Legislator Case Law & Legislation
716/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of document production request due to lack of legal interest.

Case Number 716/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the appellate court's refusal to order the production of a specific internal bank document. The appellant argued the document was necessary to prove the bank's commitment to holding funds, but the appellate court rejected the request because the underlying claims had already been dismissed for vagueness and lack of legal interest. The Supreme Court agreed, ruling that since the primary claims were invalid, the document could not serve a legal interest for proof, rendering the appeal baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 561 of the Code of Civil Procedure; The court must examine the legal interest of the requesting party before ordering document production, and if the underlying claims are dismissed for lack of merit or legal interest, the document is not suitable for proof.

Keywords

AI generated
document production legal interest appeal dismissal civil procedure evidence admissibility bank contract internal documents

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 716 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 716/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Διονυσία Νίκα -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ.. Κ. Α. «Α., που εδρεύει στη Β. Α. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χειρδάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωγραφιά Ευαγγελίδου - Τσικρικά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από … αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο …. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2155/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 4156/2020 του Τριμελούς Εφετείου …. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από … αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 7/2/ 2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 4156/2020 απόφαση του Εφετείου Α., η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης:

Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία "Α. Α." με την από 21/6/2016 αγωγή της κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης τράπεζας, επικαλούμενη αφενός αντισυμβατική και αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά της τελευταίας, για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους, η οποία παρείχε σ'αυτήν (ενάγουσα) δικαίωμα υπαναχώρησης από τις μεταξύ τους συναφθείσες συμβάσεις δανείου και αφετέρου ότι οι εν λόγω δανειακές συμβάσεις ήταν άκυρες ως αντικείμενες στα χρηστά ήθη επειδή η εναγόμενη τις συνήψε χωρίς να έχει επαρκή κεφαλαιακή επάρκεια, ζήτησε αφενός να αναγνωριστεί η ακυρότητα των δανειακών συμβάσεων και η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης (εναγομένης) να της επιστρέψει το χρηματικό ποσό που αυτή (ενάγουσα) της κατέβαλε για την αποπληρωμή των δανειακών οφειλών, ως καταβληθέν αχρεωστήτως λόγω της ακυρότητας των συμβάσεων και της δικής της (ενάγουσας) υπαναχώρησης από αυτές, άλλως να της καταβάλει το ποσό που αυτή (εναγομένη) παρακράτησε μετά την εκ μέρους της (ενάγουσας) υπαναχώρηση.

Επί της παραπάνω αγωγής εκδόθηκε η υπ'αριθμ.2155/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου … με την οποία η αγωγή, ως προς το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας των συμβάσεων, απορρίφθηκε ως αόριστη, διότι περιείχε αντιφατικούς ισχυρισμούς (ακυρότητα συμβάσεων και υπαναχώρηση), ενώ ως προς τα χρηματικά αιτήματα απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη, λόγω μη καταβολής εκ μέρους της αναιρεσείουσας (ενάγουσας) του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου.

Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα (εναγουσα) άσκησε την από …2018 έφεση επί της οποίας εκδόθηκε, κατ'αντιμωλία των διαδίκων, η υπ'αριθμ…2020 απόφαση του Εφετείου …, το οποίο, ως προς μεν το αίτημα να αναγνωριστεί η ακυρότητα των συμβάσεων απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, λόγω του ότι περιείχε αντιφατικούς ισχυρισμούς, κατά την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως προς δε τα χρηματικά αιτήματα, απέρριψε τους μεν λόγους της έφεσης που αφορούσαν την ουσιαστική απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτους, δεχόμενο ότι σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής συνεπεία πλασματικής ερημοδικίας του ενάγοντος λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου μόνος παραδεκτός λόγος έφεσης είναι εκ των υστέρων καταβολή του δικαστικού ενσήμου, ώστε σε περίπτωση βασιμότητας του να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη (άρθρο 528 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω η αγωγή, τους δε λόγους της έφεσης που αφορούσαν την υποχρέωση της ενάγουσας προς καταβολή δικαστικού ενσήμου και την πλασματική ερημοδικία της, τους απέρριψε ως αβάσιμους, δεχόμενο ότι η ενάγουσα ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει δικαστικό ένσημο και εφόσον δεν το κατέβαλε θεωρείται πλασματικώς απούσα.

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 7/2/2022 στη Γραμματεία του Εφετείου Α., ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της εκδοθείσας μετά την 1/1/2016 προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΟΛΑΠ 12/2018) και από την επομένη της δημοσίευσης αυτής, στις 29/5/2020, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στις 7/2/2022, δεν είχε συμπληρωθεί η ως άνω προθεσμία (διετία).

Είναι επομένως, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ), των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι νομίμως προταθέντων ή αντίθετα η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, θεμελιώνει τον από την διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως θεωρούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και ως εκ τούτου στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης, όπως και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών και θεμελιώνουν παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης, οι ισχυρισμοί δηλαδή που, κατά το νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 323/2023, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 302/2023, ΑΠ 1291/2022),) όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, ή περιστατικά, που εκτίθενται εκ περισσού (ΑΠ 39/2023), αφού αυτοί δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 2/1989, ΟΛΑΠ 8/2013, ΑΠ 34/2022).

Δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την πιο πάνω έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που συνάγονται, από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, ( ΟλΑΠ 3/1997), ΑΠ 39/2023, ΑΠ 49/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019), ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και τα νομικά επιχειρήματα των διαδίκων, που αφορούν στην εφαρμογή και ερμηνεία των κανόνων δικαίου και τους οποίους προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα και αναφέρονται στην ορθή, κατ` αυτούς, ερμηνεία διατάξεων του νόμου ( ΟλΑΠ 3/1997), ΑΠ 39/2023, ΑΠ 49/2022, ΑΠ 34/2022 ΑΠ 5/2020).

Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του, τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε, έστω και εσφαλμένα, για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 302/2023, ΑΠΑ 312/2023 , ΑΠ 39/2023, ΑΠ 40/2022, ΑΠ 50/2020) ακόμη και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή αλλά έγινε σιωπηρά, και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν ((ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 302/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 49/2022, ΑΠ 34/2022), καθισταμένου φανερού ότι όντως τον απέρριψε ( ΑΠ 1291/2022, ΑΠ 49/2022, ΑΠ 786/2021, ΑΠ 881/2021).

Εξάλλου, για το ορισμένο του, από τον αριθμό 8 περ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, ότι δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, απαιτείται να αναφέρεται στο αναιρετήριο εκτός των άλλων, ότι ο αποτελών "πράγμα"" ισχυρισμός, δηλαδή αυτός που τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος, είχε προταθεί παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και επαναφέρθηκε νομότυπα (με λόγο έφεσης ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτώς, κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο ( ΑΠ 34/2022, ΑΠ 1439/2019, ΑΠ 555/2019, ΑΠ 109/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της ένδικης αγωγής διαλαμβάνονται σ' αυτήν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "H εναγομένη δέσμευσε το σημαντικό για τις ανάγκες της ενάγουσας ποσό των 35.359,27 ευρώ, χωρίς να την έχει ενημερώσει και χωρίς να της έχει επιδείξει την σχετική απόφασή της περί δέσμευσης του ποσού.

Με τον τρόπο αυτό επήλθε διασάλευση της εμπιστοσύνης της ενάγουσας προς την εναγομένη, αφού η προκληθείσα έντονη διατάραξη των μεταξύ τους συμβατικών σχέσεων προκάλεσαν εύλογη ανασφάλεια και αμφιβολία στην ενάγουσα. Έτσι η ενάγουσα είχε δικαίωμα, κατά τον νόμο 2251/1994, να υπαναχωρήσει από τις συμβάσεις δανείου και να ζητήσει την απαλλαγή από το υπόλοιπο ποσό της οφειλής.

Γι'αυτό άσκησε τις από 7/5/2014 και 9/5/2014 αγωγές με αίτημα να αναγνωριστεί ως έγκυρη η υπαναχώρησή της από έκαστη δανειακή σύμβαση και επικουρικά η ακυρότητα των δανειακών συμβάσεων. Η εναγομένη παρά την εκκρεμοδικία, η οποία είχε δημιουργηθεί από τις ως άνω αγωγές, με τις οποίες η ενάγουσα υπαναχώρησε από τις δανειακές συμβάσεις, συνέχισε να δεσμεύει τις καταθέσεις της "Λ." και έτσι υποχρέωσε την ενάγουσα να της προσφέρει χωρίς περιορισμό οποιοδήποτε ποσό σε εξόφληση των παραπάνω δανείων με αποτέλεσμα την επέλευση ζημίας στην περιουσία της.

Επιπλέον δε, η εναγομένη παρόλο που δεν διέθετε την απαραίτητη κεφαλαιακή επάρκεια σύναψε την επίδικη σύμβαση, ενεργώντας τουλάχιστον ανήθικα κάνοντας κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της και κρατούσε δεσμευμένο το ποσό των 116.783,65, το οποίο μας υποχρέωσε να το προσφέρουμε προς εξόφληση των δανειακών συμβάσεων.

Η εναγομένη η οποία κρατούσε δεσμευμένο το ποσό των 116.783,65 ευρώ, το αφαίρεσε από τον λογαριασμό μας προς ολοσχερή εξόφληση των δανείων παρόλο που γνώριζε ότι οι συμβάσεις είναι εξαρχής άκυρες και ότι η ενάγουσα είχε ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας των συμβάσεων και είχε υπαναχωρήσει από την κάθε σύμβαση, με την κοινοποίηση της κάθε μίας αγωγής, ζημίωσε την ενάγουσα κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη.......

Η εναγομένη οφείλει να επιστρέψει στην ενάγουσα το ποσό των 296.565,68 ευρώ, το οποίο της κατέβαλε (εν.η ενάγουσα), γιατί οι συμβάσεις των δανείων είναι εξαρχής άκυρες και ανήθικες, αφού συνίστανται στον δανεισμό καθ'υπέρβαση της κεφαλαιακής επάρκειας...". Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα των δανειακών συμβάσεων και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 296.565,68 ευρώ που η αυτή (ενάγουσα) της κατέβαλε προς εξόφληση των δανειακών συμβάσεων, ως αχρεωστήτως καταβληθέν, ενόψει της ακυρότητας των συμβάσεων, άλλως το ποσό των 140.686,53 ευρώ που η εναγομένη παρακράτησε μετά την υπαναχώρησή της (ενάγουσας) από τις εν λόγω συμβάσεις.

