Legislator Case Law & Legislation
757/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to inadmissibility of evidence distortion claim lacking full document content.

Case Number 757/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against final judgments regarding corporate disputes. The appellant alleged the lower court distorted the content of a shareholders' meeting resolution, but the court found the claim inadmissible because the full text of the document was not submitted. Consequently, the court ruled that without the complete document, it could not verify whether a diagnostic error occurred, leading to the rejection of the appeal and the award of costs to the appellees.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging distortion of evidence is inadmissible if the full content of the document is not provided, preventing the court from verifying a diagnostic error.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal evidence distortion diagnostic error shareholders meeting code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 2 of Law 2190/1920

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 757 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 757/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Ζ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Βγενόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Χ. Ζ. του Ι., 3) Ι. Ζ. του Χ., 4) Π. Ζ. του Χ.άμπους, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μάρκου και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6/12/2013, 24/3/2014 και 8/4/2014 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 107/2019 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/9/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 27-9-2020 (30/2-10-2020) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 107/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, συμπροσβαλλομένης και της 22/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, με την οποία απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι α) από 6-12-2013 (74/11-12-2013), β) από 24-3-2014 (17/26-3-2014) και γ) από 8-4-2014 (18/10-4-2014) αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων.

Η αίτηση αναίρεσης καθ' ο μέρος στρέφεται κατά της ως άνω τελεσίδικης απόφασης, με την οποία περατώθηκε η δίκη επί των ως άνω αγωγών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Αντίθετα, η αίτηση αναίρεσης, καθ' ο μέρος στρέφεται κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία ενσωματώθηκε με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη τοιαύτη, είναι απαράδεκτη, καθόσον δεν προκύπτει ότι κατατέθηκε και στη γραμματεία του εκδόσαντος αυτήν Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ.).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ.1 περ. ε', 8, 8β, 12, 13, 14, 18 παρ. 4, 24 παρ. 2, 34, 35β παρ. 2, 35γ', 39 και 40 του ν. 2190/1920 προκύπτει ότι στην ανώνυμη εταιρεία, η οποία, ως κεφαλαιουχική ένωση, στηρίζεται στην περιουσιακή συμβολή των εταίρων, ο εταιρικός δεσμός εκφράζεται με τη μετοχή. Η μετοχική σχέση αρχίζει να υφίσταται και μπορεί να μεταβιβαστεί, αφότου η εταιρεία αποκτήσει νομική προσωπικότητα και όχι από την έκδοση των μετοχών, δεδομένου ότι η έκδοση των τίτλων έχει δηλωτικό χαρακτήρα.

Στην περίπτωση, κατά την οποία η μετοχική σχέση δεν είναι ενσωματωμένη σε έγγραφο (αξιόγραφο), μπορεί να μεταβιβαστεί με πράξη εν ζωή ή αιτία θανάτου, ως σύνολο δικαιωμάτων, σύμφωνα με τις κοινές διατάξεις του αστικού δικαίου και όχι με εκείνες που διέπουν τα αξιόγραφα και την ανώνυμη εταιρεία. Ειδικότερα, η εν ζωή μεταβίβαση της μετοχής, ως συνόλου δικαιωμάτων, γίνεται με τις διατάξεις των άρθρων 455 επ.

του Α.Κ. περί εκχώρησης απαίτησης και, συνεπώς, κατά τα άρθρα 460 - 462 του ίδιου Κώδικα, μετά την αναγγελία της μεταβίβασης της μετοχής στην εταιρεία από εκείνον, στον οποίο έγινε η μεταβίβαση (εκδοχέα) ή από το μεταβιβάσαντα (εκχωρητή), αποκόπτεται κάθε δεσμός του τελευταίου προς την εταιρεία και η μεταβιβασθείσα μετοχή αποκτάται από εκείνον, προς τον οποίο έγινε η μεταβίβαση, που δικαιούται έκτοτε να ασκεί τα δικαιώματα αυτά (Α.Π. 528/2014, Α.Π. 2185/2007).

Κατά το άρθρο 35γ` του ν. 2190/1920, που φέρει τον τίτλο "Ανυπόστατες αποφάσεις" ορίζεται ότι: "§1. Οι διατάξεις των άρθρων 35α και 35β δεν εφαρμόζονται στις ανυπόστατες αποφάσεις. §2. Μια απόφαση είναι ανυπόστατη όταν λαμβάνεται με τις ψήφους προσώπων τα οποία: α) δεν είχαν μετοχική ιδιότητα, ή β) είχαν αρυσθεί το δικαίωμα ψήφου από πρόσωπα που δεν είχαν μετοχική ιδιότητα".

Οι προαναφερθείσες διατάξεις παρατίθενται, όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 42-44 του ν. 3604/2007, με τον οποίο αναμορφώθηκε το καθεστώς της ακυρότητας και της ακυρωσίας των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης ανώνυμης εταιρείας, ενώ παράλληλα και, για πρώτη φορά, έγινε ρύθμιση για τις ανυπόστατες αποφάσεις.

Από την τελευταία αυτή διάταξη, προκύπτει ότι η ανυπόστατη απόφαση δεν φέρει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα απόφασης της γενικής συνέλευσης. Είναι, δηλαδή, νομικά ανύπαρκτη και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεραπευθεί και δεν απαιτείται, για το σκοπό αυτό, η έκδοση διαπλαστικής δικαστικής απόφασης, όπως συμβαίνει με τις άκυρες και τις ακυρώσιμες αποφάσεις, οι οποίες είναι υποστατές.

Για τη θεμελίωση του ανυπόστατου δεν αρκεί απλώς η ψηφοφορία στη συνέλευση προσώπων μη νομιμοποιούμενων ως μετόχων ή αρυόντων το δικαίωμα ψήφου από άτομα που δεν είχαν τη μετοχική ιδιότητα, αλλά η επίτευξη πλειοψηφίας με προσμέτρηση σ' αυτήν της ψήφου των μη νομιμοποιούμενων προσώπων (Α.Π. 547/2019, Α.Π. 1259/2018, Α.Π. 1340/2017, Α.Π. 1329/2014).

