Supreme Court allows partial appeal against labor dismissal compensation due to insufficient factual reasoning in lower court judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a labor court decision denying full dismissal compensation. The lower court failed to provide sufficient legal reasoning regarding the appellant's prior criminal conviction and its impact on the employment relationship. Consequently, the court set aside the lower court's decision on this specific issue and remanded the case for retrial by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; A lower court decision lacking sufficient reasoning on factual grounds regarding a prior criminal conviction is subject to annulment, requiring remittal for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 680 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 680/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Γεώργιο Μικρούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Ε. του Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καρούζο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις ούτε στη δικάσιμο αυτή, ούτε κατά τη δικάσιμο της 17ης -1-2023. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην Ηγουμενίτσα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 17ης - 1 - 2023 είχε εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κρεμαλή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος είχε καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-1-2021 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 72/2022 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από ...2022 αίτησή του, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 17ης Ιανουαρίου 2023, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό ... πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 267/2024 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αριστείδη Βαγγελάτου ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ..
Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 232/2024, ΑΠ 936/2018) και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 702/2024, 156/2024, 936/2018, 869/2017).
Εν προκειμένω, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 307 ΚΠολΔ, φέρεται προς ανασυζήτηση στη σημερινή δικάσιμο, η από ...2022 αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με την ... πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου και την ακόλουθη αυτής 267/2024 Πράξη του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος, κατόπιν διαπίστωσης αδυναμίας εκδόσεως αποφάσεως επί της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία είχε συζητηθεί στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 17-1-2023 ενώπιον του ως άνω Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, λόγω συνταξιοδοτήσεως του μέλους της συνθέσεως και εισηγητρίας Όλγας Σχετάκη - Μπονάτου. Τόσο κατά την παρούσα δικάσιμο, όσο και κατά την αρχική ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καρούζο (κατ' άρθρον 242 ΚΠολΔ), ενώ η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε μεν κατά τη σημερινή δικάσιμο (κλητευθείσα εμπροθέσμως, όπως αποδεικνύεται από το από 3-12-2024 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή του Αρείου Πάγου Δ. Β.), είχε ωστόσο παρασταθεί κατά την αρχική δικάσιμο της 17-1-2023 από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κρεμαλή (με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ) και επομένως δικάζεται αντιμωλία.
Με την κρινομένη από ...2022 αίτηση αναιρέσεως (21/2022) προσβάλλεται η 72/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 28-12-2021 (59/2021) εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθμ. 50/2021 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....
Με την ως άνω οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου απορρίφθηκε κατ'ουσία η από 18-1-2021 (4/19.1.2021) αγωγή του ενάγοντος, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 4.11.2020 καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως του από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη και να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας, άλλως την προβλεπομένη αποζημίωση απολύσεως, καθώς και εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 23-9-2022, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ.
β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης, ούτε είχε παρέλθει διετία από τη δημοσίευσή της (στις 5-7-2022), γεγονός εξάλλου που δεν αμφισβητείται από την αντίδικη πλευρά. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο αυτής (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). 1) Κατά το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση.
Εξάλλου κατά τα άρθρα 6 παρ. 2 του β.δ. της 16/18 Ιουλίου 1920 και 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920 μπορεί ο εργοδότης να καταγγείλει χωρίς προμήνυση τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου αν κατά του μισθωτού υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη η οποία διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή απαγγέλθηκε κατ' αυτού κατηγορία για αδίκημα που φέρει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος.
Απαραίτητη προϋπόθεση για το κύρος της ως άνω καταγγελίας είναι η υποβολή της μηνύσεως ή η απαγγελία της κατηγορίας να έχει ήδη γίνει πριν από την καταγγελία, ενώ, σε περίπτωση που η μήνυση στρέφεται κατ' αγνώστων η καταγγελία είναι έγκυρη εάν προηγουμένως έχει απαγγελθεί κατηγορία κατά του εργαζομένου (ΑΠ 1030/2020, ΑΠ 1722/2008).
Η αξιόποινη πράξη για την οποία υποβλήθηκε μήνυση πρέπει να έχει σχέση με την εκτέλεση της υπηρεσίας, διότι αν είναι άσχετη και απαγγέλθηκε κατά του εργαζόμενου κατηγορία, πρέπει να έχει το χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος (ΑΠ 842/2023, ΑΠ 991/2015). Η αξιόποινη πράξη δεν είναι αναγκαίο να προσβάλει έννομα αγαθά (περιουσιακά ή προσωπικά) του εργοδότη.
Εν τούτοις, για να έχει την ικανότητα η αξιόποινη πράξη να αποτελέσει λόγο καταγγελίας, θα πρέπει να επηρεάζει δυσμενώς την ομαλή λειτουργία της εργασιακής σχέσεως (ΑΠ 842/2023, 1105/2021). Στην περίπτωση καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως χωρίς την καταβολή αποζημιώσεως λόγω υποβολής μηνύσεως για αξιόποινη πράξη, εάν επακολουθήσει απαλλαγή του εργαζομένου με βούλευμα ή δικαστική απόφαση, το κύρος της καταγγελίας κατ' αρχήν δεν επηρεάζεται, αλλά ο τελευταίος αποκτά δικαίωμα να απαιτήσει την αποζημίωση για τη λύση της συμβάσεως.
