Legislator Case Law & Legislation
67/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of right and failure to consider evidence in debt dispute.

Case Number 67/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two creditors against the Third Instance Court of Athens regarding a debt dispute. The appellants argued that the lower court failed to consider specific evidence and incorrectly applied the abuse of right doctrine. The court ruled that the lower court properly evaluated the evidence, including a bank demand note and the appellants' own admissions, and found no abuse of right.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the lower court correctly applied substantive law and considered all relevant evidence, rejecting arguments based on alleged omissions or misinterpretations of facts.

Keywords

AI generated
abuse of right doctrine appeal admissibility lower court review evidence consideration civil procedure code judicial error debt dispute

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 570 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 67 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 67/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Θ. του Β., κατοίκου ... και 2) Ά. Θ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Παναγιωτόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Γ. του Ι., κατοίκου .... Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Κωνσταντά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-01-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 766/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 2108/2018 Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-02-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της 2108/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχτηκε κατ` ουσία την από 13.10.2016 έφεση των αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την 766/2016 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δέχτηκε εν μέρει την από 23.1.2001 αγωγή του αναιρεσίβλητου, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Για το ορισμένο του ανωτέρω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα και σε περίπτωση κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1258/2020).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 178 ΑΚ δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη, κατά δε το άρθρο 179 του ίδιου Κώδικα άκυρη, ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, είναι και η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, κουφότητα ή απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτον, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που κατά τις περιστάσεις βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να θεωρηθεί μια δικαιοπραξία, ενοχική ή εμπράγματη, ως αισχροκερδής (ή καταπλεονεκτική) και, ως τέτοια, άκυρη πρέπει να συντρέχουν, αθροιστικώς, οι εξής προϋποθέσεις: 1) η ύπαρξη φανερής, υπό την έννοια της προφανούς, του αρχικού κειμένου (προ της μεταγλωττίσεως) του άρθρου 179, δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, που αναφέρεται στην αντικειμενικώς εκτιμώμενη οικονομική τους αξία κατά τον χρόνο της κατάρτισης της δικαιοπραξίας, 2) η συνδρομή ανάγκης, κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου και 3) η εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο μίας ή περισσοτέρων από τις ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου, που ήταν γνωστές σ` αυτόν, η οποία συντρέχει όταν επωφελείται κάποιος της κατάστασης αυτής και με τον κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή.

Ως ανάγκη νοείται, εκτός άλλων και η οικονομική, η οποία έχει χαρακτήρα επιτακτικό και ανεπίδεκτο αναβολής, ανεξαρτήτως αν είναι φύσεως παροδικής ή μόνιμης. Φανερή (προφανής) δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως θεμιτό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου με ζημία του άλλου.

Η δυσαναλογία δε των παροχών κρίνεται με βάση τον χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας. Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατά το άρθρο 179 ΑΚ, γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλομένου και η εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο μιας από τις γνωστές σ` αυτόν ως, άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου (ΑΠ 904/2019, ΑΠ 1467/2018, ΑΠ 1470/2014).

Περαιτέρω, η αισχροκερδής δικαιοπραξία, όπως και κάθε αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη, είναι απολύτως άκυρη. Κατά την έννοια του νόμου δεν αποκλείεται και μερική ακυρότητα της δικαιοπραξίας, που μπορεί να συμβεί εάν δύναται να προσδιοριστεί ακριβώς η μεταξύ της παροχής και των συνομολογηθέντων και ληφθέντων περιουσιακών ωφελημάτων αναλογία, οπότε η δικαιοπραξία είναι αισχροκερδής μόνο κατά το υπερβάλλον.

Κατά πόσο σ' αυτήν την περίπτωση η μερική ακυρότητα θα συνεπιφέρει την ακυρότητα της όλης δικαιοπραξίας κρίνεται κατά το άρθρο 181 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο η ακυρότητα μέρους συνεπιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της δικαιοπραξίας, αν συνάγεται ότι δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ολική είναι η ακυρότητα όταν καταλαμβάνει ολόκληρη τη δικαιοπραξία, ενώ μερική είναι η ακυρότητα, εάν αφορά μέρος μόνο της δικαιοπραξίας.

Μερική ακυρότητα υπάρχει όταν, κατά την έννοια του νόμου, η ενέργεια της ακυρότητας (και όχι η αιτία- λόγος ακυρότητας, που μπορεί να αφορά όρο- μέρος δικαιοπραξίας, αλλά να προκαλεί, κατά τον νόμο, ολική ακυρότητα) πλήττει μέρος μόνο της δικαιοπραξίας. Η μερική ακυρότητα δικαιοπραξίας μπορεί να αναφέρεται σε οποιονδήποτε λόγο ακυρότητας, ο δε γενικός ερμηνευτικός κανόνας του άρθρου 181 ΑΚ έχει εφαρμογή όταν η δικαιοπραξία μπορεί να διαιρεθεί σε δύο ή περισσότερα διακριτά μεταξύ τους μέρη ή όταν πρόκειται για ενιαία εξωτερικά δικαιοπραξία αποτελούμενη από περισσότερες αυτοτελείς δικαιοπραξίες, που συνάπτουν οι ίδιοι συμβαλλόμενοι και συναποτελούν, λόγω του περιεχομένου και του σκοπού τους, ενιαία οικονομική ενότητα και, κατά τη θέληση όλων των συμβαλλομένων μερών, οι περισσότερες αυτοτελείς δικαιοπραξίες τελούν σε συνεξάρτηση και έχουν συνομολογηθεί ως ουσιώδεις, με την έννοια ότι η σύναψη της μίας έχει εξαρτηθεί από τη σύναψη της άλλης, ώστε και η ακυρότητα μίας από αυτές να καθιστά μη θελημένη την ενιαία δικαιοπραξία.