Κατά το άρθρο 1 του αναπτυξιακού ν.δ. 1297/1972 "περί παροχής φορολογικών κινήτρων διά την συγχώνευσιν ή μετατροπήν επιχειρήσεων ή μετατροπήν επιχειρήσεων προς δημιουργίαν μεγάλων οικονομικών μονάδων", οι διατάξεις του εν λόγω ν.δ. εφαρμόζονται, μεταξύ άλλων και επί συγχωνεύσεως ή μετατροπής επιχειρήσεων οποιαδήποτε μορφής σε ανώνυμη εταιρεία ή προς το σκοπό ιδρύσεως ανώνυμης εταιρείας, υπό την προϋπόθεση ότι η συγχώνευση ή η μετατροπή θα τελειωθεί μέχρι και την 31-12-1975, προθεσμία, η οποία παρατάθηκε διαδοχικά και, ειδικότερα, μέχρι 31-12-1991, με το άρθρο 1 της κυρωθείσας με το άρθρο 11 της 1839/1989 Ε.2665/84/22-2-1988 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και περαιτέρω, με νεότερα νομοθετήματα, τελικά δε μέχρι τις 30-12-2008, με το άρθρο 25 του ν. 3427/2005.

Με τις διατάξεις 2 και 3 του ως άνω ν. δ/τος, παρέχονται φορολογικές απαλλαγές και διευκολύνσεις, μεταξύ των οποίων και απαλλαγή από το φόρο μεταβιβάσεως των ακινήτων που εισφέρονται στη συγχωνεύουσα ή συνιστώμενη εταιρεία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 του ίδιου ν.δ/τος, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ. 7 του ν. 1731/1987, προϋπόθεση εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1, 2 και 3 είναι, μεταξύ άλλων "β) ότι, στις περιπτώσεις μετατροπής ατομικής επιχείρησης ή προσωπικής εταιρίας ή εταιρίας περιορισμένης ευθύνης σε ανώνυμη εταιρία ή συγχώνευση αυτών με ανώνυμη εταιρία, οι μετοχές της ανώνυμης εταιρίας, που αντιστοιχούν στην αξία του εισφερόμενου κεφαλαίου, θα είναι υποχρεωτικά ονομαστικές στο σύνολό τους και μη μεταβιβάσιμες κατά ποσοστό 75% του συνόλου τους για μια πενταετία από το χρόνο της συγχώνευσης ή μετατροπής...".

Τέλος, κατά το άρθρο 6 του ίδιου ν. δ/τος, σε περίπτωση μη τηρήσεως των προϋποθέσεων των άρθρων 3 και 4, αίρονται οι παρεχόμενες απαλλαγές ή διευκολύνσεις (ΣτΕ 1240/2008). Με το λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ελέγχεται η τυχόν ευθεία παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κανόνων, που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις και δη την κτήση, αλλοίωση ή κατάργηση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους.

Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχεται αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμω βάσιμη ή απορρίφθηκε, με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου περί του περιεχομένου της αγωγής ή του ισχυρισμού των διαδίκων, ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν, με βάση τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.Α.Π. 28/1998, Α.Π. 677/2021, Α.Π. 99/2020, Α.Π. 1292/2010).

Στην περίπτωση αυτή, η ως άνω αναιρετική πλημμέλεια πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία στηρίζει το συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού, αφού η έλλειψη μείζονος προτάσεως στην απόφαση και πολύ περισσότερο εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την έννοια της διάταξης ουσιαστικού νόμου και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεν ιδρύουν αυτές και μόνο λόγο αναίρεσης, αν δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του, διότι το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζουν οι νομικές αναλύσεις αλλά οι ουσιαστικές παραδοχές, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση.

Για το ορισμένο του συγκεκριμένου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο (ή στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων): α) ο κανόνας δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ο αριθμός του νόμου και το άρθρο του, β) το συγκεκριμένο ερμηνευτικό σφάλμα ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, στο οποίο, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας, γ) η επίδραση του σφάλματος στο διατακτικό της απόφασης.

Επιπλέον, αν η αγωγή ή η ένσταση κ.λ.π. εσφαλμένα απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη ή απαράδεκτη ή αντιστρόφως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο με πληρότητα το περιεχόμενό της, καθώς και ποιο περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει, δ) αν η υπόθεση κρίθηκε κατ' ουσίαν πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, αφού μόνο, βάσει των παραδοχών του, μπορεί να κριθεί αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.

Κατά την ως άνω διάταξη, αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στην σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως.

Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας κατά τρόπο, ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων (Α.Π. 10/2021, Α.Π. 1324/2018). Η διαπίστωση του δικαστηρίου της ουσίας, για την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως, μπορεί, είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητά, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα, όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλόμενων, προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. (Α.Π. 1531/2017, Α.Π. 25/2016, Α.Π. 441/2015).

Έμμεση διαπίστωση υπάρχει και όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, στο συσχετισμό των όρων της, καταφεύγοντας για το σχηματισμό της κρίσης του για τη μορφή και το περιεχόμενο της, σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία εκτός αυτής ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (Α.Π. 252/2016, Α.Π. 441/2015). Το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τα άνω, τη δήλωση βουλήσεως, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και να εξειδικεύσει τις αρχές αυτές, ούτε δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (Α.Π. 934/2014, Α..Π 211/2011) και δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί μόνο στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αρυσθεί και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους (Α.Π. 315/2016, Α.Π. 934/2014, Α.Π. 737/2001).

Η εκτίμηση του περιεχομένου και της έννοιας της δικαιοπραξίας είναι ζήτημα πραγματικό ως και η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη ή μη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στη διατύπωσή της, έστω και έμμεσα εκφερόμενη, ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 738/2018, Α.Π. 1597/2017), εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις.

Οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες, παραβιάζονται, και ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση και την παραδοχή, έστω και έμμεσα, της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς για την συμπλήρωση ή ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως των συμβαλλομένων, ώστε να αναζητήσει την αληθινή βούληση αυτών (Ολ.Α.Π. 26/2004, Α.Π. 315/2016, Α.Π. 934/2014, Α..Π 604/2011), είτε όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της σύμβασης, καίτοι δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η σύμβαση είναι πλήρης ή σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους ή όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Α.Π. 1003/2019, Α.Π. 1324/2018, Α.Π. 704/2018, Α.Π. 1000/2017), ως κριτήρια συμπεριφοράς που επιβάλλεται κατά τις συναλλαγές, κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου (Α.Π. 1360/2017, Α.Π. 495/2013).

Όταν όμως η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενο της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες (Α.Π. 45/2019, Α.Π. 366/2018, Α.Π. 1420/2013). Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται, όμως, και εκ πλαγίου, στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με σαφήνεια και πληρότητα, όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (Ολ.Α.Π. 26/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως ή, όταν στην απόφαση, δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει, αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία, ωστόσο, το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει, οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1324/2018, Α.Π. 1360/2017, Α.Π. 1093/ 2011).

Κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην μπορεί να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο αν συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν οι όροι εκείνης που εφαρμόστηκε. Ιδρύεται, επίσης, ο λόγος αυτό, όταν η διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ενδοιαστική, που ισοδυναμεί εννοιολογικώς με ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας δεν διατυπώνει στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού σαφή δικανική πεποίθηση, με συνέπεια το αποδεικτικό πόρισμα να μην είναι αναμφισβήτητο (Ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 287/2019, Α.Π. 502/2018, Α.Π. 724/2016). Ο λόγος αυτός δεν θεμελιώνεται αν ο ισχυρισμός, για τον οποίο προβάλλεται ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα αιτιολογιών, δεν προτάθηκε παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη (Α.Π. 235/2014, Α.Π. 2186/2007).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Ο. Ι. Ζ. και Δ. συζ. Ι. Ζ. συνέστησαν με την υπ' αριθμ. .../21-1-1989 πράξη του συμβολαιογράφου Ζακύνθου, Ι. Ζ., ανώνυμη εταιρεία (δια μετατροπής άλλως εισφοράς της ατομικής επιχείρησης που ο πρώτος συμβαλλόμενος διατηρούσε) με την επωνυμία "...", με το διακριτικό τίτλο "...."...

Σύμφωνα με το άρθρο 5 του καταστατικού το μετοχικό κεφάλαιο ορίστηκε στο ποσό των 35.010.000 δρχ., διαιρούμενο σε 35.010 μετοχές, ονομαστικής αξίας 1.000 δρχ. εκάστη, καλυπτόμενο, σύμφωνα με το άρθρο 6 του καταστατικού από τον Ι. Ζ. κατά 26.257 μετοχές και από τη Δ. Ζ. κατά 8.753 μετοχές, ονομαστικής αξίας 1.000 δρχ. η καθεμία, οριζόμενες και εφ' όσον υπαχθεί η επένδυση στον αναπτυξιακό νόμο σύμφωνα με το ν. 1262/83 ονομαστικές και αμεταβίβαστες για μια δεκαετία και σύμφωνα με το άρθρο 34 του καταστατικού αμεταβίβαστες για μια πενταετία από την έγκριση του παρόντος, σύμφωνα με το ΝΔ 1297/72.

Με την από 20-12-1994 απόφαση της καθολικής έκτακτης γενικής συνέλευσης της ανωτέρω εταιρίας... αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά το ποσό των 30.000.000 δρχ., με έκδοση 30.000 μετοχών νέων ανώνυμων, ονομαστικής αξίας 1.000 δρχ. εκάστης, καλυπτόμενο από τον Ι. Ζ. κατά 10.000 μετοχές, από τη Δ. Ζ. κατά 10.000 μετοχές και από τον ίδιο (ενάγοντα) κατά 10.000 μετοχές, με συνέπεια το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας να ανέρχεται πλέον στο ποσό των 65.010.000 δρχ., διαιρούμενο σε 65.010 μετοχές, ονομαστικής αξίας 1.000 δρχ., που έχουν αναληφθεί και κατέχονται από τον Ι.

Ζ. κατά 36.257 μετοχές, από τη Δ. Ζ. κατά 18.753 μετοχές και από τον ίδιο (ενάγοντα) κατά 10.000 μετοχές και τροποποίηση του καταστατικού. Ο Ι. Ζ. και η Δ. Ζ., με το από 22.12.1997 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασης ανώνυμων μετοχών ανώνυμης εταιρίας..., μεταβίβασαν και παρέδωσαν την ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας την επικαρπία των μετοχών τους, ως ακολούθως, ο μεν πρώτος Ι.

Ζ.: 1) κατά ψιλή κυριότητα 15.000 μετοχές στον εγγονό του Ι. Ζ. του Χ. (3ο εναγόμενο της υπό στοιχείο β' αγωγής), 2) κατά ψιλή κυριότητα 15.000 μετοχές στον εγγονό του Π. Ζ. του Χ. (4ο εναγόμενο της β' αγωγής) και 3) κατά ψιλή κυριότητα 6.257 μετοχές στην εγγονή του Δ. Ζ. του Ε., η δε δεύτερη, Δ. Ζ.: 1) κατά ψιλή κυριότητα 6.670 μετοχές στον εγγονό της Ι.

Ζ. του Χ...., 2) κατά ψιλή κυριότητα 6.670 μετοχές στον εγγονό της Π. Ζ. του Χ.... και 3) κατά ψιλή κυριότητα 5.413 μετοχές στην εγγονή της Δ. Ζ. του Ε., οριζομένου ότι η επικαρπία των ανωτέρω μετοχών θα περιερχόταν στον ψιλό κύριο αυτών μετά τον θάνατο κατά σειρά των επικαρπωτών, Ι. Ζ., Δ. Ζ. και του πατρός των ψιλών κυρίων.

Σημειώνεται ότι στο ανωτέρω συμφωνητικό το μεν πρώτον συμβλήθηκαν και οι Χ. και Ε. Ζ...., τέκνα του Ι. και της Δ. Ζ., τόσο για τον εαυτό τους ατομικά όσο και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους, το δε δεύτερο οι 35.010 μετοχές, ονομαστικής αξίας 1.000 δραχμών εκάστη είναι ήδη ανώνυμες και ελευθέρως μεταβιβαστές, καθόσον η επένδυση του ξενοδοχείου δεν υπήχθη στις διατάξεις του Ν. 1262/1982...

και από την έγκριση της εταιρίας, 20.4.1990, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του ανωτέρω καταστατικού από τους μετόχους παρήλθε χρόνος πέραν της πενταετίας... Με την από 30.6.2000 απόφαση της γενικής συνέλευσης της ανωτέρω εταιρίας..., που συγκροτήθηκε νόμιμα, λόγω καθολικής απαρτίας..., αφού παρευρέθηκαν οι Ι. Ζ., επικαρπιούχος, που εκπροσωπεί τους Ι.

