Legislator Case Law & Legislation
808/2015 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on unjust enrichment and community property claims regarding marital home usage.

Case Number 808/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Second Instance Court's dismissal of his claims. The appellant argued that the respondent's use of his apartment after the divorce constituted unjust enrichment and a failure to contribute to marital assets. The court found the lower court erred in rejecting these specific claims based on Articles 904 and 1400 of the Civil Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 562(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine substantive legal issues raised on appeal if they were properly presented in the lower court, and may partially overturn a judgment if the lower court incorrectly applied substantive law to valid claims.

Keywords

AI generated
unjust enrichment marital property community assets appeal admissibility civil procedure divorce consequences property usage

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 904 of the Civil Code
Article 1400 of the Civil Code
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 808 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 808/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Oκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Α.ς Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Βάσια Σεργάκη.

Της αναιρεσιβλήτου Ν. Ν. του Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσουτσουβά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-10-2010 και 14-10-2010 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5542/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 7438/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-3-2014 αίτησή του και με τους από 24-9-2014 πρόσθετους λόγους .

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 16-10-2014. έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την μερική παραδοχή του 8ου λόγου της αναίρεσης, μερική αναίρεση της απόφασης προς αντικατάσταση της αναφερομένης στο σκεπτικό αιτιολογίας και την απόρριψη κατά τα λοιπά της αίτησης και των προσθέτων λόγων αυτής. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη γέννηση και θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ. Τούτο, διότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ’ εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης να είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του και να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η σχετική πρόταση.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αίτησής του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, με το να κρίνει ορισμένη τη βάση της εναντίον του αγωγής της αναιρεσίβλητης περί συμμετοχής στα κατά τη διάρκεια του μεταξύ τους γάμου αποκτήματα, παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, διότι σ’ αυτήν δεν αναφέρεται η αξία των αποκτημάτων κατά τον χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων, ούτε αν υπήρχε η επίμαχη περιουσία κατά τον ίδιο χρόνο, ούτε αν κατά την τέλεση του γάμου αυτός διέθετε κάποια περιουσία και ποια η αξία της.

Ο λόγος είναι απαράδεκτος προεχόντως, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι ισχυρισμοί που τον στηρίζουν είχαν προταθεί νομίμως στο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, σε κάθε περίπτωση δε, όπως προκύπτει από το επισκοπούμενο δικόγραφο της έφεσης του αναιρεσείοντος, οι παραπάνω ισχυρισμοί περί απαραδέκτου λόγω αοριστίας της αγωγής, για την ως άνω αιτία, δεν προτάθηκαν στο Εφετείο με λόγο έφεσης.

Περαιτέρω, με τον έκτο λόγο της αίτησης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, τον οποίο είχε προτείνει, με τις έγγραφες προτάσεις του στο Εφετείο, ότι στο παθητικό της περιουσίας του, με βάση την οποία προσδιορίστηκαν (σύμφωνα με το τεκμήριο του άρθρου 1400 παρ. 1 εδ.

β’ ΑΚ) οι αξιώσεις της αναιρεσίβλητης στα κατά τη διάρκεια του γάμου αποκτήματα, περιλαμβάνονται οι ζημίες του από δάνειο που έλαβε από την Τράπεζα Κύπρου, ποσού περίπου 200.000 ευρώ. Ο λόγος αυτός, είναι επίσης απαράδεκτος διότι, ανεξάρτητα από την αοριστία του, η ύπαρξη παθητικού που πρέπει να αφαιρεθεί, για να εξευρεθεί η τελική καθαρή αύξηση της ως άνω περιουσίας, είναι περιστατικό αναγόμενο στη σφαίρα επιρροής του εναγομένου, το οποίο αυτός βαρύνεται να επικαλεσθεί και αποδείξει και εντεύθεν αποτελεί στοιχείο ενστάσεώς του.

Ο δε αναιρεσείων δεν επικαλείται πρόταση του επίμαχου ισχυρισμού στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (άρθρο 527 ΚΠολΔ) και επαναφορά του στο Εφετείο, με λόγο εφέσεως σε κάθε περίπτωση δε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της εφέσεώς του, δεν διαλαμβάνεται σ’ αυτήν λόγος, σχετικός με τον ανωτέρω ισχυρισμό του.

Από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.

Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί στην αίτηση για επίδειξη εγγράφων θεμελιώνει τον από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή ήταν παραδεκτή και σύννομη, τουτέστιν να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, να προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενο του και να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για πλημμέλεια από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι απέρριψε το αίτημά του για επίδειξη των αναφερόμενων εγγράφων, τα οποία η αναιρεσίβλητη είχε προσκομίσει σε μεταξύ τους προγενέστερες δίκες (ασφαλιστικών μέτρων).

Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος του που επιχειρείται στοιχειοθέτηση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας, τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, το δικαστήριο τη σχετική του αίτηση δεν την άφησε αδίκαστη, αλλά την δίκασε και την απέρριψε. Κατά δε το μέρος του, που επιχειρείται στοιχειοθέτηση της πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη σε παραβίαση των δικονομικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 450 § 2 και 451 ΚΠολΔ είναι, επίσης, απαράδεκτος, διότι η ως άνω πλημμέλεια δεν ιδρύεται σε περίπτωση παραβίασης δικονομικών διατάξεων.

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημα του αναιρεσείοντος για επίδειξη κατεχόμενων από την αναιρεσίβλητη εγγράφων (που δεν περιλαμβάνονται στο προαναφερθέν αίτημά του) και συγκεκριμένα αντιγράφων των αναφερόμενων τραπεζικών της λογαριασμών και λογαριασμών κινητών αξιών, από τα οποία προκύπτει (κατά του αναιρεσείοντα) η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης αποταμίευση των χρημάτων που αποκέρδαινε από την εργασία της, με αποτέλεσμα την ανυπαρξία συμβολής της στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου.