Για να επεκταθεί η ακυρότητα του μέρους σε ολόκληρη τη δικαιοπραξία, πρέπει ένας από τους συμβαλλόμενους να ισχυριστεί και να αποδείξει ότι η υποθετική θέληση όλων των μερών κατά τον χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας θα ήταν να μην ισχύσει η (όλη) δικαιοπραξία, αν αυτά γνώριζαν την ακυρότητα του μέρους, δηλαδή του συγκεκριμένου όρου ή της αυτοτελούς συμφωνίας κλπ..

Η δε αναζήτηση και εξακρίβωση της σχετικής υποθετικής βούλησης των συμβαλλομένων γίνεται με χρήση υποκειμενικών κριτηρίων (αξιολογήσεις των συμβαλλομένων κατά τη σύναψη της δικαιοπραξίας, οικονομικά συμφέροντα αυτών κλπ.), αλλά και με χρήση αντικειμενικών κριτηρίων (φύση της δικαιοπραξίας, σκοπός αυτής κλπ.) βάσει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. (ΑΠ 982/2019, ΑΠ 1448/2014, ΑΠ 1350/2014).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης τελεσίδικης απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Ο πρώτος εναγόμενος, Ά. Θ., (ήδη δεύτερος αναιρεσείων) διατηρούσε από το έτος 1974 ατομική επιχείρηση με ξυλουργικές εργασίες- ειδικές κατασκευές- διακοσμήσεις καταστημάτων και οικείων.

Το έτος 1987 αποφάσισε να δημιουργήσει ένα κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος ήτοι εστιατόριο, restaurant Music Bar, το οποίο θα εκμεταλλευόταν ο ίδιος ατομικά ή σε συνεργασία με άλλους, στο εγχείρημά του δε αυτό αρχικά συμμετείχαν οι Κ. Χ., Γ. Ν. και Χ. Φ.. Έτσι, μίσθωσε από τους Κ. και Κ. Β. ένα ακίνητο στο ........ Επρόκειτο για μια πολύ παλαιά "ετοιμόρροπη" μονοκατοικία που απαιτούσε πολύ μεγάλες δαπάνες για την επισκευή και διαμόρφωσή της σε ένα κατάστημα υψηλών προδιαγραφών, το οποίο ανακαίνισε ο πρώτος εναγόμενος, πλην όμως η προσπάθειά του αυτή δεν είχε αίσια κατάληξη, διότι ενεπλάκη σε σφοδρούς και μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες με τους εκμισθωτές του εν λόγω ακινήτου, που διήρκησαν δεκαπέντε περίπου έτη, με συνέπεια να μη λειτουργήσει ποτέ η επιχείρηση.

Από την έναρξη, λοιπόν, του εγχειρήματος αυτού απαιτούνταν πολύ μεγάλα χρηματικά ποσά για τη δημιουργία του καταστήματος και ο πρώτος εναγόμενος δεν κατέφυγε στον τραπεζικό δανεισμό, αλλά οι ανωτέρω δύο γνωστοί του,... του σύστησαν τον ενάγοντα, (αναιρεσίβλητο) Π. Γ., ο οποίος διέθετε κεφάλαια και δάνειζε ποσά με τόκο σε πολλούς κατοίκους της περιοχής του ..., όπως είχε δανείσει και στους ίδιους....

Ο ενάγων ήταν εργολάβος οικοδομών και μέχρι το έτος 1980 δραστηριοποιείτο μαζί με τον αδελφό του στην ανοικοδόμηση πολυκατοικιών με το σύστημα της αντιπαροχής και πώληση των διαμερισμάτων, έχοντας αποκομίσει σημαντικά κέρδη από τη δραστηριότητά του αυτή, ενώ στη συνέχεια απασχολείτο σε διάφορες οικοδομικές εργασίες, όπως διενήργησε ορισμένες εργασίες και στο υπό ανακαίνιση κατάστημα του πρώτου εναγόμενου.

Μετά ταύτα από το έτος 1987 έως τις αρχές του έτους 1990 μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου εναγόμενου καταρτίστηκαν πολλές διαδοχικές συμβάσεις έντοκων δανείων, με τις οποίες ο πρώτος δάνεισε στον δεύτερο τμηματικά διάφορα χρηματικά ποσά με τόκο, ο οποίος (τόκος) είχε συμφωνηθεί να καταβάλλεται μηνιαίως.

Μεταξύ των διαδοχικών συμβάσεων έντοκων δανείων που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων αυτών ήταν και οι εξής: α) στις αρχές του έτους 1987 σύμβαση έντοκου δανείου ποσού 2.620.000 δρχ. το οποίο έλαβε ο πρώτος εναγόμενος με την υποχρέωση να το αποδώσει τμηματικά μέχρι τον Ιούλιο του έτους 1988, [βλ. το από 3.11.1987 έγγραφο του ενάγοντος], β) το ίδιο έτος 1987 σύμβαση έντοκου δανείου ποσού 1.500.000 δρχ.