Ζ., Π. Ζ. και Δ. Ζ.... και Δ. Ζ., επικαρπιούχος που εκπροσωπεί τους Ι. Ζ., Π. Ζ. και Δ. Ζ.... και Ε. Ζ., κύριος μέτοχος 10.000 μετοχών, αποφασίστηκε η έγκριση ισολογισμού και οικονομικών καταστάσεων χρήσης 1999... εκλέχθηκε το νέο διοικητικό συμβούλιο, αποτελούμενο από τους Ι. Ζ., Χ. Ζ. και Ι. Ζ.. Στις 8-5-2003 απεβίωσε η Δ. Ζ.. Με την από 2.7.2004 απόφαση της φερόμενης καθολικής έκτακτης γενικής συνέλευσης που καταχωρίστηκε με αριθμό 27/2-7-2004 στο βιβλίο πρακτικών, με σύγκληση μετά από πρόσκληση του διοικητικού συμβουλίου χωρίς διατυπώσεις δημοσιότητας, αποφασίστηκε ότι το κεφάλαιο ανήλθε σε 190.479 ευρώ και η αξία εκάστης μετοχής σε 2,93 ευρώ καθώς και η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά ποσό 4.550,70 ευρώ με την αύξηση της ονομαστικής αξίας εκάστης μετοχής σε 3 ευρώ, ανερχόμενο πλέον το κεφάλαιο στο ποσό των 195.030 ευρώ, διαιρεμένο σε 65.010 ανώνυμες μετοχές, ονομαστικής αξίας 3 ευρώ καθώς και η τροποποίηση των άρθρων 5 και 34 του καταστατικού...

ο δε Ι. Ζ. διέθετε 36.257 ανώνυμες μετοχές, ο Ε. Ζ. (ενάγων) 15.413 μετοχές και ο Χ. Ζ. (2ος εναγόμενος στην υπό στοιχείο β' αγωγής) 13.340 μετοχές... Με την από 30.6.2005 απόφαση της γενικής συνέλευσης της ανωτέρω εταιρίας... με σύγκληση μετά από πρόσκληση του διοικητικού συμβουλίου χωρίς διατυπώσεις δημοσιότητας, λόγω καθολικής απαρτίας, αφού παρευρέθηκαν οι Χ.

Ζ. εκπροσωπών 13.340 μετοχές, Ε. Ζ. εκπροσωπών 15.413 μετοχές και Ι. Ζ. εκπροσωπών 36.257 μετοχές... εκλέχθηκε νέο διοικητικό συμβούλιο, αποτελούμενο από τους Ι. Ζ., Χ. Ζ. και Ι. Μ.. Μετά το θάνατο των Δ. και Ι. Ζ., την 8-5-2003 και 19-1-2006, αντίστοιχα και σύμφωνα με το από 22.12.1997 ιδιωτικό συμφωνητικό, ο Ι. Ζ. του Χ. (3ος εναγόμενος της υπό στοιχείο β' αγωγής) κατέστη ψιλός κύριος 21.670 μετοχών με επικαρπωτή τον Χ.

Ζ. (2ο εναγόμενο της υπό στοιχείο β' αγωγής), ο Π. Ζ. του Χ. (4ος εναγόμενος της υπό στοιχείο β' αγωγής) ψιλός κύριος 21.670 μετοχών με επικαρπωτή τον Χ. Ζ...., η Δ. Ζ. του Ε. ψιλή κυρία 11.670 μετοχών με επικαρπωτή τον Ε. Ζ. (ενάγοντα) και ο τελευταίος κύριος 10.000 μετοχών. Με την από 30-12-2010 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης της ανωτέρω εταιρίας που φέρεται ότι συγκλήθηκε νόμιμα, χωρίς την προβλεπόμενη από το νόμο και το καταστατικό δημοσίευση πρόσκλησης στις εφημερίδες, καθόσον διαπιστώνεται ότι παρίστανται αυτοπροσώπως όλοι οι μέτοχοι...

αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 140.304,00 ευρώ, το οποίο ανήλθε στο ποσό των 335.334,00 ευρώ, που κατανεμήθηκε σε 111.778 ανώνυμες μετοχές, εκ των οποίων ο Ι. Ζ. του Χ.... ανέλαβε 26.083 με σύνολο 62.340 μετοχές, ο Χ. Ζ. του Ι.... 9.597 με σύνολο 22.937 μετοχές και ο Ε. Ζ. 11.088 με σύνολο 26.501 μετοχές και η τροποποίηση του άρθρου 5 του καταστατικού.

Με την από 30.6.2011 απόφαση της τακτικής γενικής συνέλευσης που φέρεται ότι συγκλήθηκε νόμιμα, χωρίς την προβλεπόμενη ααπό το νόμο και το καταστατικό δημοσίευση πρόσκλησης στις εφημερίδες, καθόσον διαπιστώνεται ότι παρίστανται αυτοπροσώπως όλοι οι μέτοχοι... εγκρίθηκαν οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της χρήσεως 1.1.2010 έως 31.12.210, απαλλάχθηκαν τα μέλη του ΔΣ και οι ελεγκτές από κάθε ευθύνη αποζημίωσης για την χρήση 2010 και εκλέχθηκαν οι ελεγκτές 2011 και το νέο διοικητικό συμβούλιο απαρτιζόμενο από τους Χ.

Ζ., Π. Ζ. και Ι. Μ. με θητεία μέχρι 30.6.2017... Ο τελευταίος όμως, με την από 20.8.2013 επιστολή του... παραιτήθηκε. Με την με αριθμ. 7/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ζακύνθου... ορίστηκε προσωρινό διοικητικό συμβούλιο, αποτελούμενο από τους Χ. Ζ., Μ. Λ. και Ι. Μ., με την εξουσιοδότηση, αφού συγκροτηθούν σε σώμα, να συγκαλέσουν γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρίας, προκειμένου, μέσα σε προθεσμία 2 μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης, να εκλεγεί η διοίκηση της εταιρίας και να επιμεληθούν των υποθέσεων της εταιρίας με επείγοντα χαρακτήρα...

Με την με αριθμ. 13/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ζακύνθου... ορίστηκε προσωρινό διοικητικό συμβούλιο, αποτελούμενο από τους Χ. Ζ., Κ. Χ., Ι. Ζ., Μ. Λ. και Δ. Γ.... Με το από 21.11.2013 πρακτικό συνεδριάσεως του προσωρινού διοικητικού συμβουλίου συνήλθε το προσωρινό διοικητικό συμβούλιο... και συγκροτήθηκε σε σώμα με τους Χ.

Ζ., Πρόεδρο, Κ. Χ., Αντιπρόεδρο, Ι. Ζ., Μ. Λ. και Δ. Γ., μέλη, διαρκείας μέχρι την ημερομηνία εκλογής οριστικού ΔΣ από την έκτακτη γενική συνέλευση. Επίσης, με το από 21.11.2013 πρακτικό συνεδριάσεως του προσωρινού διοικητικού συμβουλίου αποφασίστηκε η σύγκληση της έκτακτης γενικής συνέλευσης για εκλογή της διοίκησης της εταιρίας στις 16.12.2013...