Το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "... Η αγωγή ως προς το πρώτο αυτοτελές αίτημά της, για αναγνώριση της ακυρότητας των δύο επιδίκων δανειακών συμβάσεων που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων, με το ανωτέρω περιεχόμενο είναι αόριστη και για το λόγο αυτό απαράδεκτη.

Και τούτο διότι το περιεχόμενο της είναι ασαφές και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτιμήσεως, πρωτίστως διότι διαλαμβάνει αντιφατικούς ισχυρισμούς, δεδομένου ότι η ενάγουσα, ενώ ισχυρίζεται ότι οι επίδικες δανειακές συμβάσεις είναι άκυρες ως αντίθετες τα χρηστά ήθη, ταυτόχρονα ισχυρίζεται ότι η ίδια υπαναχώρησε από τις ίδιες συμβάσεις νόμιμα έχοντας σχετικό δικαίωμα κατά την ειδικώς επικαλούμενη διάταξη του νόμου περί προστασίας των καταναλωτών, με την επίδοση στην εναγομένη των ιστορούμενων αγωγών της που περιλαμβάνουν τη δήλωση υπαναχώρησής της.

Οι ισχυρισμοί αυτοί, που τελούν μεταξύ τους σε σχέση σωρευτικής επίκλησης είναι αντιφατικοί μεταξύ τους. Συγκεκριμένα η ιστορούμενη στην αγωγή υπαναχώρηση της ενάγουσας από τις ένδικες συμβάσεις προϋποθέτει, κατά νόμο, ύπαρξη και κύρος των συμβάσεων αυτών, με δεσμευτική δύναμη για τα συμβαλλόμενα μέρη.

Αντίθετα, οι ίδιες συμβάσεις ως άκυρες, όπως επίσης ιστορείται στην αγωγή, σύμφωνα με τη άρθρου 180 ΑΚ, θεωρούνται σαν να μην έγιναν ποτέ και δεν προβλέπεται από το νόμο, ούτε νοείται, λύση τους με οποιοδήποτε τρόπο, ούτε με υπαναχώρηση των συμβαλλομένων για την αποδέσμευσή τους από αυτές, καθόσον στερούνται δεσμευτικής δύναμης, αφού δεν επάγονται οποιαδήποτε έννομη συνέπεια.

Επιπρόσθετα, στην αγωγή αντιφατικά αναφέρεται το μεν ότι η ενάγουσα χρηματοδοτήθηκε με τις επίδικες συμβάσεις δανείου για τη δημιουργία των δύο φωτοβολταϊκών σταθμών που ακολούθως η ίδια εκμεταλλεύτηκε πωλώντας το παραγόμενο ηλεκτρικό ρεύμα σε τρίτο, στοιχεία που καταφάσκουν το κύρος των συμβάσεων, το δε ότι η εναγομένη, λόγω της κεφαλαιακής της ανεπάρκειας της και της υπέρβασης των νομίμων ορίων ρευστότητάς της και της ακυρότητας για το λόγο αυτό των ίδιων συμβάσεων, δεν της παρέδωσε "χρήμα" αλλά στοιχεία του παθητικού της, δηλαδή πίστη, την οποία λογιστικοποίησε αυθαίρετα στα βιβλία της.

Περαιτέρω, ακόμη και η μεταγενέστερη της κατάρτισης των επιδίκων συμβάσεων περιγραφόμενη στην αγωγή συμπεριφορά της εναγομένης, το μεν χαρακτηρίζεται ως αντισυμβατική, η οποία προϋποθέτει ύπαρξη και κύρος των επιδίκων συμβάσεων, το δε ως αντίθετη με τα χρηστά ήθη στο πλαίσιο της επικαλούμενης ακυρότητάς τους".

'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας ως αόριστη λόγω προβολής αντιφατικών ισχυρισμών, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ούτε παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα που πράγματι προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ούτε και παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, καθόσον κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή πραγματικά περιστατικά, που ανταποκρίνονται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής, οι επίδικες συμβάσεις δανείου είναι εξαρχής άκυρες ως αντικείμενες στα χρηστά ήθη και ταυτόχρονα η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) έχει υπαναχωρήσει από τις συμβάσεις αυτές, ήτοι περιλαμβάνονται ισχυρισμοί που ενέχουν αντιφατικότητα, αφού η ιστορούμενη στην αγωγή υπαναχώρηση της ενάγουσας προϋποθέτει ύπαρξη και κύρος των συμβάσεων, ενώ οι ίδιες συμβάσεις ως άκυρες θεωρούνται σαν να μην έγιναν.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος από τον αριθμ.8α, δεύτερος από τον αριθ.8α, τρίτος από τον αριθ.8β και όγδοος από τους αριθμ.8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι της αίτησης αναίρεσης με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι παραπάνω πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο.

Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες ή επικουρικές), πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (ΟΛΑΠ 25/2023, ΟΛΑΠ 4/2019, ΑΠ 1461/2022, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 475/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους 4 και 5ο λόγους της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, τις από το άρθρο 559 αριθμ.8α,β και 8α και 14 ΚΠολΔ πλημμέλειες, αντίστοιχα, επικαλούμενη ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του (δήθεν) ισχυρισμό της α) ότι χρηματοδοτήθηκε από την εναγομένη, ενώ αυτή ισχυρίσθηκε ότι η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να την χρηματοδοτήσει, ισχυρισμό που δεν έλαβε υπόψη και β) ότι με την αναφορά "αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης" επικαλέσθηκε έγκυρη σύμβαση.

