Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment regarding permanent employee salary calculations and costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the hospital's appeal against the First Instance Court of Athens' judgment regarding salary disputes. The hospital argued procedural errors and unsupported factual findings concerning permanent staff salaries, while the appellants contended for specific wage amounts. The court rejected these claims, ruling that the lower court correctly applied statutory salary regulations and evaluated evidence without error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 307, 559, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible and the lower court's judgment is final when the appellate court finds no legal error in the application of statutory salary provisions and the evaluation of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 702 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 702/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια , Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γενικού Νοσοκομείου Μ. «Β.", που εδρεύει στην Μ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Χαρακτινιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις στις 13-12-2021.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 2)Ν. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 3)Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 4)Σ. Β. του Ε., κατοίκου ..., 5)Μ. Κ. του Σ., κατοίκου ... και 6)Ά. Γ. του Β., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 14ης Δεκεμβρίου 2021 εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Παπαζήκο, ο οποίος είχε δηλώσει ότι διορθώνει το επώνυμο και το πατρώνυμο του τέταρτου αναιρεσίβλητου στο ορθό Β. του Ε. και το επώνυμο της έκτης αναιρεσιβλήτης στο ορθό Γ….. και κατέθεσε προτάσεις στις 13-12-2021 και προσθήκη-αντίκρουση στις 16-12-2021.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3560/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3777/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 23-10-2018 αίτησή του, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 14ης Δεκεμβρίου 2021, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό …./2023 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη ε.τ. Ό. Σ. - Μ. και την με αριθμό …./2023 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.
Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (ΑΠ 701/2023, ΑΠ 2113/2022 ΑΠ 582/2016).
Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν μνημονεύεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι πιο πάνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή, να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες.
Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 701/2023, ΑΠ 936/2018,ΑΠ 869/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 22 Νοεμβρίου 2023 υπ'αριθμ. …./2023 πράξη του Προέδρου του παρόντος Β2' Τμήματος του Αρείου Πάγου, νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της από 23-10-2018 με αριθμ. καταθ. …/…/24-10-2018 αίτησης αναίρεσης, καθόσον μετά τη συζήτηση αυτής στη δικάσιμο στις 14-1-2021, κατέστη αδύνατη η έκδοση απόφασης, λόγω παρέλευσης ιδιαιτέρως μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη συζήτηση της υπόθεσης στο παρόν Δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου είχε μετάσχει η ήδη συνταξιοδοτηθείσα Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ό.
Σ.-Μ.. Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών με αριθμό 3777/24-7-2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατόπιν άσκησης της από 20 Σεπτεμβρίου 2016 και με αριθ.καταθ. …../…-2016 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια διαδικασία με αριθμό 3560/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε εκδικασθεί η από 24 Μαρτίου 2011 και με αριθ.
κατάθ……/….//2011 αγωγή και είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός διετίας από τη δημοσίευσή της προσβαλλόμενης απόφασης, της οποίας, από τα στοιχεία του φακέλου, δεν προκύπτει επίδοση (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης δεν εμφανίστηκαν οι αναιρεσίβλητοι, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (βλ. το από 19-12-2023 αποδεικτικό επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Αρείου Πάγου Ε. Π. στον Θεόδωρο Παπαζήκο, πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσίβλητων, δια του οποίου είχαν αυτοί παρασταθεί και καταθέσει προτάσεις κατά την αρχική δικάσιμο (14-12-2021) της υπόθεσης.
Επομένως θα θεωρηθούν παρόντες και κατά τη νέα συζήτηση, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα. Σημειώνεται ότι ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων, με δήλωσή του καταχωρηθείσα στα πρακτικά της 14-12-2021, αλλά και με τις προτάσεις του, παραδεκτά διορθώνει το επώνυμο του τετάρτου αναιρεσίβλητου στο ορθό ''Β……'' και το επώνυμο της έκτης αναιρεσίβλητης στο ορθό ''Γ……''.
Στο άρθρο 2 παρ.2 του π.δ. 164/2004 ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται α)στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β)στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/2001, όπως τα άρθρα αυτά ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 133 παρ.2 του ν. 4052/2012.
Ειδικότερα, με το άρθρο 20 παρ.4 του ν. 2738/1999 είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού [η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των παρ.1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α 234/28-12-2009)], η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας.