και σε περίπτωση μη επίτευξης απαρτίας στις 27.12.2013... Με το από 12.12.2013 πρακτικό συνεδριάσεως του προσωρινού διοικητικού συμβουλίου και από μυστική ψηφοφορία αποδέχθηκε κατά πλειοψηφία... την πρόταση του Χ. Ζ. και καταρτίστηκε πίνακας των δικαιουμένων να συμμετάσχουν στη γενική συνέλευση της 16.12.2013 μετοχών ως εξής:

Χ. Ζ. 43.240 μετοχές κατ' επικαρπία, Χ. Ζ. 100 μετοχές κατ' επικαρπία, Π. Ζ. 15.589 μετοχές κατά πλήρη κυριότητα, Ι. Ζ. 15.589 μετοχές κατά πλήρη κυριότητα, Ε. Ζ. 11.670 μετοχές κατ' επικαρπία, Ε. Ζ. 17.194 μετοχές κατά πλήρη κυριότητα. Με την υπ' αριθμ. 30/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου... απορρίφθηκε η αίτηση του αιτούντος και νυν ενάγοντος να ανασταλεί η διενέργεια της από 16.12.2013 έκτακτης γενικής συνέλευσης.

Με το από 2.4.2014 πρακτικό συνεδρίασης του ανωτέρω προσωρινού διοικητικού συμβουλίου αποφασίστηκε κατά πλειοψηφία η σύγκληση γενικής συνέλευσης για την εκλογή διοικητικού συμβουλίου στις 25.4.2014... και σε περίπτωση μη επίτευξης απαρτίας στις 6.5.2014... Με την υπ' αριθμ. 88/2014 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου απορρίφθηκε η αίτηση του τότε αιτούντος και νυν ενάγοντος να ανασταλεί η εκτέλεση της από 2.4.2014 απόφασης του προσωρινού διοικητικού συμβουλίου για σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης την 25.4.2014...

με το από 18.7.2014 πρακτικό συνεδρίασης του προσωρινού διοικητικού συμβουλίου αποφασίστηκε κατά πλειοψηφία η σύγκληση γενικής συνέλευσης στις 12.8.2014 και ώρα 19.00. Με την από 12.8.2014 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης εκλέχθηκε κατά πλειοψηφία το νέο διοικητικό συμβούλιο... και με το από 21.8.2014 πρακτικό συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου συγκροτήθηκε σε σώμα και ορίστηκε ο τρόπος εκπροσώπησης και δέσμευσης της εταιρίας...

η ανωτέρω ανώνυμη εταιρία δεν εξέδωσε μετοχικούς τίτλους, χωρίς η ανυπαρξία αυτών... να συνεπάγεται ανυπαρξία μετοχικών δικαιωμάτων. Το γεγονός δε αυτό αιτιολογείται από τον προσωποπαγή και κλειστό χαρακτήρα της εταιρίας καθώς και από τις οικογενειακές σχέσεις μεταξύ των μετόχων, οι οποίες καθιστούσαν μη αναγκαία τη δήλωση της μετοχικής σχέσης με την έκδοση τίτλου μετοχών, αφού αυτή ήταν ήδη γνωστή στους μετόχους.

Με το από 22.12.1997 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβιβάστηκαν τα ανωτέρω μετοχικά δικαιώματα των Ι. και Δ. Ζ. στα εγγόνια αυτών, Ι., Π. Ζ. του Χ. και Δ. Ζ. του Ε. κατά ψιλή κυριότητα... ουδεμία αίρεση ή όρος προκύπτει που εξαρτά τη μεταβίβαση των ανωτέρω μετοχικών δικαιωμάτων από την εκπλήρωση των ανωτέρω υποχρεώσεων των τέκνων τους Χ....

και Ε.... Επομένως, με το από 22.12.1997 ιδιωτικό συμφωνητικό έλαβε χώρα δια συμβάσεως καταρτισθείσα... η μεταβίβαση των ανωτέρω μετοχικών δικαιωμάτων, λόγω μη έκδοσης μετοχών... κατά ψιλή κυριότητα, το οποίο (ιδιωτικό συμφωνητικό) παρά το γεγονός ότι δεν είχε θεωρηθεί από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. παράγει έννομα αποτελέσματα και δεν υπάρχει ακυρότητα αυτού.

Ουδεμία δε έννομη επιρροή ασκεί η μη αναφορά της λέξης 'εκχωρεί', αφού η εν ζωή μεταβίβαση της μετοχής ως συνόλου δικαιωμάτων..., γίνεται με τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. Α.Κ. περί εκχωρήσεως απαιτήσεως και συνεπώς, κατά τα άρθρα 460-462 Α.Κ., μετά την αναγγελία της μεταβίβασης της μετοχής στην εταιρία από εκείνον στον οποίο έγινε η μεταβίβαση (εκδοχέα) ή από τον μεταβιβάσαντα (εκχωρητή), πράγμα που συνέβη εν προκειμένω, αφού κατά τη σύνταξη και υπογραφή του ανωτέρω συμφωνητικού συμμετείχαν άπαντες οι κατέχοντες μετοχές της ανωτέρω εταιρίας και το τότε απαρτιζόμενο διοικητικό συμβούλιο αυτής ως όργανο εκπροσώπησής της.

Αφού δε έλαβε χώρα η ανωτέρω μεταβίβαση-εκχώρηση των μετοχικών δικαιωμάτων και η αναγγελία αυτής στην ανωτέρω ανώνυμη εταιρία δεν επήλθε μετά τον θάνατο των Δ. και Ι. Ζ. η εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή αυτών στα τέκνα τους Χ. και Ε.... και δεν απέκτησε ως εξ αδιαθέτου αυτών κληρονόμος 27.505 ονομαστικές μετοχές της ανωτέρω εταιρίας, που και αν ακόμη είχε επέλθει (εξ αδιαθέτου διαδοχή) θα καθίσταντο οι ανωτέρω εξ αδιαθέτου κοινωνοί των μετοχικών δικαιωμάτων και όχι σε μέρος αυτών κύριοι, η δε επίκληση κοινωνίας δικαιώματος με τον Δ4 λόγο έφεσης απαραδέκτως προβάλλεται στην κατ' έφεση δίκη, λόγω μεταβολής κατ' άρθρο 526 Κ.Πολ.Δ.

