Legislator Case Law & Legislation
825/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for late submission of supplementary grounds and refusal of evidence distortion claim.

Case Number 825/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a property dispute. The appellant argued the lower court distorted evidence by ignoring specific construction works, but the court found the appeal grounds were inadmissible due to late filing and the lower court's decision was based on a holistic assessment of all evidence. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the appellees, and the original judgment stood.

Legislator headnote

AI generated

Articles 569(2), 571(1) of the Code of Civil Procedure; Articles 111(1), 568(2), 570(1) of the Code of Civil Procedure: Supplementary grounds must be filed at least thirty days before the hearing, calculated from the original date; appeals based on alleged distortion of documents are inadmissible if the lower court's decision is derived from the true content of the document and a comprehensive evaluation of all evidence.

Keywords

AI generated
supplementary grounds statutory time limit evidence distortion appeal admissibility lower court review costs allocation property dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 569(2) of the Code of Civil Procedure
Article 571(1) of the Code of Civil Procedure
Article 111(1) of the Code of Civil Procedure
Article 568(2) of the Code of Civil Procedure
Article 568(3) of the Code of Civil Procedure
Article 568(4) of the Code of Civil Procedure
Article 570(1) of the Code of Civil Procedure
Article 570(3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 825 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 825/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Λ. του Ν., συζ. Κ. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σοφοκλέους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. χήρας Α. Λ., το γένος Π. Γ., και 2) Ν. Α. Λ., κατοίκων ..., ως κληρονόμων της Α. Λ.. Η 1η παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Αριστέα Γάρδα - Ρεμουνδου και ο 2ος εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/8/1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσα, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1763/1996 μη οριστική, 1027/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 223/2012 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/12/2012 αίτηση και τους από 15/10/2013 προσθέτους λόγους της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 8/11/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων, καθώς και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων569 παρ. 2, 571 παρ. 1 ΚΠολΔ συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 111 παρ. 1 και 2, 568 παρ. 2, 3 και 4, 570 παρ. 1 και 3 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικόγραφο των προσθέτων λόγων πρέπει να κατατεθεί και να επιδοθεί στον αναιρεσίβλητο τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση.

Η προθεσμία υπολογίζεται με βάση την αρχική δικάσιμο και όχι την ορισθείσα μετά από αναβολή, ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης. Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 223/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς κατατέθηκε στη γραμματεία του παραπάνω Εφετείου στις 10-12-2012 και με την από 19-2-2013 πράξη του Προεδρεύοντος του Γ' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε ως χρονολογία συζήτησης αυτής η 20η Νοεμβρίου 2013.

Στις 18-10-2013 η αναιρεσείουσα κατέθεσε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου με αριθμό 145/2013 το από 15-10-2013 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης το οποίο επέδωσε στους αναιρεσίβλητους, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 9762β'/18-10-2013 και 9763Β/18-10-2013 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στην Περιφέρεια του Πρωτοδικείου Αθηνών ...

με τις συνημμένες σ' αυτές από 18-10-2013 αποδείξεις παραλαβής αντιγράφου θυροκολληθέντος εγγράφου και από 18-10-2013 βεβαιώσεις, στις 18-10-2013. Επομένως οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης κατατεθέντες και επιδοθέντες στους αναιρεσιβλήτους τουλάχιστον τριάντα (30) πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, έχουν ασκηθεί παραδεκτώς.

Από τις διατάξεις των άρθρων 787 επ και 794 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 1113 του ίδιου Κώδικα και στη συγκυριότητα σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 730 επ και 1101 έως 1107, συνάγεται ότι προκειμένου για δαπάνες που έγιναν σε κοινό πράγμα, από ένα από τους συγκυρίους, μπορεί αυτός να επιδιώξει την ανάληψη τους από τους λοιπούς συγκυρίους κατά την αναλογία της μερίδας τους, όχι μόνον όταν πραγματοποίησε τις δαπάνες μετά από σύμφωνη απόφαση της πλειοψηφίας ή σχετική δικαστική απόφαση ή για την αποτροπή επικειμένου κινδύνου και για την συντήρηση του πράγματος, αλλά και όταν υποβλήθηκε στις δαπάνες αυτές χωρίς να υπάρχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, αλλά με τη συνδρομή των όρων της διοικήσεως αλλότριων.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 736 ΑΚ, εάν ο διοικητής αλλοτρίων επιλήφθηκε της διοικήσεως προς το συμφέρον και κατά την πραγματική ή εικαζομένη θέληση του κυρίου, δικαιούται να ζητήσει από τούτον τις δαπάνες της διοικήσεως και ανόρθωση των ζημιών κατά τις περί εντολής διατάξεις εφαρμοζόμενες αναλόγως.

