Legislator Case Law & Legislation
579/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that the appeal was filed without a valid legal basis.

Case Number 579/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court of Larissa's decision. The appellant argued the lower court failed to consider a specific claim regarding interest rate calculations and construction cost increases, but the court found this argument vague and unsupported by precise data. Consequently, the appeal was rejected as legally unfounded, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68 and 73 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to substantiate the claim that the lower court did not consider a specific argument, as such arguments must be precise and supported by concrete evidence to constitute a valid ground for review.

Keywords

AI generated
procedural admissibility substantive validity legal costs interest rate calculation construction cost increase vague argumentation appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 68 and 73 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 25/2008
Supreme Court 628/2010
Supreme Court 2402/2007
Supreme Court 1928/2008
Supreme Court 9/1997
Supreme Court 625/2008
Supreme Court 328/2008
Supreme Court 701/2008
Supreme Court 558/2008
Supreme Court 37/2008
Supreme Court 2102/2007
Supreme Court 2068/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 579 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 579/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Φράγγο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. χήρας Ι. Β., το γένος Γ. Α., 2) Α. Β. του Ι., 3) Μ. Β. του Ι., 4) Δ. Β. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Σακκά και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/7/2006 αγωγή του ήδη τέταρτου αναιρεσιβλήτου και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 198/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 487/2014 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/12/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 1/4/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για την, αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, νομιμοποίηση του διαδίκου αρκεί κατ’ αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της καταγομένης προς κρίση εννόμου σχέσεως χωρίς, [κατ’ αρχήν], να ασκεί επιρροή η αλήθεια ή όχι αυτού αφού η έλλειψη συνδρομής της παραπάνω διαδικαστικής προϋποθέσεως συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως νομικά μεν αβάσιμης κατά το στάδιο ερεύνης της νομικής βασιμότητας της αγωγής ως ουσιαστικά δε αβάσιμης στην περίπτωση μη αποδείξεως (κατά το στάδιο έρευνης της ουσιαστικής βασιμότητας) των επικληθέντων προς θεμελίωσή της (ενεργητικής νομιμοποιήσεως) πραγματικών περιστατικών (Ολ.ΑΠ 25/2008, ΑΠ 628/2010 ΑΠ 2402/2007 ΑΠ 1928/2008). Ενόψει δε του ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή όχι των προϋποθέσεων αυτών ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ.ΑΠ 25/2008).

Με τους πρώτο και τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος τους, λόγους της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, κατ’ ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή τους εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθ. 681ΑΚ,68 και 73ΚΠολΔ η προσβαλλομένη απόφαση έκρινε ως νομικά βάσιμη την κατ’ αυτού ασκηθείσα από τον τέταρτο (Δ.

Β.) και τον αποβιώσαντα ήδη δικαιοπάροχο των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων (Ι. Β.) ένδικη αγωγή με την οποία οι τελευταίοι, επικαλούμενοι υπαναχώρησή τους από τη μεταξύ αυτών (ως εργοδοτών) και του ιδίου (αναιρεσείοντος), ως εργολάβου, καταρτίσθεισα σύμβαση έργου, σε εκτέλεση της οποίας ο τελευταίος ανέλαβε την, επ’ ονόματι της μητέρας τους, έκδοση άδειας ανεγέρσεως οικοδομής επί οικοπέδου ανήκοντος στην συγκυριότητά τους, ζήτησαν την επιδίκαση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 686 ΑΚ, της αναφερομένης σ’ αυτήν αποζημιώσεως, δεχθείσα (εσφαλμένως) την ενεργητική νομιμοποίηση των εναγόντων παρόλο που η διαλαμβανόμενη στο αγωγικό δικόγραφο επίκληση "της εκδόσεως της οικοδομικής αδείας επ’ ονόματι της μητέρας τους και όχι των ιδίων" απέκλειε την κρίση αυτή επιβάλλοντας την απόρριψή της (αγωγής).

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού από την παραδεκτή επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου και ιδίως από τις διαλαμβανόμενες σ’ αυτό αναφορές ότι "...την 15-1-1996 συνάψαμε (οι ενάγοντες) με τον εναγόμενο (αναιρεσείοντα) σύμβαση έργου. Αντικείμενο της ήταν η εκπόνηση από αυτόν αρχιτεκτονικής μελέτης και η βάσει αυτής έκδοση οικοδομικής αδείας για την ανέγερση τριώροφης οικοδομής εμβαδού 426 τ.μ.

