Supreme Court partially allowed bank's appeal, overturning lower court's dismissal of claims due to statute of limitations. The court found the statute of limitations defense inadmissible as it was not raised in the first instance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the bank's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, overturning the dismissal of specific claims from the year 2000. The bank argued the lower court erred in applying the statute of limitations, while the defendant contended the claim was time-barred. The court ruled that the statute of limitations defense was inadmissible because it was not raised by the defendant during the initial proceedings, making it impossible to examine for the first time on appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; The defense of statute of limitations is inadmissible if not raised in the first instance, preventing its examination for the first time on appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 962 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 962/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε", πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε" και αυτής ως καθολικής διαδόχου της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη και της τρίτης από την δεύτερη, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ελέσα Μπακατσέλου.
Του αναιρεσίβλητου: Α. Θ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπάλλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Νοεμβρίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 6668/2006 απόφασή του. Ακολούθως η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 7588/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία όμως αναιρέθηκε με την υπ' αριθ. 30/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο αυτό Εφετείο Αθηνών, που εξέδωσε την υπ' αριθ. 3123/2010 απόφασή του. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ήδη η αναιρεσείουσα με την από 9 Νοεμβρίου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 7 Μαρτίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 3123/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της ίδιας αίτησης.
Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 3123/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μετά την υπ' αριθ. 30/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την υπ' αριθ. 7588/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή είχε απορριφθεί από ουσιαστικής πλευράς η από 13.12.2005 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου και είχε επικυρωθεί η υπ' αριθ. 6668/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την από 28.11.2002 αγωγή της εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε." και υποχρέωσε τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει νομιμοτόκως στην αναιρεσείουσα, που απορρόφησε στη συνέχεια την αρχική ενάγουσα, η οποία προηγουμένως είχε απορροφήσει την εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.
ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", το ποσό των 155.701,06 ευρώ ως οφειλόμενο απ' αυτόν υπόλοιπο του χρηματιστηριακού λογαριασμού που τηρήθηκε στο πλαίσιο της σύμβασης παραγγελίας του προς την εταιρεία αυτή για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών για λογαριασμό του. Ήδη μετά την αναίρεση της ως άνω εφετειακής απόφασης η από 13.12.2005 έφεση του αναιρεσιβλήτου έγινε δεκτή τυπικά και ουσιαστικά με τη μεταγενέστερη και ήδη αναιρεσιβαλλόμενη εφετειακή απόφαση και αφού εξαφανίστηκε μ' αυτή η πρωτόδικη απόφαση, απορρίφθηκε ακολούθως η ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
2. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 15§6 του ν. 3632/1928, που δεν καταργήθηκε με το άρθρ. 17 του ΕισΝΑΚ, κάθε αξίωση που πηγάζει από χρηματιστηριακή συναλλαγή παραγράφεται μετά πάροδο ενός έτους από τη λήξη του έτους στο οποίο έγινε, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρ. 20§1στοιχ. (γ) του ν. 1806/1988, χρηματιστηριακή συναλλαγή είναι και κάθε δικαιοπραξία συναφής με τις αναφερόμενες στο άρθρο αυτό κύριες χρηματιστηριακές συναλλαγές.
Τα παραπάνω άρθρα καταργήθηκαν από 1.11.2007 με το άρθρ. 85 του ν. 3606/2007, όμως εφαρμόζονται στην παρούσα υπόθεση που αφορά αξιώσεις αναγόμενες σε προηγούμενο χρονικό διάστημα, δηλαδή των ετών 1999-2001. Από το συνδυασμό λοιπόν των άρθρων αυτών προκύπτει ότι η παραπάνω ετήσια παραγραφή ισχύει και προκειμένου για αξιώσεις μεταξύ των συμβαλλομένων στη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής, που είναι μορφή της κατ' άρθρ. 90 του ΕμπΝ εμπορικής παραγγελίας (ΑΠ 1146/2003) και συνιστά παρεπόμενη σύμβαση σε σχέση με την κύρια χρηματιστηριακή σύμβαση, όπως μεταξύ άλλων είναι και αυτή της αγοραπωλησίας μετοχών (ΟλΑΠ 28/2007, 16/2008, ΑΠ 328/2010, 369/2010).
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρ. 361 ΑΚ, με την οποία θεσπίζεται η ελευθερία της σύναψης ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων δεσμευτικών για τους συμβαλλομένους, αρκεί το περιεχόμενό τους να μην προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, προκύπτει ότι είναι ισχυρή η σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος του από ορισμένη αιτία.