Όμως, η επίκληση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας κρίνεται αλυσιτελής, προβαλλόμενη χωρίς έννομο συμφέρον. Τούτο, διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει τη νομική δυνατότητα να διατάξει, είτε τον διάδικο είτε την τράπεζα, να καταθέσει και προσκομίσει στοιχεία για αυτού του είδους τις καταθέσεις.

Τούτο δε εξαιτίας του καθιερούμενου από το άρθρο 1 του ν.δ. 1059/1971, όπως ισχύει, απορρήτου των καταθέσεων, που διασφαλίζεται από πλέγμα συνταγματικών διατάξεων (άρθρα 2 παρ. 1, 5 § 1, 9 παρ. 1 ισχύοντος Συντάγματος) και με βάση το οποίο εισάγεται επιτρεπτός περιορισμός του δικαιώματος αποδείξεως για την εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων, στα πλαίσια της πολιτικής δίκης (ενώ δεν γίνεται επίκληση περιστατικών, στοιχειοθετούντων κάποια από τις περιοριστικά στο νόμο αναφερόμενες περιπτώσεις άρσεώς του).

Σημειουμένου, μάλιστα, ότι τα επίμαχα έγγραφα δεν συνάπτονται με την απόδειξη αξιώσεών του, ως δανειστή της αναιρεσίβλητης (από αποκτήματα), αλλά την απόκρουση των κατ’ αυτού, ως οφειλέτη, αξιώσεων της αναιρεσίβλητης. Άλλωστε και σε κάθε περίπτωση, τα επικαλούμενα περιστατικά δεν αρκούσαν προς στοιχειοθέτηση του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, για την ευδοκίμηση του επίμαχου αιτήματος του.

Συγκεκριμένα, η επικαλούμενη αποταμίευση από την αναιρεσίβλητη των χρημάτων που αποκέρδαινε από την εργασία της δεν τελεί σε αιτιώδη σχέση με τις επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα χαριστικές παροχές του πατέρα του προς αυτόν και δεν άγει αυτονοήτως, αυτή και μόνη, σε απόδειξη ανυπαρξίας συμβολής της στα αποκτήματά του, εφόσον, μάλιστα, η παραδοχή της αγωγής στηρίχτηκε στο νόμιμο τεκμήριο και όχι στην πραγματική συμβολή της αναιρεσίβλητης.

Για τους ίδιους ως άνω λόγους, απαραδέκτως, προβάλλονται και οι διαλαμβανόμενες σε μέρος του δέκατου λόγου αιτιάσεις, ότι δηλαδή το Εφετείο, με το να απορρίψει το αίτημά του για πραγματογνωμοσύνη, προκειμένου να προσδιοριστεί το ύψος των τραπεζικών καταθέσεων της αναιρεσίβλητης και να απορρίψει την αίτησή του για επίδειξη εγγράφων, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 20 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι με τον τρόπο αυτό παρέμεινε αδιευκρίνιστο το ουσιώδες ζήτημα των πραγματικών περιουσιακών στοιχείων, που απέκτησε η αναιρεσίβλητη κατά τη διάρκεια του γάμου τους.

Η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα του ενός συζύγου από τον άλλο με βάση το άρθρο 1400 ΑΚ, είναι δυνατό να στηρίζεται είτε κύρια είτε και επικουρικά σε σχέση με τις αξιώσεις από την παρ. ι του ανωτέρω άρθρου και στην τεκμαρτή συμβολή από την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, δηλαδή στο νόμιμο τεκμήριο, οπότε μοναδική προϋπόθεση έχει την επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία και μόνον ο ενάγων οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει, προσδιορίζοντας την τυχόν αρχική κατά την τέλεση του γάμου περιουσία του εναγομένου και την τελική κατά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου ή την άσκηση της αγωγής επί τριετούς διάστασης περιουσία του, καθώς και την σε χρήμα, αξία αμφοτέρων κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, οπότε η συμβολή του τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο 1/3 της περιουσιακής επαύξησης, που προκύπτει με την αφαίρεση της αρχικής περιουσίας από την τελική.

Άρα, στην περίπτωση αυτή ο ενάγων σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής του καθ’ εαυτήν, ούτε του ποσοστού της, ούτε της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της περιουσιακής επαύξησης του εναγομένου. Ο εναγόμενος δε ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων και στις δύο περιπτώσεις του άρθρου 1400 ΑΚ, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή.

Για να γίνει, όμως, δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ’ αυτόν.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση.

Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, μεταξύ άλλων, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στου ..., στις 28-10-1972, από τον οποίο απέκτησαν δύο ήδη ενήλικα τέκνα, τον Γ. και την Α.. Η έγγαμη συμβίωση τους διακόπηκε την 12-4-2005, ο δε γάμος τους λύθηκε με την 2561/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ο εναγόμενος κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου ήταν νέος ιατρός και ενισχυόταν οικονομικά από τον πατέρα του, ο οποίος ήταν επιτυχημένος κατασκευαστής οικοδομών, ενώ η ενάγουσα ήταν φοιτήτρια της Ιατρικής Σχολής. Κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης ο εναγόμενος εργάστηκε ως ιατρός - μαιευτήρας στο ιδιωτικό μαιευτήριο "...", διατηρώντας παράλληλα ιδιωτικό ιατρείο, ενώ η ενάγουσα άρχισε να εργάζεται ως ιατρός από το έτος 1980 σε διάφορα νοσοκομεία και δη την 10-9-1980 τοποθετήθηκε σε θέση βοηθού στο νοσοκομείο Λοιμωδών Νόσων για να εκπληρώσει την υποχρεωτική υπηρεσία της υπαίθρου, όπου υπηρέτησε μέχρι 13-9-1982, ακολούθως εργάστηκε στο Νοσοκομείο "...", στο νοσοκομείο "Π… Α… Κ... " στο Β’ Παιδιατρικό Τμήμα από 29-1-1985 έως 15-12-1987 για την απόκτηση της ειδικότητας παιδιατρικής, ενώ από το έτος 1990 διατηρεί ιατρείο και εργάζεται ως ιατρός-παιδίατρος (ελεύθερος επαγγελματίας), διατηρώντας ιατρείο σε ιδιόκτητο διαμέρισμα του εναγομένου που της παραχώρησε αυτός, άνευ ανταλλάγματος, για το σκοπό αυτό και από το Μάιο του 1996 εργάζεται παράλληλα στο ιδιωτικό μαιευτήριο "...".