Οι λόγοι αυτοί, με τους οποίους πλήττονται η δεύτερη και τρίτη από τις επάλληλες αιτιολογίες της απόφασης, χωρίς όμως ούτε με τους ίδιους λόγους ούτε με άλλο λόγο αναίρεσης, να πλήττεται (έστω και υπαινικτικώς) η πρώτη επάλληλη αιτιολογία αυτής, είναι αλυσιτελείς και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, αφού τυχόν αποδοχή τους δεν επηρεάζει το διατακτικό της αποφάσεως, που στηρίζεται αυτοτελώς στην πρώτη επάλληλη αιτιολογία που δεν επλήγη επιτυχώς με την αναίρεση, απορριφθέντων ως αβασίμων των κατ' αυτής πρώτου, δεύτερου, τρίτου και όγδοου αναιρετικών λόγων.

Κατά την έννοια των άρθρων 2 και 8 του ν. ΓΠΟΗ/1912 "περί δικαστικών ενσήμων", όπως μεταγενέστερα ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το ν.δ.1544/1942, και τροποποιήθηκε με το ν.δ.4189/1961, αν ο ενάγων, παραλείψει την προκαταβολή του οφειλομένου τέλους δικαστικού ενσήμου, λογίζεται ερήμην δικαζόμενος κι η αγωγή του απορρίπτεται, η απόρριψη δε αυτή θεωρείται ότι γίνεται για ουσιαστικό (και όχι για τυπικό) λόγο, γεγονός που συνεπάγεται τη δημιουργία δεδικασμένου, περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής, εάν η σχετική απόφαση καταστεί τελεσίδικη (ΑΠ 1436/2023, ΑΠ 140/2023, ΑΠ 1461/2021).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της κυρωθείσης με το ν.δ. 53/1974 (Α' 256) Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών καθιερώνεται η προστασία του δικαιώματος του διαδίκου να διατυπώσει τις απόψεις του ενώπιον του δικαστηρίου.

Οι διατάξεις όμως αυτές δεν αποκλείουν παράλληλα στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, αρκεί αυτές να συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου από τις ανωτέρω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας (ΑΠ 140/2023, ΑΠ 1436/2023, ΑΠ 675/2010, ΟλΣτΕ 3087/2011).

Στo πλαίσιο αυτό επιτρεπτώς επιβάλλεται από το ν. ΓΠΟΗ/1912 η υποχρέωση καταβολής αναλογικού τέλους δικαστικού ενσήμου επί των αποτιμητών σε χρήμα καταψηφιστικών αγωγών, χωρίς εντεύθεν να αναιρείται ή περιορίζεται το ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακροάσεως του διαδίκου από την δικονομική συνέπεια της ερημοδικίας του, σε περίπτωση παραλείψεώς του να ανταποκριθεί στην εν λόγω υποχρέωσή του, που καθιερώνεται με τα άρθρα 2 ν.

ΓΠΟΗ/1912 και 7 παρ. 1 του ν.δ. 1544/1942, οπότε στην περίπτωση αυτή δεν τίθεται ζήτημα παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 20 § 1 του Συντάγματος και 6 § 1 της Ε.Σ.Δ.Α. (ΑΠ 181/2023, ΑΠ 140/2023, ΑΠ 1436/2023, ΑΠ 65/2022, ΑΠ 1470/2019, ΑΠ 675/2010). Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την αγωγή, λόγω μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου, ο ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση, μοναδικός λόγος της οποίας δύναται να είναι η άρση της πιο πάνω παράλειψης, με την εκ των υστέρων καταβολή του ως άνω τέλους (ΑΠ 1436/2023, ΑΠ 181/2023, ΑΠ 140/2023, ΑΠ 717/2023, ΑΠ 542/2021, ΑΠ 65/2022), κατά την άσκηση της έφεσης, δηλαδή κατά την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου, του οποίου η απόφαση προσβάλλεται (άθρ.495 ΚΠολΔ), πρέπει δε να γίνεται και συγκεκριμένη επίκληση της καταβολής με το εφετήριο κατ' εφαρμογή του άρθρου 529 παρ.1 ΚΠολΔ, αφού, σε αντίθετη περίπτωση, δεν υφίσταται λυσιτελής λόγος έφεσης για να ερευνηθεί κατ' ουσίαν και να κριθεί βάσιμος (ΑΠ1461/2021).

Αν ο λόγος αυτός (περί γενομένης καταβολής του δικαστικού ενσήμου) κριθεί βάσιμος, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται. Μετά δε την εξαφάνισή της χωρεί ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, νέα συζήτηση της υπόθεσης , κατά την οποία ο ενάγων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 528 ΚΠολΔ, δύναται να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους και πρωτοδίκως μπορούσε να προτείνει, χωρίς να δεσμεύεται από τους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 1436/2023, ΑΠ 140/2023, ΑΠ 91/2022, ΑΠ 65/2022, ΑΠ 1461/2021).