Ειδικότερα, ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά (ΑΠ 954/2023, ΑΠ 544/2021, ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017). Πράγμα που σημαίνει ότι οι συμβάσεις αυτές, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία, που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου ή προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι ως άνω προσλαμβανόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ' εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΑΠ 954/2023, ΑΠ 1086/2022, ΑΠ 544/2021, ΑΠ 66/2020), στην περίπτωση, δε, που παρέχεται εξηρτημένη εργασία, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας (σχέση εργασίας) και το Δημόσιο ή τα άλλα δημόσια νομικά πρόσωπα υποχρεούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ.
α' και 908 εδ. α' ΑΚ, στην απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισαν από την εργασία του μισθωτού, συνιστάμενη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλαν σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού και χωρίς η νομιμότητα της σχετικής αγωγής να επηρεάζεται από το γεγονός, ότι δεν υπήρχε δυνατότητα έγκυρης πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 954/2023, ΑΠ 735/2022).
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού, και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Αντιθέτως, σύμβαση μαθητείας είναι η σύµβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύµβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύµβαση μαθητείας και η σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας).
Στη γνήσια σύµβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 954/2023, ΑΠ 927/2022, ΑΠ 640/2022, ΑΠ 633/2020) και τα επιδόματα εορτών και αδείας (ΑΠ 1482/2019, ΑΠ 1395/2019), που προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.
Αντίθετα, στη σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, οπότε η εκμάθηση εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.
Στις συμβάσεις αυτές, εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύµβασης αυτής είναι η παροχή εκ µέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αµοιβής, και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 954/2023, ΑΠ 640/2022, ΑΠ 544/2021, ΑΠ 217/2017, ΑΠ 933/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020 ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 477/2022, ΑΠ 9/2022, ΑΠ 1575/2021 ,ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία".
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 9/2016, ΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 53/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 1388/2019).
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι αναγκαίο να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1797/2022, ΑΠ 380/2019, ΑΠ 114/2019). Ο ως άνω προβλεπόμενος από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης προϋποθέτει έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας των σχετικών ισχυρισμών (όπως είναι η ένσταση κατάχρησης δικαιώματος κατ' άρθ. 281 του ΑΚ) και σύνταξη ελάσσονος πρότασης, με τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος, από την προσβαλλόμενη απόφαση, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο λόγος αυτός, αν ο σχετικός ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αόριστος ή ως μη νόμιμος με την απόφαση που προσβάλλεται (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 90/2021, ΑΠ 1410/2017).
Ακόμη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε , την απόδειξή του γι` αυτά.
Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα τούτο στηρίχτηκε στις αποδείξεις που με επίκληση προσκομίσθηκαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 385/2022, ΑΠ 1575/2021, ΑΠ 609/2020, ΑΠ 576/2018). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 169/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Με την από 24 Μαρτίου 2011 και με αριθ. κατάθ.54784/1744/2011 αγωγή, η οποία απευθυνόταν κατά των εναγομένων 1)του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Μ.-Β.", ήδη αναιρεσείον και 2) του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού-ΟΑΕΔ", (μη διάδικο στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη), οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεταν ότι, με συμφωνητικά συνεργασίας που συνήφθησαν εντός του θέρους του έτους 2007 - πλην του δευτέρου ενάγοντος, που συνήφθη τον Ιανουάριο του έτους 2008 -, μεταξύ, αφενός, του Ο.Α.Ε.Δ., αφετέρου, του ΝΠΔΔ.
με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Μ.- Β." - εναγομένων και, εκ τρίτου, ενός εκάστου των εναγόντων, οι τελευταίοι προσλήφθηκαν στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, σε εκτέλεση σχετικού εργασιακού προγράμματος (stage), στο εν λόγω νοσοκομείο, για χρονικό διάστημα δεκαοχτώ μηνών - και δώδεκα μηνών ο δεύτερος ενάγων- με αμοιβή υπολογιζόμενη σε 30 ευρώ ημερησίως, για πτυχιούχους ΑΕΙ και ΤΕΙ και σε 25 ευρώ ημερησίως, για αποφοίτους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Ότι, στην πραγματικότητα, η σύμβασή τους δεν ήταν σύμβαση μαθητείας, αλλά εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διότι η απασχόλησή τους ήταν όμοια με των άλλων υπαλλήλων, καθόσον, σε εκτέλεση των ως άνω συμβάσεων, ουδέποτε εργάσθηκαν ως μαθητευόμενοι, αλλά απασχολήθηκαν, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, καθένας με την ειδικότητα που αναφέρεται στην αγωγή, παρέχοντας την ίδια εργασία με τους μόνιμους υπαλλήλους του εναγομένου νοσοκομείου, πέντε ημέρες την εβδομάδα, με οκτάωρο πρωινό ή απογευματινό ωράριο, υπό τις οδηγίες και την επίβλεψη των προϊσταμένων τους.