Το γεγονός ότι με τη διαχείριση της ξένης υποθέσεως εξυπηρετείται συγχρόνως έμμεσα ή εν μέρει και του διοικητή το συμφέρον, έστω και αν τούτο προέχει, δεν εμποδίζει την εφαρμογή των διατάξεων περί διοικήσεως αλλοτρίων. Η αξίωση του διοικητή για απόδοση των δαπανών περιλαμβάνει τις δαπάνες που έκανε ο διοικητής για την κανονική διεξαγωγή της υποθέσεως θεωρώντας δικαιολογημένα με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως ότι αυτές ήταν εύλογες.

Για την κατ' άρθρο 736 ΑΚ ευθύνη του κυρίου, δεν απαιτείται υπαιτιότητα αυτού. Η ευθύνη του δηλαδή διαπλάσσεται στο νόμο αντικειμενική με βάση την αρχή του καταλογισμού του κινδύνου. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται εάν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτή το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίκοινο ακίνητο ήτοι διώροφη κεραμοσκεπής οικοδομή που βρίσκεται πλησίον του λιμένος της νήσου Αίγινας, στον εμπορικό τομέα Ζώνη Α' και επί των οδών ...

και ... έχει εμβαδόν περίπου 82 τετρ. μέτρων και αποτελείται: α) από το ισόγειο κατάστημα, συνολικής επιφανείας 68 τετ. μέτρων και τον ισόγειο χώρο προ του κλιμακοστασίου εμβαδού 14 τετ. μέτρων και β) από την κατοικία του πρώτου ορόφου επιφανείας 72 τετ. μέτρων πλέον του χώρου του κλιμακοστασίου του ιδίου ορόφου, εμβαδού 10 τετρ.

μέτρων. Η εν λόγω οικοδομή επί της οποίας δεν έχει συσταθεί οροφοκτησία, περιήλθε στην ενάγουσα - εφεσίβλητη και στον αρχικό εναγόμενο αδελφό της Α. Λ. (στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του - ήδη εκκαλούντες που συνεχίζουν τη δίκη) κατά το ήμισυ (1/2) εξ αδιαρέτου στον καθέναν, από διαδοχικές κληρονομίες του πατέρα και της μητέρας τους Ν.

Λ. και Σ. Λ., τις οποίες αποδέχθηκαν νομίμως και μετέγραψαν τις περί αποδοχής δηλώσεις. Άλλωστε, η συγκυριότητά τους επί του διανεμητέου ακινήτου όχι μόνον δεν αμφισβητείται αλλά συνομολογείται εκατέρωθεν ... Περαιτέρω, αναφορικά με την ασκηθείσα από τον αρχικό εναγόμενο ανταγωγή, του οποίου τη δικαστική διανομή είχε ζητήσει η αναιρεσείουσα, με την συνεκδικαθείσα με την ανταγωγή, από 31.8.1995 αγωγή της, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι ο αντενάγων κατά τα έτη 1981, 1986, 1987 και 1990, πραγματοποίησε αναγκαίες δαπάνες δηλαδή δαπάνες για την επισκευή και συντήρηση του επικοίνου ακινήτου, οι οποίες ήταν απαραίτητες για τη διατήρηση της κοινής διώροφης οικοδομής κατάλληλης προς εκπλήρωση του προορισμού της και προς αποτροπή άμεσου κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης αυτής.

