Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for failing to raise VAT on lawyer fees in first instance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision on expropriation compensation. The appellants argued that the lower court failed to apply VAT to their lawyer's fees, citing constitutional and statutory provisions. The court rejected this claim as inadmissible because the request for VAT calculation was never submitted to the court of first instance.
Legislator headnote
AI generatedArticles 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds relied upon were not raised before the court of first instance or if no request was filed for the specific relief sought.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 759 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 759/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Π. του Γ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας των υπ' αρ. ΚΠ ... απαλλοτριούμενων ακινήτων, 2) Χ. Π. του Ν., ως συνιδιοκτήτη των υπ' αρ. ΚΠ ... απαλλοτριούμενων ακινήτων και 3) Χ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του υπ' αρ. ΚΠ … απαλλοτριούμενου ακινήτου, εκ των οποίων οι 1η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γκουζούλη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο 2ος των αναιρεσειόντων Χ. Π. του Ν. απεβίωσε στις 6-11-2017, κατέθεσε δε επί της έδρας και σχετικό έγγραφο.
Των αναιρεσειουσών - καλουσών: 1) Π. Π. του Γ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας των υπ' αρ. ΚΠ ... απαλλοτριούμενων ακινήτων και 2) Χ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του υπ' αρ. ΚΠ ... απαλλοτριούμενου ακινήτου, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γκουζούλη. Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αντώνιο Αντωνίου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2012 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 1/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και συνεκδικάστηκε με την από 11-5-2012 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, με άλλες αιτήσεις προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 154/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 24-7-2015 αίτησή τους, που προσδιορίστηκε να συζητηθεί την 1-4-2016. Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 13-1-2017 και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο της 17-11-2017 και μετά από νέα αναβολή για τη δικάσιμο της 2-11-2018, οπότε και ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 28-11-2018 κλήση των πρώτης και τρίτης των αναιρεσειουσών.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 30-3-2016 έκθεση της Αρεοπαγίτου Αλεξάνδρας Κακκαβά, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 24-7-2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 154/2014 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α' και 287 παρ.1 και 290 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατ' άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην κατ' αναίρεση διαδικασία, συνδυαζόμενες και προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι λόγο διακοπής της δίκης αποτελεί και ο θάνατος διαδίκου, ο οποίος, όμως, πρέπει να γνωστοποιηθεί στον αντίδικο του αποβιώσαντος από πρόσωπο που δικαιούται να επαναλάβει την δίκη, η δε γνωστοποίηση μπορεί να γίνει με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως.
Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων, υπέρ των οποίων επήλθε η διακοπή, τα οποία υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση. Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει την δίκη στην θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Η από 24.7.2015 αίτηση για αναίρεση της 154/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, προσδιορίστηκε να συζητηθεί την 1.4.2016. Κατά την δικάσιμο αυτή η υπόθεση αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 13.1.2017 και μετά από αναβολή για την δικάσιμο της 17.11.2017 και μετά από νέα αναβολή για τη δικάσιμο της 2-11-2018, οπότε και ματαιώθηκε.
Με την από 28.11.2018 κλήση των πρώτης και τρίτης των αναιρεσειουσών, Π. Π. του Γ. και Χ. Π. του Γ., αντίστοιχα, επαναφέρεται προς συζήτηση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (24.1.2020), η ως άνω αίτηση. Με την εν λόγω κλήση τους οι ανωτέρω αναιρεσείουσες-καλούσες γνωστοποιούν ότι ο δεύτερος αναιρεσείων Χ.
Π. του Ν., επικαρπωτής των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, με ΑΚΠ ..., των οποίων οι ίδιες ετύγχαναν ψιλές κυρίες, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, απεβίωσε στις 6.11. 2017, δηλαδή μετά την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως και ότι την δίκη συνεχίζουν αυτές, ως έχουσες έννομο συμφέρον, εφόσον έχουν πλέον αποκτήσει, μετά τον θάνατο του επικαρπωτή, την πλήρη κυριότητα των ως άνω ακινήτων.
Από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο με αριθμό πρωτ. …/2018 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου που έχει συντάξει η Ληξίαρχος του Δήμου της Ιεράς Πόλης του Μεσολογγίου, προκύπτει ότι ο ανωτέρω δεύτερος αναιρεσείων απεβίωσε στην Ιερά Πόλη του Μεσολογγίου στις 6.11.2017 και, συνεπώς, μετά τον θάνατό του, το δικαίωμα της επικαρπίας επί των ως άνω ακινήτων αποσβέστηκε και συνενώθηκε αυτοδικαίως με την ψιλή κυριότητα των αναιρεσειουσών, με περαιτέρω συνέπεια αυτές πλέον να έχουν την πλήρη κυριότητα (άρθρα 1167, 1168 του ΑΚ) επί των ακινήτων αυτών.
Ενόψει τούτων και, αφού δεν αμφισβητείται από το αναιρεσίβλητο ότι τα παραπάνω αναφερόμενα απαλλοτριωθέντα ακίνητα ανήκουν πλέον κατά πλήρη κυριότητα στις πρώτη και τρίτη αναιρεσείουσες, η δίκη νομίμως και παραδεκτώς συνεχίζεται από αυτές. Κατά την διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του, "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".
Τα ίδια ορίζονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ. α' και β' του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), στο οποίο περαιτέρω ορίζεται, στο εδάφιο γ', ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά τον χρόνο συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από την συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως και ότι τα δικαστήρια, κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημιώσεως ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσεως για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για την διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιούμενης στην παραπάνω διάταξη λέξεως "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του δικαστηρίου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 635/2017, Α.Π. 1175/2015, Α.Π. 1021/ 2015, Α.Π. 418/2014).
Επίσης, κατά το τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 15 του ιδίου νόμου 2882/2001, που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του ν. 4146/2013 (Φ.Ε.Κ. Α' 90/18.4.2013) και εφαρμόζεται και στις κηρυχθείσες απαλλοτριώσεις για τις οποίες δεν έχει συζητηθεί η αίτηση καθορισμού προσωρινής ή οριστικής αποζημιώσεως (άρθρο 76 παρ.8 του ν. 4146/2013) "Το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζομένης από το ίδιο αξίας του ακινήτου τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου" (Α.Π. 635/2017, Α.Π. 1021/2015, Α.Π. 844/2015).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής (ή του ανεξάρτητου εκτιμητή), εφόσον καταρτίστηκε, συνεκτιμάται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που προαναφέρθηκαν, ακόμη και αν η αναγραφόμενη αξία είναι κατώτερη ή ανώτερη της αντικειμενικής αξίας, η οποία δεν δεσμεύει υποχρεωτικά την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου (Α.Π. 635/2017, Α.Π. 1329/2013).