Και μόνο εάν ο εργοδότης παραλείψει την καταβολή της αποζημίωσης μέσα σε εύλογο χρόνο από την προς αυτόν κοινοποίηση του απαλλακτικού βουλεύματος ή της δικαστικής αποφάσεως, επέρχεται εκ των υστέρων ακυρότητα της καταγγελίας και αυτός καθίσταται υπερήμερος ως εργοδότης. Ειδικότερα, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση εργασίας είχε καταγγελθεί από τον εργοδότη χωρίς την καταβολή αποζημίωσης απολύσεως, επειδή είχε υποβληθεί εναντίον του εργαζομένου μήνυση ή είχε κατ' αυτού απαγγελθεί κατηγορία για ποινικό αδίκημα που φέρει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος, τότε, μετά την απαλλαγή του τελευταίου, αναβιώνει η υποχρέωση του εργοδότη προς καταβολή της αποζημίωσης, ώστε η (χωρίς αποζημίωση) καταγγελία να καταστεί έγκυρη.
Η υποχρέωση αυτή του εργοδότη δεν επέρχεται αυτοδικαίως, αλλά απαιτείται προηγούμενη όχληση από τον εργαζόμενο, η οποία συντελείται με κοινοποίηση στον εργοδότη του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αθωωτικής απόφασης και την ταυτόχρονη δήλωση του εργαζομένου ότι επιθυμεί να εισπράξει την αποζημίωση απολύσεως.
Για να διατηρήσει το κύρος της καταγγελίας και να αποτρέψει την περιέλευσή του σε υπερημερία, ο εργοδότης πρέπει να καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση αμέσως ή πάντως, μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα από τη λήψη της, κατά τα προαναφερόμενα, όχλησης του εργαζομένου (ΑΠ 390/2021, ΑΠ 991/2015). β) Η κοινοποίηση αυτή είναι αναγκαία, όταν ο εργοδότης δεν έλαβε γνώση της ποινικής δίκης και του αποτελέσματος αυτής, ενώ αντιθέτως αποβαίνει περιττή και μάταια, όταν ο τελευταίος ήταν παρών στην ποινική δίκη μέχρι πέρατος αυτής, είτε ως διάδικος (πολιτικώς ενάγων), είτε ως μάρτυρας και, ως εκ τούτου, έλαβε γνώση της εκδοθείσης ποινικής αποφάσεως (ΑΠ 7/1999).
Περαιτέρω, η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής σύμβασης για τον λόγο της αξιόποινης συμπεριφοράς του μισθωτού δεν υπόκειται στις διατυπώσεις του ν. 3198/1955 ούτε προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ. εκτός αν στην πραγματικότητα η καταγγελία της παραπάνω εργασιακής σύμβασης έγινε για λόγους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ. (όπως όταν η μήνυση υπεβλήθη επίτηδες παρά το αβάσιμο της κατηγορίας και ήταν έτσι ψευδής και προσχηματική και έγινε από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το μισθωτό ή για καταστρατήγηση των νομίμων δικαιωμάτων του), οπότε η απόλυση είναι άκυρη από τον ανεξάρτητο αυτό λόγο (ΑΠ 1851/2022).
Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 174, 180, 281, 288, 349, 350, 361, 648, 652, 656, 669 ΑΚ και 7 εδ. α` του ν. 2112/ 1920, συνάγεται ότι η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και γι` αυτό δεν είναι απαραίτητο να δικαιολογείται από τον καταγγέλλοντα. Αποτελεί όμως άσκηση δικαιώματος και κατά συνέπεια είναι απαγορευμένη όταν γίνεται καταχρηστικά, δηλαδή υπό περιστάσεις, οι οποίες στοιχειοθετούν προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Σε μία τέτοια περίπτωση, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε, οπότε ο εργοδότης, αρνούμενος να δεχθεί τις υπηρεσίες του εργαζομένου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται στην καταβολή του μισθού προς αυτόν. Πιο συγκεκριμένα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί ως δικαίωμα.
Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη αλλά μη αρεστή στον εργοδότη συμπεριφορά του εργαζόμενου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία, διότι λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της δεν είναι ο εργοδότης εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει, αλλά ο εργαζόμενος επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητάς της πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που διαγράφει η διάταξη του άρθρ. 281 Α.Κ και ως εκ τούτου καθίσταται απαγορευμένη.
Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζόμενου ή την από πλευράς εκείνου παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, διότι τότε κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της σύμβασης.
Αλλά και όταν ακόμη αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική. Διότι, εάν ετίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου από αναιτιώδης δικαιοπραξία θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΟλΑΠ 3/2024) .
Τέλος, επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και συνακόλουθα σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Μία τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα είδος "αποδεικτικής δεσμεύσεως", ένα νέο είδος "δεδικασμένου", μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας....
Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα μάλιστα από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής nebis in idem (ΟλΑΠ 4/2020) Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους συναφείς πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεως του προσάπτει στην προσβαλλομένη πλημμέλειες εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που σχετίζονται με την εγκυρότητα της καταγγελίας της ένδικης εργασιακής συμβάσεως.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τους παραπάνω αναιρετικούς λόγους. "Ο ενάγων και ήδη εκκαλών συνήψε την ... με την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας 18 μηνών, σε θέση ...
ΠΕ, στον ... Ηγουμενίτσας. Αμέσως μετά το πέρας αυτής, η σύμβαση μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου. Για την κατάληψη της θέσης αυτής, ο ενάγων, υπέβαλε την από 9-7-2003 αίτηση και υπεύθυνη δήλωσή του και προσκόμισε έγγραφα δικαιολογητικά και βιογραφικό σημείωμα. Μεταξύ άλλων, ο ενάγων, δήλωσε σε αυτήν την αίτηση ότι γνωρίζει πολύ καλά Αγγλικά και ότι φοιτούσε από το 2001 στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών "Περιβαλλοντικός Σχεδιασμός Έργων Υποδομής" του ...