Ειδικότερα, δαπάνησε το έτος 1981, για εργασίες αποξέσεως παλαιών σοβάδων εξωτερικών τοίχων της οικοδομής, αρμολόγηση λιθοδομής με τσιμέντο, σοβάτισμα, κατασκευή κορνίζας και επισκευή κεραμοσκεπής, το συνολικό ποσό των 116.000 δραχμών, β) το έτος 1986 για την επέκταση του εμβαδού του άνω ορόφου, ήτοι για ξυλουργικές εργασίες, πόρτες, παράθυρα, σιδηροκατασκευές, υδραυλικά, είδη υγιεινής για W.C., πλακάκια δαπέδου, τζαμαρίας και ξύλινα σοβατεπί, το συνολικό ποσό των 330.620 (107.000 + 40.000 + 25.000 + 12.500 + 34.000) δραχμών, γ) το έτος 1987, μια μεταλλική καγκελόπορτα και χρωματισμό, το συνολικό ποσό των 110.000 δραχμών και δ) το έτος 1990, για κατασκευή κουφωμάτων, ελαιοχρωματισμό, σοβάτισμα, υαλοπίνακες, επισκευή σοβάδων, χρώματα, για κατασκευή σιδεριών στους φεγγίτες και για μπάρες παραθύρων το συνολικό ποσό των 1.265.290 (781.000 + 80.000 + 100.000 + 110.000 + 100.000 + 34.290) δραχμών.

Συνεπώς ο αντενάγων δαπάνησε για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσόν των 1.821.910 (116.000 + 330.620 + 110.000 + 1.265.290) δραχμών ήτοι των 5.346,76 ευρώ, ενώ δεν αποδεικνύεται ότι πραγματοποιήθηκαν άλλες δαπάνες περιλαμβανόμενες στο ταχθέν με την προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου θέμα αποδείξεων. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο αντενάγων (αρχικός εναγόμενος) ενήργησε τις ανωτέρω δαπάνες προς το συμφέρον και σύμφωνα με την πραγματική θέληση της συγκυρίας αντεναγομένης αδελφής του αλλά συγχρόνως και προς ίδιο συμφέρον, γεγονός όμως που δεν αποκλείει την εφαρμογή των διατάξεων για τη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων και ως εκ τούτου αυτή βαρύνεται με το ανάλογο του ποσοστού της συγκυριότητάς της (1/2) τμήμα των δαπανών ήτοι με το ποσόν των 2.673,38 95.346,76 x 1/2) ευρώ.

Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί: α) ότι από το έτος 1981 μέχρι το έτος 1990 η αντεναγομένη χρησιμοποιούσε, όπως συνομολογείται, το επίκοινο ακίνητο για εξοχική κατοικία της και β) ότι η υπ' αριθμ. .../1990 οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας Πειραιώς για επισκευή της διώροφης οικοδομής, εκδόθηκε κατόπιν δικής της αιτήσεως, επ' ονόματί της, περιστατικά που επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι οι δαπάνες για επισκευή και συντήρηση ενεργήθηκαν σύμφωνα με την πραγματική θέληση αυτής.

Ενόψει αυτών η ένδικη ανταγωγή η οποία θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 730 και 736 ΑΚ είναι εν μέρει βάσιμη για το άνω ποσό των 2.673,38 ευρώ". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη ανταγωγή του αρχικώς εναγομένου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά την απορριπτική της ανταγωγής διάταξη και υποχρέωσε την αντεναγομένη (αναιρεσείουσα) να καταβάλλει στους Ε.

χήρα Α. Λ. και Ν. Λ. του Α. το ποσό των 2.673,38 ευρώ που αναλογεί στη μερίδα της επί του επικοίνου ακινήτου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 730 και 736 ΑΚ αλλά σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτές, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοια τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.

Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον σχετικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και τα οποία είναι χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως.

Εξ ετέρου κατ' άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να επικληθούν και να προσαχθούν νέα αποδεικτικά μέσα, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται πρώτη φορά σε αυτό ως απαράδεκτα αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαρειά αμέλεια.