της βάσης της δεύτερης αγωγής ως κληρονόμος εξ αδιαθέτου 37.505 μετοχών. Μετά ταύτα, δεν υποχρεούται η εναγομένη ανώνυμη εταιρία να εκδώσει επ' ονόματί του τίτλους ονομαστικών μετοχών και να καταχωρήσει αυτούς στο Βιβλίο Μετόχων της ανωτέρω εταιρίας... η ανωτέρω ανώνυμη εταιρία δεν προέβη σε έκδοση μετοχών και δη σε ενσωμάτωση της μετοχικής σχέσης σε έγγραφο (αξιόγραφο), πλέον του ότι τηρείται από εκείνες τις ανώνυμες εταιρίες, των οποίων όλες ή μόνο μερικές από τις μετοχές τους είναι ονομαστικές και μόνο για τις μετοχές αυτές...

Η με το αρχικό καταστατικό συμμετοχή των Ι. Ζ. κατά 26.257 μετοχές και Δ. Ζ. κατά 8.753 μετοχές στην ανωτέρω εταιρία, ορισθείσες ως ονομαστικές και αμεταβίβαστες για μια δεκαετία, λόγω της ένταξης της ανωτέρω εταιρίας στον αναπτυξιακό νόμο και αμεταβίβαστες για μια πενταετία από την έγκρισή του, σύμφωνα με το ΝΔ 1297/1972, στις 20.4.1990 και με την επελθούσα αύξηση του κεφαλαίου της εταιρίας με την από 20.12.1994 απόφαση της καθολικής γενικής συνέλευσης κατέστησαν ανώνυμες, τόσο οι αρχικά εκδοθείσες ως ονομαστικές όσο και οι προκύψασες από την αύξηση κεφαλαίου μετοχές, επιτρεπόμενης της μετατροπής των ανωτέρω ονομαστικών σε ανώνυμες, διότι η ανωτέρω εταιρία δεν υπήχθη στον αναπτυξιακό νόμο...

και καμία δέσμευση δεν υπήρχε για την πενταετία ως τη διατήρηση αυτών ή μη ως ονομαστικών, παρά μόνο ως προς τη μεταβίβαση ή μη αυτών, η οποία και επήλθε με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό... αρκεί η συναίνεση των μετόχων, όπως εν προκειμένω και μόνο σε περίπτωση που δεν συμφωνούν απαιτείται καταστατική τροποποίηση.

Επιπλέον, με βάση την από 20.12.1994 απόφαση της γενικής συνέλευσης της ανωτέρω εταιρίας, που δημοσιεύθηκε στο με αριθμ. φύλλο 641/8-2-1995 ΦΕΚ ΤΑΕ, τροποποιουμένου του καταστατικού, λόγω αύξησης κεφαλαίου, γίνεται μνεία περί του ότι όλο το κεφάλαιο της εταιρίας, ποσού 65.10.000 δρχ., διαιρούμενο σε 65.010 μετοχές, σε συνδυασμό με την ερμηνεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 173 Α.Κ.

και το μετέπειτα ιδιωτικό συμφωνητικό ότι οι αρχικώς εκδοθείσες ονομαστικές μετοχές, για τις οποίες ουδέποτε εξεδόθη μετοχικός τίτλος, δια της ανωτέρω αποφάσεως, κατέστησαν ανώνυμες... Έτσι οι ανωτέρω ανώνυμες μετοχές μη εισηγμένες στο χρηματιστήριο και λόγω μη ενσωμάτωσης αυτών σε μετοχικό τίτλο, μετοχικά δικαιώματα μεταβιβάστηκαν δια εκχωρήσεως δια αναγγελίας...

στα ανωτέρω πρόσωπα-εγγόνια των Ι. και Δ. Ζ., κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατούμενη της επικαρπίας αρχικά για τους ίδιους και μετά το θάνατο αυτών για τα τέκνα τους και πατέρες των εγγονών τους, Χ. και Ε. Ζ.. Και ναι μεν με την εκχώρηση μεταβιβάζονται μόνο ενοχικές απαιτήσεις και όχι εμπράγματα δικαιώματα, αλλά εν προκειμένω πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 173 Α.Κ.

και το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό να θεωρηθεί ότι εκχωρήθηκε η απαίτηση των μετοχικών δικαιωμάτων και η αξίωση προς την ανωτέρω ανώνυμη εταιρία προς έκδοση τίτλων (μετοχών)... αποδείχθηκε ότι ο ενάγων... είχε αναθέσει περίπου εν λευκώ την διοίκηση και διαχείριση της εταιρίας στον αδελφό του Χ. και τον ανιψιό του Ι., οπότε και οι ανωτέρω δεν τον προσκαλούσαν να παρευρίσκεται στις τακτικές ή έκτακτες γενικές συνελεύσεις.

Κατά τη συνεδρίαση της 2.7.2004 φέρεται ότι συμμετείχαν... ο Ε. Ζ. (ενάγων)..., ο Χ. Ζ.... και ο Ι. Ζ. του Χ.... Πάντως, η επικαλούμενη από τον ενάγοντα μη διενέργεια αυτόκλητης καθολικής έκτακτης γενικής συνέλευσης δεν αποδεικνύεται από την έλλειψη υπογραφής των μετόχων στο πιο πάνω πρακτικό, στο οποίο πάντως γίνεται μνεία των ονομάτων όλων των μετόχων και των ποσοστών τους στο μετοχικό κεφάλαιο, καθόσον από το νόμο δεν απαιτείται η υπογραφή των μελών στο πρακτικό.

Η μη τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί, δεδομένου ότι... το ελάττωμα που δημιουργείται από τη μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών καλύπτεται, όταν στη συνέλευση παρευρίσκονται όλοι οι μέτοχοι και κανείς δεν αντιλέγει... στην ανωτέρω γενική συνέλευση δεν συμμετείχε ο ενάγων, ούτε αυτοπροσώπως, ούτε διά αντιπροσώπου ελλείψει εγγράφου περί τούτου και άρα ναι μεν δεν έλαβε χώρα αυτόκλητη καθολική γενική συνέλευση, ως αυτή φέρεται στα πρακτικά, αλλά έλαβε χώρα γενική συνέλευση, στην οποία συμμετείχε και ψήφισε ο Ι.

Ζ., ως έχων την πλειοψηφία των μετοχών της ανωνύμου εταιρίας και εξ αυτού δεν υφίσταται ανυπόστατη απόφαση, αλλά καθόλα έγκυρη, αφού οι άκυροι ψήφοι του μη μετόχου Χ. Ζ. ουδεμία επιρροή ασκούσαν για τον σχηματισμό της πλειοψηφίας... Και ναι μεν μπορεί για την ανωτέρω συνέλευση να μην τηρήθηκαν οι διατυπώσεις δημοσιότητας..., αλλά αυτό επάγεται την ακυρότητα αυτών και όχι το ανυπόστατο της λήψης των αποφάσεως..., παρελθούσης της ετήσιας προθεσμίας προς προσβολή αυτής.