Πανεπιστημίου. Το 2007, ο ενάγων, ανέλαβε θέση ... της Διεύθυνσης Έργων. Δυνάμει της από ... Εγκυκλίου "Επικαιροποίηση προσωπικών μητρώων υπαλλήλων" και της από ... Εγκυκλίου "Έλεγχος νομιμότητας πτυχίων, πιστοποιητικών και λοιπών στοιχείων του προσωπικού μητρώου υπαλλήλων" του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, η εναγομένη, ανέλαβε την υποχρέωση να ελέγξει και να υποβάλει στο Δημόσιο διασταύρωση της γνησιότητας των πιστοποιήσεων των προσόντων των υπαλλήλων της.
Προς τούτο, ανέθεσε σε τριμελή επιτροπή, υπό την επίβλεψη του Διευθυντή Διοικητικού, Οικονομικών και Προμηθειών να ελέγξει τους τίτλους των φακέλων των υπαλλήλων της. Κατά τον έλεγχο αυτόν διαπιστώθηκε ότι το πιστοποιητικό γλωσσομάθειας που είχε υποβάλει για την πρόσληψή του ο ενάγων, "Certificate in Advanced English" του Cambridge με αριθμό ..., είχε αντικατασταθεί με πιστοποιητικό γλωσσομάθειας κατώτερου επιπέδου, "First Certificate in English".
Σε έγγραφη πρόσκληση της εναγομένης, σχετικά, ο ενάγων απάντησε με την έγγραφη από 21-3-2014 επιστολή του, ότι δεν είχε προσκομίσει το ως άνω πιστοποιητικό ανώτερης γλωσσομάθειας, σημειώνοντας ότι η πολύ καλή γνώση της αγγλικής δεν περιλαμβανόταν στα ζητούμενα προσόντα της θέσης που κατέλαβε. Το ΑΣΕΠ, σε πρόσκληση της εναγομένης, απάντησε ότι θα αποστείλει το πιστοποιητικό ανώτερης γλωσσομάθειας, που τηρούσε στο δικό του αρχείο.
Αντ' αυτού, η εναγομένη έλαβε επιστολή του ΑΣΕΠ, στην οποία δήλωνε ότι όλα τα σχετικά δικαιολογητικά είχαν αποσταλεί στην εναγομένη και δεν υπήρχε το αντίγραφο αυτό στο αρχείο του. Σε τηλεφωνική επικοινωνία, όμως, το ΑΣΕΠ διαβεβαίωσε, όπως αρχικά είχε δηλώσει, πως στον φάκελο του ενάγοντα για την πρόσληψή του είχε πράγματι υποβληθεί το εν λόγω πιστοποιητικό ανώτερης γλωσσομάθειας, αντίγραφο του οποίου και απέστειλε εκ νέου στην εναγομένη, με την παράλληλη δήλωση ότι η πρώτη ως άνω επιστολή δεν ήταν γνήσια.
Αργότερα, με την από ..., το ... Συμβούλιο, γνωστοποίησε στην εναγομένη ότι το εν λόγω πιστοποιητικό ανώτερης γλωσσομάθειας δεν ήταν γνήσιο. Περαιτέρω, μετά από αίτημα της εναγομένης, το ... Πανεπιστήμιο απάντησε με το με αριθμό ... έγγραφό του ότι ο ενάγων ουδέποτε υπήρξε φοιτητής στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα που είχε δηλώσει, ως άνω, στο βιογραφικό του "Περιβαλλοντικός Σχεδιασμός Έργων Υποδομής".
Εν όψει των προαναφερθέντων, ο Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης υπέβαλε την από ... μήνυση κατ' αγνώστων, δεδομένης της άρνησης του ενάγοντος ότι εμπλεκόταν, αν και η εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό του είχε ήδη κλονιστεί σοβαρά. Παρά τις αλλεπάλληλες έγγραφες βεβαιώσεις περί της ανυπαρξίας των τυπικών προσόντων με βάση τα οποία προσλήφθηκε ο ενάγων, η εναγομένη ανέμεινε κατά το στάδιο αυτό το πόρισμα της Δικαιοσύνης επί της μηνύσεώς της.
Επ' αυτής εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 148/16-5-2018 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., που κήρυξε ένοχο τον ενάγοντα για πλαστογραφία μετά χρήσεως και απάτη, σε βαθμό πλημμελήματος. Επ' αυτής εκδόθηκε, μετά από έφεση του ενάγοντα, η με αριθμό 331/7-12-2020 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κέρκυρας.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης αυτής, ο ενάγων, πράγματι υπέβαλε το πλαστό ως άνω πιστοποιητικό γλωσσομάθειας. Πλην, κρίθηκε ότι η μεν πράξη της απάτης δεν εστοιχειοθετείτο, διότι το παράνομο όφελος ισοσταθμίστηκε από ισάξια αντιπαροχή του ιδίου ενώ η πράξη της πλαστογραφίας δεν εστοιχειοθετείτο διότι έλαβε χώρα το 2003 και όχι, κατά την κατηγορία, το 2013.
Την 28-11-2018, ο ενάγων, υπέβαλε στην εναγομένη αίτημα αναμόρφωσης της μισθοδοσίας του στη βάση μεταπτυχιακού τίτλου "Διαχείριση Τεχνικών Έργων" του ... Πανεπιστημίου που της κατέθεσε, τον οποίο απέκτησε την 13-9-2018, ως συναφούς με το αντικείμενό του. Μετά από όσα είχαν προηγηθεί, η εναγομένη ζήτησε από το εν λόγω Ίδρυμα επιβεβαίωση της γνησιότητας του τίτλου αυτού, περιστατικό που επιβεβαιώθηκε από αυτό με το με αριθμό ...
