Supreme Court dismisses appeal due to vague grounds and failure to specify factual errors in the lower court's decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court of Athens' decision regarding an insurance dispute. The appellant argued the lower court made factual errors and lacked legal basis but failed to specify the exact content of the disputed document or identify precise contradictions. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible because the grounds were too vague to allow for a meaningful review of the lower court's findings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the exact factual errors and legal basis of the lower court's decision, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 585 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 585/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 28 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Τσιώστα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και ήδη "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" ως καθολικής διαδόχου δι' απορροφήσεως της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", και ήδη "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Γεωργαντίδη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/01/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1354/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 1076/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/7/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 19.7.2019 [Γ.Α.Κ. ...Ε.Α.Κ. ... 23.7.2019 - Εφετείο Αθηνών και Α.Δ. .../8.10.2019 - Άρειος Πάγος] αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Α. Κ. του Κ., κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία 'ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ' και πλέον ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ [Γ.Ε.Μ.Η. ...] -ως καθολικής διαδόχου δι' απορροφήσεως της αρχικής διαδίκου Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας υπό την επωνυμία 'ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ'.
Προσβάλλεται δε, η 1076/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 26.2.2019, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 22.11.2016 [Α.Κ. ...6 / 30.11.2016 - Πρωτοδικείο Αθηνών και Γ.Α.Κ. ... Ε.Α.Κ. ... 9.1.22017 - Εφετείο Αθηνών] εφέσεως του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της αρχικής διαδίκου ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία 'ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ', πλέον αναιρεσίβλητης 'ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ'.
Εκκαλούμενη ήταν η 1354/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 16.9.2016, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 27.1.2015 [Γ.Α.Κ. ... / Α.Κ.Δ. ... 28.1.2015] αγωγής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης αρχικής διαδίκου ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία 'ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ', πλέον αναιρεσίβλητης 'ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ'.
Με την 1354/2016 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή, που αφορά απαιτήσεις του ενάγοντος από παροχή εξηρτημένης εργασίας, κρίθηκε νόμιμη και απορρίφθηκε, ως αβάσιμη στην ουσία. Με την 1076/2019 απόφαση, που προσβάλλεται, η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε στην ουσία, έτσι, επικυρώθηκε η 1354/2016 πρωτόδικη απόφαση. Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε, με την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 επ.
ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν 4335/2015]. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 23.7.2019, νομίμως και εμπροθέσμως, ήτοι στη νόμιμη προθεσμία των δύο (2) ετών, από την 26.2.2019 [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ], δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της 1076/2019 αποφάσεως, που προσβάλλεται ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της.
Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των τριών (3) συνολικά λόγων της [άρθρα 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ].
(Ι).- Στο έγγραφο (δικόγραφο) της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο ορισμένο, σαφή και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 566 παρ.1, 577 παρ.3, 495 παρ.1, 562 ΚΠολΔ] ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο, από όσους αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η αιτίαση, που προβάλλεται.
Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται, ως απαράδεκτος ενώ, η αοριστία του δεν δύναται να θεραπευθεί, με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ ολ. 27/1998, ΑΠ ολ. 32/1996, ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 804/2005 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και, ιδιαίτερα, του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 19 και 20 ΚΠολΔ.
Έτσι, η ουσία της υποθέσεως, εφ' όσον δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση, ως άνω, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1054/2010, ΑΠ 1014/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως, αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει άλλο ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα περιστατικά, που αναφέρονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 756/1996 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή, αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν.
Επομένως, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσία.
Για να είναι, τότε, ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο έγγραφο (δικόγραφο) της αιτήσεως αναιρέσεως να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσία και όχι μόνο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα.
Ειδικότερα, πρέπει να αναφέρεται, έστω και συνοπτικώς, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που η απόφαση δέχθηκε και κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα. Τούτο διότι μόνο από τις ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικώς, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως [άρθρο 578 ΚΠολΔ]? δηλ.
η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα του διατακτικού, το οποίο συνάπτεται, αιτιωδώς, με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ ολ. 11/2017, ΑΠ ολ. 2/2013, ΑΠ ολ. 28/1998, ΑΠ 780/2019, ΑΠ 164/2018, ΑΠ 319/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, λόγος για αναίρεση της αποφάσεως, επειδή δεν έχει νόμιμη βάση, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν, επαρκώς, από τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως, τα αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περιστατικά για την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων της διατάξεως, που εφαρμόσθηκε ή περί της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων, που αποκλείει την εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τον χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, έτσι, προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως, στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Έτσι, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, η απόφαση έχει έλλειψη αιτιολογίας, ενώ, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, η απόφαση έχει ανεπαρκή αιτιολογία και όταν τα εκτιθέμενα αντιφάσκουν μεταξύ τους, η απόφαση έχει αντιφατική αιτιολογία.
Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως να αναφέρονται, με πληρότητα και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ΑΠ ολ. 25/2008, ΑΠ ολ. 1/1999, ΑΠ ολ. 3/1997, ΑΠ 535/2018, ΑΠ 1457/2017, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1387/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Η παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, δηλ. από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, δέχθηκε, ως περιεχόμενό του, περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που, πράγματι, περιλαμβάνει? αντίθετα, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο ορθώς ανέγνωσε το έγγραφο, συνάγει από το περιεχόμενό του αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό και υποστηρίζει, αφού, τότε, πρόκειται για παράπονο, που ανάγεται στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Για τη θεμελίωση του λόγου αυτού αναιρέσεως, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, αποκλειστικά ή κυρίως, στο έγγραφο, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, κατά το περιεχόμενό του? ενώ, δεν αρκεί ότι συνεκτίμησε το έγγραφο με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα, όπου κατέληξε και είναι επιζήμιο για αναιρεσείοντα, αναφορικά με πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υποθέσεως, συνιστά, επίσης, παραμόρφωση εγγράφου. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι ορισμένος (παραδεκτός), εφ' όσον στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως προσδιορίζονται (α).- το αληθινό (ακριβές) περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο φέρεται ότι παραμορφώθηκε, (β).- το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως το προσέδωσε η απόφαση, που προσβάλλεται ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό λάθος της, (γ).- ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και (δ).- το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, συνεπεία της παραμορφώσεως του εγγράφου (ΑΠ ολ. 2/2008, ΑΠ 962/2012, ΑΠ 233/2011, ΑΠ 1054/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
(ΙΙ).- Εξ άλλου, στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, που έχουν κανονισμό ή οργανισμό προσωπικού με ισχύ νόμου, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου από τον εργοδότη ή τα αρμόδια όργανά του ελέγχεται από το πολιτικό δικαστήριο, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, δηλ. για κατάχρηση δικαιώματος. Υπάρχει δε, κατάχρηση δικαιώματος, όταν, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστεως, παραλείφθηκε η προαγωγή εργαζομένου, που καταφανώς υπερείχε, ως προς τα αναγκαία υπηρεσιακά, τυπικά και ουσιαστικά, προσόντα προαγωγής, έναντι άλλου συναδέλφου του, που καταχρηστικώς προκρίθηκε να προαχθεί.
Στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, που έχουν κανονισμό ή οργανισμό προσωπικού με συμβατική ισχύ, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου από τον εργοδότη ή τα αρμόδια όργανά του ελέγχεται από το πολιτικό δικαστήριο, κατά τα άρθρα 201 και 207 ΑΚ? η προαγωγή δηλ. τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της συνδρομής των προς προαγωγή προϋποθέσεων και, ειδικότερα, της συνδρομής στο πρόσωπο του εργαζομένου των αναγκαίων υπηρεσιακών προσόντων προαγωγής.
Επομένως, αν ο εργοδότης ή τα αρμόδια όργανά του, όπως ορίζονται στον κανονισμό ή οργανισμό προσωπικού, παρέλειψαν, αντίθετα προς την καλή πίστη, να προαγάγουν ορισμένο εργαζόμενο, αν και συγκέντρωνε τα αναγκαία υπηρεσιακά προσόντα, τυπικά και ουσιαστικά, η αίρεση λογίζεται ότι έχει πληρωθεί. Αντίθετη προς την καλή πίστη είναι η παράλειψη προαγωγής ορισμένου εργαζομένου, αν αυτός υπερείχε καταφανώς έναντι, έστω και ενός προκριθέντος συναδέλφου του.