Εξ άλλου, από την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 του νόμου 4070/2012, που ισχύει και στην ένδικη εκκρεμή υπόθεση, κατ' άρθρο 146 του ν. 4070/2012, προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως τμήματος ακινήτου ως εκ της οποίας το απομένον εις τον ιδιοκτήτη τμήμα υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας αυτού σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση ή καθίσταται άχρηστο για την χρήση για την οποία προορίζεται, με την απόφαση περί καθορισμού της αποζημιώσεως προσδιορίζεται και παρέχεται ιδιαίτερη αποζημίωση στον ιδιοκτήτη, η ιδιαίτερη δε αποζημίωση καταβάλλεται στον ιδιοκτήτη μαζί με την καταβαλλόμενη για το απαλλοτριωμένο τμήμα.
Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημιώσεως, είτε κατά την δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνον την εκ της απαλλοτριώσεως και μόνον της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου (Ολ.ΑΠ 31/2005).
Η μείωση της αξίας του τμήματος που απομένει, σύμφωνα με τα παραπάνω, είναι η ανέφικτη κατά προορισμό εκμετάλλευσή του, ανεξάρτητα από την έκτασή του, αφού ο νόμος δεν κάνει καμία διάκριση και είναι δυνατό να οφείλεται στο ότι αυτό κατέστη μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο ή κατέστη παράγωνο ή ως υπόλοιπο αγρού απέμεινε λωρίδα εδάφους μη εκμεταλλεύσιμη ή η εκμετάλλευσή του, λόγω της εκτάσεώς του ή και του σχήματός του, θα είναι πλέον αντιοικονομική, γιατί θα απαιτεί αυξημένες δαπάνες ή θα είναι ασύμφορη.
Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημιώσεως λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, ιδίως η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της εμπορικής και οικονομικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του εναπομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητος μετά την απότμηση του απαλλοτριουμένου τμήματος.
Με την προαναφερθείσα τροποποίηση επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής μειώσεως", της αξίας του απομένοντος τμήματος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971. Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του τμήματος που βρίσκεται εκτός απαλλοτριώσεως ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Ο όρος όμως "σημαντική" ως αόριστη νομική έννοια υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, το δε δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μειώσεως και του ποσοστού αυτής (Α.Π. 96/2015). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δικ., θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Α.Π.
Ολομ. 28/1998, Α.Π. Ολομ. 32/1996). Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στην διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως κατά το άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δικ.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο:
α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για την θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως (Α.Π. 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους συναφείς πρώτο και τέταρτο λόγους της αναιρέσεως προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., για παραβίαση, ευθέως και εκ πλαγίου, των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 2, 25 παρ. 1, 93 παρ. 3 του Συντάγματος, 13 ν. 2882/2001, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 3, 6 και 7 ν. 2882/2001, 1 παρ.
γ' υποπαράγρ. Γ'11 του ν. 4152/2013, διότι το Εφετείο καθόρισε, "αυθαίρετα και αναιτιολόγητα", τιμές "εξευτελιστικές", για την εδαφική έκταση και τα επικείμενά της που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά: 1) χωρίς να επεξηγεί πως κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό και σε ποία αποδεικτικά μέσα βασίστηκε και 2) χωρίς να αιτιολογεί για ποιό λόγο αποκλίνει από τις τιμές που προσδιορίζονται στις εκθέσεις εκτιμήσεως του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Α.
Μ. και του ανεξάρτητου πιστοποιημένου εκτιμητή ακινήτων Ν. Π., που αξιολόγησαν την πραγματική κατάσταση και εκτίμησαν την πραγματική αξία του ακινήτου της αναιρεσείουσας και του επ' αυτού επικειμένου, κατά τα ευρωπαϊκά και διεθνή πρότυπα (Ι.VS και Ε.VS, ευρωπαϊκά πρότυπα 1 και 2), τις οποίες, στην πραγματικότητα, δεν έλαβε υπόψη, ούτε τα συγκριτικά και αποδεικτικά μέσα που αυτή (αναιρεσείουσα) προσκόμισε με επίκληση, ενώ, αντίθετα, έλαβε υπόψη τις δύο εκθέσεις εκτιμήσεως του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών και συγκεκριμένα την από τον Μάρτιο του έτους 2008 (των εκτιμητών Π.
και Κ.) με αριθμό ...26.3.2008 και την από τον Οκτώβριο του έτους 2013 (της εκτιμήτριας Γ.) με αριθμό ...4.10.2013, τις οποίες προσκόμισε το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, αν και αυτές είναι εσφαλμένες, επειδή εκτιμούν την αγοραία αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία, όμως, σύμφωνα με τα διεθνή και ευρωπαϊκά πρότυπα, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή σε υποθέσεις αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, στις οποίες ο καθορισμός της αποζημιώσεως βασίζεται στην "ειδική αξία απαλλοτρίωσης" και, επιπλέον, δεν συνυπολόγισαν την πραγματική κατάσταση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ακινήτου της αναιρεσείουσας, καθώς δεν διενεργήθηκε σε αυτό αυτοψία και δεν λήφθηκαν υπόψη σημαντικά στοιχεία που προσκομίστηκαν, κατά παράβαση όσων ορίζονται, ιδίως, στο άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 2882/2001.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, προεχόντως, γιατί δεν μνημονεύονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφορικά με τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριουμένων ακινήτων (παρά μόνο για την μείωση της αξίας του εδαφικού τμήματος της με ΑΚΠ …ιδιοκτησίας, που απομένει μετά την απαλλοτρίωση), με την επισήμανση ότι δεν εκτίθεται ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ως προς το ζήτημα τούτο, ούτε προσδιορίζεται το υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή αν η παραβίαση των προπαρατιθέμενων διατάξεων (όσων είναι ουσιαστικού δικαίου) οφείλεται σε εσφαλμένη εφαρμογή τους ή ψευδή ερμηνεία, πέραν του ότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.).
Σε κάθε περίπτωση, όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα δίκη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. 1111717/8401/Δ0010/11-1-2007 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας-Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Δ28/20-1-2007), όπως διορθώθηκε με την επίσης νόμιμη δημοσιευθείσα υπ' αριθμ. 1082338/5389/Δ0010/8-9-2008 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου, που θα αντιμετωπιστεί με δαπάνες της ΓΓΔΕ του ΥΠΕΧΩΔΕ και ειδικότερα σε βάρος του έργου .../3/2006 ΣΕ 07130030 του προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν. 653/1977, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη διάνοιξη της οδού "Αντιρρίου - Κεφαλόβρυσου του Δυτικού Οδικού Άξονα Β-Ν της Ιόνιας Οδού στο υποτμήμα από χ.θ. 24+200 - χ.θ. 33+531, έκταση συνολικού εμβαδού 606.423,97 τ.μ., κατά τη διορθωτική από το Φεβρουάριο του 2014 έκθεση εκτίμησης, που βρίσκεται στην περιοχή του Δήμου Μεσολογγίου.