πάνω σε οικόπεδο έκτασης 553 τ.μ. τμήμα του οποίου επιφανείας 150 τ.μ. ανήκε κατά κυριότητα στον καθένα από εμάς (ενάγοντες) κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, ενώ το υπόλοιπο των 403 τ.μ. ανήκε στην κυριότητα της μητέρας μας Α. Β. (στο όνομα της οποίας θα εκδίδετο η παραπάνω άδεια)", με βάση τις οποίες η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, κατά το στάδιο ερεύνης της νομικής βασιμότητας της αγωγής την κατάφαση συνδρομής της διαδικαστικής προϋποθέσεως της ενεργητικής νομιμοποιήσεως των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων προς έγερση της κατά του αναιρεσείοντος ένδικης αγωγής, προκύπτει η ορθότητα της εξενεχθείσας σχετικής κρίσεως για την οποία, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, αρκεί η επίκληση του ενάγοντος ότι ο ίδιος και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της καταγομένης προς κρίση εννόμου σχέσεως και στην ένδικη περίπτωση της συμβάσεως έργου, στην κατάρτιση της οποίας επικαλούνται ότι προέβησαν (υπό την ιδιότητα του εργοδότη) οι ίδιοι ενεργούντες ατομικά και όχι για λογαριασμό της μητέρας τους, δια της αναθέσεως στον εναγόμενο (αναιρεσείοντα) την έκδοση οικοδομικής αδείας επί ακινήτου της συνιδιοκτησίας αυτών και της μητέρας του.

Η παραπάνω επίκληση εξαρκούσε για την, κατά το στάδιο ερεύνης της νομικής βασιμότητας της αγωγής, κατάφαση της συνδρομής της διαδικαστικής προϋποθέσεως της ενεργητικής νομιμοποιήσεως των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, (η οποία, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, αποδείχθηκε και ουσιαστικά βάσιμη) την οποία δεν αναιρεί, όπως εσφαλμένως ισχυρίζεται με την προβαλλομένη αιτίαση ο αναιρεσείων - εναγόμενος, ούτε η επίκληση της εκδόσεως της οικοδομικής αδείας στο όνομα της μητέρας τους, ούτε η περαιτέρω διαλαμβανομένη στο αγωγικό δικόγραφο αναφορά ότι "συμφωνήσαμε με τη μητέρα μας ότι όλη η οικοδομή θα γινόταν αποκλειστικά με δικά μας (των εναγόντων) χρήματα συμμετέχοντες κατά 50%" καθόσον απ’ αυτές δεν προκύπτει ούτε ρητή ούτε συναγομένη εκ των περιστάσεων δήλωση καταρτίσεως της ένδικης συμβάσεως εκ μέρους των εναγόντων για λογαριασμό της μη διαδίκου μητέρας τους.

Η κρίση δε αυτή δεν αναιρείται ούτε από τη ρύθμιση του άρθρου 8 παρ.1α ν.2972/2001 "εκσυχρονισμός της οργάνωσης και λειτουργίας του ΙΚΑ" κατά την οποία "για τις οικοδομικές εργασίες που εκτελούνται από τον κύριο του έργου ή με τη μεσολάβηση τρίτων προσώπων (εργολάβων, υπεργολάβων) ως εργοδότης θεωρείται ο κύριος του κτίσματος που ανεγείρεται, συμπληρώνεται, μεταρρυθμίζεται, επισκευάζεται ή κατεδαφίζεται" καθόσον η ρύθμιση αυτή, προσδιορίζουσα, εννοιολογικά, την ιδιότητα του εργοδότη αναφορικά με την έναντι του ΙΚΑ υποχρέωση εκείνου που απασχολεί πρόσωπα υπαγόμενα στην ασφάλισή του (ΙΚΑ) προς υποβολή της από τη διάταξη του άρθρου 1 του ιδίου ως άνω νόμου προβλεπομένης Αναλυτικής Περιοδικής Δηλώσεως (Α.Π.Δ.), είναι ανεξάρτητη της κατ’ άρθρο 681 ΑΚ, στην οποία θεμελιώνεται η ένδικη αγωγή, ρυθμίσεως κατά την οποία η ιδιότητα του εργοδότη δεν προϋποθέτει κυριότητα επί του υπό εκτέλεση έργου, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων.

Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωση της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (ΟλΑΠ 18/1998). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ’ αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, και ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (Ολ.

ΑΠ 1 573/1981, ΑΠ 697/2012, ΑΠ 1495/2009). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, το αναιρετήριο δικόγραφο πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το λόγο αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται από αυτόν σε ποιον από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 ίδιου Κώδικα αναφερομένους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση με βάση, όπου χρειάζεται, τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο.

Ειδικότερα, για το ορισμένο της από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ προβλεπομένης αιτιάσεως συνισταμένης στην παρά το νόμο, μη κήρυξη από το δικαστήριο του απαραδέκτου του αγωγικού δικογράφου λόγω αοριστίας, απορρέουσας από τη μη αναφορά σ’ αυτό των δικαιολογητικών του εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος στοιχείων, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο:

α) το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, β) οι σχετικές με το ορισμένο αυτού (δικογράφου) παραδοχές του δικαστηρίου και γ) επίκληση ότι ο σχετικός περί αοριστίας ισχυρισμός, που θεμελιώνει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο εφετείο με λόγο εφέσεως (ΑΠ 765/2008).