Επομένως είτε εφαρμοσθεί το άρθρο 281 ΑΚ -επί κανονισμού ή οργανισμού προσωπικού με ισχύ νόμου- είτε εφαρμοσθούν τα άρθρα 201 και 207 ΑΚ -επί κανονισμού ή οργανισμού προσωπικού με ισχύ συμβατική- ο έλεγχος της παραλείψεως προαγωγής γίνεται, με το ίδιο νομικό κριτήριο της αντιθέσεως (ή μη) προς τις αρχές της καλής πίστεως και, συγκεκριμένα, με το κριτήριο της καταφανούς (ή όχι) υπεροχής του παραλειφθέντος, ως προς τα αναγκαία υπηρεσιακά, τυπικά και ουσιαστικά, προσόντα, έναντι του προαχθέντος συναδέλφου του (ΑΠ ολ. 32/2002 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι η 1076/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ευθέως παραβίασε τα άρθρα 201 και 207 ΑΚ, με αποτέλεσμα η αγωγή να απορριφθεί στο σύνολό της, ως κατ' ουσία αβάσιμη. Ειδικότερα, κατά το περιεχόμενο του λόγου αυτού αναιρέσεως, το σφάλμα της 1076/2019 αποφάσεως έγκειται στην κακή εφαρμογή των άρθρων 201 και 207 ΑΚ, κατά τον έλεγχο της παραλείψεως, αντίθετα προς την καλή πίστη, της προαγωγής, όσον αφορά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 1999, άλλως του έτους 2000, άλλως του έτους 2001, άλλως του έτους 2002, στον βαθμό του Διευθυντή, του αναιρεσείοντος (εργαζομένου) από την αναιρεσίβλητη (εργοδότρια), που έχει κανονισμό με συμβατική ισχύ? αναφέρεται δε, καταφανής υπεροχή, ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά υπηρεσιακά προσόντα, του αναιρεσείοντος, έναντι των άλλων, όπως κατονομάζονται, προκριθέντων συναδέλφων του στην αναιρεσίβλητη.
Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις νομικές σκέψεις, ο λόγος είναι αόριστος και, συνεπώς, απορριπτέος, ως απαράδεκτος διότι στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εκτίθενται καθόλου οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (Μονομελούς Εφετείου Αθηνών) για να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην 1076/2019 απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.
Αντίθετα, εκτίθεται τα κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος υπαγωγικό σφάλμα. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι η 1079/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών στερείται νόμιμης βάσεως, εφ' όσον έχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Κατά τα εκτεθέντα στις νομικές σκέψεις, ο λόγος είναι αόριστος και, συνεπώς, απορριπτέος, ως απαράδεκτος διότι στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, ουδόλως αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε και θεμελιώνουν την κρίση του για την απόρριψη της αγωγής, ως αβάσιμης στην ουσία.
Με τον τ ρ ί τ ο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αιτιάται την 1079/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ, ως προς το υπ' αριθμ. ....2.2013 έγγραφο της αναιρεσίβλητης ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα εξής: "Η αναιρεσίβλητη επικαλέσθηκε το υπ' αριθμ. ....2.2013 έγγραφο της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού, που περιελάμβανε τα στοιχεία του υπηρεσιακού φακέλου, μεταξύ άλλων και του προααχθέντος στις προαγωγικές κρίσεις του έτους 1999, Α.
Μ., ο οποίος εμφαίνεται ότι ασκούσε καθήκοντα Αναπληρωτή Διευθυντή από την 4.12.1996 έως την 6.10.1998. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με προφανή παραμόρφωση του ως άνω εγγράφου, δέχθηκε ότι από την 1.1.1996, ο ως άνω προαχθείς ασκούσε καθήκοντα Διευθυντή, δηλαδή η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προσέδωσε στο έγγραφο αυτό εσφαλμένο περιεχόμενο διότι είναι προφανές ότι δεν μπορούσε να είναι Αναπληρωτής Διευθυντής από την 4.12.1996 έως την 6.10.1998 και, ταυτόχρονα, Διευθυντής από την 1.1.1996, δηλαδή (3) έτη πριν την προαγωγική κρίση του έτους 1999.
Έτσι, είναι εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, που άσκησε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού ο εσφαλμένος αυτός ουσιώδης ισχυρισμός χρησιμοποιήθηκε από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στο αποδεικτικό της πόρισμα, ως δήθεν ιδιαίτερο σημαντικό στοιχείο για την προαγωγή σε θέση ευθύνης, όπως είναι αυτή του Διευθυντή".
Ο λόγος είναι αόριστος και, συνεπώς, απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι όπως έγινε δεκτό στις μείζονες σκέψεις, δεν προσδιορίζεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, το ακριβές, κατά λέξη, περιεχόμενο του υπ' αριθμ. ....2.2013 εγγράφου ώστε από τη σύγκριση του περιεχομένου του ίδιου εγγράφου, όπως το προσέδωσε η 1079/2019 απόφαση, να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό λάθος της.
Κατ' ακολουθία τούτων, εφ' όσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως κατά της 1076/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο σύνολό της.
Ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζεται στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ [άρθρα 176, 183, 191 παρ.2, 106 ΚΠολΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19.7.2019 αίτηση για αναίρεση της 1076/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 12 Μαΐου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27 Μαΐου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