Έτσι η (κατά τα λοιπά) νομότυπη και εμπρόθεσμη άσκηση της έφεσης μόνον όταν συνοδεύεται και με την καταβολή του προσήκοντος δικαστικού ενσήμου, συνεπάγεται την εξαφάνιση, όπως αναφέρθηκε, της πρωτόδικης απόφασης και νέα συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 1436/2023, ΑΠ 964/2020). Επίσης, ο ενάγων σε περίπτωση που δικάστηκε πρωτοδίκως ερήμην και απορρίφθηκε η αγωγή του, λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, αν και δεν είχε υποχρέωση καταβολής αυτού, μπορεί να ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, προβάλλοντας ως λόγο την έλλειψη υποχρέωσής του να καταβάλει δικαστικό ένσημο, οπότε το Εφετείο, αν κρίνει βάσιμο το λόγο αυτό, θα κάνει δεκτή την έφεση και θα εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα.

Άλλως, αν δηλαδή το Εφετείο κρίνει εσφαλμένως ότι ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει δικαστικό ένσημο και απορρίψει την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία με το ίδιο σκεπτικό απέρριψε την αγωγή, ιδρύεται ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 181/2023 , ΑΠ 140/2023, ΑΠ 65/2022). καθόσον η απόρριψη της αγωγής αναφέρεται σε κήρυξη ακυρότητας λόγω μη προσήκουσας παράστασης του ενάγοντος, όπως αυτή επιβάλλεται από την ανωτέρω δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 του ν.

ΓΠΟΗ/1912 επί αγωγής υποκείμενης σε τέλος δικαστικού ενσήμου, και δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως καθώς οι περί δικαστικού ενσήμου διατάξεις εντάσσονται, ως εκ του περιεχομένου τους, στο πλαίσιο των δικονομικών και όχι των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (ΑΠ 1436/2023, ΑΠ 1461/2021).

Περαιτέρω, με την διάταξη του άρθρου 70 Ν.3994/2011, με έναρξη ισχύος 25.7.2011, προβλέφθηκε η καταβολή δικαστικού ενσήμου και για τις αποτιμητές σε χρήμα αναγνωριστικές αγωγές, οι οποίες, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη 72 παρ.14 του ιδίου νόμου, ασκήθηκαν μετά την 25/7/2011, σύμφωνα δε με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 21 παρ.2 του ν.4055/2012 "το άρθρο 72 παρ.14 του ν.3994/2011 (καταβολή τέλους δικαστική ενσήμου και για τις αναγνωριστικές αγωγές εφόσον ασκήθηκαν μετά την 25/7/2011) δεν εφαρμόζεται στις αγωγές που είχαν ασκηθεί ως καταψηφιστικές πριν την ισχύ του ν.3994/2011 και περιορίστηκαν σε αναγνωριστικές μετά την ισχύ του.

Τέλος, με το άρθρο 33 παρ.1 του ν.4446/2016 (ΦΕΚ Α 240/22-12-2016) καταργήθηκε η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου επί των αναγνωριστικών αγωγών - που είχε προβλεφθεί με την διάταξη του άρθρου 70 του ν.3994/2011 - κατά δε την παρ.2 του ιδίου άρθρου (33) η ως άνω διάταξη περί καταργήσεως του δικαστικού ενσήμου επί των αναγνωριστικών αγωγών εφαρμόζεται στις εκκρεμείς (κατά την έναρξη της ισχύος του) αναγνωριστικές αγωγές, καθώς και στις αγωγές που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν από την δημοσίευσή του, εφόσον μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά τη δημοσίευσή του (ΑΠ 538/2019).

Με βάση τη σαφή αυτή διατύπωση της εν λόγω διάταξης (άρθρ.33 παρ.2 ν.4446/2016), ως προσεγγίζεται ερμηνευτικά κατά το γράμμα της, συνάγεται, εξ αντιδιαστολής, ότι η διάταξη αυτή περί καταργήσεως του δικαστικού ενσήμου δεν εφαρμόζεται επί αγωγών που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν την 22-12-2016 (έναρξη ισχύος Ν.4446/2016), ήταν εκκρεμείς τότε, αλλά είχαν μετατραπεί σε αναγνωριστικές πριν τη δημοσίευσή του (στις 22-12-2016).

Στις αγωγές αυτές εφαρμόζεται το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, (άρθρο 70 παρ.1 ν.3994/2011 σε συνδ. με άρθρ.21 παρ.1 ν.4055/2012) , σύμφωνα με το οποίο απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου και για τις αναγνωριστικές αγωγές με αντικείμενο αποτιμητό σε χρήμα. Περαιτέρω, στο άρθρο 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι "1.

Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 2. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις", στο άρθρο 20 παρ. 1 αυτού "Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει τις απόψεις του σ αυτά όπως νόμος ορίζει" και στο άρθρο 25 παρ.1 "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, τελούν υπό τη εγγύηση του κράτους.

Οι κάθε είδους περιορισμοί , που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας" Από τον συνδυασμό αυτών των συνταγματικών διατάξεων συνάγεται ότι ο κοινός νομοθέτης, κατά τη θέσπιση των νόμων, δεν κωλύεται να εισάγει ρυθμίσεις διαφορετικές από αυτές που ίσχυαν στο παρελθόν, ή ρυθμίσεις διαφορετικές, κατά περίπτωση, αρκεί η εκάστοτε επιχειρούμενη νέα ρύθμιση να χωρεί κατά τρόπο γενικό, απρόσωπο και αντικειμενικό. (ΑΠ 474/2022).