το οποίο έλαβε ο πρώτος εναγόμενος χωρίς να προκύπτει ο συμφωνηθείς χρόνος απόδοσής του και γ) η από 11.12.1989 σύμβαση έντοκου δανείου ποσού 4.000.000 δρχ., το οποίο έλαβε ο πρώτος εναγόμενος με την υποχρέωση να το αποδώσει τμηματικά από 12.5.1990 έως και την 12.12.1990 [βλ. το από 11.12.1989 ιδιωτικό συμφωνητικό χορήγησης δανείου].

Επίσης, αποδείχθηκε ότι στις αρχές Μαΐου 1990 ο ενάγων κατάρτισε με τη δεύτερη εναγόμενη, (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) σύζυγο του πρώτου εναγόμενου, σύμβαση έντοκου δανείου, ποσού 4.000.000 δρχ., το οποίο αυτή έλαβε με την συμφωνία να το αποδώσει τμηματικά από 21.12.1990 έως 21.7.1991, του τόκου καταβαλλομένου μηνιαίως όπως και στα ανωτέρω δάνεια.

Προς εξασφάλιση του τελευταίου αυτού δανείου ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 19.5.1990 αίτησή του (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) κατά της δεύτερης εναγόμενης, στην οποία εξέθετε ότι αυτή (δεύτερη εναγόμενη) του οφείλει το συνολικό ποσό των 4.000.000 δρχ. και ζητούσε, προς ασφάλεια της άνω απαίτησής του, να του χορηγηθεί η άδεια να εγγράψει προσημείωση υποθήκης επί ακινήτου (οικοπέδου με οικία) που βρίσκεται στη συνοικία "..." στα ..., ιδιοκτησίας της τελευταίας.

Επί της αιτήσεως αυτής, που συζητήθηκε τη δικάσιμο της 21.5.1990 κατά την οποία παραστάθηκαν ο μεν ενάγων με πληρεξούσιο δικηγόρο η δε δεύτερη εναγόμενη αυτοπρόσωπα, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 7596/1990 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία, μετά την ομολογία της δεύτερης εναγόμενης και τα προσκομισθέντα έγγραφα σχετικά με την ύπαρξη πράγματι της άνω απαίτησης του ενάγοντος κατ' αυτής, έκανε δεκτή την αίτηση και διέταξε την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί του άνω ακινήτου μέχρι του ποσού των 5.000.000 δρχ. ......

Επιπρόσθετα ο ενάγων, προς κάλυψη όλων των δανείων που χορηγούσε στον πρώτο εναγόμενο, μεταξύ των οποίων και τα προμνημονευόμενα τρία δάνεια, αλλά και για το δάνειο που χορήγησε στη δεύτερη εναγόμενη, εξέδιδε συναλλαγματικές, τις οποίες υπέγραφε στη θέση του αποδέκτη ο πρώτος εναγόμενος, ενώ στο ως άνω τέταρτο δάνειο τις συναλλαγματικές είχε υπογράψει στη θέση του αποδέκτη η δεύτερη εναγόμενη, εκείνη δε είχε υπογράψει ως τριτεγγυήτρια υπέρ του αποδέκτη συζύγου της και στις συναλλαγματικές που είχαν εκδοθεί για το υπό στοιχείο "γ" δάνειο.

Ενόψει των μεγάλων χρηματικών ποσών που απαιτούνταν για την ανακαίνιση και τη δημιουργία της επιχείρησης του πρώτου εναγόμενου αλλά και της αδυναμίας να λειτουργήσει η επιχείρηση αυτή λόγω της έναρξης και εμπλοκής σε δικαστικούς αγώνες με τους εκμισθωτές του ακινήτου που ανακαινιζόταν, οι εναγόμενοι είχαν πλήρη αδυναμία όχι μόνο να εξυπηρετήσουν τα δάνεια που είχαν συνάψει με τον ενάγοντα (η δεύτερη εναγόμενη μόνο το ένα δάνειο ποσού 4.000.000 δρχ.) αλλά και να καταβάλουν μηνιαία τους τόκους, τους οποίους είχαν συμφωνήσει, όπως εκτέθηκε, ότι θα τους κατέβαλαν κάθε μήνα πέραν των άνω κεφαλαίων τα οποία είχαν λάβει, αλλά (είχαν αδυναμία) και για την προσωπική και οικογενειακή τους συντήρηση.

Έτσι, το χρέος καθενός εκ των εναγόμενων ανανεωνόταν και ο ενάγων τους χορηγούσε κατά διαστήματα πίστωση χρόνου για την εξόφληση των δανείων (της δεύτερης εναγόμενης του ενός των 4.000.000 δρχ.), ωστόσο ο ενάγων με την ανανέωση και τη χορήγηση προθεσμίας κεφαλαιοποιούσε τους ήδη ληξιπρόθεσμους τόκους, τους οποίους ως κεφάλαιο πλέον τους ανατόκιζε.

Λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης των εναγόμενων και της μη εξυπηρέτησης των δανείων, κατά τα ανωτέρω, ο εναγών κάλεσε αυτούς να υπογράψουν ένα ιδιωτικό συμφωνητικό, σχετικά με το ύψος της οφειλής (δάνειων και κεφαλαιοποιημένων τόκων) και το χρονοδιάγραμμα εξόφλησής της. Στη σχετική συνάντηση με τον ενάγοντα μετέβη μόνο ο πρώτος εναγόμενος και καταρτίστηκε μεταξύ τους το από 3.9.1995 ιδιωτικό συμφωνητικό το οποίο κατά περιεχόμενο έχει ως εξής: "Συμφωνητικό 3-9-1995.

Οι κάτωθι υπογεγραμμένοι Γ. Π. και Θ. Ά. μετά της συζύγου Θ. Ε. συμφώνησαν τα κάτωθι. Μου οφείλουν το ποσό των 23.700 εκατομμυρίων ανανεώσεις με λήξεις έτους 1990 200.000 χιλιάδες λήξη 1996, έτους 1990 100.000 χιλιάδες λήξη 1996, 14.000.000 εκατομμύρια λήξη 30.12.1996, 30-12-91 2.100.000 εκατομμύρια λήξη 30-12-1997, 2-1-92 1.400.00 εκατομμύρια λήξη 2-1-1998, 30-12-91 690.000 χιλιάδες λήξη 30-12-1998, 30-12-91 130.000 χιλιάδες λήξη 30-12-1997, 12-5-90 4.000.000 εκατομμύρια λήξη 12-5-1998 και τελειώνουν 12-12-1998, 30-12-1992 700.000 λήξη 30-12-1998.

Οι υπογράφοντες Γ. Π. (υπογραφή), Θ. Ά. (υπογραφή), Θ. Ε. (μονογραφή)".... Ως προς την υπογραφή στο εν λόγω από 3.9.1995 συμφωνητικό της δεύτερης εναγόμενης, η τελευταία, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προέβαλε την ένσταση πλαστότητας ισχυριζόμενη ότι η υπογραφή της σ' αυτό έχει πλαστογραφηθεί. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση αυτή, με την αιτιολογία ότι δεν προσκόμισε ούτε επικαλέστηκε τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και τα άλλα αποδεικτικά της μέσα, ενώ στη συνέχεια, αφού έκρινε ότι στον ισχυρισμό της αυτό εμπεριέχεται η άρνηση της γνησιότητας της υπογραφής της κατέληξε στην κρίση ότι το ως άνω συμφωνητικό δεν φέρει γνήσια υπογραφή της δεύτερης εναγόμενης και δεν προέρχεται από αυτήν, μετά ταύτα δε δεν το έλαβε υπόψη ως προς αυτήν, όπως δεν λαμβάνεται υπόψη και στον παρόν Δικαστήριο, δεδομένου ότι δεν πλήττεται η κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Περαιτέρω, όπως ήδη έχει εκτεθεί, ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του διατείνεται ότι με άτυπες διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίστηκαν στην … κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1990 έως 1.1.1991, μεταξύ αυτού και των εναγόμενων ήδη εκκαλούντων, τους χορήγησε τμηματικά άτοκα δάνεια, συνολικού ποσού 23.320.000 δρχ., αποδοτέου ολόκληρου του ποσού την 30.12.1992, το οποίο οι εναγόμενοι ανέλαβαν να εξοφλήσουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας.

Οι εναγόμενοι αμυνόμενοι κατά της αγωγής ισχυρίζονται ότι κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1987 έως το Μάιο του 1990 μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου εναγόμενου καταρτίστηκαν μόνο τέσσερις συμβάσεις δανείου για μικρότερα όμως ποσά του αναφερόμενου στην αγωγή συνολικού ποσού των 23.320.000 δρχ. και ειδικότερα α) η από 3.5.1987 σύμβαση δανείου για πραγματικό κεφάλαιο ποσού 1.600.000 δρχ., με χρόνο αποπληρωμής 14 μηνών, το οποίο δεν ήταν άτοκο, άλλα έντοκο με ετήσιο επιτόκιο 60% αντί του νόμιμου 25% και ότι το φερόμενο ως κεφάλαιο των 2.620.000 δρχ.

είναι εικονικό διότι κατά το επιπλέον ποσό των (1.020.000- 295.255 δρχ. οι νόμιμοι τόκοι =) 724.745 δρχ. υποκρύπτονται αθέμιτοι (τοκογλυφικοί) τόκοι, β) η από 5.8.1987 σύμβαση δανείου για κεφάλαιο ποσού 1.500.000 δρχ., με χρόνο αποπληρωμής 16 μηνών, το οποίο δεν ήταν άτοκο, αλλά έντοκο με ετήσιο επιτόκιο 60% αντί του νόμιμου 25% και ότι ο πρώτος εναγόμενος κατέβαλε στο άνω χρονικό διάστημα το ποσό των 2.500.000 δρχ.

ήτοι υποχρεώθηκε να καταβάλει αθέμιτους (τοκογλυφικούς) τόκους ανερχόμενους στο ποσό των (1.000.000- 500.415 δρχ. οι νόμιμοι τόκοι=) 499.585, γ) η από 11.12.1989 σύμβαση δανείου για πραγματικό κεφάλαιο ποσού 3.000.000 δρχ., με χρόνο αποπληρωμής 12 μηνών, το οποίο δεν ήταν άτοκο, αλλά έντοκο με ετήσιο επιτόκιο 48% αντί του νόμιμου 25% και ότι το φερόμενο ως κεφάλαιο των 4.000.000 δρχ.