Ότι, μετά τη λήξη της πρώτης σύμβασης συνήψαν και δεύτερη σύμβαση, διάρκειας δεκαοχτώ μηνών, λήξης τον Οκτώβριο του 2010 (για τους πρώτη, τρίτο, Πέμπτη και έκτη εξ αυτών) και το Νοέμβριο του 2010 (για τον τέταρτο εξ αυτών), πλην του δευτέρου ενάγοντος, του οποίου η καταρτισθείσα τον Ιανουάριο 2008 σύμβαση, παρατάθηκε έως 31-12-2009, όπως ειδικότερα εκτίθεται στην αγωγή, παρέχοντας την εργασία τους με τους ίδιους όρους.
Ότι ως εκ τούτου, έπρεπε να αμείβονται με το ίδιο μισθολόγιο, με τους μόνιμους υπαλλήλους και τους οφείλονται διαφορές αποδοχών από τη πρόσληψή τους έως την καταγγελία της σύμβασής τους (2007-2010). Ζητούσαν δε, κατόπιν παραίτησής τους από τα αιτήματα μετατροπής της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας σε αορίστου χρόνου, της αναγνώρισης ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής τους σύμβασης και της επαναφοράς στην εργασία τους και του, παραδεκτού περιορισμού των καταψηφιστικών αιτημάτων τους σε έντοκα αναγνωριστικά, πλην εκείνου των αξιώσεων από διαφορές αποδοχών για το έτος 2009, που παρέμεινε καταψηφιστικό α)να υποχρεωθούν τα εναγόμενα να τους καταβάλουν εις ολόκληρον, έκαστο, τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, ως προς το έτος 2009 και να αναγνωριστεί, ότι αυτά οφείλουν να τους καταβάλουν για τα υπόλοιπα έτη, τα αναλυτικά αναφερόμενα ποσά, ως διαφορά μεταξύ των ποσών που έλαβαν και αυτών που θα έπρεπε να λάβουν κυρίως βάσει της εργατικής νομοθεσίας, ως απασχολούμενοι "εν τοις πράγμασι" με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, άλλως, κατά τις αρχές της ίσης μεταχείρισης, άλλως και εάν κριθεί ότι υπήρχε απλή σχέση εργασίας, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον ωφελήθηκε ο εργοδότης τους, αποφεύγοντας να καταβάλει τα αιτούμενα χρηματικά ποσά σε άλλους υπαλλήλους, που θα προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας αντί των εναγόντων, β)να αναγνωρισθεί ότι τα εναγόμενα, έκαστο εις ολόκληρον, οφείλουν να τους καταβάλουν τα χρηματικά ποσά που αναφέρονται στην αγωγή, ως αποζημίωση, την οποία θα δικαιούτο ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του, γ)να αναγνωριστεί ότι τα εναγόμενα , έκαστο εις ολόκληρον, οφείλουν να καταβάλουν σε κάθε ενάγοντα, κατόπιν περιορισμού του αρχικού ποσού των 10.000 ευρώ, το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν, από την προσβολή της προσωπικότητάς του, όπως ειδικότερα εκτίθεται στην αγωγή, όλα δε τα ποσά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 3560/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή απορρίφθηκε στο σύνολό της ως μη νόμιμη. Επί της ασκηθείσας από τους ενάγοντες από 20-9-2016 έφεσης, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, κρίθηκε νόμιμη η αγωγή ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, απορρίφθηκε ως προς το δεύτερο εναγόμενο ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή ως προς το πρώτο εναγόμενο νοσοκομείο Μ…… όσον αφορά τις αγωγικές