έγγραφό του. Τον Ιούνιο του 2019, ο Διευθυντής διοικητικού, οικονομικών και Προμηθειών της εναγομένης εισηγήθηκε θετικά στο υποβληθέν αίτημα προς το διοικητικό συμβούλιο. Ωστόσο, στη συνεδρίασή του της 11-6-2019, το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης αποφάσισε την αναβολή λήψης απόφασης επ' αυτού, επιφυλασόμενο προφανώς λόγω των εξελίξεων επί της σχέσης της εταιρείας με τον ενάγοντα.
Ο ενάγων επανέλαβε το αίτημά του αυτό την 6-2-2019, την 8-8-2019 και την 16-12-2019 με διαδοχικές αιτήσεις του. Την δε 31-7-2020, ο ενάγων επέδωσε στην εναγομένη εξώδικη σχετική πρόσκληση, διαμαρτυρόμενος για την καθυστέρηση στη λήψη απόφασης επί του αιτήματός του. Στο μεταξύ, λαμβάνοντας γνώση η εναγομένη της ως άνω πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης, ζήτησε την 17-7-2020 από την αρμόδια Αρχή αντίγραφο του ποινικού μητρώου του ενάγοντος, το οποίο της γνωστοποιήθηκε δυνάμει του με αριθμό ...
εγγράφου. Η καθυστέρηση στη διεκπεραίωση της αλληλογραφίας αυτής και η εν γένει δυσλειτουργία της εναγομένης οφειλόταν σε διαδοχικές μεταβολές στη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου της, με συνέπεια να μη δυνηθεί στο μεταξύ να λάβει σχετική απόφαση. Από το ως άνω έγγραφο, η εναγομένη, ενημερώθηκε το πρώτον ότι ο ενάγων είχε καταδικαστεί τελεσιδίκως, δυνάμει της με αριθμό 48/11-10-2016 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας, σε βαθμό κακουργήματος, για παράνομη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με σκοπό κτήσης παράνομου περιουσιακού οφέλους.
Η εναγομένη είχε έννομο συμφέρον επί της ποινικής κατάστασης του ενάγοντα, δεδομένου ότι η ποινική καταδίκη, και μάλιστα σε βαθμό κακουργήματος, αποτελούσε κώλυμα διορισμού, κατά το άρθρο 6 του Γ.Κ.Π.. Την καταδίκη του αυτήν, ο ενάγων αποσιώπησε, αν και κατά το άρθρο 10 του Γ.Κ.Π. ήταν υποχρεωμένος να τη δηλώσει στην εναγομένη εντός 30 ημερών, ως μεταβολή στην ποινική του κατάσταση, κατά παράβαση των υποχρεώσεών του, που πήγαζαν από την ένδικη εργασιακή του σύμβαση.
Αν και η εναγομένη ανέμενε αρχικά την έκβαση της ποινικής υπόθεσης επί των πλαστών πιστοποιητικών, ως προαναφέρθηκε, όταν έλαβε γνώση της τελεσίδικης ποινικής καταδίκης του ενάγοντα σε βαθμό κακουργήματος αποφάσισε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα, στην οποία προέβη την 5-11-2020, με την επίδοση σε αυτόν σχετικού εγγράφου.
Η απόφασή της αυτή κρίνεται δικαιολογημένη, εν όψει της σχέσης εμπιστοσύνης που έπρεπε να διέπει τις μεταξύ τους σχέσεις, λόγω της θέσης ευθύνης που κατείχε ο ενάγων, ως προϊστάμενος της Διεύθυνσης Έργων. Μεταγενέστερα δε δημοσιεύτηκε η με αριθμό 331/7-12-2020 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κέρκυρας.
Πλην, η μεταβολή στην ποινική κατάσταση του ενάγοντα, που επήλθε μετά την αθώωσή του με την απόφαση αυτήν, κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδης, ως προς το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του. Ειδικότερα, παρά την αθωωτική αυτή απόφαση, ο ενάγων παρέμεινε καταδικασμένος σε βαθμό κακουργήματος, δυνάμει της έτερης με αριθμό 48/11-10-2016 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Επιπλέον, παρά την αθώωσή του, ο ενάγων, για τα αδικήματα της πλαστογραφίας και της απάτης σε βάρος της εναγομένης, κρίθηκε από το ίδιο το ποινικό Δικαστήριο, με την ως άνω με αριθμό 331/7-12-2020 απόφαση, ότι πράγματι αυτός το 2003 υπέβαλε προς την εναγομένη πλαστό πιστοποιητικό γλωσσομάθειας, προκειμένου να υποστηρίξει την πρόσληψή του.
Εκτός τούτου, αποδείχθηκε ότι και η δήλωσή του, στο υποβληθέν βιογραφικό του, ως προς τη φοίτησή του στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα ήταν ψευδής, διότι αυτός δεν είχε παντάπασιν εγγραφεί σε τέτοιο τμήμα του ... Πανεπιστημίου, το δε σχετικό πιστοποιητικό στον φάκελό του ήταν πλαστό. Το γεγονός ότι δεν ζήτησε εκ των υστέρων να απολαύσει μισθολογικών προνομίων με βάση αυτό το πλαστό πτυχίο είναι άνευ σημασίας.
Και τούτο, διότι ο ενάγων επιδίωξε και με βάση τα πλαστά αυτά πιστοποιητικά και πέτυχε με ψευδείς παραστάσεις την πρόσληψή του, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης και της κοινωνικής ηθικής, τις οποίες υποχρεούτο να σεβαστεί ως μέσος συνετός συναλλασσόμενος. Η αθώωσή του για τις πράξεις αυτές και παρά την ταυτότητα των περιστατικών, αν και αίρει την ποινική του ευθύνη, δεν αίρει τον αδικοπρακτικό χαρακτήρα των πράξεών του αυτών ούτε τον δόλο του και, εντεύθεν, την αστική του ευθύνη, και δεν ανατρέπει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του.