Η σύμβαση αυτή, η οποία διαφέρει από τη ρυθμιζόμενη από το άρθρ. 873 ΑΚ αναιτιώδη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, καταρτίζεται ατύπως και ενδέχεται να είναι απλώς επιβεβαιωτική του υπάρχοντος χρέους, με την έννοια ότι τα μέρη δεν θέλησαν να δημιουργήσουν μ' αυτή νέα αυτοτελή ενοχή, αλλά απέβλεψαν είτε στη δημιουργία απλού αποδεικτικού μέσου με τη μορφή της εξώδικης ομολογίας (άρθρ. 352§2 ΚΠολΔ) είτε στη διακοπή της παραγραφής (άρθρ. 260 ΚΠολΔ) ή σε ανάλογα νομικά αποτελέσματα κατά τα άρθρα λ.χ. 156, 272§2 ΑΚ είτε γενικότερα στην αποσαφήνιση ή στη διασφάλιση της βασικής ενοχής από τυχόν ελαττώματα και ενστάσεις, από τις οποίες γίνεται έτσι ρητή ή σιωπηρή παραίτηση (ΑΠ 523/2001).
Κατά κανόνα όμως με την αιτιώδη αναγνώριση χρέους επιδιώκεται η δημιουργία νέας ενοχικής σχέσης σε αντικατάσταση της παλαιάς (άρθρ. 436 ΑΚ) και απαλλαγμένης συνεπώς από τις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν στο πλαίσιο αυτής (ΑΠ 779/2004). Εξ άλλου παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 επ.
ΚΠολΔ εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Παραμόρφωση εγγράφου κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του.
Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1627/ 2010).
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρ. 224 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 4 του ν. 2915/2001, είναι απαράδεκτη η μεταβολή της βάσης της αγωγής, επιτρέπεται όμως στον ενάγοντα με τις κατατιθέμενες κατά το άρθρ. 237§1 του ίδιου Κώδικα προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο να συμπληρώσει, διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται έτσι η βάση της αγωγής του.
Μεταβολή της βάσης της αγωγής που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρ. 111 ΚΠολΔ αρχής της τήρησης προδικασίας, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή και αντικαθίσταται με άλλη η ιστορική βάση της αγωγής (ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ 389/2010, 43/2010).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Η εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.
ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", της οποίας καθολική διάδοχος με απορρόφηση έγινε η εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε." (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε."), η οποία απορροφήθηκε στη συνέχεια από την ήδη εφεσίβλητη (αναιρεσείουσα), είχε ως αντικείμενο τη σύναψη χρηματιστηριακών συναλλαγών για λογαριασμό των πελατών-εντολέων της ...
Η εταιρεία αυτή κατάρτισε την 30.4.1999 εγγράφως με τον εναγόμενο (αναιρεσίβλητο) σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος πραγματοποιούσε αγορές και πωλήσεις μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ) μέσω της εταιρείας αυτής έναντι της συμφωνημένης προμήθειας ή αμοιβής για την εκτέλεση κάθε αγοραπωλησίας, καθώς και των εξόδων που συνεπάγονται οι συναλλαγές, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης αυτής.
Η εταιρεία άνοιξε στο όνομα του εναγομένου χρηματιστηριακό κωδικό με αριθμό ..., μέσω του οποίου πραγματοποιούνταν οι αγοραπωλησίες μετοχών από τον εναγόμενο, ενώ οι συναλλαγές καταχωρούνταν σε χρηματιστηριακό λογαριασμό ή χρηματική καρτέλα που τηρούσε ..., οι ληξιπρόθεσμες δε απαιτήσεις της εταιρείας είναι έντοκες με το νόμιμο τόκο υπερημερίας.
Από 3.5.1999 μέχρι 23.1.2001 η εταιρεία εκτέλεσε πολλές εντολές του εναγομένου προς τους αρμόδιους υπαλλήλους της περί αγοράς και πώλησης μετοχών, τις οποίες καταχώρησε στον τηρούμενο χρηματιστηριακό λογαριασμό, απόσπασμα του οποίου αποτελεί, σύμφωνα με ρητό όρο της σύμβασης, πλήρη απόδειξη της απαίτησης της εταιρείας, και εξέδωσε τα αντίστοιχα πινακίδια εκτέλεσης εντολών που αποδεικνύουν τη διενέργεια όλων των αναφερόμενων στο λογαριασμό συναλλαγών για λογαριασμό του εναγομένου.