αξιώσεις για τα έτη 2009 και 2010, και αποζημίωσης απόλυσης και επιδικάστηκαν αναγνωριστικά και καταψηφιστικά τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Ειδικότερα το Εφετείο μετά από την εκτίμηση όλων των νομίμως με επίκληση προσκομιζομένων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων δέχτηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής "Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, (ήδη αναιρεσίβλητοι) βάσει συμφωνητικών συνεργασίας, τα οποία συνήφθησαν εντός του θέρους του έτους 2007 - πλην του δευτέρου ενάγοντος, που συνήφθη τον Ιανουάριο του 2008 -, μεταξύ, αφενός, του Ο.Α.Ε.Δ., αφετέρου, του Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Μ. - Β." (ήδη αναιρεσείον) των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητων - και, εκ τρίτου, ενός εκάστου των εναγόντων, οι τελευταίοι προσελήφθησαν στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, σε εκτέλεση σχετικού εργασιακού προγράμματος (stage), στο εν λόγω νοσοκομείο, αντί αμοιβής υπολογιζόμενης σε 30 ευρώ ημερησίως, για πτυχιούχους ΑΕΙ και ΤΕΙ και σε 25 ευρώ ημερησίως, για αποφοίτους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, για χρονικό διάστημα δεκαοχτώ μηνών - και δώδεκα μηνών ο δεύτερος ενάγων -, με τη λήξη δε της διάρκειας των ως άνω συμβάσεών τους, συνήψαν-πλην του δευτέρου ενάγοντος-και δεύτερη, επίσης, δεκαοχτάμηνη σύμβαση, με τον ίδιον σκοπό, ήτοι την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας.
Ειδικότερα, οι ενάγοντες, δυνάμει των ως ανωτέρω συμβάσεων, προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Γ.Ν. Μ……, από 6/8/2007 έως 5/2/2009 και από 13/4/2009 μέχρι 12/10/2010 η πρώτη, από 30/1/2008 μέχρι 31/12/2009 ο δεύτερος κατόπιν παράτασης της σύμβασής του κατά έντεκα μήνες-, από 2/7/2007 έως 15/1/2009 και από 23/4/2009 μέχρι 22/10/2010 ο τρίτος, από 2/7/2007 μέχρι 1/1/2009 και από 23/4/2009 μέχρι 29/11/2010 ο τέταρτος, από 2/7/2007 έως 1/1/2009 και από 23/4/2009 έως 22/10/2010 η πέμπτη και από 6/8/2007 μέχρι 5/2/2009 και 23/4/2009 έως 22/10/2010 η έκτη των εναγόντων, απασχολούμενοι ως εξής:
η πρώτη ενάγουσα-πτυχιούχος του τμήματος υπαλλήλων διοίκησης του ΤΕΛ Μ……-, ως τραπεζοκόμος, ο δεύτερος ενάγων-πτυχιούχος του τμήματος φυσικοθεραπείας του ΤΕΙ Αθηνών, με άδεια ασκήσεως επαγγέλματος και ήδη ασκηθείς επί εξάμηνο στο Γενικό Νοσοκομείο Μ…..-, ως φυσικοθεραπευτής, ο τρίτος ενάγων-πτυχιούχος του τμήματος ιατρικών εργαστηρίων του ΤΕΙ Αθηνών, ήδη ασκηθείς επί εξάμηνο στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο και για δεύτερο εξάμηνο στις αιμοληψίες στο Λ.Γ.Ν.
Αθηνών- στο εργαστήριο αιμοδοσίας του τομέα ανοσολογικού ελέγχου του Γ.Ν. Μ….., ο τέταρτος ενάγων- πτυχιούχος του τμήματος Βιολογίας του ΑΕΙ Θεσσαλονίκης, με μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών από το τμήμα Χημείας του ΑΕΙ Ιωαννίνων, ασκηθείς επί τρίμηνο στη μονάδα πρόληψης μεσογειακής αναιμίας του Γ.Ν. Μ…… και για δεύτερο τρίμηνο στο 401 Γ.Σ.Ν.