Ο ισχυρισμός του ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα ότι η εναγόμενη ενήργησε εκδικητικά εναντίον του δεν αποδείχθηκε. Ο ίδιος ο ενάγων υποστηρίζει ότι η σχέση του με όλους τους συναδέλφους του ήταν αγαστή και ότι η εναγόμενη άλλαξε στάση όταν ο ίδιος ζήτησε να απολαύσει μισθολογικής αύξησης, με βάση το μεταπτυχιακό τίτλο που απέκτησε Πλην, όμως, ο ισχυρισμός αυτός αποδείχθηκε αβάσιμος στην ουσία του.
Η εναγομένη απώλεσε την εμπιστοσύνη της στον ενάγοντα μετά την αποκάλυψη της πλαστογραφίας των πιστοποιητικών του, που κορυφώθηκε όταν της γνωστοποιήθηκε η ως άνω τελεσίδικη καταδίκη του για κακούργημα. Η αύξηση που ζητούσε ο ενάγων ήταν της τάξης των 120 ευρώ μηνιαίως, που δεν αποτελούσε παρά το 5% των αποδοχών του, ώστε να κρίνεται αμελητέα, δεδομένης και της οικονομικής ευρωστίας της εναγομένης.
Ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι η διοίκηση της εναγομένης εξαγριώθηκε από την επίδοση σε αυτήν της σχετικής εξώδικης πρόσκλησής του κρίνεται απορριπτέος, ως ουσία αβάσιμος. Έχοντας μάθει ο ενάγων, ότι η εναγομένη αιτήθηκε τη λήψη του ποινικού του μητρώου την 17-7-2020 και θέλοντας να αντιπερισπαστεί την επερχόμενη αποκάλυψη της ποινικής του καταδίκης για κακούργημα, που ασφαλώς παρείχε στην εναγομένη επαρκές έρεισμα για την καταγγελία της ένδικης σύμβασης, όπως και έπραξε, ο ενάγων μετά από λίγες ημέρες, την 31-7-2020 επέδωσε την εν λόγω πρόσκληση διαμαρτυρία του, ώστε να την χρησιμοποιήσει ως πρόσχημα εκδικητικής αντίδρασης της εναγομένης, όπως και έπραξε.
Σε κάθε περίπτωση, από τα διδάγματα της κοινής πείρας προκύπτει ότι αντιδικία μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών είναι ικανώς συνηθισμένο φαινόμενο, ειδικά για τις μισθολογικές απαιτήσεις, που στις εταιρείες με πολυάνθρωπο προσωπικό ως η εναγομένη, δεν χαρακτηρίζονται από κάποιου είδους συναισθηματική φόρτιση.
Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη έχει αντιδικίες με εργαζομένους της για εργασιακά ζητήματα, χωρίς να γεννηθεί ζήτημα διατάραξης των μεταξύ τους σχέσεων. Κατά συνέπεια, δεν αποδείχθηκε ότι η άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης προς καταγγελία της ένδικης εργασιακής σύμβασης υπερέβη, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του εν λόγω δικαιώματός της (προς καταγγελία).
Αντιθέτως, η εναγομένη ενήργησε καλοπίστως, παρέχοντας κάθε ευκαιρία στον ενάγοντα να παρουσιάσει τις θέσεις του και να δικαιολογήσει κάθε κακώς κείμενο στη μεταξύ τους σχέση, η δε απώλεια της εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του ήταν αντικειμενικά δικαιολογημένη, μετά από όσα αποδείχθηκαν και περιήλθαν σε γνώση της, εν όψει και της ως άνω θέσης ευθύνης που ο εργαζόμενος κατείχε.
Η εναγομένη, ως εργοδότρια και μέση συνετή συναλλασσομένη, εδικαιούτο να αναμένει το αποτέλεσμα της ποινικής δίκης, προκειμένου να αποφασίσει ποια στάση θα τηρήσει ως προς τη σχέση της με τον ενάγοντα. Το δικαίωμά της αυτό, εξάλλου, συνήδε και με τα συμφέροντα του ενάγοντα, ως σύμφυτο με το τεκμήριο αθωότητάς του.
Η αναμονή της, λοιπόν, από τη δημοσίευση της καταδικαστικής απόφασης με αριθμό 148/16-5-2018, για την τελεσίδικη κρίση της Δικαιοσύνης ήταν δικαιολογημένη, ανεξάρτητα από το ότι η γνωστοποίηση της έτερης ποινικής του καταδίκης την οδήγησε μεταγενέστερα στην αναθεώρηση της στάσης της αυτής. Επιπλέον, η εναγομένη δεν ήταν υποχρεωμένη να κινήσει σε βάρος του ενάγοντα πειθαρχική διαδικασία, που είναι προσανατολισμένη σε άλλους σκοπούς και δη προς την κατεύθυνση της διατήρησης της εργασιακής σχέσης, και εδικαιούτο να αναμένει το πόρισμα της Δικαιοσύνης επί των ευρημάτων επί του φακέλλου τού ενάγοντα, όπως και έπραξε.
Εξάλλου, ο χρόνος κατά τον οποίο έλαβε χώρα η τέλεση των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες το μεν κατηγορήθηκε ο ενάγων, το δε καταδικάστηκε, είναι αδιάφορος και αλυσιτελώς τον επικαλείται ο ενάγων. Εξάλλου, η εναγομένη, στη μεν πρώτη περίπτωση, επιβεβαιώθηκε για την τέλεση του αστικού αδικήματος εκ μέρους του ενάγοντα, με τη δημοσίευση της με αριθμό 331/7-12-2020 απόφασης, στη δε δεύτερη έλαβε γνώση της τελεσίδικης καταδίκης το πρώτον την 24-7-2020, ως προεξετέθη, δεδομένου ότι ο ενάγων αντισυμβατικώς και κακοπίστως αποσιώπησε τόσο την κατηγορία εναντίον του, όσο και την καταδίκη του.