Το έτος 1995 οι διάδικοι...συνέστησαν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Ι... ΙΑΤΡΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ"...με διάρκεια πέντε (5) ετών και με εταιρικό κεφάλαιο 3000.000 δρχ., κατανεμημένο σε 300 εταιρικά μερίδια, εκ δρχ. 10.000 εκάστου, καταβληθέν ολόκληρο από τους διαδίκους- εταίρους και δη η ενάγουσα κατέβαλε 2.400.000 δρχ., και μετείχε στην εταιρεία με μία (1) μερίδα συμμετοχής, αποτελούμενη από 240 εταιρικά μερίδια, ο δε εναγόμενος κατέβαλε 600.000 δρχ., και μετείχε στην εταιρεία με μία μερίδα συμμετοχής αποτελούμενη από 60 εταιρικά μερίδια....οι διάδικοι παρέτειναν τη διάρκεια της εταιρείας για πέντε (5) έτη και προέβησαν σε αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου της άνω εταιρείας με καταβολή μετρητών, ώστε η συμμετοχή της ενάγουσας ανήλθε πλέον σε 480 εταιρικά μερίδια και η συμμετοχή του εναγομένου σε 120 εταιρικά μερίδια.

Η εταιρεία αυτή που είχε ως αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών υγείας λύθηκε την 1-12-2003 ... Όπως προκύπτει από τα προσαγόμενα ισοζύγια λογαριασμών της άνω εταιρείας των εταιρικών χρήσεων 1995 έως και 2003, τα καθαρά κέρδη προς διάθεση της εταιρείας ανήλθαν...συνολικά σε 423.233,99 ευρώ εκ των οποίων στην ενάγουσα αναλογούν 338.649,60 ευρώ και στον εναγόμενο 84.662,39 ευρώ.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από προσκομιζόμενα από την ενάγουσα εκκαθαριστικά σημειώματα της αρμόδιας εφορίας και τις φορολογικές δηλώσεις τα εισοδήματα των διαδίκων ανήλθαν, του μεν εναγομένου,...συνολικά σε 658.493,75 Ευρώ, της δε ενάγουσας...συνολικά σε 498.458 ευρώ. Έτσι τα άνω εισοδήματα των διαδίκων ανήλθαν συνολικά σε 1.156.951,75 Ευρώ (658.493,75+498.458) και συνεπώς το ποσοστό συμμετοχής του εναγομένου στα άνω οικογενειακά εισοδήματα είναι 658.493,75/1.156.951,75=57% και της ενάγουσας 498.458/1.1 56.951,75 = 43%.

Ο εναγόμενος δεν απέδειξε τα εισοδήματά του από το χρόνο τέλεσης του γάμου, ήτοι από 28.10.1972 έως και το έτος 1988 καθώς και τα έτη 1990,1991, εφόσον αυτός φέρει το βάρος να ανατρέψει το τεκμαιρόμενο ποσοστό 1/3 της συμβολής της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του, πρέπει όμως να επισημανθεί ότι η ενάγουσα, όπως προαναφέρθηκε, από το χρόνο τέλεσης του γάμου, ήτοι από 28.10.1972 μέχρι την 10.9.1980 δεν εργαζόταν, σημαντικά δε εισοδήματα άρχισε αυτή να αποκομίζει από το έτος 1990 και μετέπειτα που άρχισε να λειτουργεί το ιδιωτικό ιατρείο της.

Οι υπηρεσίες της ενάγουσας σχετικά με τη λειτουργία του συζυγικού οίκου και την ανατροφή των τέκνων τους δεν αποδείχθηκε ότι υπερέβαιναν το μέτρο που επιβαλλόταν από την υποχρέωση συμβολής της στις οικογενειακές ανάγκες. Περαιτέρω, ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια του γάμου απέκτησε τα εξής περιουσιακά στοιχεία, τα οποία διατηρούσε κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου (15-9-2009), υπολογιζομένης της αξίας τους κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ήτοι: 1) καταθετικό λογαριασμό στην τράπεζα EUROBANK με αριθ. ...

από τον οποίο ο εναγόμενος την 14-7-2005 μετέφερε το υπόλοιπο του λογαριασμού που ανήρχετο σε 24.089 Ευρώ σε άλλο προσωπικό του λογαριασμό, το ποσό δε αυτό διατηρεί μέχρι σήμερα, προσαυξημένο τουλάχιστον με τους νόμιμους τόκους μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, οι οποίοι, με βάση τα διατραπεζικά επιτόκια του Ευρώ της χρονικής αυτής περιόδου..., ανέρχονται σε 4.500 Ευρώ και συνολικά ο εναγόμενος διατηρεί ποσό 28.589 Ευρώ, 2) επενδυτικό λογαριασμό συμμετοχής σε Ανώνυμες Εταιρείες Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων και συναφή προϊόντα στην Τράπεζα Eurobank, με αρ. ...