Η έκταση αυτή απεικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στα ακριβή αντίγραφα κτηματολογικών διαγραμμάτων με αρ. σχεδίων 1, 2, 3, 4, 5, 6 και των αντίστοιχων κτηματολογικών πινάκων ... της ΙΓΔΕ Ειδική Υπηρεσία Δημ. Έργων Οδικοί Άξονες Παραχώρησης-ΕΥΔΕ/ΟΑΠ, ΥΠΕΧΩΔΕ, τα οποία συντάχθηκαν από την ανάδοχο μελέτης Κοινοπραξία "...
Σύμβουλοι Μηχανικοί και Μελετητές ΑΕ και ..." και έχει θεωρήσει ο διευθυντής της ... Διεύθυνσης του ΥΠΕΧΩΔΕ Ι. Σ. την 31-5-2006, καθώς και στα ακριβή αντίγραφα των συνταχθέντων στις 30-7-2007 από τους Α. Π., Γ. Π., Γ. Κ. και Β. Ν. με κλίμακα 1:1000 και αρ. σχεδίων 1, 2, 3, 4, 5, και 6 κτηματολογικών διαγραμμάτων και των αντίστοιχων διορθωτικών κτηματολογικών πινάκων (τεύχη 2) της ΕΥΔΕ - Οδικοί Άξονες Παραχώρησης - ΕΥΔΕ/ΟΑΠ του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Δημοσίων Έργων, τα οποία έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της ...
Διεύθυνσης του ίδιου Υπουργείου Ι. Σ. την 28-3-2008. Για την ανωτέρω απαλλοτρίωση εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1082338/ 5389/0010/8-9-2008 κοινή απόφαση των ίδιων Υπουργών με την οποία διορθώθηκαν τα κτηματολογικά στοιχεία της απαλλοτρίωσης (διορθωτικοί κτηματολογικοί πίνακες και αντίστοιχα κτηματολογικά διαγράμματα) της Γ.Γ.Δ.Ε Ειδικής Υπηρεσίας Δημόσιων Έργων - Οδικοί Άξονες Παραχώρησης ΕΥΔΕ/ΟΑΠ του ΥΠΕΧΩΔΕ που συντάχθηκαν από την ίδια ως άνω ανάδοχο κοινοπραξία και έχει θεωρήσει ο ίδιος Διευθυντής της Δ12 Δ/νσης του ΥΠΕΧΩΔΕ, ενώ επακολούθησε και δεύτερη διόρθωση, κατά την οποία συντάχθηκε η από Φεβρουάριος 2014 διορθωτική έκθεση εκτίμησης με αντίστοιχη διόρθωση των κτηματολογικών πινάκων.
Στην ως άνω έκταση περιλαμβάνονται τα ακίνητα (34 οικόπεδα και 213 αγροτεμάχια) που αποτυπώνονται στους παραπάνω διορθωμένους κτηματολογικούς πίνακες και διορθωμένα κτηματολογικά διαγράμματα με ΑΚΠ ........., ......, στα οποία προβάλλουν δικαίωμα κυριότητος οι καθ' ων η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, οι αιτούντες, ανταιτούντες και παρεμβαίνοντες.
Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, βρίσκονται στα Δ.Δ. ... και Αγ. Θωμά, του Δήμου Ιεράς Πόλης Μεσολογγίου. Εκτείνονται νοτιοανατολικά του οικισμού ... και μέχρι τη διασταύρωση της Ε.Ο. για το Μεσολόγγι και βρίσκονται σε απόσταση 1.500 μ. από τη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου. Η χάραξη της νέας οδού κινείται βόρεια της υφιστάμενης Ε.Ο.
δυτικά του ποταμού Ευήνου, από την περιοχή του ... μέχρι το Μεσολόγγι, ενδιάμεσα διέρχεται από τους οριοθετημένους οικισμούς "...". Η εγγύς περιοχή είναι κατά βάση γεωργική με εκτεταμένες και συστηματικές καλλιέργειες κυρίως ελαιόδενδρων και κτηνοτροφική. Υπάρχουν βιοτεχνικές - βιομηχανικές χρήσεις στην απαλλοτριούμενη περιοχή, οι οποίες όμως δεν αναιρούν τον αγροτικό χαρακτήρα της, καθώς είναι ελάχιστες και απαντώνται στην περιοχή ...
και τον οικισμό .... Οικίες απαντώνται, κυρίως, εντός των κεντρικών σημείων των οικισμών, αλλά και στην περιοχή κοντά στο Μεσολόγγι, ενώ στους άνω οριοθετημένους οικισμούς η δόμηση είναι αραιή προς τα όρια αυτών, με πολλά αδόμητα οικόπεδα, καλλιεργούμενα συστηματικά. Θα μπορούσαν δε να χαρακτηρισθούν ως στάσιμοι από πλευράς δόμησης οικισμοί.
Συγκοινωνιακά εξυπηρετείται από τα διερχόμενα από την Ε.Ο. λεωφορεία του ΚΤΕΛ, ενώ από πλευράς υποδομής υπάρχουν δίκτυα όλων των οργανισμών κοινής ωφέλειας, πλην αποχέτευσης. Εξυπηρετούνται από την υπάρχουσα Ε.Ο., τις επαρχιακές και αγροτικές οδούς και έχουν όλα δυνατότητα σύνδεσης με το δίκτυο ηλεκτροδότησης.
Η περιοχή πολεοδομικά δεν είναι οριοθετημένη, εκτός από τους προαναφερόμενους οικισμούς και έχει όλες τις δυνατές εκτός σχεδίου χρήσεις. Τα απαλλοτριούμενα είναι στην πλειοψηφία τους αγροτικά καλλιεργήσιμα ακίνητα, πεδινά και αρδευόμενα, με εξαίρεση ορισμένα που βρίσκονται εντός οικισμού και έχουν προοπτική για μελλοντική οικοδομική αξιοποίηση, ενώ είναι μεγαλύτερης εμπορικής αξίας εκείνα που είναι άρτια και οικοδομήσιμα, με πρόσωπο μεγαλύτερο των 45 μέτρων στην Ε.Ο.
και τις επαρχιακές και ειδικότερα κοντά στους οικισμούς, όπου υπάρχει δυνατότητα να αποκτήσουν κυκλοφοριακή σύνδεση. Χρησιμοποιούνται ως ελαιώνες, αλλά μερικά και για μόνιμες κατοικίες, έχουν μικρή οικοπεδική αξία, βρίσκονται σε καλή θέση, αλλά παρουσιάζουν μέτριο εμπορικό ενδιαφέρον. Έχουν αρτιότητα 4.000 τ.μ.