είναι εικονικό διότι το επιπλέον ποσό των (1.000.000- 750.000 δρχ. οι νόμιμοι τόκοι =) 250.000 δρχ. υποκρύπτονται αθέμιτοι (τοκογλυφικοί) τόκοι, δ) η από 21.5.1990 σύμβαση δανείου για πραγματικό κεφάλαιο ποσού 3.000.000 δρχ., με χρόνο αποπληρωμής 14 μηνών, το οποίο δεν ήταν άτοκο, αλλά έντοκο με ετήσιο επιτόκιο 76,80% αντί του νόμιμου 30,61% και ότι το φερόμενο ως κεφάλαιο των 4.000.000 δρχ.

είναι εικονικό διότι κατά το επιπλέον ποσό των 1.000.000 δρχ. υποκρύπτονται αθέμιτοι (τοκογλυφικοί) τόκοι, ενώ τελικά κατεβλήθησαν κατά το άνω διάστημα συνολικά τόκοι 2.000.000 δρχ. αντί των νομίμων 1.071.369 δρχ., και ότι τυπικά φέρεται η δεύτερη εναγόμενη ότι λαμβάνει το δάνειο ως οφειλέτρια ενώ και το δάνειο αυτό το έλαβε ο πρώτος εναγόμενος. ....

ο παραπάνω ισχυρισμός των εναγόμενων συνιστά αφενός αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και ο ενάγων βαρύνεται με την απόδειξη ότι τα δάνεια καταρτίστηκαν και με τους δύο εναγόμενους οι οποίοι συμφώνησαν να τα καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας, ότι ήταν άτοκα και ότι ανέρχονταν στο αναφερόμενο στην αγωγή ποσό, ενώ ως προς τα συνομολογούμενα από τους εναγόμενους τρία ως άνω δάνεια (υπό στοιχεία "α", "β" και "δ"), για τα οποία ισχυρίζονται ότι πράγματι καταρτίστηκαν, αλλά οι συμβάσεις αυτές ήταν εικονικές, γιατί στο συνομολογημένο κεφάλαιο υποκρύπτονταν αθέμιτοι (τοκογλυφικοί) τόκοι για συγκάλυψη της αισχροκέρδειας και της τοκογλυφίας, ο ισχυρισμός του αυτός, αποτελεί αφετέρου ένσταση, ......

που βαρύνονται οι ίδιοι να αποδείξουν. Όπως ήδη έχει εκτεθεί, προεχόντως ως προς το άτοκο ή έντοκο των δανείων, αποδείχθηκε χωρίς αμφιβολία ότι ο ενάγων, έχοντας αποκομίσει από την μέχρι το έτος 1980 επιχειρηματική δραστηριότητά του σημαντικά κέρδη, προέβαινε σε δανεισμό ατόμων στην περιοχή που κατοικούσε, στο ...

και στην ευρύτερη περιοχή, χρηματικών ποσών με επιτόκιο που ανερχόταν από 4 έως 7% το μήνα ανάλογα τη συμφωνία, το ποσό και το χρόνο αποπληρωμής. Έτσι, ο ισχυρισμός του ότι τα δάνεια που χορήγησε στους εναγόμενους, με τους οποίους σημειωτέον δεν συνδεόταν με συγγένεια ή ιδιαίτερη φιλία αλλά αντίθετα κατέφυγαν σ' αυτόν μετά από συστάσεις των προαναφερομένων προσώπων, ήταν άτοκα, δεν είναι καθόλου πειστικός και δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο.

Αντίθετα αποδείχθηκε ότι εκείνος δάνειζε με τα ως άνω επιτόκια, όπως έντοκα δάνεισε και στους εναγόμενους με επιτόκιο από 4% έως 7% το μήνα, από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων, τόσο του καταθέσαντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου,... όσο και των μαρτύρων που αναφέρονται στις προμνημονευόμενες ένορκες βεβαιώσεις. .....

Στην κρίση αυτή συνηγορεί και το γεγονός ότι ο ενάγων προέβαινε σε δανεισμό και άλλων προσώπων, ισχυριζόμενος ότι και τα δάνεια αυτά ήταν άτοκα, κάτι βέβαια που δεν κρίνεται λογικό, να καταρτίζει δηλ. δάνεια με πάρα πολλά πρόσωπα που δεν τον συνδέει ιδιαίτερη φιλική ή άλλη σχέση και να δίδει τα χρήματά του άτοκα.......

Ωστόσο, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε το ύψος του αθέμιτου επιτοκίου με το οποίο στις συγκεκριμένες περιπτώσεις ο ενάγων δάνεισε προς τους εναγόμενους, καθόσον ο μάρτυρας ανταπόδειξης αναφέρεται σε επιτόκιο 5% έως 7%, ενώ οι λοιποί μάρτυρες δεν έχουν γνώση του συγκεκριμένου αθέμιτου επιτοκίου.

