Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as facts were properly evaluated by the appellate court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to annul the appellate court's judgment regarding a debt dispute. The appellants argued the lower court ignored their claims about illegal interest rates and failed to consider specific documents, but the court found these arguments were already addressed and rejected in the original decision. Consequently, the appeal was deemed inadmissible because it merely re-litigated facts without new grounds.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 9 para. 3 C.P.C.; Art. 450 C.P.C.: An appeal is inadmissible if the appellate court properly evaluated the facts and arguments presented, as the appellant's reiteration of existing claims does not constitute a violation of substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 567 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 567/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "CHRIS FURS FASHIONS - ΒΙΟΤΕΧΝΙΑ ΓΟΥΝΑΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΕΡΜΑΤΙΝΩΝ ΕΙΔΩΝ ΕΠΕ", που εδρεύει στο Δισπηλιό Καστοριάς και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Χ. Τ. του Φ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καρακατσέλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωγραφιά Ευαγγελίδου Τσικρικά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 19/5/2003 και 23/5/2003 ανακοπές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καστοριάς.
Εκδόθηκε η 24/520.41/496.40/2004 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την πρώτη ανακοπή προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς και απέρριψε την δεύτερη, και κατόπιν εφέσεως η 82/2009 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/4/2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Τζανερρίκος ανέγνωσε την από 8/11/2019 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Θωμά Γκατζογιάννη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή εννόμου προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης, και ιδίως η αγωγή, η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα.
Τέτοια αίτηση είναι επίσης αυτή με την οποία ο διάδικος ζητεί τη διενέργεια υποχρεωτικής για το δικαστήριο διαδικαστικής πράξης, όπως είναι και η αίτηση επίδειξης εγγράφου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 123/2016), η οποία, όμως, προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, αφού κατά τις τελευταίες αυτές διατάξεις η επίδειξη μπορεί να ζητηθεί για έγγραφα που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη καθώς και ότι η αίτηση προβάλλεται παραδεκτά και είναι ορισμένη (ΑΠ 687/2017, ΑΠ 429/2017).
Εξάλλου, από το άρθρο 450 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και τα οποία μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη. Ο αντίδικος τον κατέχοντος το έγγραφο, εφ' όσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Έτσι, αν η αίτηση επίδειξης εγγράφου διαλαμβάνει επίκληση της κατοχής τον εγγράφου από τον αντίδικο, και εφόσον το έγγραφο προσδιορίζεται σαφώς και με ακρίβεια ως προς τα στοιχεία και το περιεχόμενο τον (ΑΠ 123/2016, ΑΠ 808/2015, ΑΠ 43/2013), εκτίθενται δε και τα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού τον αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιον ισχυρισμού τον αντιδίκου τον (ΑΠ 579/2015, ΑΠ 168/2015, ΑΠ 1249/2009), τότε το δικαστήριο, παραλείποντας να αποφανθεί για την αίτηση αυτή, υποπίπτει στην εκ του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια.
Δεν εμπίπτει όμως στην έννοια της διατάξεως αυτής η αίτηση επί διαδικαστικού θέματος, αποκειμένου στην κρίση του δικαστηρίου, όπως είναι το αίτημα να διαταχθεί η προσαγωγή εγγράφου (ΑΠ 371/2008). Περαιτέρω, οι προβλεπόμενοι από τους αριθμούς 1 και 19 τον άρθρου 559 τον ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, ιδρύονται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δικαίου.