Εν συνεχεία, κατά τη συνεδρίαση της 30.10.2010 φέρεται ότι συμμετείχαν... ο Ε. Ζ. (ενάγων), που αντιπροσωπεύει 15.413 μετοχές..., ο Χ. Ζ., που αντιπροσωπεύει 13.340 μετοχές και ο Ι. Ζ. του Χ. που αντιπροσωπεύει 36.257 μετοχές... στην ανωτέρω γενική συνέλευση δεν συμμετείχε ο ενάγων ούτε αυτοπροσώπως ούτε δι' αντιπροσώπου... και άρα δεν έλαβε χώρα αυτόκλητη καθολική γενική συνέλευση, ως αυτή φέρεται στο πρακτικό.

Επιπλέον, ναι μεν το δικαίωμα συμμετοχής και ψήφου... το έχει ο επικαρπωτής, μπορεί όμως να συμφωνηθεί και άλλως, πράγμα όμως που δεν αποδείχθηκε εν προκειμένω. Επομένως, η από 2.7.2004 απόφαση της γενικής συνέλευσης της ανωτέρω εταιρίας, κατά το χρόνο λήψης αυτής και υπό το προγενέστερο δίκαιο, δεν ήταν ανυπόστατη, αλλά άκυρη, παρελθούσης της ετήσιας προθεσμίας προς προσβολή αυτής.

Εν συνεχεία, κατά τη συνεδρίαση της από 30.10.2010, φέρεται ότι συμμετείχαν, όπως προαναφέρθηκε, ο Ε. Ζ. (ενάγων) που αντιπροσωπεύει 15.413 μετοχές..., ο Χ. Ζ. που αντιπροσωπεύει 13.340 μετοχές... ο Ι. Ζ. του Χ. που αντιπροσωπεύει 36.257 μετοχές... αποδείχθηκε ότι στην ανωτέρω γενική συνέλευση δεν συμμετείχε ο ενάγων ούτε αυτοπροσώπως ούτε δια αντιπροσώπου...

και άρα δεν έλαβε μέρος αυτόκλητη καθολική γενική συνέλευση, ως αυτή φέρεται στο πρακτικό... Περαιτέρω, κατά τη συνεδρίαση της από 30.6.2011 συμμετείχαν, χωρίς την προβλεπόμενη από το νόμο και το καταστατικό δημοσίευση της πρόσκλησης στις εφημερίδες, όλοι οι μέτοχοι αυτοπροσώπως, όπως προαναφέρθηκε, ο Ε. Ζ. (ενάγων), που αντιπροσωπεύει 26.501 μετοχές, ο Χ.

Ζ., που αντιπροσωπεύει 22.937 μετοχές και ο Ι. Ζ. του Χ. που αντιπροσωπεύει 62.340 μετοχές.... Αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείστηκε ότι στην ανωτέρω γενική συνέλευση δεν συμμετείχε ο ενάγων ούτε αυτοπροσώπως ούτε διά αντιπροσώπου... και άρα δεν έλαβε μέρος αυτόκλητη γενική συνέλευση... Επομένως, οι από 30.12.2010 και 30.6.2011 αποφάσεις της γενικής συνέλευσης της ανωτέρω εταιρίας, σύμφωνα με το άρθρο 35γ του ν. 2190/1920, όπως ισχύει από 8.8.2007...

μπορεί να μην είναι αυτόκλητες καθολικές γενικές συνελεύσεις, λόγω μη συμμετοχής του ενάγοντος... όμως δεν ήταν ανυπόστατες, αφού συμμετείχαν σ' αυτές και ψήφισαν ο μέτοχος Ι. Ζ. και ο αρύων δικαίωμα ψήφου από μέτοχο-Χ. Ζ., πλέον ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η συνεδρίαση των γενικών συνελεύσεων δεν έλαβαν πράγματι χώρα.

Επομένως, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου περί ανυποστάτου των ανωτέρω αποφάσεων και η προς την ασφάλεια των συναλλαγών του άρθρου 35γ ότι ανυπόστατη είναι η απόφαση, όταν όλοι όσοι ψήφισαν στη γενική συνέλευση δεν είχαν την ιδιότητα του μετόχου, ενώ, σε περίπτωση που ψήφισαν και πραγματικοί μέτοχοι η απόφαση είναι ακυρώσιμη...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την υπ' αυτού εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει κατ' ουσία τις αγωγές τούτου. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα με το να διαλάβει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή τα εξής:

Ότι: α) μετά το θάνατο των αρχικών μετόχων (Ι. και Δ. Ζ.)-εκχωρητών, δεν επήλθε εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή των μετοχικών δικαιωμάτων τους από τα τέκνα τους, ενάγοντα-αναιρεσείοντα και δεύτερο των εναγομένων, ήδη δεύτερο των αναιρεσιβλήτων. Οι αποφάσεις των από 2-7-2004, 30-12-2010 και 30-6-2011 γενικών συνελεύσεων των μετόχων της πρώτης εναγομένων και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων, στις οποίες δεν μετείχε ο ενάγων-αναιρεσείων και δεν είχε τηρηθεί η προβλεπόμενη από το νόμο και το καταστατικό δημοσίευση της πρόσκλησης στον τύπο, με συνέπεια να μην είναι αυτόκλητες καθολικές συνεδριάσεις, όπως φέρονται στα οικεία πρακτικά, μετείχαν όμως οι Ι.ς και Χ.

Ζ., και συνακόλουθα, οι σχετικές αποφάσεις να λήφθηκαν με την απαιτούμενη πλειοψηφία. γ) Εντεύθεν, οι αποφάσεις αυτές δεν είναι ανυπόστατες, αλλά ακυρώσιμες, πλην όμως, το ελάττωμα αυτό ιάθηκε, λόγω παρόδου της ενιαύσιας προθεσμίας, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε: α) τις περί εκχωρήσεως απαιτήσεως διατάξεις, δια των οποίων μεταβιβάστηκε νόμιμα το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας των ανωτέρω μετοχών, β) τις διατάξεις του αναπτυξιακού ν.δ. 1297/1972 και γ) τις διατάξεις του άρθρου 35γ' του ν. 2190/1920, περί ανυπόστατων αποφάσεων γενικών συνελεύσεων των μετόχων ανώνυμης εταιρείας, όπως ίσχυαν, κατά τους ανωτέρω κρίσιμους χρόνους και ορθώς υπήγαγε σ' αυτές τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Διέλαβε δε στην απόφασή του, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και άλματα, αιτιολογίες, που δικαιολογούν την εξαγωγή του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος. Συνακόλουθα, οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ήτοι της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των ανωτέρω περί μεταβιβάσεως των μετοχικών δικαιωμάτων διατάξεων καθώς και, των διατάξεων περί ανυπόστατων αποφάσεων των γενικών συνελεύσεων των μετόχων ανώνυμης εταιρείας, κρίνονται αβάσιμοι.