και συντελεστή δόμησης που εξαρτάται από τη χρήση, σύμφωνα με το ΠΔ 24/31.5.1985, εκτός από τις ιδιοκτησίες που βρίσκονται εντός ορίων οικισμού, καθώς και αυτές που έχουν πρόσωπο στην Ε.Ο. ή στο επαρχιακό οδικό δίκτυο, όπου η αρτιότητα διαμορφώνεται στα 2.000 τ.μ., ή και μικρότερη. Σημειωτέον, ότι για τους πιο πάνω οριοθετημένους οικισμούς δεν προβλέπεται οικιστική ζώνη πέραν των ορίων αυτών, όπως από τις πράξεις οριοθέτησης αυτών προκύπτει, αλλά και από τους προσκομιζόμενους ορθοφωτοχάρτες της επίδικης περιοχής.
Το υπέρ ου η απαλλοτρίωση Ελληνικό Δημόσιο με την αρχική από Μάρτιος του 2008 έκθεση εκτίμησης αξίας των απαλλοτριούμενων ακινήτων καθόρισε την αξία αυτών από 7 έως 12 ευρώ/μ2 για τα αμιγώς αγροτεμάχια, από 22-28 ευρώ/μ2 για τα αγροτεμάχια με πρόσωπο στην Ε.Ο., από 38-42 ευρώ/μ2 για αγροτεμάχια εντός ζώνης οικισμού με αρτιότητα ίση ή μικρότερη των 2.000 μ2 και από 58-65 ευρώ/μ2 για τα εντός οικισμών οικόπεδα.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου με την 1/2012 απόφασή του περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των επιδίκων ακινήτων καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος για μεν την πρώτη κατηγορία ακινήτων από 9,03 έως 26,50 ευρώ/μ2, για τη δεύτερη από 24 έως 42,30 ευρώ/μ2, για την τρίτη από 42 έως 76 ευρώ/μ2 και για την τέταρτη από 70 έως 86,40 ευρώ/μ2.
Ειδικότερα, η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης καθορίστηκε για τα ακίνητα με την πιο πάνω απόφαση ως εξής: 1) Αγροί εκτός οικισμού, με ΑΚΠ:......... στο ποσό των 15 ευρώ/τ.μ....., ... στο ποσό των 19 ευρώ/τ.μ... Ήδη, το Ελληνικό Δημόσιο με την από Φεβρουάριος 2014 διορθωτική έκθεση εκτίμησης που συνέταξε η πιστοποιημένη ορκωτός εκτιμητής Ε.
Γ., επικαλούμενο μείωση της αγοραίας αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και ιδίως των αγροτεμαχίων, συνεπεία της οικονομικής κρίσης, αλλά και εσφαλμένη παραδοχή της από Μαρτίου 2008 ανάλογης έκθεσης εκτίμησης ως προς την οικιστική ζώνη των οριοθετημένων εντός της απαλλοτριωθείσας ζώνης οικισμών (... και ...), προσδιορίζει την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως στο ποσό των 10 ευρώ/μ2 για τις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ............
Οι άνω ορισθείσες τιμές αποζημιώσεως αποτελούν τις βασικές τιμές μονάδος των ακινήτων, προσαυξανόμενες δε ακολούθως με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός εκάστου ακινήτου με τους ειδικούς συντελεστές (μέγεθος ακινήτου, καλλιεργούμενο - αρδευόμενο ή μη ακίνητο, έδαφος, προσβασιμότητα κ.λπ.) η τελική τιμή αποζημιώσεως προσαυξάνεται σε ποσοστό 20-25% επί της βασικής τιμής.
Τις πιο πάνω τιμές μονάδος της διορθωτικής έκθεσης εκτίμησης υιοθέτησε το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο και με τις προτάσεις τις παρούσας συζήτησης περιόρισε το αίτημα της αιτήσεώς του, προσδιορίζοντας την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως στις άνω τιμές, αν και όπως από το συνημμένο στις προτάσεις πίνακα απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών από 10.2.2014 της Γενικής Διεύθυνσης Συγκοινωνιακών Έργων του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, η εκτίμηση της Υπηρεσίας αφίσταται αυτών απομειωτικά σε ποσοστό 20% περίπου.
Ο περιορισμός αυτός, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν (υπό στ. 4) είναι παραδεκτός και δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή κατ' άρθρο 223 Κ.Πολ.Δικ., της ιστορικής βάσεως της αίτησης. Οι παραδοχές όμως της επικαιροποιημένης έκθεσης εκτίμησης δεν είναι δυνατόν να υιοθετηθούν απόλυτα από το παρόν Δικαστήριο, καθόσον, κατά το μέρος που αφορά τα αγροτεμάχια ουδεμία απομείωση της αγοραίας αξίας τους έχει επέλθει συνεπεία της οικονομικής κρίσης, όπως και ο μάρτυρας Ν.
Π. καταθέτει, δεδομένου ότι αυτή έχει ως αποτέλεσμα την επιστροφή των πολιτών στον πρωτογενή αγροτικό παραγωγικό τομέα, η παρατηρούμενη δε ύφεση των αγοραπωλησιών στα αγροτικά ακίνητα αποτελεί παροδικό φαινόμενο και δεν επηρεάζει αρνητικά την αξία αυτών. Αντίθετα, ως προς τον ισχυρισμό περί μη υπάρξεως ζώνης οικισμού, πλάτους 500 μέτρων από τα όρια των οριοθετημένων οικισμών ...
και ..., οι καθ' ων η αίτηση - αιτούντες δεν επικαλούνται ούτε και αποδεικνύουν ότι υπάρχει τέτοια οικιστική ζώνη με την προσκόμιση σαφών πράξεων χαρακτηρισμού Ζ.Ο., αλλά όλως αορίστως επικαλούνται την ύπαρξή της.
Συνεπώς τα εκτός των οριοθετημένων οικισμών ακίνητα έχουν το χαρακτήρα αγροτεμαχίων με ενδεχόμενη οικοπεδική αξιοποίησή τους ως εκτός σχεδίου πόλεως και ορίων οικισμού ακίνητα, προσαυξανόμενης όμως της αξίας τους αντανακλαστικά ως εκ της άμεσης γειτνίασης αυτών με τα εντός οικισμού οικόπεδα. Ως συγκριτικά στοιχεία από το Ελληνικό Δημόσιο προσκομίζονται, ελλείψει μεταβιβαστικών κυριότητος συμβολαιογραφικών εγγράφων κατά την τελευταία τετραετία, συνεπεία της οικονομικής κρίσης οι με αριθμ. 157/2012 του Μ.Πρ.Αγρινίου, με την οποία καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως για το τμήμα της Ιόνιας οδού από χ.θ. 96 + 587,5 έως χ.θ. 102 + 149,5 από 5,00 έως 9,00 ευρώ/μ2, η με αριθμ. 75/2013 απόφαση του Μ.Πρ.Άρτας, για το τμήμα της Ιόνιας οδού από χ.θ. 106 + 624 έως 115 + 500,3 με την οποία καθορίσθηκε προσωρινή τιμή μονάδος για το έδαφος από 6,00 έως 12,00 ευρώ/μ2.