Σύμφωνα με τη χρηματική καρτέλα, από την εκτέλεση των εντολών αυτών προέκυψε στις 20.2.2001 χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του εναγομένου 53.068.000 δραχμών, το οποίο αναγνώρισε ο εναγόμενος ως προερχόμενο από τη μεταξύ τους σύμβαση ως αληθινό και εύλογο και υποσχέθηκε να το εξοφλήσει με την από 20.2.2001 επιστολή του, χωρίς όμως να το πράξει.
Ήδη δε το υπόλοιπο αυτό με τους οφειλόμενους, κατά τη σύμβαση, τόκους ανέρχεται σε 155.701,06 ευρώ και ήδη η ενάγουσα κατήγγειλε με την αγωγή της τη σύμβαση. Δεδομένου όμως ότι κάθε μια από τις απαιτήσεις της ενάγουσας από τις συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν για λογαριασμό του εναγομένου εντός των ετών 1999, 2000 έως και την 23.1.2001...
διατηρεί την αυτοτέλειά της, αφού ο χρηματιστηριακός λογαριασμός είναι απλός δοσοληπτικός λογαριασμός και όχι αλληλόχρεος λογαριασμός ..., άρχισε από το τέλος του έτους, εντός του οποίου κάθε συναλλαγή διενεργήθηκε, η παραγραφή της αξίωσής της για κάθε μη εξοφληθείσα παραγγελία. Ειδικότερα από το τέλος του έτους 2001, εντός του οποίου πραγματοποιήθηκε η τελευταία χρηματιστηριακή παραγγελία του εναγομένου και σε εκτέλεση αυτής η συναλλαγή της 23.1.2001 ..., η απ' αυτή αξίωση έχει υποπέσει στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρ. 15§6 του ν. 3632/1928 ενιαύσια παραγραφή, η οποία συμπληρώθηκε στις 31.12.2002 ..., όπως βάσιμα κατ' ένσταση πρότεινε πρωτοδίκως ο εναγόμενος.
Το αυτό δε ισχύει πολύ περισσότερο και για τις αξιώσεις από συναλλαγές που διενεργήθηκαν κατά τα προηγούμενα έτη 1999 και 2000, οι οποίες παραγράφηκαν αντίστοιχα μέχρι την 31.12.2000 και την 31.12.2001. Η αναγνώριση κατά τα ανωτέρω, στις 20.2.2002, του ύψους του συνολικού χρέους από τις συναλλαγές που πραγματοποίησε ο εναγόμενος καθ' όλη τη διάρκεια της συμβάσεως, δεν διέκοψε την παραγραφή της αξίωσης για την εντός του έτους 2001 συναλλαγή, αφού η παραγραφή αυτής δεν είχε ακόμη αρχίσει (άρχισε μετά την 31.12.2001), αλλά ούτε την παραγραφή της αξίωσης για τις συναλλαγές που έγιναν εντός των ετών 1999 και 2000, αφού αυτή είχε ήδη συμπληρωθεί πριν από την αναγνώριση, στις 31.12.2000 και στις 31.12.2001 αντίστοιχα.
Τέλος ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι η αναγνώριση αυτή του χρέους είναι αιτιώδης και ότι η βούληση των μερών ήταν να καταρτισθεί μεταξύ τους νέα ενοχή, ανεξάρτητη από την αρχική ενοχή της σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και συνεπώς υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή των αξιώσεων, αποτελεί νέο ισχυρισμό που προβλήθηκε το πρώτον με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις.
Συνιστά έτσι απαράδεκτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής ..., πράγμα που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως και εντεύθεν είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει διαφορετικά, απέρριψε ακολούθως την ένδικη αγωγή κατ' ουσίαν λόγω της παραγραφής των προβαλλόμενων μ' αυτή αξιώσεων της αρχικής ενάγουσας και ήδη της αναιρεσείουσας.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 20.2.2001 έγγραφης αναγνώρισης του επίδικου χρέους από τον αναιρεσίβλητο, αφού εξέλαβε ότι η από μέρους του αναγνώριση δεν έγινε στις 20.2.2001, αλλά στις 20.2.2002, δηλαδή ένα έτος αργότερα, με αποτέλεσμα να κρίνει ακολούθως εσφαλμένα ότι κατά το χρόνο της αναγνώρισης είχε συμπληρωθεί η παραγραφή των αναγόμενων στο έτος 2000 αξιώσεων της αναιρεσείουσας και συνεπώς η αναγνώριση δεν διέκοψε κατά το άρθρ. 260 ΑΚ την παραγραφή των αναγόμενων στο έτος αυτό αξιώσεών της.
Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η αναγνώριση του επίδικου χρέους από τον αναιρεσίβλητο έγινε με την από 20.2.2001 επιστολή του προς την αναιρεσείουσα, όπως αυτό ρητά αναφέρεται στη σελίδα 7 της απόφασης, αλλά και προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της επιστολής αυτής (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ).
Όμως εσφαλμένα στην επόμενη σελίδα της ίδιας απόφασης αναφέρεται ως χρόνος της αναγνώρισης η 20.2.2002, με συνέπεια να κριθεί στη συνέχεια από το Εφετείο, με βάση την εσφαλμένη αυτή παραδοχή, ότι κατά το χρόνο της αναγνώρισης είχε συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής και των αναγόμενων στο έτος 2000 αξιώσεων της αναιρεσείουσας.
Υφίσταται συνεπώς κατά την έννοια αυτή παραμόρφωση τελικά του περιεχομένου της ως άνω έγγραφης αναγνώρισης και μάλιστα κρίσιμη για την ουσία της υπόθεσης, αφού επηρέασε καθοριστικά το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο αναιρεσίβλητος θεωρεί με το έγγραφο σημείωμά του αλυσιτελή τον παραπάνω λόγο της αίτησης αναίρεσης, ισχυριζόμενος ότι ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι διακόπηκε ήδη από τις 20.2.2001 η παραγραφή των αναγόμενων στο έτος 2000 αξιώσεων της αναιρεσείουσας, αυτή επανάρχισε κατά το άρθρ. 270 ΑΚ από την επομένη της διακοπής της και συμπληρώθηκε συνεπώς πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής.
Όμως ο σχετικός ισχυρισμός του δεν προβλήθηκε απ' αυτόν στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να αποτελέσει εκεί αντικείμενο έρευνας και ούτε πολύ περισσότερο μπορεί να ερευνηθεί για πρώτη φορά στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης. Επομένως είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και πρέπει αυτός να γίνει δεκτός προκειμένου να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε παραγεγραμμένες τις αναγόμενες στο έτος 2000 επίδικες αξιώσεις της αναιρεσείουσας.
Αντίθετα αβάσιμος και απορριπτέος είναι ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι παρά το νόμο το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτο και έτσι δεν έλαβε τελικά υπόψη τον ισχυρισμό της ότι η αιτιώδης αναγνώριση του επίδικου χρέους από τον αναιρεσίβλητο δημιούργησε νέα αυτοτελή ενοχή σε βάρος του και συνεπώς υποκείμενη στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρ. 249 ΑΚ, αφού αντίθετα με όσα με το λόγο αυτό υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, δεν περιέχεται στην ένδικη αγωγή αντίστοιχη βάση (γίνεται μόνο αναφορά σε αναγνώριση απλώς του επίδικου χρέους από τον αναιρεσίβλητο και όχι σε αιτιώδη απ' αυτόν αναγνώριση του ίδιου χρέους, δημιουργική νέας αυτοτελούς ενοχής σε βάρος του), ο δε σχετικός ισχυρισμός της, που συνιστά προσθήκη νέας αγωγικής βάσης, απαράδεκτα προτάθηκε για πρώτη φορά με τις κατ' έφεση προτάσεις της.
Συνακόλουθα πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή κατά τον πρώτο λόγο της και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση κατά το αντίστοιχο μέρος της, ως προς το οποίο πρέπει ακολούθως η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές σε σχέση με αυτούς εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 580§3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρ. 12§4 του ν. 4055/2012, αφού η νέα ρύθμιση δεν καταλαμβάνει και τις αιτήσεις αναίρεσης που είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη της ισχύος της στις 2.4.2012).
Ο αναιρεσίβλητος, ως εν μέρει ηττηθείς, πρέπει να καταδικασθεί σε αντίστοιχο μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό αίτημά της, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 178§1, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 3123/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών σε σχέση ειδικότερα με τις αναγόμενες στο έτος 2000 αξιώσεις της αναιρεσείουσας, τις οποίες η εφετειακή απόφαση έκρινε παραγεγραμμένες και αφού εξαφάνισε την αντίθετη πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε ακολούθως και ως προς αυτές την ένδικη από 28.11.2002 αγωγή της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε. ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", που απορροφήθηκε στη συνέχεια από την αναιρεσείουσα.
Παραπέμπει ως προς τις παραπάνω αξιώσεις την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές σε σχέση με αυτούς που εξέδωσαν την εν μέρει αναιρεθείσα απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος της δικαστικής δαπάνη της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε δυο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