άρθρου 914 ΑΚ δεν απαιτείται προηγουμένη ποινική καταδίκη του εναγομένου για την αξιόποινη πράξη της απάτης. Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εκ μέρους του δευτέρου αναιρεσείοντος τέλεσης της αδικοπραξίας (με απάτη) σε βάρος της αναιρεσίβλητης, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοσθεισών διατάξεων (των άρθρων 914 ΑΚ και 386 ΠΚ), τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

3.- Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησής των, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση της παραμόρφωσης του από 4-4-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού, γιατί δέχθηκε ότι αντικείμενο της μεταξύ αυτών και της αναιρεσίβλητης καταρτισθείσης σύμβασης ήταν η εξασφάλιση της παροχής στην τελευταία των αναγκαίων για την εκπόνηση της μελέτης κατασκευής της κοιλαδογέφυρας τεχνικών συμβουλών από την αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "V.S.L SWITZERLAND L.T.D", ενώ από το έγγραφο αυτό, στο οποίο, εκτός των άλλων, αναφέρεται ότι "Το γραφείο "ARTER" Ε.Π.Ε.-"ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ" που εκπροσωπεί στην Ελλάδα την εταιρεία Technical Centre Europe της V.S.L.SWITZERLAND, η οποία είναι εξειδικευμένη και έχει μεγάλη εμπειρία διεθνώς στη μελέτη και κατασκευή παρόμοιων μεγάλων γεφυρών, θα συνεργασθεί υπό μορφή συμβούλου με τον "ΕΡΓΟΔΟΤΗ" στη σύνταξη της μελέτης και θα παράσχει, κατά τα διάφορα στάδια αυτής, τεχνογνωσία κατασκευής και συμβουλές σχεδιασμού και υπολογισμών της υπόψη γέφυρας ..." προέκυπτε ότι η παροχή των συμβουλών αυτών θα γινόταν από τον δεύτερο ως νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του επίμαχου εγγράφου, αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά, κατέληξε, εκτιμώντας το όλο περιεχόμενό του, σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.

4.- Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι γενικοί αυτοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά σε δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση, που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους. Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενό της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες. Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της υπάρξεως ή μη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, ότι αυτό δέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι αντικείμενο της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, που καταρτίστηκε με το προαναφερθέν ιδιωτικό συμφωνητικό, δεν ήταν η εκ μέρους της ίδιας της πρώτης εναγομένης παροχή στην ενάγουσα των αναγκαίων για την εκπόνηση της μελέτης κατασκευής της κοιλαδογέφυρας τεχνικών συμβουλών, αλλά η εξασφάλιση της παροχής αυτών από την αλλοδαπή εταιρεία υπό την επωνυμία "V.S.L SWITZERLAND L.T.D", την οποία η ενάγουσα κατά δήλωσή της αντιπροσώπευε στην ημεδαπή.. Από τις παραδοχές αυτές του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό δέχεται ότι, χωρίς κενό ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεων των συμβληθέντων, ρητώς συμφωνήθηκε ότι η παροχή των ως άνω αναγκαίων τεχνικών συμβουλών θα γινόταν από την αλλοδαπή εταιρία. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι, μολονότι εμμέσως διαπίστωσε κενό ως προς τις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων, σχετικά με το πρόσωπο που ήταν επιφορτισμένο για την προσφορά των ένδικων υπηρεσιών, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι αβάσιμος.

5- Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει με βάση αυτά την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.

Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν, γιατί αλλιώς καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αόριστος.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άνω άρθρο 559 αριθ.1 εδ. β' ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, που έκρινε, ότι ο δεύτερος από αυτούς προέβη με δόλο στην εξαπάτηση της αναιρεσίβλητης, παρέλειψε να λάβει υπόψιν τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι απορριπτέος ως αόριστος, προεχόντως διότι δεν προσδιορίζεται σ' αυτόν ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν έλαβε υπόψιν του το Εφετείο.

6.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη". Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τη βεβαίωση του μάρτυρα που εξετάσθηκε με πρόταση της ενάγουσας ενώπιον συμβολαιογράφου, καθώς και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά. Επομένως, ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται κακή εκτίμηση, από το Εφετείο, των μαρτυρικών καταθέσεων και του περιεχομένου των προσκομιζομένων εγγράφων, είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση πλημμέλειας, που ως αναιρετικός λόγος προβλέπεται από τον αριθμό 10 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, στην πραγματικότητα πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

7.- Επειδή, με το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης (και) όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την βασιμότητα του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, (όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/2001) υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι ελήφθη υπόψιν κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον έκτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψιν του αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υποθέσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τα οποία προέκυπτε η ουσιαστική αβασιμότητα της ένδικης αγωγής και ειδικότερα (δεν έλαβε υπόψιν), α) την από 17-3-2010 ιδιωτική γνωμοδότηση, β) το από 20-12-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό και γ) το από 27-6-2005 έγγραφο αίτησης για την εφαρμογή της σύμβασης αποφυγής διπλής φορολογίας μεταξύ Ελλάδος και Ελβετίας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την αναφορά της, ότι ελήφθησαν υπόψιν και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της δε γεννάται καμία απολύτως αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψιν του και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματός του.

Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, η οποία δεν περιέχει άλλο λόγο, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), καθώς ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-3-2011 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ARTER ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕ" και του Γ. Α. για αναίρεση της 975/2011 απόφασης του Eφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