Επίσης για την ίδια απαλλοτρίωση και από χ.θ. 123 + 589 έως χ.θ. 129+053,27 προσκόμισε με επίκληση την 59/2013 απόφαση του Μ.Πρ.Άρτας με την οποία καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος για το έδαφος από 1,30 έως 2,50 ευρώ/μ2. Ωστόσο, αν και πρόκειται για απαλλοτρίωση ακινήτων της ίδιας οδού, οι άνω μη οριστικές αποφάσεις αφορούν ακίνητα κείμενα σε άλλες περιοχές της Δυτικής Ελλάδος που διαφέρουν των επιδίκων ως προς τα ποιοτικά τους χαρακτηριστικά και, συνεπώς, καθίστανται εν μέρει απρόσφορες ως συγκριτικά στοιχεία.
Περαιτέρω, προσκομίζει διάφορα δημοσιεύματα της κτηματαγοράς καθώς και αγγελίες της ιστοσελίδας "spitogatos.gr", με αγγελίες πώλησης αγροτεμαχίων, πλην όμως και αυτά είναι απρόσφορα στοιχεία, καθώς δεν πρόκειται για μεταβιβάσεις ακινήτων, αλλά για εκδήλωση ενδιαφέροντος. Εκ μέρους των καθ' ων προσκομίζονται, αντίστοιχα, με επίκληση οι με αριθμ. 114/2010 και 141/2006 αποφάσεις του Μ.Πρ.Κατερίνης, καθώς και οι με αριθμ. 196/2009 και 210/2009 αποφάσεις του Εφετείου Λαμίας.
Όμως, οι άνω αποφάσεις και οι δια αυτών καθορισθείσες τιμές είναι παντελώς απρόσφορες ως συγκριτικό στοιχείο της εκτίμησης των επίδικων ακινήτων, καθόσον απέχουν χρονικά 4-5 έτη από την παρούσα εκτίμηση, λήφθηκαν υπό διαφορετικές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, δεν προκύπτουν δε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός εκάστου των ακινήτων (έδαφος, μέγεθος απαλλοτριωθέντων, ποιοτικά χαρακτηριστικά, παραγωγικές δυνατότητες κ.λπ.), ώστε να αποτελέσουν πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο.
Ο μάρτυρας του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου που εξετάστηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου (ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το Ελληνικό Δημόσιο δεν επιμελήθηκε την εξέταση μάρτυρος), ως προς την αξία των απαλλοτριούμενων εκτάσεων και των επικειμένων τους, αναφέρθηκε στην υπ' αριθ. .../ 26.3.2008 έκθεση εκτίμησης του Σ.Ο.Ε, το οποίο καθόρισε αυτήν, ως προς το έδαφος στις προτεινόμενες με την αρχική αίτηση τιμές.
Αντίθετα εξετάστηκαν μάρτυρες μερικών εκ των καθ' ων η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου - ανταιτούντων και συγκεκριμένα εκ μέρους των με αρίθμηση ... των καθ' ων η αίτηση - ανταιτούντων εξετάστηκε ο Ν. Π., ανεξάρτητος πιστοποιημένος εκτιμητής του παλαιού ΣΟΕ και εκ των συντακτών της από Μάρτιος του 2008 έκθεσης εκτίμησης ακινήτων, ο οποίος χαρακτήρισε ιδιαίτερα συμπιεσμένες τις προτεινόμενες από το Ελληνικό Δημόσιο με τις διορθωτικές εκθέσεις εκτίμησης αξίας των ακινήτων τιμές, επέμενε στην άποψη ότι ως προς τα αγροτικά ακίνητα, λόγω της επιστροφής των πολιτών στον παραγωγικό πρωτογενή τομέα δεν υπάρχει καμία μείωση της αξίας τους, λόγω της οικονομικής κρίσης, ενώ, λόγω της κατασκευής κλειστού αυτοκινητόδρομου, κατά την κρίση του, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτοαποζημίωσης και αποζημίωσης τρίτων ιδιοκτησιών, λόγω παροδιότητας για τα επίδικα ακίνητα.
Οι λοιποί εξετασθέντες για επιμέρους ακίνητα μάρτυρες αναφέρθηκαν στις επιπτώσεις της απαλλοτρίωσης σε συγκεκριμένα ακίνητα. Μετά από αυτά, το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του α) τις επικαλούμενες από κάθε διάδικο αξίες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, σε συνδυασμό με τα συγκριτικά και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που καθένας απ' αυτούς προσκομίζει και επικαλείται, β) τις εκτιμήσεις της αρμόδιας κατά νόμο προεκτιμητικής επιτροπής, γ) τα τεκμήρια που συνάγονται από τις εφετειακές και άλλες αποφάσεις για άλλες απαλλοτριώσεις (προσκομιζόμενες από τους καθ' ων η απαλλοτρίωση), αλλά και την προαναφερόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που καθόρισε την προσωρινή αποζημίωση και δ) τα συγκριτικά στοιχεία που επικαλέστηκαν οι μάρτυρες αποδείξεως και ανταποδείξεως, σε συνδυασμό με το ότι από το χρόνο του προσωρινού προσδιορισμού (Μάιος 2011) μέχρι σήμερα (Φεβρουάριος 2014) δεν μεσολάβησε ουσιαστική ανατίμηση των αξιών στην επίδικη περιοχή, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (14.2.2014) η αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων ανέρχεται, με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς όμως να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμησή τους μετά τη δημοσίευση της πράξεως απαλλοτριώσεως και μόνο εξ αιτίας αυτής, στα αναφερόμενα κατωτέρω και στο διατακτικό ποσά, στα οποία πρέπει να καθορισθεί και η οριστική αποζημίωσή τους.
Η αποζημίωση αυτή είναι πλήρης, αφού με αυτή οι ιδιοκτήτες μπορούν να αντικαταστήσουν τις ιδιοκτησίες τους με άλλες ισάξιες [.......]. Κρίσιμος χρόνος εκτιμήσεως είναι, όπως προαναφέρθηκε, ο χρόνος της συζητήσεως ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, διότι από το χρόνο συζητήσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου της αιτήσεως για την προσωρινή αποζημίωση, δηλαδή την 19.5.2011 έως τη συζήτηση της αιτήσεως για την οριστική αποζημίωση (11.2.2014) παρήλθε έτος.
Πρέπει να σημειωθεί ότι για τα ακίνητα εκείνων των δικαιούχων (κυρίων απαλλοτριωθέντων), οι οποίοι δεν έλαβαν μέρος στη δίκη του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως (είτε ως αιτούντες είτε ως ανταιτούντες, είτε ως κυρίως παρεμβαίνοντες), η αποζημίωση πρέπει να καθορισθεί στο ποσό που καθορίσθηκε προσωρινά με την υπ' αριθ. 1/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου [........].