Αθηνών, ως βοηθός μικροβιολόγου-, στο τμήμα ορμονών και ανοσοπροσδιορισμών, κατά τη διάρκεια της πρώτης σύμβασής του και στο βιοχημικό τμήμα του Γ.Ν.Μ., κατά τη διάρκεια της δεύτερης σύμβασης, η πέμπτη ενάγουσα,- πτυχιούχος ΤΕΛ του τμήματος βοηθών ιατρικών και βιολογικών εργαστηρίων, με δωδεκάμηνη προϋπηρεσία στο Γ.Ν.Μ-, στο παθολογοανατομικό και μικροβιολογικό εργαστήριο του ίδιου νοσοκομείου, κατά τη διάρκεια της πρώτης και δεύτερης σύμβασής της, αντίστοιχα και η έκτη ενάγουσα, απόφοιτη γενικού λυκείου, στο γραφείο νοσηλειών του εναγομένου νοσοκομείου.
Βάσει των ανωτέρω, συνάγεται πως οι ενάγοντες δεν προσελήφθησαν ως ασκούμενοι, ούτε με σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, καθότι οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος αυτών είχαν ήδη ασκηθεί στο αντικείμενό τους, η πέμπτη ενάγουσα είχε δωδεκάμηνη προϋπηρεσία, η πρώτη ενάγουσα τοποθετήθηκε σε θέση εργασίας άσχετη με το γνωστικό αντικείμενό της, ενώ, ως προς την έκτη των εναγόντων, δεν συνέτρεχε, καν, λόγος άσκησης.
Άλλωστε, προέκυψε ότι οι ενάγοντες εργάστηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Μ……., ακριβώς, όπως οι μόνιμοι υπάλληλοι συνάδελφοί τους, ψευδεπίγραφα, δε, οι συμβάσεις τους ονομάστηκαν συμβάσεις μαθητείας - απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage), με συνέπεια την καταστρατήγηση των εργασιακών δικαιωμάτων τους. Οι εν λόγω συμβάσεις, όμως, εάν και είχαν όλα τα χαρακτηριστικά των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ήταν άκυρες, σύμφωνα με τις σχετικές νομικές σκέψεις που διαλαμβάνονται στη μείζονα πρόταση της παρούσας απόφασης και άρα, πρέπει η αγωγή, ως προς την κύρια βάση της, να απορριφθεί, ως μη νόμιμη, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα σε αυτήν, οι επίδικες συμβάσεις είχαν συναφθεί κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 21 Ν. 2190/1994 και των άρθρων 3, 5, 6 και 7 του Π.Δ. 164/2004.
Σημειωτέον, δε, ότι οι υπ' όψιν συμβάσεις δεν εμπίπτουν στην εξαίρεση του άρθρου 2 παρ. 2 του παραπάνω προεδρικού διατάγματος, το οποίο, κατ' αυτήν, δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης, υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ, διότι προσχηματικά και όχι πραγματικά είχαν καταρτιστεί για την εκπλήρωση των ως άνω σκοπών [....].
Νόμιμη, ωστόσο, τυγχάνει η αγωγή ως προς την επικουρική περί αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της, με έρεισμα τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 648 επ. και 904 επ. ΑΚ, επειδή, δε, αν και άκυρες, οι επίδικες συμβάσεις λειτούργησαν, εν τοις πράγμασι, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, οι δε ενάγοντες παρείχαν εργασία αντίστοιχη με αυτήν των τακτικών υπαλλήλων, κατά τα προεκτεθέντα, δικαιούμενοι, εντεύθεν, να λάβουν, κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού, τις διαφορές μεταξύ των ποσών που τους καταβλήθηκαν και αυτών που θα καταβάλλονταν σε εργαζόμενους με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, πρέπει η αγωγή, ως προς το σχετικό αίτημά της, να γίνει δεκτή, ως και ουσία βάσιμη, μόνον, όμως, αναφορικά με τα έτη 2009 και 2010, αφού οι μισθολογικές αξιώσεις που αφορούν στα προηγούμενα έτη έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή - ερευνώμενη και αυτεπαγγέλτως - του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 496/1974 "Περί Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ.", που αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, κατ' άρθρο 49 του άνω Ν.Δ/τος - ως αόριστη, απορρίπτεται η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, που προτείνει το πρώτο εναγόμενο, αφού δεν γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένα περιστατικά, στα οποία να ερείδεται η καταχρηστικότητα, συνιστά, δε, στην πραγματικότητα, άρνηση της αγωγής".