Ως νέο αποδεικτικό μέσο χαρακτηρίζεται το προσκομιζόμενο για πρώτη φορά στο Εφετείο ή το προσκομισθέν απαραδέκτως στο πρώτο βαθμό αποδεικτικό μέσο. Το Εφετείο δεν υποχρεούται να διαλάβει ειδική αιτιολογία για την παραδοχή ή την απόκρουσή τους, η δε σχετική κρίση του είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Ενώπιον του Εφετείου είναι παραδεκτή η προσκομιδή για πρώτη φορά εγγράφου για άμεση ή έμμεση απόδειξη εκτός αν αποκρουσθούν κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 529 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση με λόγο του αναιρετηρίου και των προσθέτων λόγων, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια που συνίσταται στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του άλλα έγγραφα από εκείνα που προσήχθησαν ενώπιον του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εφόσον ενώπιον του Πρωτοδικείου προσήχθησαν έγγραφα αποδεικνύοντα συνολικό ποσό της απαίτησης του αντενάγοντος ύψους 443.000 δραχμών ή 1.300 ευρώ, ενώ ενώπιον του Εφετείου προσκομίσθηκαν έγγραφα που δικαιολογούν ποσό της απαίτησης του αντενάγοντος ύψους 1.821.910 δραχμών ή 5.346,76 ευρώ με συνέπεια το δικάσαν Εφετείο να δεχθεί την ανταγωγή αναποδείκτως αφού τα κατ' έφεση προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα δεν προσκομίσθηκαν πρωτοδίκως.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων είναι απαράδεκτος και απορριπτέος διότι στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται, όπως αναφέρθηκε στη νομική σκέψη, να γίνει επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων εκ μέρους του προσκομιζόντος αυτά διαδίκου χωρίς μάλιστα επίκληση λόγου ανώτερης βίας και αιτιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας της λήψης αυτών υπόψη.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο δι ' αυτής προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση ήτοι μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ ΚΠολΔ εγγράφου, εδέχθη ως μνημονευόμενα σ' αυτό πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κυρίως στο έγγραφο αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον ως άνω αναιρετικό λόγο.

Ο λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται οσάκις το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, άγεται εξ αυτού, συνεκτιμώντας και το περιεχόμενο των λοιπών αποδεικτικών μέσων σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή ο προβάλλων ότι εχώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.

Τούτο δε, διότι η τοιαύτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας εξαχθείσα από το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου, είναι κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικώς ανέλεγκτη. Στην συγκεκριμένη περίπτωση με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο κατά παραμόρφωση του περιεχομένου της προσκομισθείσης προς απόδειξη της ανταγωγής του αρχικώς αντενάγοντος οικοδομικής άδειας που ομιλεί μόνον για επισκευές κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι γενόμενες εργασίες επί του επικοίνου ακινήτου εγένοντο με την πραγματική της θέληση.

Όπως όμως προέκυψε από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι ο αντενάγων ενήργησε τις παραπάνω δαπάνες προς το συμφέρον και σύμφωνα με την πραγματική θέληση της συγκυρίας αντεναγομένης αδελφής του, συνολικού ποσού 5.346,76 ευρώ, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του, μη στηριχθέν αποκλειστικά ή κυρίως στην ως άνω οικοδομική άδεια.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η αιτίαση που προβάλλεται με πρόσθετο λόγο ότι το Εφετείο περιπίπτον στην παράβαση του αριθμού 20 άρθρου 559 ΚΠολΔ εν ταυτώ δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν δηλαδή τις εργασίες και την αποτίμησή τους που περιγράφονται στην ανταγωγή περιπεσόν στην παράβαση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη διότι ο προκείμενος λόγος δεν ιδρύεται αφού ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός προβλήθηκε από τους αναιρεσιβλήτους και όχι την αναιρεσείουσα (ΑΠ 1731/2008).

Κατ' ακολουθία πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 223/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατ' άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 ν. 4055/2012 και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-12-2012 αίτηση της Σ. Λ. του Ν. ως και τους προσθέτους αυτής λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 223/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