Διευκρινίζεται ότι οι ανωτέρω τιμές μονάδος (τόσο για το έδαφος, όσο και για τα επικείμενα) ισχύουν όχι μόνο για τα ακίνητα που φέρουν απόλυτο αριθμό αρίθμησης (λ.χ. 15, 20), αλλά και για εκείνα που φέρουν συμπληρωματικό συνοδευτικό γράμμα (λ.χ. 15Α, 20Α) βάσει του αναθεωρημένου κτηματολογικού πίνακα. Επομένως, η αποζημίωση για τα ακίνητα πρέπει να καθοριστεί ως εξής: 1.
Έδαφος: Α] Ακίνητα μη παρασταθέντων διαδίκων:...... Β] Ακίνητα (αγροτεμάχια) εκτός οικισμού: ΑΚΠ...... στο ποσό των 12 ευρώ/τ.μ.... ... στο ποσό των 13,50 ευρώ/τ.μ.... ... στο ποσό των 16 ευρώ/τ.μ......". (βλ. 37ο φύλλο της προσβαλλομένης αποφάσεως). Εξ άλλου, και καθ' όσον αφορά στο ζήτημα της μειώσεως της αξίας του εναπομείναντος, εκτός της απαλλοτριώσεως, τμήματος του ακινήτου των αναιρεσειουσών, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως την από Φεβρουαρίου 2014 έκθεση εκτίμησης 192 εναπομενόντων τμημάτων απαλλοτριωτέων ιδιοκτησιών που συνέταξε η πιστοποιημένη ορκωτή εκτιμητής Ά.
Μ., σε συνδυασμό και με τις προσκομιζόμενες από τους καθ' ων η αίτηση τεχνικές εκθέσεις ειδικών επιστημόνων, αποδεικνύεται ότι για μερικά των απαλλοτριωθέντων ακινήτων συνεπεία απότμησης του απαλλοτριωθέντος τμήματος, το απομένον σε κάθε ιδιοκτήτη τμήμα του υφίσταται σημαντική απομείωση της αξίας του και, επομένως, σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη ειπώθηκαν, επιβάλλεται ο καθορισμός ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα ακίνητα αυτά.
Ειδικότερα:......Η με ΑΚΠ ..., εκτός οικισμού, ιδιοκτησία των Χ. Π. κ.λ.π., έχει εμβαδό 1.671,62 μ2, αλλά είναι μη άρτια και μη οικοδομήσιμη. Από το ακίνητο αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 708,74 μ2 και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 962,88 μ2, το οποίο αποκτά πρόσβαση μέσω παράπλευρου οδικού δικτύου, όμως καθίσταται ασύμφορη η αγροτική εκμετάλλευση, λόγω του μικρού εμβαδού του, ενώ υφίσταται τις ως άνω αρνητικές συνέπειες του έργου.
Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του σε ποσοστό 30% της αξίας του. Η με ΑΚΠ ..., εκτός οικισμού, ιδιοκτησία των ιδίων, έχει εμβαδόν 1.455,75 μ2, αλλά είναι μη άρτια και μη οικοδομήσιμη. Από το ακίνητο αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 837,15 μ2 και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 618,60 μ2, του οποίου καθίσταται ασύμφορη η αγροτική εκμετάλλευση, λόγω του μικρού εμβαδού του, ενώ υφίσταται τις ως άνω αρνητικές συνέπειες του έργου.
Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφός του σε ποσοστό 30% της αξίας του. Η με ΑΚΠ ..., εκτός οικισμού, ιδιοκτησία των ιδίων, έχει εμβαδόν 3.112,05 μ2, είναι όμως μη άρτια και οικοδομήσιμη. Από το ακίνητο αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 1.153,87 μ2 και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 1.958,18 μ2, το οποίο παραμένει μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και μετά την απαλλοτρίωση, ενώ καθίσταται και ασύμφορη η αγροτική εκμετάλλευση, λόγω του μικρού εμβαδού του.
Επιπλέον υφίσταται τις ως άνω αρνητικές συνέπειες του έργου. Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφός του σε ποσοστό 40% της αξίας του" (βλ. 47ο φύλλο της προσβαλλομένης αποφάσεως). Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα πιο πάνω ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, το Εφετείο διαλαμβάνει τους συγκεκριμένους λόγους, για τους οποίους καθόρισε την αποζημίωση για τα εδαφικά τμήματα των απαλλοτριουμένων ακινήτων των αναιρεσειουσών στα προαναφερθέντα ποσά, καθ' όσον, όπως προκύπτει από τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της πληττόμενης αποφάσεώς του, προέβη στον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως αυτών, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων, τις καταθέσεις των μαρτύρων, την θέση των απαλλοτριουμένων, την φύση τους, τις εκθέσεις της εκτιμητικής επιτροπής και των ανεξάρτητων εκτιμητών, την 1/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως, τις τιμές μονάδας αποζημιώσεως που καθορίστηκαν από το ίδιο δικαστήριο και από άλλα για απαλλοτριωμένα ακίνητα στην ίδια περιοχή με σχετικές αποφάσεις τους, οι οποίες προσκομίστηκαν σ' αυτό ως συγκριτικά στοιχεία, τα υπόλοιπα συγκριτικά στοιχεία που παρατίθενται στην απόφασή του και, επιπλέον τις οικονομικές και νομισματικές συνθήκες που επικρατούσαν κατά τον χρόνο της συζητήσεως.
Με τον τρόπο αυτόν το Εφετείο εκθέτει, σαφώς, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία, ύστερα από την συνεκτίμησή τους, το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και τα οποία δικαιολογούν την απόκλιση της προσδιορισθείσας από το ίδιο πραγματικής αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων από εκείνη που αναφέρουν οι πιο πάνω ανεξάρτητοι εκτιμητές στις εκθέσεις τους, καθώς και από εκείνη που προκύπτει κατά το αντικειμενικό σύστημα, χωρίς να είναι υποχρεωτικές, όπως προηγουμένως έχει αναπτυχθεί, οι κρίσεις των ανεξάρτητων εκτιμητών και της εκτιμητικής επιτροπής.
Ακόμη παρέθεσε για κάθε ακίνητο χωριστά τους λόγους για τους οποίους τα απομένοντα τμήματα υφίστανται υποτίμηση της αξίας τους και καθόρισε με βάση αυτούς το ποσοστό μειώσεως της αξίας καθενός.
Συνεπώς, οι πρώτος και τέταρτος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Με τους ίδιους λόγους και κατά το υπόλοιπο μέρος τους, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν προκύπτει ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται πλέον, υπό το πρόσχημα της εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ.
πλημμέλειας, η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς τα πραγματικά ζητήματα και, συνεπώς, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι. Κατά την διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας αποφάσεως και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού.
Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διαπλάσεως ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (Α.Π. 87/2013). Αν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό και έχει μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 λόγος, ενώ, αν υπάρχει μεταξύ εκείνων που έγιναν δεκτά και του συμπεράσματος (συλλογιστικό άλμα), ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 λόγος.
Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται, πρώτη φορά, στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δικ.). Στην προκειμένη περίπτωση με τον ίδιο πιο πάνω (πρώτο) λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 17 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, παραδεκτά, πρώτη φορά, στο παρόν Δικαστήριο, η αιτίαση ότι "...οι αιτιολογίες και διατάξεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι λίαν αντιφατικές και ανεπαρκείς".
Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζεται ποία είναι η αντίφαση που υπάρχει στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 13/1995, Α.Π. 209/2019, Α.Π. 570/2010), η οποία, και μόνο αυτή, ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως, με την επισήμανση ότι όσα εκθέτουν οι αναιρεσείουσες ανάγονται σε αντιφάσεις και ανεπάρκειες, κατ' αυτές, του αιτιολογικού της προσβαλλομένης ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού της.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Α.Π. 250/2014, Α.Π. 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Α.Π.
Ολομ. 11/1996, Α.Π. 1150/2011, Α.Π. 421-425/2009). Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Α.Π.
Ολομ. 14/2004, Α.Π. 87/2013). Ακόμη "πράγμα", κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στην γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (Α.Π. 87/2013).
Με βάση αυτά, δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, και η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 87/2013, Α.Π. 1455/2009, Α.Π. 625/2008, Α.Π. 94/2008).
Ειδικότερα, η μη λήψη υπόψη των εγγράφων που συγκαταλέγονται στα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 του Κ.Πολ.Δικ. αποδεικτικά μέσα, δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 8 εδάφ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. λόγο, αλλά ελέγχεται αναιρετικά από τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με το εδάφιο γ' του οποίου, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ' του Κ.Πολ.Δικ., συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, που εφαρμόζονται και στην δίκη προσδιορισμού τιμής μονάδας αποζημιώσεως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1, 19 παρ. 9 και 10, 20 παρ. 6 και 8 ν. 2882/2001 (Α.Π. 1359/2010, Α.Π. 124/2009), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.
Καμία, ωστόσο, διάταξη νόμου δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Α.Π. 1456/2014, Α.Π. 292/2011).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον συναφή δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, που αναφέρεται ξεχωριστά για το καθένα από τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση, με την επίκληση των διατάξεων του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 11 του Κ.Πολ.Δικ., τις αιτιάσεις ότι δεν έλαβε υπόψη: 1] τους ισχυρισμούς τους που προέβαλαν παραδεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης για το ότι τα ακίνητά τους έχουν πλεονεκτήματα και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, βάσει των οποίων η αξία τους είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που καθόρισε το Εφετείο, καθ' όσον "βρίσκονται εντός της ζώνης του συγκεκριμένου οικισμού (...) και η χρήση αυτών είναι πρωτίστως οικοπεδική (οικοπεδική αξία) και δευτερευόντως γεωργική (αγροτική χρήση)" για όλα τα ακίνητα και επιπλέον για το με ΑΚΠ ...
ακίνητο, καθ' όσον τούτο ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο και 2] τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα: 1) την τεχνική έκθεση εκτίμησης της πραγματικής αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων του τοπογράφου μηχανικού Κ. Κ., 2) τα τοπογραφικά διαγράμματα του αγρονόμου - μηχανικού, 3) την με αριθμό πρωτ. 9943/13.12.2010 αίτηση για το ΚΠ ...
ακίνητο προς την αρμόδια υπηρεσία με την οποία εζητείτο η εκτίμηση της απομειώσεως της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων του ακινήτου, 4) την από Σεπτεμβρίου 2013 έκθεση εκτιμήσεως του ανεξάρτητου πιστοποιημένου εκτιμητή Ν. Π. και 5) τις με αριθμ. πρωτ. .../6.3.2012 αιτήσεις των αναιρεσειουσών περί συστάσεως της ειδικής εκτιμητικής επιτροπής του ν. 635/1977 και του ν. 2971/2001 για την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας και αυτοαποζημιώσεως, τα οποία (αποδεικτικά μέσα) δεν εκτίμησε και δεν αξιολόγησε ειδικά, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε εσφαλμένη κρίση.
Ο λόγος αυτός: 1) από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, διότι: α) δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, τα οριζόμενα, περιοριστικώς, στο άρθρο 339 του Κ.Πολ.Δικ. αποδεικτικά μέσα, η μη λήψη υπόψη των οποίων δεν ιδρύει τον από την διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, β) οι προπαρατεθέντες ισχυρισμοί των αναιρεσειουσών, δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και, συνεπώς, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, αλλά συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα που επιδρούν στην αξία των απαλλοτριουμένων, γ) με το πρόσχημα αναιρετικών πλημμελειών, προβάλλονται αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες οι αναιρεσείουσες έχουν διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για την σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το παραπάνω ζήτημα και δ) σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και, εκ του πράγματος, τους απέρριψε και 2) από τον αριθμό 11 εδ.
γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., πέραν της αοριστίας του, ως προς τα υπ' αριθμ. 2 τοπογραφικά διαγράμματα, εφόσον αυτά δεν προσδιορίζονται κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, είναι αβάσιμος, καθ' όσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπου ρητά αναφέρει (33ο φύλλο, οπίσθια όψη αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για την στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου.
Η άποψη των αναιρεσειουσών ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το δικαστήριο σε πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν και συγκεκριμένα σε μεγαλύτερες τιμές μονάδας αποζημιώσεως, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, συνακολούθως, σε επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.
Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 9 και 20 παρ. 6 του ν. 2882/2001, τα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπονται στην διαδικασία τόσο της προσωρινής όσο και της οριστικής αποζημιώσεως είναι τα προβλεπόμενα από τον Κ.Πολ.Δικ. (άρθρο 339), με εξαίρεση τις ένορκες βεβαιώσεις, αλλά και εκείνα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου.
Η δυνατότητα αυτή επικλήσεως αποδεικτικών μέσων που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, άρα και κάθε είδους εγγράφων, με εξαίρεση τα πλαστά και τα μη γνήσια έγγραφα (Α.Π. 277/2010), δικαιολογείται από το ότι στην δίκη της απαλλοτριώσεως, με την χρήση τους, επιτυγχάνεται ταχύτητα της διαδικασίας και περιορισμός των δικαστικών εξόδων.
Εξάλλου, η τυπικότητα των κανόνων αυστηρής αποδείξεως δεν συνάδει με την ανάγκη για ταχεία και ολιγοδάπανη διαδικασία καθορισμού της αποζημιώσεως, λόγω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα. Περαιτέρω, η εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων στην εν λόγω δίκη γίνεται ελεύθερα από το δικαστήριο στο πλαίσιο του ανακριτικού συστήματος, όπως προβλέπεται ρητά στις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 10 εδάφ.