και νόμισμα αναφοράς δολάρια ΗΠΑ, από τον οποίο ο εναγόμενος την 19.7.2005 ανέλαβε το υπόλοιπο του λογαριασμού που ανήρχετο σε 134.606,25 $ ή με βάση την ισοτιμία του € - $ την 19.7.205 (1,20) σε 112.127 Ευρώ, το οποίο διατηρεί μέχρι σήμερα κατατεθειμένο σε άλλο λογαριασμό, προσαυξημένο τουλάχιστον με τους νόμιμους τόκους μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, οι οποίοι, με βάση τα διατραπεζικά επιτόκια καταθέσεων του Ευρώ της χρονικής αυτής περιόδου ανέρχονται σε 38.287 Ευρώ και συνολικά ο εναγόμενος διατηρεί ποσό 150.414 ευρώ, 3) επενδυτικό προϊόν υπό τον τίτλο P. V.

στην τράπεζα EUROBANK με αριθ. ... και νόμισμα αναφοράς δολάριο ΗΠΑ, εξυπηρετούμενο από την υπηρεσία Private Banking της Τράπεζας αυτής, τη δε 1.6.2005, κατά την οποία η αξία της επένδυσης αυτής ανήρχετο σε 436.941,94 $, κατανεμημένης σε ομολογίες αξίας 248.215,11 $, σε μετρητά ποσού 63.960,28 $ και μετοχές αξίας 124.766,65 $, ο εναγόμενος ρευστοποίησε την επένδυση αυτή και εισέπραξε, βάσει της ισοτιμίας €-$ την 1-6-2005 (1,22), το ισόποσο του 436.941,94 $, δηλαδή εισέπραξε ποσό 367.178 Ευρώ, το οποίο μετέφερε σε προσωπικό του λογαριασμό και το οποίο διατηρεί μέχρι σήμερα, προσαυξημένο τουλάχιστον με τους νόμιμους τόκους μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, οι οποίοι, με βάση τα διατραπεζικά επιτόκια καταθέσεων του € της χρονικής αυτής περιόδου ανέρχονται σε 77.690 Ευρώ και συνολικά διατηρεί ο εναγόμενος 444.868 Ευρώ, 4) μετοχές εταιρειών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, συνολικής αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 173.083,40 Ευρώ και συγκεκριμένα:

α) 86.490 μετοχές της εταιρείας ... Α.Ε., χρηματιστηριακής αξίας εκάστης κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 1,99 Ευρώ και συνολικής αξίας 172.115 Ευρώ, β) 2.870 μετοχές της εταιρείας Λ… N... Επικοινωνίες Α.Ε. χρηματιστηριακής αξίας εκάστης κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 0,12 Ευρώ και συνολικής αξίας 344,40 Ευρώ και γ) 8ο μετοχές της εταιρείας Eurobank Properties Α.Ε.

ΕΑ.Π αξίας εκάστης κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 7,8ο ευρώ και συνολικής αξίας 624 ευρώ και 5) χαρτοφυλάκιο στην τράπεζα EUROBANK, η οποία του προσέφερε επενδυτικές υπηρεσίες μέσω της υπηρεσίας της private banking, με προσωπικό κωδικό 248102. Κατά την 31.3.2005 η αξία του χαρτοφυλακίου αυτού ανήρχετο σε 513.955,97 Ευρώ, το ποσό δε αυτό ήταν κατανεμημένο σε λογαριασμούς καταθέσεων (ύψους 10.937,06 Ευρώ), σε αμοιβαία κεφάλαια διαχείρισης διαθεσίμων εξωτερικού (ύψους 62.304,84 Ευρώ), σε μετοχές αμερικανικών εταιρειών (ύψους 103.102,43 Ευρώ) και στο με αριθ. 13/...

χαρτοφυλάκιο υπό διαχείριση επενδεδυμένο σε αμοιβαίο κεφάλαιο εξωτερικού μεσαίου κινδύνου (ύψους 337.61 1,64 Ευρώ). Την 26-6-2005 ο εναγόμενος ρευστοποίησε την επένδυση αυτή και εισέπραξε το ποσό των 513.955,97 ευρώ, το οποίο μετέφερε σε προσωπικό του λογαριασμό και το οποίο διατηρεί μέχρι σήμερα επαυξημένο τουλάχιστον με τους νόμιμους τόκους μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, οι οποίοι με βάση τα διατραπεζικά επιτόκια καταθέσεων του Ευρώ της χρονικής αυτής περιόδου ανέρχονται σε 104.537 ευρώ και συνολικά ο εναγόμενος διατηρεί ποσό 618.493 Ευρώ...".

Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού αποτίμησε και την αξία των λοιπών περιουσιακών στοιχείων (ακινήτων) που απέκτησε ο αναιρεσείων κατά τη διάρκεια του γάμου, προσδιόρισε την αξία της αποκτηθείσας κατά τη διάρκεια του γάμου τελικής περιουσίας του στο ποσό του 1.669.147 ευρώ και δέχτηκε ότι "Τα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία αποκτήθηκαν με χρήματα του εναγομένου κατά ποσοστό 2/3 που προέρχονταν από το εισόδημα της εργασίας του και με χρήματα προερχόμενα από τον πατέρα του και κατά ποσοστό 1/3 με τη συμβολή της ενάγουσας που έγινε με χρήματα από την εργασία της, απορριπτομένης ως ουσία αβάσιμης της ένστασης του εναγομένου (ως προς το τεκμήριο του ι/3) περί μηδενικής συμβολής της ενάγουσας.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω η συμβολή της ενάγουσας στην ως άνω επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου ανέρχεται σε 556.382,33 Ευρώ (1.669.147X1/3)".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του, με σαφήνεια και επάρκεια, το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με την αξίωση συμμετοχής της αναιρεσίβλητης στα κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων αποκτήματα του αναιρεσείοντος, μεταξύ των οποίων και οι αναφερθέντες λογαριασμοί (καταθετικός, επενδυτικός), επενδυτικό προϊόν, μετοχές και χαρτοφυλάκιο, με βάση τον τεκμαρτό υπολογισμό (του 1/3).