Ως προεξετέθη ανωτέρω στη μείζονα, αναφορικά με τα περιστατικά του αστικού αδικήματος της αθωωτικής απόφασης, για τα οποία επιβεβαιώθηκε η εναγομένη μετά την καταγγελία, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή δημοσιεύτηκε την 7-12-2020, η γνώση από την καταγγέλλουσα των κρισίμων περιστατικών για τη θεμελίωση του σπουδαίου λόγου δεν αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της καταγγελίας και η καταγγέλλουσα νομίμως επικαλείται στην παρούσα δίκη για το κύρος της καταγγελίας και τους λόγους, οι οποίοι προϋπήρχαν αυτής και για τους οποίους επιβεβαιώθηκε μετά την καταγγελία.
Περαιτέρω, ο επικουρικός ισχυρισμός του ενάγοντα ότι η εναγομένη καθυστερημένα και μετά από αποδυνάμωση του δικαιώματός της προέβη σε καταγγελία της σύμβασης είναι, εντεύθεν, απορριπτέος στην ουσία του, δεδομένου ότι η εναγομένη αντέδρασε άμεσα και, πάντως, εντός του αναγκαίου προς τούτο ευλόγου χρόνου, όταν της γνωστοποιήθηκε η καταδίκη του ενάγοντα για κακούργημα, περιστατικό που θεώρησε ικανό, μετά από όσα είχαν προηγηθεί, για την οριστική απώλεια της εμπιστοσύνης της προς τον ενάγοντα και την ρήξη της εργασιακής σχέσης τους, κατά τα προαναφερθέντα.
Σε κάθε περίπτωση, λόγω της φύσεως της συμβάσεως εργασίας ως σχέσεως συνεργασίας σε ατμόσφαιρα εμπιστοσύνης και αν ακόμα μπορούσε να θεωρηθεί ότι διέδραμε χρόνος πέραν του ευλόγου από τη δημοσίευση τη πρώτης καταδικαστικής απόφασης, την 16-5-2018, έως την καταγγελία την 5-11-2020, η καταγγελία επιστηρίχθηκε και στα νέα γεγονότα της γνωστοποίησης της απόφασης καταδίκης του ενάγοντα για κακούργημα την 24-7-2020, ως προεξετέθη.
Ώστε ανέκυψαν και νέοι σπουδαίοι ενεργείς λόγοι, που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη στήριξη καταγγελίας, με τη συνεκτίμηση παλαιών γεγονότων, ακόμα και αν γινόταν δεκτό ότι αυτά ατόνησαν. Σε κάθε περίπτωση, ο πρόσθετος ισχυρισμός του ενάγοντα, ότι από τη συμπεριφορά της εναγομένης, και μάλιστα από την εμπιστοσύνη με την οποία τον περιέβαλε, από τη διατήρηση της θέσης του και από την ανενόχλητη εν γένει συνέχιση της εργασιακής του δραστηριότητας, εδραιώθηκε σε αυτόν η πεποίθηση ότι αυτή δεν θα καταγγείλει την εργασιακή του σύμβαση είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος.
Τα περιστατικά αυτά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν εξαρκούν προς εδραίωση στο πρόσωπο του ενάγοντα τέτοιου είδους πεποίθησης. Ο ενάγων διατήρησε μεν τη θέση του, εν όψει του τεκμηρίου αθωότητάς του, που σεβάστηκε η εναγομένη και του έδωσε τον χρόνο να αποδείξει τις θέσεις του, κατά τα προαναφερθέντα, πλην η εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό του είχε αμφισβητηθεί, μετά τις ως άνω έγγραφες βεβαιώσεις που έλαβε η εναγομένη περί της πλαστότητας των πιστοποιητικών του, που εκφράστηκε και με την απροθυμία της διοίκησης να ικανοποιήσει άμεσα το ζήτημα της μισθολογικής του προαγωγής, κυρίως όμως με την υποβολή μήνυσης για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις και την εκζήτηση του ποινικού του μητρώου, κατά τα προαναφερθέντα.
Τούτο, εξάλλου, το είχε προσλάβει και ο ίδιος ο ενάγων, ο οποίος εξέφρασε την αδημονία του με την αλλεπάλληλη υποβολή αιτημάτων και διαμαρτυρίας για την αναγνώριση των μεταπτυχιακών του σπουδών. Την διατάραξη, άλλωστε, του κλίματος εμπιστοσύνης συνομολογεί και ο ίδιος ο ενάγων, ισχυριζόμενος ότι η διοίκηση της εναγομένης εξαγριώθηκε απέναντί του, αν και, αβασίμως, αποδίδει τη στάση αυτή της διοίκησης σε άλλον λόγο.
Εξάλλου, ο ισχυρισμός του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, ότι η καταδίκη του αφορά σε ζήτημα που είναι άσχετο με την εκτέλεση της υπηρεσίας του, είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, δεδομένου ότι η καταδίκη του απαγγέλθηκε σε βαθμό κακουργήματος, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα, ώστε η συνάφεια να μην αποτελεί προϋπόθεση για την επέλευση των εννόμων συνεπειών από την καταδίκη.