α' και 20 παρ. 8 ν. 28882/2001 (Α.Π. 209/2019). Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 49/2015, ΑΠ 1047/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 εδάφ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα για την αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου και της εντός αυτού γεωτρήσεως και, συνακόλουθα, για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεώς τους και ιδιαίτερης αποζημιώσεως για την εναπομείνασα, μετά την απότμηση του απαλλοτριωθέντος τμήματος, εδαφική έκταση, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του, τις προαναφερόμενες δύο εκθέσεις εκτιμήσεως:
α) του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών και β) της ανεξάρτητης πιστοποιημένης εκτιμήτριας Γ., οι οποίες, όμως, για τις αιτίες που εκτέθηκαν στην αρχική σκέψη της παρούσας, κατά την έρευνα των πρώτου και τετάρτου λόγων της αναιρέσεως, είναι εσφαλμένες. Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, διότι, και με την εκδοχή ότι αληθεύουν οι ισχυρισμοί που τον θεμελιώνουν, το δικαστήριο της ουσίας μπορούσε να λάβει υπόψη τις εκθέσεις αυτές, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι ισχυρισμοί των αναιρεσειουσών για το απαράδεκτο των συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων (που αποτελούν συγχρόνως και στοιχεία της προδικασίας, κατ' άρθρ. 17 παρ. 3 ν. 2882/2001), προβλήθηκαν στο Εφετείο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αφού δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 74/2008, Α.Π. 1419/2007).
Κατά τα λοιπά, με τον ίδιο λόγο γίνεται επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., με την απλή αναφορά της διατάξεως αυτής, χωρίς, όμως, να εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που να τον στοιχειοθετούν. Επομένως, ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω μέρος του, είναι αόριστος. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός, κατά το συγκεκριμένο μέρος του, είναι αβάσιμος, καθ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις μαρτυρικές καταθέσεις και στα αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς να στηρίξει στα πιο πάνω έγγραφα (που αφορά ο αναιρετικός αυτός λόγος) αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το επί της ουσίας πόρισμά του.
Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος κατά την τέταρτη αιτίασή του, για το ΑΚΠ ... ακίνητο, ο τέταρτος λόγος κατά την δεύτερη αιτίασή του για το ίδιο ακίνητο, ο τέταρτος λόγος κατά την δεύτερη αιτίασή του για το ΑΚΠ ... ακίνητο και ο τέταρτος λόγος κατά την δεύτερη αιτίασή του για το ΑΚΠ ... ακίνητο, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 12 του Κ.Πολ.Δικ., χωρίς, όμως, στους λόγους αυτούς να προσδιορίζεται ποια αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας και σε ποιο επακριβώς αποδεικτικό μέσο, αλλά εξαντλούνται στην αναφορά της υπόψη διατάξεως (ΑΠ 1491/2009, ΑΠ 1645/2007), είναι αόριστοι και απορριπτέοι.
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ.
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττομένη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Α.Π.
Ολομ. 15/2000, Α.Π. 403/2019, Α.Π. 209/2019, Α.Π. 1059/2017, Α.Π. 841/2017, Α.Π. 386/2017). Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.
Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος, 13 και 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, 189 του Κ.Πολ.Δικ. και 100 επ. του Κώδικα Δικηγόρων, συνάγεται ότι η αμοιβή την οποία καταβάλλει ο δικαιούχος της αποζημιώσεως που οφείλεται από απαλλοτρίωση στον δικηγόρο του για την σύνταξη αιτήσεως, ανταιτήσεως, κυρίας παρεμβάσεως ή προτάσεων, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη της αποζημιώσεως, αποτελεί παρακολούθημα της αποζημιώσεως, προσαυξάνει το ποσό της, βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή αυτής (αποζημιώσεως) και πρέπει να επιδικάζεται σε βάρος του τελευταίου και να περιέρχεται στον δικαιούχο, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημιώσεως (ολ.Α.Π. 17/2000, Α.Π. 502/2005).
Επίσης, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 του Συντάγματος, 1, 2 παρ. 1 περ. α', 3, 19 παρ. 1 του Ν. 2859/2000, 62 παρ. 3 του Ν. 3842/2010, σύμφωνα με την οποία δεν απαλλάσσεται πλέον του Φ.Π.Α. η παροχή υπηρεσιών από δικηγόρους και 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, προκύπτει ότι ο ανωτέρω φόρος προστιθέμενης αξίας επιρρίπτεται από τον κατά νόμο υπόχρεο σε βάρος του αντισυμβαλλομένου του, ήτοι, στην προκειμένη περίπτωση, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο που παρέχει τις υπηρεσίες του στον δικαιούχο της αποζημιώσεως, δηλαδή στον εντολέα του και δικαιούχο της αποζημιώσεως, επιπρόσθετα δε ότι βαρυνόμενος κατά νόμο με την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημιώσεως είναι ο υπόχρεος σε αποζημίωση, ο οποίος υποχρεούται, συνεπώς, να καταβάλει και τον αναλογούντα επί της ως άνω αμοιβής Φ.Π.Α., άλλως θίγεται η πληρότητα της καταβαλλόμενης αποζημιώσεως και φαλκιδεύεται αυτή, κατά παράβαση της συνταγματικής επιταγής περί καταβολής πλήρους αποζημιώσεως (Α.Π. 1681/2018, Α.Π. 1175/2015, Α.Π. 844/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τους επιγραφόμενους ως 1ο και 4ο λόγους αναιρέσεως και με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 18 παρ. 4 Ν. 2882/2001, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 6 ΕΣΔΑ, 17 παρ. 1 και 25 παρ. 1 Συντάγματος και 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001, αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι παραβίασε τις διατάξεις αυτές με το να μην επιδικάσει τον αναλογούντα φόρο προστιθέμενης αξίας στην επιδικασθείσα δικηγορική αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, υποπίπτοντας έτσι στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1, 12, 17 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. (αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.).
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι (άρθρο 562 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ.), δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τον θεμελιωτικό των λόγων αυτών ισχυρισμό δεν είχαν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε είχε υποβληθεί σχετικό αίτημα. Ειδικότερα, αίτημα περί επιδικάσεως του αναλογούντος φόρου προστιθέμενης αξίας στην δικηγορική αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των τότε αιτουσών και ήδη αναιρεσειουσών δεν είχε υποβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της με αριθμό καταθέσεως 25/2012 αιτήσεώς τους και των προτάσεών τους.
Κατ' ακολουθίαν, εφόσον το ως άνω αίτημα υποβάλλεται για πρώτη φορά, ενώπιον του Αρείου Πάγου, χωρίς να συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στην προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. εξαιρέσεις, οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι, κατά τα προεκτεθέντα (Α.Π. 209/2019, Α.Π. 875/2019, Α.Π. 1681/2018, Α.Π. 1615/2017, πρβλ.
Α.Π. 78/2018). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
Τέλος, δεν πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσειουσών, που ηττήθηκαν (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.) δικαστική δαπάνη υπέρ του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, διότι, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, αυτό (αναιρεσίβλητο) παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις, ούτε υπέβαλε σχετικό αίτημα περί επιδικάσεως δικαστικής δαπάνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.7.2015 και με αριθμό καταθέσεως 34/2015 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 154/2014 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τις αναιρεσείουσες για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