Καταλείπεται δηλαδή στον νομοθέτη διακριτική ευχέρεια να σταθμίζει τις εκάστοτε ισχύουσες συνθήκες και τον σκοπό της νομοθετικής ρύθμισης, και βάσει αυτών και σύμφωνα με γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, να καθορίζει κατά την κρίση του, τις καλυπτόμενες με την ρύθμιση περιπτώσεις, αρκεί να το πράττει με γενικά και αντικειμενικά κριτήρια και χωρίς να παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας.

Ειδικότερα το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος , που καθιερώνει την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου, έναντι αυτών αποτελεί νομικό κανόνα, ο οποίος επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες και αποκλείει τόσο την έκδηλα άνιση μεταχείριση, είτε με τη μορφή της εισαγωγής χαριστικού μέτρου ή προνομίου μη συνδεομένου προς αξιολογικά κριτήρια είτε με την μορφή της επιβολής αδικαιολόγητης επιβάρυνσης, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες με βάση όλως τυπικά ή συμπτωματικά ή άσχετα μεταξύ τους κριτήρια.

Με βάση τα προαναφερόμενα και ενόψει της ελευθερίας του νομοθέτη να καθορίζει, κατά την κρίση του, το εύρος της εκάστοτε νομοθετικής ρύθμισης, ο νομοθέτης υποχρεούται να προβαίνει σ' αυτήν, βάσει γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων, υποκείμενος μόνο στους επιβαλλόμενους από τις διατάξεις του Συντάγματος και ιδίως από την αρχή της αναλογικότητας περιορισμούς.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η ενάγουσα (αναιρεσειουσα) με την από … έφεση, την οποία άσκησε κατά της υπ' αριθ.2155/2017 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου …, το οποίο απέρριψε την από … αγωγή της, ως προς τα χρηματικά της αιτήματα, ως ουσία αβάσιμη, λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, ζήτησε την εξαφάνιση της τελευταίας απόφασης ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή της, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων και λόγους που αφορούσαν την πλασματική ερημοδικία της.

Το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του , κατά τον ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Επί της ένδικης αγωγής εκδόθηκε η υπ'αριθμ….. οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ερήμην της ενάγουσας ως προς τα αγωγικά αιτήματα με χρηματικό αντικείμενο, τα οποία ήταν αρχικά καταψηφιστικά και μετατράπηκαν με τις από … έγγραφες προτάσεις της ενάγουσας αναγνωριστικά, λόγω μη καταβολής του απαιτούμενου δικαστικού ενσήμου και κατά το μέρος τούτο η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, λόγω της πλασματικής ερημοδικίας της ενάγουσας.

Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεσή της, κατά το μέρος δικάστηκε ερήμην, όχι... λόγω άρσεως της πλασματικής ερημοδικίας της λόγω καταβολής εκ μέρους της του ελλείποντος νομίμου δικαστικού ενσήμου, αλλά για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου αναφορικά με την ουσιαστική απόρριψη της αγωγής της λόγω της δήθεν πλασματικής ερημοδικίας της....

Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αγωγή, ως προς τα αιτήματά της κατατέθηκε ως καταψηφιστική στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 29-6-2016, δηλαδή μετά την ισχύ του ν.3994/2011 (στις 25-7-2011) και πριν την ισχύ του ν.4446/2016 (στις 22-12-2016), και μετατράπηκε σε αναγνωριστική με τις έγγραφες προτάσεις της ενάγουσας, που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του ιδίου Δικαστηρίου, στις 15-9-2016 δηλαδή πριν τη δημοσίευση του τελευταίου νόμου (4446/2016) στο ΦΕΚ Α' 240/22-12-2016.

Επομένως, κατά τη ρητή διατύπωση της μεταβατικού δικαίου διάταξη της παρ.2 του άρθρου 33 του ιδίου ως άνω νόμου, και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, η διάταξη αυτή, που ορίζει την κατάργηση της υποχρέωσης καταβολής δικαστικού ενσήμου επί καταψηφιστικών αγωγών που ασκήθηκαν πριν τη δημοσίευση του και μετατράπηκαν σε αναγνωριστικές μετά από αυτή, δεν βρίσκει πεδίο εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση.

Συνακόλουθα, η μετατροπή της ένδικης, εκδικαζόμενης κατά την τακτική διαδικασία, αγωγής, από καταψηφιστική σε αναγνωριστική τρείς περίπου μήνες πριν τη δημοσίευση του νόμου 4446/2016 και συγκεκριμένα στις 15-9-2016, με τις έγγραφες προτάσεις της ενάγουσας, δεν επέφερε απαλλαγή της από την υποχρέωση καταβολής του δικαστικού ενσήμου για τα αποτιμητά σε χρήμα αιτήματά της.

Στις 15-9-2016 που η εν λόγω αγωγή μετατράπηκε σε αναγνωριστική ίσχυε η διάταξη του άρθρου 70 του ν.3994/2011, σύμφωνα με την οποία, (σε συνδ.με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.1 του ν.4055/2012), απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου και για τις αναγνωριστικές αγωγές που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, όπως η ένδικη.