Κατ’ ακολουθίαν αυτών ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, κατ’ ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωση του εκτιθεμένου, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δεν απέρριψε (κήρυξε) ως απαράδεκτη την κατ’ αυτού εγερθείσα ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων λόγω αοριστίας απορρέουσας από την έλλειψη εξειδίκευσης των προσδιοριστικών στοιχείων της επικαλουμένης, ως προκληθείσας σ’ αυτούς από την αντισυμβατική συμπεριφορά του, ζημίας, κρίνεται απορριπτέος ως ενδεής της επικλήσεως των απαιτουμένων για την πληρότητα της προσβαλλομένης [από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ] αιτιάσεως στοιχείων και ειδικότερα αφενός της αναφοράς του ακριβούς, ως προς το κρίσιμο ως άνω ζήτημα [του προσδιορισμού δηλαδή της ζημίας], περιεχομένου του αγωγικού δικογράφου, το οποίο πρέπει να σημειωθεί ότι, ούτε καν περιληπτικώς διατυπώνεται στο αναιρετήριο και αφετέρου των σχετικών με το ορισμένο αυτού (δικογράφου) παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται, εξαιτίας των παραπάνω ελλείψεων, ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος αναφορικά με την προβαλλομένη αιτίαση.

Από το άρθρο 450 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και τα οποία μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφ’ όσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί στην αίτηση για επίδειξη εγγράφων θεμελιώνει τον από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή έχει υποβληθεί κατά τρόπο ορισμένο, διαλαμβάνουσα επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, προσδιορισμό σαφή του εγγράφου και του περιεχομένου του και έκθεση των περιστατικών από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 1701/07, 1045/04, ΑΠ 1402/2008 ΑΠ 1249/2009).

Κατ’ ακολουθίαν αυτών ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση άφησε αδίκαστο το από τον ίδιο, προς απόκρουση της κατ’ αυτού ως άνω αγωγής των αναιρεσιβλήτων με τη διατύπωση "να προσκομισθούν όλα τα περιστατικά για τις πληρωμές των συνεργείων κατασκευής του κτιρίου ώστε να σχηματίσει το Δικαστήριο ασφαλή και θεμελιωμένη κρίση για το συνολικό κόστος ανέγερσις της οικοδομής", αίτημα επιδείξεως εγγράφων, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, το ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας υποβληθέν ως άνω αίτημα, έπασχε αοριστία απορρέουσα από τη μη επίκληση των απαιτουμένων για τη νομική του θεμελίωση (βασιμότητα) προϋποθέσεων και ειδικότερα αφενός του σαφούς προσδιορισμού των αιτουμένων να επιδειχθούν εγγράφων παραστατικών και αφετέρου της κατοχής αυτών από τους αναιρεσιβλήτους με αποτέλεσμα να μην ευρίσκει έρεισμα εφαρμογής η προβαλλομένη με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο αιτίαση.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.

ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).

Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Με τον πρώτο, κατά το τρίτο σκέλος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, κατ’ ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αρθ.8 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη την απ’ αυτόν, προς απόκρουση της ένδικης αγωγής, προβληθείσα ένσταση συνυπολογισμού προς τη ζημία, την οποία επικαλούνται ότι υπέστησαν οι αναιρεσίβλητοι από την κατά 21.347.828 δρχ.

επαύξηση της προϋπολογισθείσας δαπάνης (41.723.500 δρχ) ανεγέρσεως της οικοδομής, του, λόγω της πενταετούς καθυστερήσεως εκδόσεως της οικοδομικής αδείας και ενάρξεως των σχετικών εργασιών, αποκομισθέντος οφέλους "από την ισόχρονη τοκοφορία του καταβληθέντος επί πλέον του προϋπολογισθέντος ως άνω ποσού των 21.347.828 δρχ, ενόψει του ότι για τον επίδικο χρόνο το μέσο ετήσιο επιτόκιο ήταν 6%".

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος καθόσον ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός έπασχε αοριστία απορρέουσα από την έλλειψη του [απαιτουμένου για την πληρότητά του] επακριβούς προσδιορισμού του ισχύσαντος καθόλη την επικαλούμενη πενταετία, η οποία και δεν προσδιορίζεται χρονικά, τραπεζικού επιτοκίου, για την οποία (πληρότητα) δεν εξαρκεί η αναφορά "σε μισό ετήσιο επιτόκιο τουλάχιστον 6%", ενόψει του ότι το ύψος του χορηγουμένου επιτοκίου καταθέσεων διαφοροποιείται μεταξύ των διαφόρων τραπεζικών ιδρυμάτων, συναρτώμενο, πλην άλλων και από το είδος και το ποσό της καταθέσεως με αποτέλεσμα να αποβαίνει αδύνατη και η κρίση του δικαστηρίου αναφορικά με τη βασιμότητα του σχετικού αιτήματος και η άσκηση ανταποδείξεως από τους αναιρεσίβλητους ενάγοντες.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου [αναιρετικού] λόγου προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4-12-2014 και με αριθμ. καταθ. 73/2014 αίτηση αναιρέσεως της 487/2014 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