Συνεπώς, η καταγγελία της ένδικης εργασιακής σχέσης αποδείχθηκε έγκυρη, απορριπτομένων των σχετικών ισχυρισμών του ενάγοντα περί καταχρηστικότητάς της, την οποία ως έχων το βάρος, δεν απέδειξε....Ειδικότερα η καταγγελία της σύμβασης αποδείχθηκε νόμιμη και έγκυρη, οφειλόμενη στην ως άνω εμφανή και αληθή αιτία και δεν έγινε από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το μισθωτό ή για καταστρατήγηση των νομίμων δικαιωμάτων του, ως ο ενάγων αβάσιμα επικαλέστηκε, αλλά σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας με την εργοδότριά του, οφειλόμενη αποκλειστικά στην παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά του ενάγοντα και στον εντεύθεν κλονισμό της μεταξύ τους σχέσης εμπιστοσύνης, για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης της εργοδότριας και σε διακοπή της μεταξύ τους αρμονικής συνεργασίας....".
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ήτοι με το να δεχθεί ότι η ανακάλυψη της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ότι κατά την πρόσληψη του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος το προσκομισθέν πιστοποιητικό γλωσσομάθειας ήταν πλαστό, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε, παρά την αθώωση του από το δευτεροβάθμιο ποινικό δικαστήριο, και συνεπώς το αστικό αδίκημα παρέμεινε υποστατό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η εναγόμενη διαπίστωσε τυχαίως το 2020 (αναζητώντας το ποινικό του μητρώο ύστερα από την πρωτόδικη καταδίκη του στην υπ' αυτήν υποβληθείσα μήνυση) ότι ο ενάγων είχε καταδικασθεί αμετακλήτως το 2016 από το Πενταμελές Εφετείο Κερκύρας για το κακούργημα της παράνομης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων με σκοπό το περιουσιακό όφελος, σε ποινή φυλακίσεως 3 ετών, αδίκημα μη σχετιζόμενο μεν ευθέως με την υπηρεσία, το οποίο όμως ο ενάγων απέκρυψε παρά τη σχετική του υποχρέωση από τον Κανονισμό Προσωπικού, αποτελούν αμφότερα (μεμονωμένα αλλά και συνδυαζόμενα μεταξύ τους) περιστατικά που ευλόγως κλόνισαν την εμπιστοσύνη της εναγομένης προς το πρόσωπο του, με αποτέλεσμα να διαταραχθεί η απαραίτητη για την ομαλή συνέχεια της εργασιακής σχέσεως σχέση εμπιστοσύνης, αλλά και να δημιουργούνται εντάσεις στον εργασιακό χώρο, που συνετέλεσαν στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης, δεν παραβίασε (το Εφετείο) ευθέως τις διατάξεις των 5 παρ. 1 Ν. 2112/1920, 7 Ν. 3198/1955 και 6 παρ. 1 ΒΔ 16/18-7-1920, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων στους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης.
Επιπλέον το Εφετείο, δεχόμενο ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη, προβαίνοντας στην καταγγελία της εργασιακής σχέσεως της με τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, δεν έπραξε τούτο καταχρηστικώς ή από εκδικητικότητα, επειδή διεκδίκησε επίδομα 5% λόγω μεταπτυχιακού τίτλου, ούτε προς αποφυγή της καταβολής της αποζημιώσεως ποσού 35.040 ευρώ (την οποία η εναγόμενη δεν κατέβαλε, καθότι πριν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είχε προηγηθεί η εκ μέρους της μήνυση κατ'αγνώστων και η δημοσίευση της πρωτόδικης καταδικαστικής σε βάρος του ενάγοντος απόφασης), αλλά προς προάσπιση των συμφερόντων της και του καλώς εννοουμένου εργασιακού κλίματος, ούτε δε εκ μόνης της παρόδου ικανού χρόνου μεταξύ της υποβολής μηνύσεως και της καταγγελίας (που κατά την κρίση του Εφετείου οφειλόταν σε εύλογη αναμονή εκβάσεως της ποινικής δίκης, στο σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας του, αλλά και συχνών μεταβολών στη σύνθεση του Δ.Σ.) δημιούργησε στον ενάγοντα την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει η εναγόμενη το σχετικό δικαίωμα της, δεν παραβίασε (το Εφετείο) ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθώς έκρινε μη εφαρμοστέα.
Ούτε βέβαια παραβίασε τη διάταξη αυτή εκ πλαγίου, διότι το Εφετείο κατέληξε με την προσβαλλόμενη απόφασή του στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος δεν ήταν καταχρηστική, διαλαμβάνοντας σ'αυτή πλήρεις, σαφείς, αναλυτικές και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Αντιθέτως, τα όσα εκθέτει ο αναιρεσείων στον δεύτερο αναιρετικό λόγο, περί εκδικητικότητας των υπευθύνων της αναιρεσίβλητης προς αυτόν, έρχονται σε αντίθεση με τα όσα στον πρώτο αναιρετικό λόγο ο ίδιος εκθέτει ότι δηλαδή και μετά το 2014 (και παρά την υποβολή της εγκλήσεως) οι σχέσεις του με τους προϊσταμένους του υπήρξαν αγαστές, χωρίς να δημιουργηθεί κανένα πρόβλημα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.
Οι δε περιεχόμενες στους ως άνω λόγους αιτιάσεις με τις οποίες πλήττονται, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας (με ευθεία μάλιστα επίκληση του αποδεικτικού υλικού -βλ. σελ. 22 της αιτήσεως), οι ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, είναι απαράδεκτες (ΑΠ 167/2019). Κατά συνέπειαν, οι δύο πρώτοι λόγοι αναίρεσης, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που σχετίζονται με την απόρριψη του επικουρικού αγωγικού αιτήματος για καταβολή αποζημιώσεως απολύσεως, ύστερα από την επίδοση από μέρους του αποσπάσματος της υπ'αριθμ. 331/2020 αθωωτικής γι' αυτόν αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας.