Η ενάγουσα δεν κατέβαλε το απαιτούμενο, κατά το νόμο, δικαστικό ένσημο, παρότι κλήθηκε προς τούτο κατ'άρθρον 227 ΚΠολΔ, με συνέπεια, ως προς τα ανωτέρω αυτοτελή αποτιμητά σε χρήμα αιτήματα της αγωγής της, της οποίας τη συζήτηση είχε επισπεύσει η ίδια ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, να νοείται (πλασματικά) απούσα.

Λόγω της πλασματικής αυτής ερημοδικίας της, η αγωγή της, κατά το προαναφερόμενο μέρος είναι ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση του, τα ίδια ως άνω έκρινε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, και κατά το μέρος τούτο της αγωγής δίκασε ερήμην της ενάγουσας και απέρριψε ως προς αυτό την αγωγή της ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Η ενάγουσα-εκκαλούσα, με την υπό κρίση έφεσή της, βάλλοντας κατά το μέρος αυτό της εκκαλουμένης αποφάσεως, δεν επικαλείται καταβολή του ελλείποντος και απαιτούμενου κατά νόμο δικαστικού ενσήμου προς άρση της πλασματικής ερημοδικίας της. Αυτός θα ήταν ο μόνος παραδεκτός λόγος της έφεσής της κατά το πληττόμενο αυτό μέρος της εκκαλουμένης αποφάσεως, ώστε, σε περίπτωση βασιμότητάς του, να εξαφανιστεί κατά τούτο η εκκαλουμένη απόφαση που εκδόθηκε ερήμην της ενάγουσας, κατ'εφαρμογή του άρθρου 528 ΚΠολΔ, και να ερευνηθεί περαιτέρω η αγωγή, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε.

Αντίθετα, η εκκαλούσα προβάλλει αιτιάσεις για την ουσιαστική απόρριψη του μέρους αυτού της αγωγής της, συνεπεία της πλασματικής ερημοδικίας της κατ'αυτό και ζητεί μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως να γίνει δεκτή κατ ουσίαν η αγωγή της, ως προς τα αποτιμητά σε χρήμα αιτήματά της. Οι λόγοι όμως αυτοί της κρινόμενης έφεσης, ως διάφοροι από τον προαναφερόμενο μόνο παραδεκτό λόγο που μπορεί να προβληθεί στην ένδικη περίπτωση μετά την κατά τα ανωτέρω σύννομη πλασματική ερημοδικία της ενάγουσας είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι" .

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο α) ότι η ενάγουσα είχε υποχρέωση να καταβάλλει, σύμφωνα το άρθρ.70 του ν.3994/2011, δικαστικό ένσημο για την ένδικη αγωγή της και εφόσον δεν το κατέβαλε θεωρείται πλασματικά απούσα με συνέπεια την απόρριψη της αγωγής της ως ουσία αβάσιμης β) ότι σύμφωνα με τον άρθρο 33 παρ.2 Ν.4416/2016 δεν απαλλάσσεται της καταβολής δικαστικού ενσήμου, διότι η ένδικη αγωγή της μετατράπηκε σε αναγνωριστική πριν από την 20/12/2016, δεν παραβίασε τις διάταξεις των άρθρων 5, 17 παρ.1 και 20 του Συντάγματος και το άρθρ.6 της Ε.Σ.Δ.Α και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, διότι η διάταξη του άρθρου 70 Ν.3994/2011, που προέβλεπε την υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου και για τις αναγνωριστικές αποτιμητές σε χρήμα αγωγές δεν αντίκειται στο άρθρο 20 του Συντάγματος ούτε στο άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α καθόσον α) τόσο με την έκδοση αναγνωριστικής όσο και με την έκδοση καταψηφιστικής απόφασης επί διαφοράς αποτιμητής σε χρήμα ο μηχανισμός απονομής δικαιοσύνης έχει κινηθεί εξίσου, αφού ελάχιστη είναι η πρακτική διαφοροποίηση του σκεπτικού και διατακτικού μιας καταψηφιστικής από μια αναγνωριστική απόφαση, και επομένως δικαιολογείται η ενιαία αντιμετώπιση από άποψη δικαστικού ενσήμου της διαγνωστικής δίκης .

Για την πρόοδο δε αυτής επιτρεπτώς μπορούν να θεσπίζονται δαπανήματα που συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και δεν είναι δυσανάλογα με τον εν λόγω σκοπό ,όπως τέτοιο είναι και το τέλος δικαστικού ενσήμου και β) το τέλος δικαστικού ενσήμου αποτελεί δαπάνη που περιλαμβάνεται στα δικαστικά έξοδα που επιδικάζονται στον διάδικο που νίκησε (ΑΠ 675/ 2010, ΑΠ 140/2023, πρβλΑΠ 523/2023, ΑΠ 1012/2022), σε κάθε δε περίπτωση, η οικονομική αδυναμία καταβολής του, μπορεί να αντιμετωπισθεί με το θεσμό του ευεργετήματος πενίας (άρθρο 194 ΚΠολΔ) (ΑΠ 523/2023), ενώ η πρόνοια για την ακώλυτη πρόσβαση των πολιτών χαμηλού εισοδήματος στην δικαστική προστασία καλύπτεται από τις διατάξεις του Ν.3226/2004 περί νομικής βοήθειας (ΑΠ 140/2023, ΑΠ 1470/2019).