Αρκούσε δε προς τούτο η έκθεση των περιστατικών που στοιχειοθετούν την επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος, κατά τη διάρκεια του γάμου και την αξία της κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, οπότε η συμβολή της αναιρεσίβλητης τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο 1/3 της περιουσιακής επαύξησης, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά στη συμβολή της καθ’ εαυτήν, ούτε στο ποσοστό της, ούτε στην αιτιώδη συνάφεια μεταξύ αυτής και της περιουσιακής επαύξησης του αναιρεσείοντος.

Στον τελευταίο δε εναπόκειτο, μαχόμενο κατά του νομίμου τεκμηρίου, να επικαλεστεί και αποδείξει περιστατικά, αναφορικά με το χρόνο και τον τρόπο απόκτησης, που να στοιχειοθετούν εξαίρεση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων από το ως άνω τεκμήριο. Οι παραδοχές αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1400 εδ.

β’ ΑΚ που εφάρμοσε το δικαστήριο (και όχι εκείνης του εδ. α’ , όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων), την οποία ως εκ τούτου το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.

Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, "πράγματα" των οποίων η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης. Δεν συνιστούν πράγματα η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως αλλ’ ούτε η επίκληση των αποδεικτικών μέσων, στην οποία προβαίνουν οι διάδικοι για να ενισχύσουν την παραδοχή των αιτήσεών τους και να αποκρούσουν τις αιτήσεις των αντιδίκων τους.

Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο απέκρουσε, ως απαράδεκτη, την για πρώτη φορά ενώπιον του επίκληση και προσκόμιση από τον αναιρεσείοντα των αναφερόμενων στην αίτηση αναιρέσεως εγγράφων, δεχόμενο τα ακόλουθα: "...ο εκκαλών για πρώτη φορά στον παρόντα βαθμό προβάλλει νέους ισχυρισμούς και μάλιστα αντιφατικούς σε σχέση με εκείνους που είχε προβάλλει πρωτόδικα αναφορικά με τους προαναφερόμενους λογαριασμούς.

Ειδικότερα από την επισκόπηση των προτάσεων του στο πρωτόδικο δικαστήριο προκύπτει ο ισχυρισμός άρνησης των αναφερόμενων στην αγωγή τραπεζικών λογαριασμών...προκειμένου να αποδείξει αυτόν τον ισχυρισμό, ότι δηλαδή δεν σχετίζονται με το πρόσωπο του...δεν επικαλέστηκε και δεν προσήγαγε έγγραφα...στο παρόν δικαστήριο για πρώτη φορά απαραδέκτως προβάλλει ο εκκαλών...ισχυρισμό περί αλληλοεπικαλύψεως των λογαριασμών που αναφέρονται στην αγωγή.

Προς απόδειξη των νέων αυτών ισχυρισμών προσεκόμισε για πρώτη φορά στο παρόν δικαστήριο....(γίνεται αναφορά των προσκομισθέντων εγγράφων)...Τα εν λόγω έγγραφα απαραδέκτως προσάγονται για πρώτη φορά στο παρόν δικαστήριο από πρόθεση στρεψοδικίας και από βαριά αμέλεια, δεκτής γενομένης της σχετικής ενστάσεως της ενάγουσας, καθόσον αριθμούν 140 σελίδες και αδυνατεί να τα αποκρούσει μέσα στην τριήμερη προθεσμία, ούτε έχει τη δυνατότητα να απευθυνθεί στις τράπεζες για να ζητήσει στοιχεία προκειμένου να αντικρούσει το περιεχόμενο τους (ΚΠολΔ 527, 529).

Εξάλλου ο εν λόγω εκκαλών είχε την δυνατότητα πρωτόδικα προς απόδειξη των ισχυρισμών του να προσκομίσει επίσημες βεβαιώσεις των τραπεζών που εμπλέκονται...Επομένως το αίτημα περί διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης που προβάλλεται για πρώτη φορά στο παρόν δικαστήριο είναι απορριπτέο. Επιπλέον τα παραπάνω έγγραφα δεν πληρούν τους όρους του άρθρου 269 του ΚΠολΔ, καθόσον πρόκειται για απλές ανεπικύρωτες φωτοτυπίες, δεν αποτελούν καν μηχανική απεικόνιση καθόσον δεν φέρουν το λογότυπο της αρμόδιας τράπεζας και του όποιου εκδότη και δεν προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, δεν φέρουν επικύρωση, ώστε να αποδεικνύεται ότι αποτελούν πιστά αντίγραφα εκ του πρωτοτύπου και η ενάγουσα αμφισβητεί τη γνησιότητα τους, με αποτέλεσμα οι νέοι ισχυρισμοί να προβάλλονται απαραδέκτως, καθόσον δεν αποδεικνύονται παραχρήμα από τα προσαγόμενα έγγραφα, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 269 παρ.2γ ΚΠολΔ".

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττονται οι ανωτέρω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, με την αιτίαση, ότι η επίκληση των επίμαχων εγγράφων έγινε στα πλαίσια εξειδικευμένης αρνήσεως της αγωγής. Όμως, ο λόγος αυτός, όπως προβάλλεται, τυγχάνει απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη αιτίαση δεν στοιχειοθετεί την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, το δε δικαστήριο έλαβε υπόψη του την επίκληση των εγγράφων, αλλά απέρριψε την προσκόμισή τους, ως απαράδεκτη.