Περαιτέρω, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με το να δεχθεί ότι μόνη η πάροδος συγκεκριμένης χρονικής προθεσμίας καθιστά αυτοδικαίως ανώνυμες τις ονομαστικές μετοχές ανώνυμης εταιρείας, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε διάταξη κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και, εντεύθεν, απορριπτέος, λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο και μάλιστα ενάριθμα ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε, το συγκεκριμένο ερμηνευτικό και υπαγωγικό σφάλμα, στο οποίο, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, υπέπεσε το Εφετείο, καθώς και η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Και τούτο διότι από τις προπαρατιθέμενες παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η ανωνυμοποίηση των μετοχών της πρώτης των αναιρεσιβλήτων έλαβε χώρα μετά την από 20-12-1994 ομόφωνη απόφαση των μετόχων, δυνάμει της οποίας τροποποιήθηκε και το καταστατικό της πρώτης των αναιρεσιβλήτων.

Με το τρίτο σκέλος του ίδιου λόγου, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση (άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.) του άρθρου 173 του Α.Κ., την οποία, παρά το νόμο, εφάρμοσε το Εφετείο, προκειμένου να εκτιμήσει το περιεχόμενο της απόφασης, που έλαβε η από 20-12-1994 γενική συνέλευση των μετόχων της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, παρότι η απόφαση αυτή ήταν σαφής και δεν έχρηζε παντάπασι ερμηνείας.

Οι αιτιάσεις αυτές δεν ιδρύουν τις ανωτέρω αναιρετικές πλημμέλειες, καθόσον η εκτίμηση του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, ήτοι το αν αυτή είναι σαφής και δεν χρήζει ερμηνείας ή αν παρουσιάζει κενά ή αμφίβολα σημεία και χρήζει ερμηνείας, είναι ζήτημα πραγματικό και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Πρέπει, συνεπώς, ν' απορριφθεί το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτο, κατά τις λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τις οποίες ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο γιατί δέχθηκε μεν ότι είχε "εν λευκώ" εξουσιοδοτήσει το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, ενώ, συγχρόνως, (δέχθηκε) ότι, κατά νόμο, απαιτείται ρητή εξουσιοδότηση και πληρεξουσιότητα για την εκπροσώπησή του στις γενικές συνελεύσεις της εταιρείας, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της πλημμέλειας αυτής, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου επί των πραγματικών περιστατικών.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων και όχι διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, η κρίση για το παραδεκτό σημαίνει ότι η διαδικαστική πράξη παράγει διαδικαστικά αποτελέσματα και είναι προϋπόθεση για να κριθεί, στη συνέχεια, αυτή και ως προς τη βασιμότητά της (Α.Π. 236/2020, Α.Π. 95/2020).

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αποβλέπει στην εξασφάλιση της ομαλής εξέλιξης της διαδικασίας, ώστε να καθίσταται εφικτή η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των διαδίκων και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές, εφέσεις κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.

Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 1493/2011, Α.Π. 1383/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως απαράδεκτο τον υπό στοιχείο Δ4 λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος.

Ο λόγος, όμως, αυτός είναι αλυσιτελής και, εντεύθεν, αβάσιμος. Καθόσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο στήριξε το ανωτέρω πόρισμα στην αιτιολογία ότι είναι νόμιμη η μεταβίβαση-εκχώρηση των ένδικων μετοχικών δικαιωμάτων και ότι δεν εχώρησε, εντεύθεν, εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή επ' αυτών, μετά το θάνατο των αρχικών μετόχων - επικαρπωτών, κρίνοντας απορριπτέες τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος.

Η κρίση αυτή του Εφετείου στηρίζει επαρκώς το ανωτέρω διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, η δε πληττόμενη με τον παρόντα αναιρετικό λόγο αιτιολογία της ότι "και αν ακόμη είχε επέλθει (εξ αδιαθέτου διαδοχή) θα καθίσταντο οι ανωτέρω εξ αδιαιρέτου κοινωνοί των μετοχικών δικαιωμάτων και όχι σε μέρος αυτών κύριοι, η δε επίκληση κοινωνίας δικαιώματος με τον Δ4 λόγο έφεσης απαραδέκτως προβάλλεται στην κατ' έφεση δίκη, λόγω μεταβολής, κατ' άρθρο 526 Κ.Πολ.Δ.

της βάσης της δεύτερης αγωγής..." τέθηκε πλεοναστικώς, ήτοι επαλλήλως και επικουρικώς της πρώτης και δεν επιδρά στο διατακτικό της απόφασης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς, διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ.

του Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει και, κατά προφανή παρανόηση, δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως, δε, στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά, αναγιγνώσκοντας, το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή, σε αποδεικτική αξιολόγησή του και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.

Τούτο, δε, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 10/2021, Α.Π. 1071/2015, Α.Π. 825/2014). Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι ορισμένος (παραδεκτός), εφ` όσον στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως προσδιορίζονται (α το αληθινό (ακριβές) περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο φέρεται ότι παραμορφώθηκε, β) το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως το προσέδωσε η απόφαση, που προσβάλλεται, ώστε από τη σύγκριση, να μπορεί να διαπιστωθεί το διαγνωστικό λάθος της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, συνεπεία της παραμορφώσεως του εγγράφου (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 585/2020, Α.Π. 962/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα αποδίδεται παραμόρφωση του περιεχομένου της από 20-12-1994 γενικής συνέλευσης των μετόχων της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμης εταιρίας.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο δικόγραφο το πλήρες περιεχόμενο του εγγράφου τούτου, ώστε να ερευνηθεί αν, όντως, εχώρησε ή μη διαγνωστικό σφάλμα του Εφετείου, προκειμένου να κριθεί, εντεύθεν, η βασιμότητα του προβαλλόμενου αναιρετικού λόγου.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.), ο οποίος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους (άρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-9-2020 (30/2-10-2020) αίτηση του Ε. Ζ. του Ι. για αναίρεση της 107/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και της 22/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει, ενιαίως, στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