Ούτε η διάταξη του άρθρου 33 παρ.2 του ν.4416/22016 αντίκειται στο άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, καθόσον δεν εισάγει αδικαιολόγητη εξαίρεση από την καταβολή δικαστικού ενσήμου για μια συγκεκριμένη κατηγορία πολιτών, αλλά ο νομοθέτης στο πλαίσιο της ρυθμιστικής του εξουσίας επέλεξε με γενικά, απρόσωπα και αντικειμενικά κριτήρια τους καλυπτόμενους από τη ρύθμιση αυτή.

Επίσης, το Εφετείο κρίνοντας ότι η ασκηθείσα από την ενάγουσα έφεση είναι απαράδεκτη, λόγω μη καταβολής, ενώπιόν του, του δικαστικού ενσήμου, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, διότι κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την αγωγή, λόγω μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου, ο ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση, μοναδικός παραδεκτός λόγος της οποίας δύναται να είναι η άρση της πιο πάνω παράλειψης με την εκ των υστέρων καταβολή του, που κατά τα συναφώς ως άνω εκτεθέντα δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και την Ε.Σ.Δ.Α.

Επομένως, οι έκτος από τον αριθμ.1 (κατ εκτίμηση, όχι από τον αριθ.8β), έβδομος από τους αριθμ.1 και 14 και δέκατος, κατά το πρώτο, δεύτερο και τέταρτο σκέλος του, από τον αριθμ.1 (κατ' εκτίμηση όχι από τον αριθ.6) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμοι. Ο ίδιος ως άνω δέκατος, κατά το τρίτο σκέλος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση της παραβίασης του άρθρου 227 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η παραπάνω διάταξη είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου και δεν ιδρύει τον από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1483/2022, ΑΠ 1498/2021, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 496/2020, ΑΠ 404/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναρεισείουσα με τον ένατο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα ενώπιόν του και επικληθέντα από αυτήν (αναιρεσείουσα) ΦΕΚ που αποδείκνυαν την έλλειψη κεφαλαιακής επάρκειας της εναγομένης (αναιρεσίβλητης). Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ως αόριστη.

Από το άρθρο 450 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και τα οποία μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη. Ο αντίδικος τον κατέχοντος το έγγραφο, εφ' όσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Έτσι, αν η αίτηση επίδειξης εγγράφου διαλαμβάνει επίκληση της κατοχής τον εγγράφου από τον αντίδικο, και εφόσον το έγγραφο προσδιορίζεται σαφώς και με ακρίβεια ως προς τα στοιχεία και το περιεχόμενο τον (ΑΠ 123/2016, ΑΠ 808/2015, ΑΠ 43/2013), εκτίθενται δε και τα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού τον αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιον ισχυρισμού τον αντιδίκου του (ΑΠ 567/2021, ΑΠ 579/2015, ΑΠ 168/2015, ΑΠ 1249/2009), τότε το δικαστήριο, παραλείποντας να αποφανθεί για την αίτηση αυτή, υποπίπτει στην εκ του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια.

Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο εξέτασε το αίτημα για επίδειξη των εγγράφων και το απέρριψε με την ακόλουθη αιτιολογία: "Η ενάγουσα, ήδη εκκαλούσα, με το διαλαμβανόμενο στην αγωγή της αίτημα ως προς το οποίο δικάστηκε αντιμωλία με την εκκαλουμένη απόφαση ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομενη να της επιδείξει προς απόδειξη των αγωγικών της ισχυρισμών έγγραφη απόφαση της διοίκησής της με περιεχόμενο τη δέσμευση του κατατεθειμένου ποσού στο λογαριασμός της ως και τις συνθήκες που ενεργοποίησε το σχετικό με τη δέσμευση αυτή όρο των επιδίκων συμβάσεων Το αγωγικό αυτό αίτημα είναι μη νόμιμο ως προς το δεύτερο σκέλος του διότι αντικείμενο επίδειξης κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις και τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, είναι μόνο έγγραφα και όχι οι "συνθήκες" που οδήγησαν στην έκδοσή τους και ως προς το προς το δεύτερο (ενν:

πρώτο) σκέλος του είναι απαράδεκτος λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας μετά το απαράδεκτο και το αβάσιμο όλων των λοιπών αυτοτελών αγωγικών αιτημάτων της που συνδέονται με τους διαλαμβανόμενους στο δικόγραφο ισχυρισμούς της προς απόδειξη των οποίων υπέβαλε το υπό κρίση αίτημα επίδειξης εγγράφου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του ως άνω έκρινε, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο και συνεπώς όσα αντίθετα ισχυρίζεται η ενάγουσα με το σχετικό λόγο της έφεσης είναι αβάσιμα".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο όχι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, αφού μετά την απόρριψη απάντων των αγωγικών αιτημάτων (λόγω αοριστίας και πλασματικής ερημοδικίας), το συγκεκριμένο έγγραφο δεν ήταν πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη αγωγικού ισχυρισμού και επομένως εξέλιπε το έννομο συμφέρον της ενάγουσας για την επίδειξη του εν λόγω εγγράφου.

Επομένως ο ενδέκατος, από τον αρ. 14 (κατ' εκτίμηση και όχι από τον αριθ.1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

Κατόπιν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, διότι η αναιρεσίβλητη δεν κατέθεσε προτάσεις και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7/2/2022 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ..Κ. Α. Α..»Ε.» για αναίρεση της υπ'αριθ. 4156/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου...

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