Επίσης, οι εμπεριεχόμενοι στον ίδιο λόγο αναιρετικοί ισχυρισμοί, ότι το Εφετείο απορρίπτοντας, ως απαράδεκτη, την για πρώτη φορά ενώπιον του επίκληση και προσκόμιση των επίμαχων εγγράφων, διέλαβε "αντιφατικές σκέψεις" σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 529 και 269 ΚΠολΔ, επίσης, απαραδέκτως προβάλλονται.

Τούτο, διότι με τις αιτιάσεις αυτές επιχειρείται στοιχειοθέτηση της πλημμέλειας από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία δεν ιδρύεται, όταν οι επικαλούμενες παραβιάσεις αφορούν δικονομικές διατάξεις ή ελλείψεις σχετιζόμενες με την εφαρμογή τέτοιων διατάξεων. Ωσαύτως, με μέρος του δέκατου λόγου της αίτησης, αποδίδεται στο Εφετείο, ότι με το να απορρίψει, ως απαράδεκτη, την προσκόμιση των ανωτέρω εγγράφων, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 20 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι με τον τρόπο αυτό παρέμεινε αδιευκρίνιστο το ουσιώδες ζήτημα των πραγματικών περιουσιακών στοιχείων, που απέκτησε η αναιρεσίβλητη κατά τη διάρκεια του γάμου τους.

Ο λόγος αυτός, κατά το παραπάνω μέρος του, τυγχάνει απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη αιτίαση, συναπτόμενη κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας με πλημμελή δικονομική συμπεριφορά του ίδιου του αναιρεσείοντος, δεν ιδρύει την υπονοούμενη πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου, συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 130/12).

Στην ένδικη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αφού αρχικώς αναφέρεται στους προβληθέντες αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς του, σύμφωνα με τους οποίους τα ποσά των καταθετικών, των επενδυτικών λογαριασμών και των χαρτοφυλακίων που αναφέρονται στην αγωγή, δεν υφίστανται, διότι το ποσό των 513.955,97 ευρώ στην τράπεζα EUROBANK δεν αποτελεί αυτοτελές περιουσιακό στοιχείο του, αλλά απλώς απεικονίζει την συγκεντρωτική του θέση ως πελάτη, στις 31/3/2005, το υπό στοιχεία ΙΘ της αγωγής περιουσιακό στοιχείο είναι απεικόνιση του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων, στις 31/3/05, η χρηματική αξία του ΙΖ στοιχείου της αγωγής αποτελεί μέρος της χρηματικής αξίας του υπό στοιχείο ΙΘ της αγωγής περιουσιακού στοιχείου, στη συνέχει και υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυρίζεται κατά λέξη τα ακόλουθα: "Η πληττόμενη απόφαση εσφαλμένως δέχεται ότι ρευστοποίησα και εισέπραξα τόσο το περιουσιακό στοιχείο υπό στοιχεία ΙΖ της αγωγής, ότι ρευστοποίησα και εισέπραξα τις επενδύσεις του ΙΘ περιουσιακού στοιχείου της αγωγής, όσο και ότι εισέπραξα τη χρηματική αξία του χαρτοφυλακίου ...

μία φορά ως ρευστοποίηση του ΙΖ περιουσιακού στοιχείου, δεύτερη ως ρευστοποίηση του ΙΘ περιουσιακού στοιχείου και τρίτη ως υπόλοιπο των επενδύσεων ΙΑ και IB περιουσιακών στοιχείων (σελ. 38 προτάσεων). Κατά συνέπεια, η πληττόμενη απόφαση παραμόρφωσε ευθέως το περιεχόμενο όλων των προαναφερθέντων εγγράφων των τραπεζών, δεχθείσα ότι ο υπάρχων λογαριασμός ή αποτίμηση σε κάθε ένα απ’ αυτά αποτελεί αυτοτελές περιουσιακό μου στοιχείο, ενώ στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο όπως απέδειξα, διότι οι επιμέρους λογαριασμοί αποτελούν μέρος της συγκεντρωτικής κατάστασης του πελάτη.

Προς απόδειξη αυτών, προσκόμισα πλήθος εγγράφων τα οποία ουδόλως έλαβε υπόψη της η πληττόμενη απόφαση (περισσότερα και αναλυτικότερα θα εκθέσω δια των προτάσεών μου). Ενώ, εάν σωστά ερμήνευε και εφάρμοζε το νόμο, έπρεπε να δεχτεί ότι τα κρίσιμα αυτά έγγραφα αλληλοεπικαλύπτονται και δεν έχουν οικονομική αυτοτέλεια".

Οι ανωτέρω αιτιάσεις, όπως προβάλλονται, τυγχάνουν πολλαπλώς απαράδεκτες. Προεχόντως, λόγω της αοριστίας τους, καθόσον δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενο ποιών, κατά ποίο μέρος τους, συγκεκριμένων κατά τα ατομικά προσδιοριστικά τους στοιχεία εγγράφων παραμόρφωσε το δικαστήριο, αλλά γίνεται απλώς επίκληση αριθμών λογαριασμών και χαρτοφυλακίων, με παραπομπή σε τμήματα της αγωγής και προτάσεων του αναιρεσείοντος.