Συνεπώς δεν ιδρύονται οι λόγοι αυτοί, όταν προβάλλεται ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 450 και 451 τον ΚΠολΔ, οι σχετικές με την επίδειξη εγγράφων στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 782/2017, ΑΠ 808/2015). Τέλος, από τη διάταξη τον άρθρον 303 ΑΚ, συνάγεται, ότι εκ μόνου του γεγονότος, ότι από κάποια έννομη σχέση, κάποιος προέβη σε διαχείριση εν όλω ή εν μέρει ξένης περιουσίας, δηλαδή σε ενέργειες συνεπιφέρουσες εισπράξεις και δαπάνες, υποχρεούται να παράσχει λόγο αυτής της διαχείρισης τον (ΑΠ 1122/2006). Εάν ο δοσίλογος δεν προβαίνει εξωδίκως σε ανακοίνωση προς το δεξίλογο λογαριασμού ή εάν ο λογαριασμός, που ανακοίνωσε ο δοσίλογος, δεν είναι σύμφωνος με τους όρους και τον τύπο που ορίζεται, δεν εκπληρώνεται η ως άνω υποχρέωση τον δοσίλογου, ο δε δεξίλογος δικαιούται να επιδιώξει την εκπλήρωση της υποχρέωσης τον δοσίλογου περί ανακοίνωσης τον λογαριασμού με αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 473-477 ΚΠολΔ. Για την πληρότητα της ιστορικής βάσης της αγωγής αυτής αρκεί το γεγονός ότι ο δοσίλογος διαχειρίστηκε υπόθεση ολικώς ή μερικώς του δεξίλογου με βάση οποιαδήποτε μεταξύ τους έννομη σχέση (ΑΠ 1318/2014, ΑΠ 1599/2011, ΑΠ 1206/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, ενώ παραδεκτά με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων της ανακοπής, είχαν υποβάλλει αίτημα στο δικαστήριο να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη τράπεζα να προσκομίσει στο δικαστήριο:
α) τις συναλλαγματικές τις οποίες είχαν καταθέσει στους επίδικους τέσσερις αλληλόχρεους λογαριασμούς είτε ως ενέχυρο είτε προς είσπραξη ή λογοδοσία για την τύχη αυτών, δηλαδή αν εισπράχθηκαν και καταχράστηκαν υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης τράπεζας τα αντίστοιχα ποσά ή εάν τις απώλεσαν ή εάν δεν πληρώθηκαν από τούς αποδέκτες, να προσκομισθούν τα σώματα αυτών και η αλληλογραφία με τις ανταποκρίτριες τράπεζες και, β) όλες τις συμβάσεις των αλλά και τις αναλυτικές κινήσεις των αντίστοιχων λογαριασμών τους, των πρωτοφειλετών Κ., Κ., Ε., Σ.
και Π., δηλαδή έγγραφα, τα οποία κατείχε και με τα οποία θα αποδεικνύονταν ότι δεν υπήρχε καμία οφειλή τους προς την τράπεζα, ότι το ίδιο αίτημα επανέφεραν και στο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς επίσης και αίτημα να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη τράπεζα να παράσχει αναλυτική λογοδοσία, το Εφετείο παρέλειψε να εκδικάσει τις αιτήσεις αυτές.
Για την ίδια παράλειψη του Εφετείου, με την κρινόμενη αίτηση, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των ως άνω περί επιδείξεως εγγράφων διατάξεις και ότι με ελλιπείς αιτιολογίες απέρριψε το αίτημα, όπως περιέχονται στην πρωτόδικη απόφαση η οποία, μετά την απόρριψη κατ' ουσίαν της έφεσης, ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη.
Οι ανωτέρω, εκ των αρ. 9, 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, τους οποίους συγκροτούν οι προβαλλόμενες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, είναι απαράδεκτοι. Τούτο διότι: α) Ως προς την αιτίαση ότι άφησε αδίκαστο το αίτημα να υποχρεωθεί η ήδη αναιρεσίβλητη να προσκομίσει τα ανωτέρω έγγραφα, η σιωπηρή απόρριψη, από το Εφετείο, ενός τέτοιου αιτήματος δεν ελέγχεται αναιρετικώς, κατά τα προεκτεθέντα.
Ακόμη, όμως και, υπό την εκδοχή ότι η εν λόγω αιτίαση αφορά αδίκαστη αίτηση επίδειξης εγγράφων, δεν εξειδικεύονται με σαφήνεια τα έγγραφα των οποίων ζητείται η επίδειξη, ήτοι οι συναλλαγματικές, κατά τα στοιχεία τους, και το περιεχόμενο τους, ούτε εκτίθεται ότι υφίσταται έγγραφο περί της λογοδοσίας το οποίο θα μπορούσε να επιδεχθεί στο δικαστήριο.
Πρέπει, δε, να σημειωθεί ότι δεν αρκεί η αόριστη αναφορά ότι ζήτησαν να επιδειχθούν οι συναλλαγματικές, που είχαν καταθέσει στους επίδικους λογαριασμούς ή λογοδοσία για την τύχη αυτών και όλες οι συμβάσεις των αλληλόχρεων λογαριασμών με τις αναλυτικές κινήσεις των αντίστοιχων λογαριασμών τους. β) Ως προς το αίτημα να παράσχει η αναιρεσίβλητη λογοδοσία, δεν ισχυρίζονται ότι είχαν ασκήσει τέτοια αγωγή, με αναφορά των διαλαμβανομένων σ' αυτή στοιχείων, που απαιτούνται, για την άσκησή της (διαχείριση ξένης ολικά ή μερικά υπόθεσης, που συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, ιδιότητα της αναιρεσίβλητης ως διαχειρίστριας).
Και, γ) ως προς την αποδιδόμενη εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των αντίστοιχων διατάξεων και τις ελλιπείς αιτιολογίες απόρριψης τον αιτήματος, καθόσον οι διατάξεις για την επίδειξη εγγράφων (450 - 452 ΚΠολΔ) είναι δικονομικού δικαίου και δεν προσβάλλεται η παραβίαση αυτών με τους λόγους από τους αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
II. Κατά τη διάταξη τον άρθρον 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζονσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Περαιτέρω, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, τον οποίον το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Έτσι, η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση τον δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.
Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη τον διατακτικού της απόφασης, με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε, οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 2090/2017, ΑΠ 255/2010).
Σύμφωνα με αυτά, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως).
Διότι, η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 578 ΚΠολΔ), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές τον δικαστηρίου. Επομένως, αν η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση, αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, η έκθεση στο αναιρετήριο των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του για τη βασιμότητα της αγωγής ή των ισχυρισμών, και υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση τον δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις (χωρίς, δηλαδή, η ύπαρξη του ενός να αποκλείει λογικά την ύπαρξη του άλλου), ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος τον διατακτικού της αποφάσεως, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 532/2017, ΑΠ 1376/2011).
Περαιτέρω, η αοριστία του αναιρετικού λόγου, εξαιτίας μη αναφοράς των παραδοχών τον δικαστηρίου της ουσίας, δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της έφεσης ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 57/1990).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναρεσείοντες, με το πρώτο μέρος του δεύτερου και του τρίτου λόγων της αίτησης αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138, 140, 281, 288, 296, 174, 178, 179, 180, 181 ΑΚ, 110 και 111 ΕισΝΑΚ και 624 και 626 ΚΠολΔ, ενώ, με το δεύτερο μέρος του δεύτερου και του τρίτου λόγων της αναίρεσης προσάπτουν στην απόφαση αυτή, την αιτίαση ότι περιέχει πλημμελείς αιτιολογίες.
Στο αναιρετήριο, όμως, εκτίθενται μόνο οι πραγματικοί ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, η άποψή τους για την έννοια των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, οι κατ' αυτούς παραδοχές της προσβαλλόμενης και η θεώρηση των αναιρεσειόντων, περί την έννοια που αποδίδει η απόφαση στις σχετικές διατάξεις τον νόμου, καθώς και η καταληκτική κρίση του Εφετείου.
Δεν αναφέρονται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά (οι παραδοχές), που δέχθηκε το δικαστήριο προκειμένου να στηρίξει την ως άνω κρίση του, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί εάν το Εφετείο με βάση αυτές εφάρμοσε τις συγκεκριμένες διατάξεις του νόμου και εάν έσφαλε στην ερμηνεία αυτών, σχετικά με τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων για εικονικότητα, πλάνη και καταχρηστικότητα των επικαλούμενων τραπεζικών συμβάσεων, και την αναγνώριση του χρέους, απαιτώντας περισσότερα στοιχεία από όσα, κατά τις αντίστοιχες διατάξεις, θεμελιώνουν τους ανωτέρω ισχυρισμούς τους ή αρκέστηκε σε λιγότερα, τα οποία, επίσης, δεν αναφέρονται, στο αναιρετήριο, ή ότι παραβίασε αυτές με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που και αυτή (εσφαλμένη υπαγωγή) δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται, παρά μόνο παρατίθενται και αναλύονται επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, αναγόμενα στην εκτίμηση των αποδείξεων, από το Εφετείο.
Εξάλλου, λόγω της μη παράθεσης των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, η ορθότητα ή μη του διατακτικού της δεν μπορεί να ελεγχθεί ούτε από την άποψη της σαφήνειας και επάρκειας των αιτιολογιών της, ανεξαρτήτως, του ότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποιες είναι οι, συγκεκριμένες, ανεπάρκειές της.
Τέλος, οι διατάξεις των άρθρων 624 και 626 ΚΠολΔ, είναι δικονομικού δικαίου και δεν προσβάλλεται η παραβίαση αυτών με τους λόγους από τους αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, οι προαναφερόμενοι λόγοι της κρινόμενης αίτησης, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους.
III. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995), είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005).
Θα πρέπει, δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988). Επομένως, δεν ιδρύουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης οι αιτιολογημένες αρνήσεις της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006), ούτε τα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων πού αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μεσα (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 87/2013) έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 1274/1994), ούτε τα νομικά επιχειρήματά τους, που, σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος τον επικαλούμενου ή αποκρουσμένου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου (ΑΠ 933/3014, ΑΠ 1573/06).
Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη απαραδέκτως προταθέντα ισχυρισμό, καθώς και όταν λαμβάνει υπόψη ισχυρισμό, που προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 852/2015).
Οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο ουσιώδη πράγματα που ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα, ενώ είχαν ζητήσει την ακύρωση της επίδικης διαταγής πληρωμής λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, επικαλούμενοι ότι επιδιώκει να εισπράξει δύο φορές την ίδια απαίτηση και συγκεκριμένα μία φορά από το Ελληνικό Δημόσιο και μία φορά από τους ίδιους, δεν έλαβε υπόψη της τον ισχυρισμό αυτό. Από την παραδεκτή, όμως, επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) του δικογράφου της έφεσης, προκύπτει ότι τον ως άνω ισχυρισμό οι αναιρεσείοντες δεν είχαν προβάλει στο Εφετείο, αφού με το δεύτερο λόγο της έφεσής τους, είχαν αναφερθεί σε ακύρωση της διαταγής πληρωμής μόνο για ουσιώδη πλάνη αυτών και για λόγους εικονικότητας των συμβάσεων.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Επίσης, απαράδεκτος είναι ο ίδιος λόγος και κατά το τελευταίο μέρος, που αποδίδει σφάλμα στην απόφαση επειδή λόγω της μη ικανοποίησης αιτήματος επίδειξης εγγράφων, δεν έλαβε υπόψη του αναγκαία έγγραφα τα οποία βρέθηκαν σ' αυτούς μετά την εκδίκαση της υπόθεσης στο δικαστήριο της ουσίας, δεδομένου ότι η επίκληση αποδεικτικού μέσου, όπως είναι και τα έγγραφα, δεν αποτελεί "πράγμα", ώστε να θεμελιώνεται η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια (ΑΠ 625/2008, ΑΠ 10/2008, ΑΠ 2104/2007, ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 2019/2007).
Ενώ, ο ίδιος λόγος και αν ήθελε εκτιμηθεί ως παράβαση από τον αριθμού 11 γ' του άρθρου 559 ΚπολΔ, πάλι είναι απαράδεκτος, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, τα έγγραφα αυτά δεν είχαν προσκομιστεί στο Εφετείο, ώστε αυτό να παραλείψει τη συνεκτίμησή τους, για το σχηματισμό του πορίσματος του. Εξάλλου, με το τρίτο μέρος του τρίτου λόγου της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς, που είχαν προτείνει και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι η αναιρεσίβλητη είχε προβεί μονομερώς στον προσδιορισμό της οφειλής, χωρίς αυτή να προκύπτει από δικαστική απόφαση και ότι η επικληθείσα αναγνώριση χρέους περιλάμβανε παράνομους όρους και παράνομους ανατοκισμούς.
Όμως, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει σαφώς, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αυτούς τους ισχυρισμούς και τους απέρριψε, ευθέως, δεχόμενο τα αντίθετα και, ειδικότερα, ότι: α) με το κλείσιμο των λογαριασμών, ύστερα από έγγραφη καταγγελία της αναιρεσίβλητης το κατάλοιπο ανήλθε στο ποσό των 407.909,98 ευρώ, για το οποίο εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, β) Το κατάλοιπο αυτό αναγνωρίστηκε με τον προβλεπόμενο, από τις συμβάσεις και εκτιθέμενο στην απόφαση τρόπο, γ) Ότι με τη σύμβαση η πρώτη αναιρεσείουσα είχε αναδεχθεί σωρευτικά το χρέος των αναφερόμενων τρίτων προσώπων, αναφέροντας και την αιτία της αναδοχής, δηλαδή ότι οι πιστώσεις αυτών αξιοποιήθηκαν από την ίδια.
Και, δ) ότι υπήρξε συμφωνία η αναιρεσίβλητη να "εκτοκίζει", δηλαδή να υπολογίζει λογιστικά τόκους επί των καθυστερούμενων τόκων, από την πρώτη ημέρα της καθυστέρησης, χωρίς τους περιορισμούς των άρθρων 296 ΑΚ και 110 και 11 παρ. 2 ΕισΝΑΚ και, εντεύθεν, δέχθηκε ότι η αναγνώριση δεν πάσχει ακυρότητας.
Τέλος, όλοι οι κρινόμενοι αναιρετικοί λόγοι, κατά τις λοιπές αιτιάσεις τους, είναι απαράδεκτοι, καθόσον σ' αυτούς οι αναιρεσείοντες παραθέτουν και αναλύουν τα επιχειρήματά τους, υπό το πρίσμα των οποίων προβαίνουν σε, κατά την εκδοχή τους, διαφορετική, από αυτή του Εφετείου, εκτίμηση των αποδείξεων και, έτσι, με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων της θεμελίωσής τους, δήθεν, σε παραβίαση των επικαλουμένων, ως άνω, κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πλήττουν την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (ΟλΑΠ 1/1995).
IV. Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστούν αυτοί, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που νίκησε, κατά παραδοχή της βασιμότητας του νομίμως υποβληθέντος, με τις προτάσεις της, σχετικού, αιτήματος (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-04-2012 αίτηση για αναίρεση της 82/2009 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