Κατά τις συναπτόμενες με τον παραπάνω λόγο παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Περαιτέρω, νομίμως η εναγομένη δεν κατέβαλε στον ενάγοντα αποζημίωση, δεδομένου ότι απαγγέλθηκε κατ' αυτού κατηγορία, πριν την καταγγελία, σε βαθμό κακουργήματος, για την οποία αυτός και καταδικάστηκε τελεσίδικα, ομοίως πριν την καταγγελία.
Σε κάθε περίπτωση, δεν έλαβε χώρα αναβίωση των υποχρεώσεων της εργοδότριας - εναγομένης προς καταβολή αποζημίωσης, μετά την αθώωση του εργαζομένου - ενάγοντα για τις πράξεις της απάτης και πλαστογραφίας κατά της εναγομένης, δεδομένου ότι το αστικό αδίκημα αποδείχθηκε υποστατό, κατά τα προαναφερθέντα, και πάντως διότι κοινοποιήθηκε στην εναγομένη μόνο απόσπασμα της αθωωτικής απόφασης, που δεν είναι ικανό προς τούτο (προς αναβίωση δηλαδή της αξίωσης αποζημίωσης)".
Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να δεχθεί δηλαδή ότι ορθώς δεν καταβλήθηκε η αποζημίωση απολύσεως μετά το πέρας της ποινικής δίκης, διότι δεν κοινοποιήθηκε η πλήρης αμετάκλητη απαλλακτική απόφαση, μη αρκούσης εν προκειμένω της επιδόσεως απλού αποσπάσματος της αποφάσεως και να απορρίψει ακολούθως το επικουρικό αίτημα περί καταβολής της αποζημιώσεως απολύσεως, παραβίασε (το Εφετείο) ευθέως τις διατάξεις άρθρων 7 Ν. 3198/1955, 6 παρ. 1 ΒΔ 16/18-7-1920 και του άρθρου 5 ν. 2112/1920.
Και τούτο, διότι όπως προαναφέρθηκε στο οικείο μέρος της νομικής σκέψης που προηγήθηκε, η κοινοποίηση του πλήρους σκεπτικού της υπ'αρ. 331/7.12.2020 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας, ήταν εν προκειμένω περιττή, διότι από την επισκόπηση για την ανάγκη του αναιρετικού ελέγχου της ως άνω ποινικής απόφασης κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ (για την επισκόπηση της ποινικής απόφασης βλ.
ΑΠ 688/2016, ΑΠ 1351/1979) επί της οποίας υπάρχει βεβαίωση καταχώρησης στο βιβλίο καθαρογραφής στις 12.5.2021 (μετά δηλαδή την άσκηση της από 18.1.2021 με αριθμ. καταθ. 4/19.1.2021 αγωγής), προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη είχε δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής προς υποστήριξη κατηγορίας.
Συνεπώς, αφού η αναιρεσίβλητη γνώριζε το αποτέλεσμα της ποινικής δίκης, αφενός μεν λόγω της ως άνω παράστασής της στο ποινικό Δικαστήριο, αφετέρου λόγω της επιδόσεως αποσπάσματος της ως άνω ποινικής απόφασης, η κοινοποίηση της πλήρους αποφάσεως ήταν άνευ αντικείμενου (ΑΠ 7/1999), ενώ σε κάθε περίπτωση, ως πολιτικώς ενάγουσα, μπορούσε αυτοτελώς να αιτηθεί να λάβει το πλήρες σκεπτικό της αποφάσεως, εάν για τον οιονδήποτε λόγο το έκρινε αναγκαίο.
Περαιτέρω, το Εφετείο με το να κρίνει ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται αποζημίωση απόλυσης [και]για το λόγο ότι απαγγέλθηκε κατ'αυτού κατηγορία σε βαθμό κακουργήματος πριν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, για την οποία αυτός και καταδικάστηκε τελεσίδικα με την υπ'αρ. 48/2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας, για παράνομη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με σκοπό κτήσης παράνομου περιουσιακού οφέλους, στέρησε την απόφασή του από την αναγκαία νόμιμη βάση με ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των αναφερόμενων στο οικείο μέρος της νομικής σκέψης που προηγήθηκε διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, 6 παρ. 2 του β.δ.
της 16/18 Ιουλίου 1920 και 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920. Ειδικότερα, περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του επί του ως άνω ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, καθότι δεν γίνεται σ'αυτή αναφορά αν η ως άνω αξιόποινη πράξη για την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε τελεσίδικα και για την οποία δεν είχε υποβληθεί μήνυση από την αναιρεσίβλητη, προσέβαλε έννομα αγαθά (περιουσιακά ή προσωπικά) της τελευταίας ως εργοδότριας του αναιρεσείοντος ή επηρέαζε δυσμενώς την ομαλή λειτουργία της εργασιακής σχέσεως (ανεξάρτητα βέβαια από το κλονισμό της μεταξύ τους σχέσεως εμπιστοσύνης, η οποία δικαιολογεί μεν, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν κατά την εξέταση των δύο πρώτων αναιρετικών λόγων, την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, όχι όμως και τη μη καταβολή της προβλεπομένης αποζημιώσεως, που δικαιολογείται ειδικώς όταν η πράξη για την οποία υποβλήθηκε μήνυση σχετίζεται με την εκτέλεση της υπηρεσίας).
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Ακολούθως πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να γίνει (μερικώς) δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση (μόνο) κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο και στη συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, από δικαστή άλλον εκείνου που δίκασε (αρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, η δικαστική δαπάνη των διαδίκων θα συμψηφισθεί εν μέρει, διότι η υπό κρίση αίτηση έγινε εν μέρει μόνο δεκτή, ενώ κατά τα λοιπά θα επιβληθεί εις βάρος της αναιρεσίβλητης (άρθρα 178 παρ. 1,183, 191 παρ. 2, ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 72/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ίδιο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή, άλλον από εκείνον που δίκασε.
Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσίβλητης μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