Επιπροσθέτως δε, και σε κάθε περίπτωση, οι επίμαχες αιτιάσεις αφορούν το από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, αντίθετο προς τις απόψεις του αναιρεσείοντος, συναχθέν τελικό αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικώς.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 ν. 1329/1983, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ. 1 αυτού (ν.1329/1983), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 ν. 1649/1986, έχει εφαρμογή και επί γάμων που τελέσθηκαν, καθώς και περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 1329/1983, "αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά". Από την αδιάστικτη διατύπωση της τελευταίας διάταξης συνάγεται ότι δεν υπολογίζεται στην αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου ό,τι αυτός απέκτησε από δωρεά του άλλου και δεν αποδίδεται η αύξηση αυτή, ως αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα.

Ότι η έννοια της διατάξεως είναι αυτή, προκύπτει και από το γεγονός ότι η αύξηση της περιουσίας του συζύγου από δωρεά τρίτου δεν οφείλεται σε συμβολή του άλλου συζύγου (ΑΠ 932/2009) και ως εκ τούτου, εξαρχής, δεν περιλαμβάνεται στο πραγματικό του άρθρου 1400 παρ. 1 ΑΚ. Στην ένδικη περίπτωση, το Εφετείο, έκρινε ότι η ανταγωγή που άσκησε ο αναιρεσείων και συνεκδικάστηκε με την αγωγή της αναιρεσίβλητης, ήταν αόριστη, ως προς τις αξιώσεις του στα κατά τη διάρκεια του γάμου αποκτήματα της τελευταίας, συνιστάμενα, μεταξύ άλλων: 1) σε δωρεές του προς εκείνην, ποσού 20.000 δραχμών μηνιαίως και συνολικώς 12.677 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο 1972 έως Δεκέμβριο 1990 και 2) στην αποφυγή μείωσης της περιουσίας της, κατά τη δαπάνη, για μίσθωση επαγγελματικού χώρου, προς άσκηση της επαγγελματικής της δραστηριότητας, στην οποία αυτός συνέβαλε με την, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, κατόπιν συμφωνίας τους, παραχώρηση σ’ αυτήν, άνευ ανταλλάγματος, διαμερισμάτων του, προς άσκηση εκεί της επαγγελματικής της δραστηριότητας, πράξη χαριστική εκ μέρους του, που είχε ως δικαιοπρακτικό θεμέλιο την ύπαρξη του γάμου τους και χρόνο διάρκειας του χρησιδανείου το χρόνο ύπαρξης του γάμου.

Για την παραπάνω περί αοριστίας κρίση της, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη ο αναιρεσείων, με τους έβδομο και ένατο λόγους της αίτησης, αποδίδοντας σ’ αυτήν, κατ’ εκτίμηση την πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτη την ανταγωγή του, ως προς τις ανωτέρω αξιώσεις του, καθόσον σ’ αυτήν διαλαμβανόντουσαν τα απαραίτητα για την ορισμένη θεμελίωση τους πραγματικά περιστατικά.

Όμως, η ανταγωγή κατά το μέρος της, το συναπτόμενο με αξιώσεις του αναιρεσείοντος από τη συμβολή του στα αποκτήματα της αναιρεσείουσας, με τις ανωτέρω χρηματικές δωρεές του (12.677 ευρώ συνολικώς), ήταν μη νόμιμη, εφόσον πρόκειται για περιουσιακή αύξηση της αναιρεσίβλητης που δεν αποδίδεται, ως αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, κατά τα προαναφερθέντα.

Συνεπώς, ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει την απόρριψη του μη νόμιμου αυτού ανταγωγικού αιτήματος, καθόσον, σε διαφορετική περίπτωση η θέση του καθίσταται χειρότερη. Τούτο δε, διότι η απόρριψη της αγωγής, ως μη νόμιμης, είναι δυσμενέστερη από την απόρριψή της, ως αόριστης. Εντεύθεν, ο σχετικός περί τούτου ένατος λόγος της αιτήσεως τυγχάνει απαράδεκτος.

Περαιτέρω και ειδικότερα ως προς τις αξιώσεις του αναιρεσείοντος από την άνευ ανταλλάγματος λόγω χρησιδανείου παραχώρηση στην αναιρεσίβλητη των ακινήτων του (διαμερισμάτων), κατά την εκτιμηθείσα από το Εφετείο θεμελίωσή τους στο άρθρο 1400 ΑΚ, η ανταγωγή κρίθηκε αόριστη με την αιτιολογία ότι: 1) δεν αναφέρεται ο κρίσιμος χρόνος της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων και 2) δεν αναφέρεται ότι η αύξηση αυτή (από την επίμαχη συμβολή του) υπήρχε στην περιουσία της αναιρεσίβλητης κατά τον κρίσιμο χρόνο (συμπλήρωσης τριετούς διάστασης ή αμετάκλητης λύσης γάμου).

Όμως, στην ανταγωγή αναφερόταν το απαραίτητο στοιχείο του πραγματικού του άρθρου 1400 ΑΚ, δηλαδή η λύση του γάμου, με την επίκληση ότι λύθηκε με την 2561/16.4.2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη και στη συνέχεια αμετάκλητη μετά την παραίτηση του αναιρεσείοντος από την ασκηθείσα έφεσή του, με το ΒΑΒ 1045/30.10.2008 δικόγραφο παραίτησης, ώστε ο χρόνος του αμετακλήτου της απόφασης ήταν πλέον προσδιορίσιμος και επαληθεύσιμος κατά την αποδεικτική διαδικασία (σημειουμένου, μάλιστα, ότι τον επικαλούμενο στην αγωγή χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου δεν αμφισβήτησε ο αναιρεσείων, που άσκησε αξιώσεις του από το ίδιο με την αναιρεσίβλητη βιοτικό συμβάν).