Αποδείχθηκε, λοιπόν, ότι ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1987 έως το Μάιο του 1990, και όχι κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1990 έως 1.1.1991 που αναφέρει στην αγωγή του, δάνεισε επανειλημμένα τον πρώτο εναγόμενο διάφορα χρηματικά ποσά, μεταξύ των οποίων και τα υπό στοιχεία "α", "β" και "γ", δάνεια, καθώς και στη δεύτερη εναγόμενη, το Μάιο του 1990, το ποσό των 4.000.000 δρχ.

Ο ενάγων, όμως, που φέρει το βάρος απόδειξης του ποσού των δανείων που χορήγησε προς τον πρώτο εναγόμενο, ουδόλως απέδειξε, πέραν των τριών δανείων, ποια άλλα ποσά δάνεισε προς αυτόν.......... Εξάλλου, ενόψει του ότι αποδείχθηκε ότι τα χορηγηθέντα δάνεια ήταν έντοκα, το από το 3.9.1995 συμφωνητικό δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετο συμπέρασμα, ότι δηλ.

το ύψος το δανείων ανερχόταν σε 23.320.000 δρχ., διότι το αναφερόμενο σ' αυτό ποσό των 23.320.000 δρχ. το οποίο αποδέχθηκε πράγματι ότι οφείλει ο πρώτος εναγόμενος, δεν αποτελεί μόνο τα κεφάλαια των δανεισθέντων ποσών αλλά περικλείει και αθέμιτους τόκους και ανατοκισμούς των αθέμιτων τόκων, το ύψος των οποίων κατά τα άνω δεν μπορεί να προσδιοριστεί.........Αντίθετα αποδείχθηκε ότι όλες οι συμβάσεις δανείου, μεταξύ των οποίων και παραπάνω υπό στοιχεία "α", "β" και "γ", πλην αυτής του Μαΐου 1990 για ποσό 4.000.000 δρχ., καταρτίστηκαν μόνο μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου εναγόμενου, προς τον οποίο ο πρώτος χορήγησε τα χρηματικά ποσά των δανείων, με την υποχρέωση να τα αποδώσει ο πρώτος εναγόμενος, ενώ στις συναλλαγματικές που υπογράφτηκαν για κάλυψη του από 11.12.1989 δανείου, η δεύτερη εναγόμενη υπέγραψε ως τριτεγγυήτρια.

Όσον αφορά τη σύμβαση του Μαΐου του 1990 για ποσό 4.000.000 δρχ., αποδείχθηκε ότι αυτή καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος και της δεύτερης εναγόμενης προς την οποία χορηγήθηκε το δάνειο και η οποία είχε την υποχρέωση να το αποδώσει, όπως άλλωστε τούτο ο ενάγων ομολογεί στην από 19.5.1990 αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) και η δεύτερη εναγόμενη επίσης ομολογεί ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, και όσα διατείνονται οι ίδιοι και δη ο ενάγων ότι το δάνειο αυτό το χορήγησε και στους δύο εναγόμενους και η δεύτερη εναγόμενη ότι το εν λόγω δάνειο χορηγήθηκε στον πρώτο εναγόμενο κρίνεται αβάσιμα.

Ειδικότερα, όσον αφορά το σχετικό ισχυρισμό της δεύτερης εναγόμενης, οι καταθέσεις των μαρτύρων κρίνονται αόριστες στο σημείο τούτο διότι δεν έχουν ιδία αντίληψη της συμφωνίας, ενώ ο σκοπός για τον οποίο έλαβε το δάνειο αυτό η δεύτερη εναγόμενη, ήτοι για να βοηθήσει το σύζυγό της στην ανακαίνιση του καταστήματος ή για τις προσωπικές και οικογενειακές τους ανάγκες λόγω της δύσκολης οικονομικής κατάστασης που είχαν περιέλθει, δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή.

Άλλωστε, αν ο ενάγων επιθυμούσε για διασφάλισή του να εγγράψει προσημείωση υποθήκης στο ακίνητό της, δεν ήταν αναγκαίο να την καταστήσει οφειλέτρια του δανείου αλλά μπορούσε να εγγράψει την προσημείωση υποθήκης από την τριτεγγύηση της δεύτερης εναγόμενης, όπως επίσης και η τελευταία ως τρίτη μπορούσε με τη συναίνεσή της να χορηγήσει την προσημείωση υποθήκης επί του ακινήτου της για αλλότριο χρέος.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο έκρινε ότι κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1987 έως το έτος 1990 ο ενάγων δάνεισε άτοκα στον πρώτο εναγόμενο διάφορα χρηματικά ποσά, καταρτίζοντας συμβάσεις ατόκων δανείων, τα οποία ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 22.200.000 δρχ., καθώς και ότι το δάνειο που συνάφθηκε το Μάιο του 1990 ποσού 4.000.000 δρχ.