Ακολούθως το Εφετείο υπολόγισε τις διαφορές των αποδοχών των εναγόντων, σύμφωνα με τις οριζόμενες στις οικείες νομοθετικές διατάξεις (7 παρ. 1, 12 παρ. 1 Ν. 3205/2003, 1 παρ. 1 Ν. 3554/2007, 6 παρ. 1 Ν. 3670/2008,17 Ν. 3758/2009,1 παρ. 5 Ν. 3833/2010) αποδοχές, που καταβάλλονταν στους απασχολούμενους σε θέσεις εργασίας αντίστοιχες με αυτές των εναγόντων, των οποίων τα ποσά, όπως δέχτηκε το Εφετείο, το εναγόμενο Γ.Ν.
Μ……. δεν αμφισβήτησε. Εν συνεχεία δέχτηκε ότι το αίτημα των εναγόντων να τους επιδικαστεί αποζημίωση που θα δικαιούτο ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του, είναι νόμιμο, με έρεισμα τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 2 του Π.Δ. 164/2004 και 55 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 410/1988, εκ των οποίων προκύπτει ότι ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα, για τον χρόνο που εκτελέστηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει, ως αποζημίωση, το ποσό που δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου, εφόσον καταγγελθεί η σύμβασή του, το οποίο, για συνεχή υπηρεσία από ένα έως τρία έτη, ανέρχεται στο ύψος των ενός μηνός αποδοχών του απολυόμενου, υπολογιζόμενο με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, εάν δε οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης, λαμβάνεται η συνολική διάρκεια εργασίας, δυνάμει των ακύρων συμβάσεων.
Συνακόλουθα, οι ενάγοντες, δεδομένου ότι εργάστηκαν στο Γ.Ν.Μ. βάσει δύο ακύρων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας συνολικής διάρκειας τριών ετών, πλην του δευτέρου ενάγοντος, ο οποίος εργάστηκε βάσει μιας μόνον σύμβασης διάρκειας ενός έτους, που παρατάθηκε κατά έντεκα μήνες, δικαιούνται ως αποζημίωση τις τακτικές αποδοχές ενός μηνός και δη, του τελευταίου μήνα που απασχολήθηκαν στο άνω εναγόμενο" και σύμφωνα με τα παραπάνω υπολόγισε την αποζημίωση καθενός των εναγόντων.
Ακολούθως, δέχτηκε την έφεση ως κατ' ουσίαν βάσιμη, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχτηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την περί του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της, και ως προς το εναγόμενο νοσοκομείο, ως κατ'ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε αυτό να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των (11.948,03 + 1.420 =) 13.368,03 ευρώ, στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των (13.184,70 + 1.503 =) 14.687,70 ευρώ, στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των (10.283,86 + 1.503) 11.786,86 ευρώ, στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των (11.294,61 + 1.606 =) 12.900,61 ευρώ, στην πέμπτη ενάγουσα το ποσό των (9.959,09 + 1.438 =) 11.397,09 ευρώ και στην έκτη ενάγουσα το ποσό των (12.637,12 + 1.438) 14.075,12-ευρώ, με τον νόμιμο τόκο, όλα τα παραπάνω ποσά, από την επίδοση της αγωγής και αναγνώρισε ότι οφείλει, στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 10.318,76 ευρώ, στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 10.118,92 ευρώ, στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 12.636,12 ευρώ, στην πέμπτη ενάγουσα το ποσό των 10.462,70 ευρώ και στην έκτη ενάγουσα το ποσό των 9.312,30 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, όλα τα ποσά, από την επίδοση της αγωγής, αναφορικά, δε, με το δεύτερο εναγόμενο Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ), απέρριψε (και) ως προς την περί αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της την αγωγή, ως ουσία αβάσιμη.
Με τους πρώτο και δεύτερο κατά τα υπό στοιχεία Α,Β,Γ σκέλη του, λόγους αναίρεσης εκ των αρ.1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και με ανεπαρκείς αιτιολογίες την ουσιαστικού δικαίου διάταξη της παρ.2 του άρθρου 2 του π.δ.164/2004, κρίνοντας ότι οι ένδικες συμβάσεις εργασίας, των αναιρεσίβλητων, που είχαν συναφθεί στα πλαίσια ειδικού προγράμματος υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ, δεν ήταν συμβάσεις μαθητείας και δεν υπάγονταν στις εξαιρέσεις της ως άνω διάταξης, και ακόμη με το υπό στοιχεία Δ σκέλος του δεύτερου λόγου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια ως άνω εκ του αρ. 19 πλημμέλεια, ότι το Εφετείο εκ πλαγίου παραβίασε με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, κρίνοντας ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδέονταν με το αναιρεσείον με άκυρη σύμβαση εργασίας και δικαιούντο ως εκ τούτου τις αγωγικές αξιώσεις που τους επιδικάστηκαν, παρότι το αναιρεσείον δεν ωφελήθηκε αφού δεν προσέλαβε με έγκυρες συμβάσεις εργασίας άλλους, αφού διέθετε μόνιμο προσωπικό.
Οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Και τούτο, διότι το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και εννοιολογικά κενά αιτιολογίες, στην προσβαλλόμενη απόφαση που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού προέβη, βάσει των αναλυτικώς εκτιθέμενων περιστατικών, στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων των εναγόντων με το εναγόμενο ως άκυρων σχέσεων εξαρτημένης εργασίας, δεχόμενο σύμφωνα με τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του, α) ότι οι ενάγοντες δεν προσλήφθηκαν ως ασκούμενοι ή για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, διότι εμπειρία διέθεταν καθότι ήδη είχαν εργαστεί με τις ίδιες ειδικότητες σε προγενέστερα χρονικά διαστήματα, β)ότι με τις ένδικες συμβάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές ονομάστηκαν στα ιδιωτικά συμφωνητικά ως μαθητείας- απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage), στην πραγματικότητα επιδιώχθηκε παροχή εργασίας στις υπηρεσίες του εναγόμενου, νοσοκομείου, την οποία παρείχαν, οι ενάγοντες, όπως ακριβώς και οι μόνιμοι συνάδελφοί τους και γ) οι εν λόγω συμβάσεις λειτούργησαν, ως άκυρες συμβάσεις εργασίας αφού έφεραν όλα τα χαρακτηριστικά τους, οι δε ενάγοντες, λόγω των άκυρων συμβάσεων εργασίας δικαιούντο να λάβουν μισθολογικές διαφορές κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, βάσει αποδοχών που θα κατέβαλε το αναιρεσείον σε άλλους υπαλλήλους που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας.
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 παρ,2 π.δ 164/2004, κατά την οποία οι διατάξεις του δεν εφαρμόζονται σε συμβάσεις μαθητείας, την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, ούτε παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ και δεν υπέπεσε στις ανωτέρω αποδιδόμενες αναιρετικές πλημμέλειες και τα αντιθέτως ισχυριζόμενα από το αναιρεσείον με τους εξεταζόμενους αναιρετικούς λόγους είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Κατά τα λοιπά με τους ίδιους λόγους με την αιτίαση των ανωτέρω πλημμελειών πλήττεται η ουσιαστικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το υπό στοιχείο Ε σκέλος του το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε ως αόριστη την προβαλλόμενη από αυτό με τις προτάσεις της πρωτοβάθμιας δίκης ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, όσον αφορά τις αγωγικές αξιώσεις.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ο σχετικός ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αόριστος χωρίς το Δικαστήριο να τον ερευνήσει κατ' ουσίαν και να συντάξει προς τούτο ελλάσσονα πρόταση, με τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος.
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ.10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα δέχθηκε ως αληθινές τις αναφερόμενες στην αγωγή αποδοχές των μόνιμων υπαλλήλων του και υπολόγισε τις επιδικασθείσες μισθολογικές διαφορές των εναγόντων, τις οποίες, όπως δέχθηκε, το αναιρεσείον δεν τις αμφισβήτησε ενώ αυτό είχε αμφισβητήσει ρητά με τις προτάσεις του πρωτοδίκως ότι δεν οφείλονται.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση. για τον υπολογισμό των επίδικων μισθολογικών διαφορών έλαβε υπόψη του τις οικείες διατάξεις των νόμων που προβλέπουν τις αποδοχές των μονίμων υπαλλήλων του αναιρεσείοντος και συνεκτίμησε και όλες τις προσκομιθείσες νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους αποδείξεις και συνεπώς δεν δέχθηκε χωρίς απόδειξη τις αναφερόμενες στην αγωγή αποδοχές, τις οποίες άλλωστε το αναιρεσείον, από τα ανωτέρω στο αναιρετήριο εκτιθέμενα, απλώς αρνήθηκε και δεν αμφισβήτησε το ύψος τους.
Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκαν με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-10-2018 με αριθμ. καταθ. …./…./24-10-2018 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 3777/24-7-2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