Ωσαύτως, στην ανταγωγή αναφερόταν (σελ. 3 αυτής), ότι η αντεναγομένη (αναιρεσίβλητη), κατά τον κρίσιμο χρόνο λύσης του γάμου βρέθηκε να έχει μεγάλη ακίνητη και κινητή περιουσία, που απέκτησε και με τη συμβολή του αναιρεσείοντος, την οποία "έχει και σήμερα" (χρόνο ασκήσεως της ανταγωγής), στη συνέχεια δε γίνεται αναφορά της, με τη συμβολή του αναιρεσείοντος, αποκτηθείσας περιουσίας, στην οποία περιλαμβάνεται και εκείνη από την αποφυγή της δαπάνης για τη μίσθωση ακινήτου, προς άσκηση του επαγγέλματος της, λόγω της παραχώρησης σ’ αυτήν, χωρίς αντάλλαγμα, με χρησιδάνειο, των διαμερισμάτων του.

Συνεπώς, το Εφετείο, με την ανωτέρω περί αοριστίας κρίση του, παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ανταγωγή, κατά το παραπάνω μέρος της. Βασίμως, λοιπόν, αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη περί τούτου ο αναιρεσείων για την πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον έβδομο λόγο της αιτήσεώς του, κατά τα λοιπά.

Ο αναιρεσείων, στην ανταγωγή του, διαλάμβανε την επίκληση και των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού για την επιδίκαση του ποσού των 425.926 ευρώ, ισχυριζόμενος ότι η άνευ ανταλλάγματος παραχώρηση της χρήσεως του διαμερίσματος του στην αναιρεσίβλητη, με χρησιδάνειο, έγινε υπό την αίρεση υπάρξεως και διατηρήσεως του γάμου τους, με χρόνο διάρκειας του χρησιδανείου τον χρόνο ύπαρξης του γάμου τους και της έγγαμης συμβίωσής τους και επειδή η αιτία και η προϋπόθεση της παραχώρησης έληξε, με τη λύση του γάμου, η αναιρεσίβλητη οφείλει να του αποδώσει την ωφέλεια που αποκόμισε σε βάρος της περιουσίας του και η οποία αντιστοιχεί στη μισθωτική αξία των διαμερισμάτων του από το χρόνο συστάσεως του χρησιδανείου μέχρι το χρόνο ασκήσεως της αγωγής. Με το περιεχόμενο αυτό η ανταγωγή, κατά το μέρος που αναφέρεται στον εκ της ανωτέρω αιτίας πλουτισμό της αναιρεσίβλητης, κατά τη διάρκεια του γάμου, ήταν μη νόμιμη. Τούτο, διότι ο επικαλούμενος πλουτισμός της έχει, ως νόμιμη αιτία του, την ισόχρονη με τη διάρκεια του γάμου ισχυρή σύμβαση χρησιδανείου, την λήξη του οποίου ο ίδιος ο αναιρεσείων τοποθετεί στο χρόνο λύσεως του γάμου.

Συνεπώς, η απόρριψη της ανταγωγής, κατά το παραπάνω μέρος της, από το Εφετείο, ως μη νόμιμης, με άλλη αιτιολογία (ότι η αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι επιβοηθητικής φύσεως), δεν ασκεί έννομη επιρροή, εφόσον το διατακτικό είναι ορθό (άρθρο 578 ΚΠολΔ). Κατά συνέπεια ο όγδοος λόγος της αιτήσεως, κατά το ίδιο μέρος, με το οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ, είναι αβάσιμος. Κατά το μέρος, όμως, που η ανταγωγή αφορούσε αξιώσεις του αναιρεσείοντος από τον πλουτισμό της αναιρεσίβλητης, μετά την λύση του γάμου, λόγω λήξεως της αιτίας (χρησιδανείου), νομιμοποιητικής της ωφέλειας της αναιρεσίβλητης από την χωρίς αντάλλαγμα χρήση του διαμερίσματος του, μπορούσε να θεμελιωθεί (η ανταγωγή) στις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ.

Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο κρίνοντας την ανταγωγή, ως μη νόμιμη και κατά το παραπάνω μέρος της, απέρριψε τον σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ. Βασίμως, λοιπόν, παραπονείται περί τούτου ο αναιρεσείων κατά τα λοιπά, με μέρος του όγδοου λόγου της αιτήσεώς του για την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ .

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και κατά παραδοχή του έβδομου και μερική παραδοχή του όγδοου λόγου της αιτήσεως αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η αναιρεσιβαλλομένη και συγκεκριμένα: 1) κατά το κεφάλαιο της που αφορά τις αξιώσεις του αναιρεσείοντος από το άρθρο 1400 ΑΚ, για τη συμβολή του στα κατά τη διάρκεια του γάμου αποκτήματα της αναιρεσίβλητης, λόγω αποφυγής δαπάνης, με την άνευ ανταλλάγματος λόγω χρησιδανείου παραχώρηση σ’ αυτήν των ακινήτων του (διαμερισμάτων) και 2) κατά το κεφάλαιο της που αφορά τις αξιώσεις του αναιρεσείοντος από αδικαιολόγητο πλουτισμό της αναιρεσίβλητης, με τη χρήση διαμερίσματος του, μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου, λόγω λήξεως της αιτίας (χρησιδανείου) και μέχρι την άσκηση της αγωγής. Ακολούθως, πρέπει, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφ’ όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού, από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν. Ακόμη, πρέπει να επιβληθεί μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 7438/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό και ειδικότερα: 1) κατά το κεφάλαιό της που αφορά τις εκ του άρθρου 1400 ΑΚ αξιώσεις του αναιρεσείοντος και 2) κατά το κεφάλαιό της που αφορά τις μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων εκ του άρθρου 904 ΑΚ αξιώσεις του αναιρεσείοντος.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αναίρεση και τους πρόσθετους λόγους.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