χορηγήθηκε από κοινού στους δύο εναγόμενους, οι οποίοι συμφώνησαν να το αποδώσουν εις ολόκληρον ο καθένας, έσφαλε στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού ως προς το άτοκο των δανείων, ως προς το ύψος των δανείων και ως προς τον οφειλέτη του τελευταίου δανείου (Μαΐου 1990) ποσού 4.000.000 δρχ... Οι εναγόμενοι, με δήλωσή τους που καταχωρίστηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και με τις κατατεθείσες από 14.5.2015 αλλά και τις μεταφερθείσες από 23.4.2009 προτάσεις τους, προέβαλαν την ένσταση ότι οι καταρτισθείσες συμβάσεις δανείων είναι ολικά άκυρες ως αισχροκερδείς, σύμφωνα με το άρθρο 179 ΑΚ, διότι πρόκειται για τοκογλυφικές συμβάσεις και συναλλαγές, καθόσον ο ενάγων εκμεταλλευόμενος την άμεση και επιτακτική οικονομική τους ανάγκη (ανακαίνιση ακινήτου για λειτουργία καταστήματος και εμπλοκή τους σε πολυδάπανους δικαστικούς αγώνες), γεγονότα γνωστά σ' αυτόν, συνομολόγησε περιουσιακά ωφελήματα ήτοι αθέμιτους (τοκογλυφικούς) τόκους που τελούσαν σε προφανή δυσαναλογία με την αντιπαροχή και συγκεκριμένα για τέσσερα δάνεια συνολικού ποσού 9.100.000 δρχ:

ζήτησε να λάβει τοκογλυφικούς τόκους ποσού 23.320.000 δρχ, όπως ειδικότερα ανέφεραν στις από 23.4.2009 προτάσεις τους, ένσταση την οποία νομότυπα επαναφέρουν με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της έφεσής τους. Ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός των εναγόμενων είναι ορισμένος και νόμιμος, στηριζόμενος στις προμνημονευόμενες νομικές διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί στην ουσία του.

Όπως ήδη έχει εκτενώς αναφερθεί, αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1987 έως το Μάιο του έτους 1990, ο ενάγων δάνεισε στον πρώτο εναγόμενο επανειλημμένα πολλά χρηματικά ποσά, το συνολικό ύψος των οποίων δεν αποδείχθηκε, μεταξύ όμως των δανείων που του χορήγησε αποδείχθηκε ότι ήταν και τα ποσά των 2.620.000, 1.500.000 και 4.000.000 δρχ., όπως επίσης δάνεισε και στη δεύτερη εναγομένη το ποσό των 4.000.000 δρχ.

τα οποία (ποσά) αφορούν το κεφάλαιο των δανείων που χορήγησε σ' αυτούς και δεν περικλείουν τόκους, όπως αβάσιμα διατείνονται οι εναγόμενοι, καθόσον αυτοί, που έχουν το βάρος απόδειξης, ουδόλως απέδειξαν ότι οι συμβάσεις αυτές είναι εικονικές κατά κάποιο μέρος τους περικλείοντας αθέμιτους (τοκογλυφικούς) τόκους.

Σχετικά κανένας μάρτυρας που εξετάστηκε με επιμέλειά τους δεν κατέθεσε κατά ορισμένο και σαφή τρόπο ότι οι τέσσερις αυτές συμβάσεις δανείου κατά κάποιο μέρος τους (και ποιο συγκεκριμένα) ήταν εικονικές. Η αναφορά του μάρτυρα ανταπόδειξης, Ό. Μ., στην κατάθεση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ότι ο πρώτος εναγόμενος πρέπει να έχει πάρει δάνεια (συμπεριλαμβανομένου και αυτού της δεύτερης εναγόμενης) γύρω στα 8, 9 εκατομμύρια και σε άλλο σημείο "...τρία ποσά ήταν των 3 εκατομμυρίων νομίζω.

Περίπου γύρω στα 9 με 10 εκατομμύρια..." δεν κρίνεται πειστική στο σημείο τούτο, καθόσον είναι ενδοιαστική και αόριστη, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι στην υπ' αριθ. 473/2008 ένορκη κατάθεσή του ο ίδιος ουδόλως αναφέρει το ύψος των δανείων που έλαβαν οι εναγόμενοι. Ούτε η προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους εναγόμενους υπ' αριθ.

ΓΞ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 3.000.000 δρχ., με έκδοση στην Αθήνα στις 21.5.1990 σε διαταγή του ενάγοντος Π. Γ., αναιρεί την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου, διότι η επιταγή αυτή προσκομίζεται ημιτελής ήτοι μόνο κατά την εμπρόσθια όψη της, και δεν μπορεί να συνδεθεί με το δάνειο προς τη δεύτερη εναγόμενη, ούτε προκύπτει ποιος την εισέπραξε, αν δηλ.

ο ενάγων την οπισθογράφησε στη δεύτερη εναγόμενη ώστε να εισπράξει αυτή μόνο το ποσό των 3.000.000 δρχ. Ωστόσο αποδείχθηκε ότι ο ενάγων για όλα τα δάνεια που χορήγησε στον πρώτο εναγόμενο, μεταξύ των οποίων και τα επίμαχα, καθώς και αυτό που χορήγησε στην δεύτερη εναγόμενη, όπως και στις ανανεώσεις αυτών, συνομολόγησε με αυτούς αθέμιτους (τοκογλυφικούς) τόκους, τους οποίους οι εναγόμενοι θα κατέβαλαν κάθε μήνα μέχρι την αποπληρωμή των άνω κεφαλαίων, το ύψος των οποίων (αθέμιτων τόκων) δεν προσδιορίστηκε, αποδείχθηκε όμως ότι το συνομολογημένο επιτόκιο ανερχόταν άνω του 4% μηνιαίως, ενώ τα νόμιμα δικαιοπρακτικά επιτόκια κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1987 έως την 3.9.1995 ανερχόταν, σε 23% μέχρι την 29.10.1990, 32% από 30.10.1990 έως 17.9.1992, 42% από 1'^.9.1992 έως 20.10.1992, 37% από 21.10.1992 έως 15.6.1993, 314ο από 16.6.1993 έως 30.9.1993, 34% από 1.10.1993 έως 25.10.1993, 32% από 26.10.1993 έως 15.5.1994, 35% από έως 27.9.1994, 32% από 28.9.1994 έως 30.3.1995, 30% από 31.3.1995 έως 19.4.1995, 28% από 20.4.1995 έως και27% από 30.7.1995 έως 21.4.1996.

Αποδείχθηκε, επίσης, ότι ο ενάγων συνομολόγησε με τους εναγόμενους τους αθέμιτους (τοκογλυφικούς) τόκους, που τελούσαν σε προφανή δυσαναλογία με τα δανεισθέντα κεφάλαια ενόψει της άνω διαφοράς του νομίμου και συνομολογημένου αθέμιτου επιτοκίου, εκμεταλλευόμενος την άμεση και επιτακτική οικονομική ανάγκη τους και δη την άμεση ανεύρεση κεφαλαίων για την ανακαίνιση και λειτουργία της επιχείρησης του πρώτου εναγόμενου αλλά και στη συνέχεια τη δεινή οικονομική θέση στην οποία είχαν περιέλθει με την εμπλοκή τους σε δικαστικούς αγώνες και την έλλειψη χρημάτων ακόμη και για τη συντήρηση αυτών και της οικογένειας τους.

Οι εναγόμενοι διατείνονται ότι οι συναφθείσες συμβάσεις δανείων τόσο κατά το κεφάλαιο όσο και κατά τους συνομολογημένους αθέμιτους (τοκογλυφικούς) τόκους είναι, ως αισχροκερδείς, ολοκληρωτικά άκυρες, πλην όμως, αυτοί που επικαλούνται την ολική ακυρότητα και φέρουν το σχετικό βάρος απόδειξης (Γεωργιάδης-Σταθόπουλος, ΑΚ, 1978, σελ. 282), ούτε επικαλούνται αλλά ούτε και απέδειξαν ότι η βούληση των μερών (του ενάγοντος και αυτών) κατά τη σύναψη των συμφωνιών, θα ήταν να μην προχωρήσουν στην κατάρτισή τους, αν γνώριζαν την ακυρότητα της συμφωνίας ως προς τους υπερβάλλοντες από τους νόμιμους αθέμιτους (τοκογλυφικούς) τόκους.

Αντίθετα, αναζητώντας προς εξακρίβωση της (υποθετικής) βούλησης των διαδίκων, αποδείχθηκε ότι, κατά τη σύναψη των συμφωνιών των εντόκων δανείων, αν οι διάδικοι γνώριζαν την ακυρότητα του όρου για το υπερβάλλον αθέμιτο (τοκογλυφικό) επιτόκιο, αυτοί (ενάγων και εναγόμενοι) θα προέβαιναν στην κατάρτιση των συμβάσεων δανείων με το νόμιμο δικαιοπρακτικό επιτόκιο, καθόσον τόσο ο εναγόμενοι είχαν ανάγκη και συμφέρον για τη λήψη των δανείων με το νόμιμο επιτόκιο, όσο και ο ενάγων, διότι και αυτός θα ελάμβανε το νόμιμο δικαιοπρακτικό επιτόκιο, το οποίο ήταν ανώτερο του τραπεζικού (ταμιευτηρίου και προθεσμιακού) επιτοκίου, που κατά το χρονικό εκείνο διάστημα κυμάνθηκε ετησίως από 15,5% έως 18% και στη συνέχεια κατήλθε έως 13%.

Έτσι, αποδείχθηκε ότι οι συμβάσεις των επίμαχων δανείων δεν είναι ολικά άκυρες αλλά είναι άκυρες ως αισχροκερδείς μόνο κατά το υπερβάλλον ποσό των αθέμιτων (τοκογλυφικών) τόκων.

Εν προκειμένω, όμως, οι τέσσερις αποδειχθείσες συμβάσεις δανείων ποσού 2.620.000, 1.500.000, 4.000.000 και 4.000.000 δρχ. αφορούν μόνο το κεφάλαιο των συναφθέντων δανείων και συνεπώς αυτές είναι έγκυρες εφόσον δεν περικλείουν αθέμιτους (τοκογλυφικούς) τόκους και η σχετική ένσταση των εναγόμενων είναι ουσιαστικά αβάσιμη.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που απέρριψε ως αόριστη την ως άνω ένσταση των εναγόμενων, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και δη των προμνημονευόμενων διατάξεων, κατά τους βάσιμους περί τούτου πρώτο και δεύτερο λόγους της έφεσης, ενώ η ένσταση αυτή έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, πλην όμως το Δικαστήριο δεν θα εξαφανίσει την απόφαση για το λόγο αυτό διότι στην περίπτωση αυτή καθίσταται χειρότερη η θέση των εκκαλούντων-εναγόμενων (ΚΠολΔ 536 παρ. 1)...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχτηκε κατ' ουσία την έφεση των αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που αντιθέτως κρίνασα, είχε υποχρεώσει αυτούς να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο, αφενός μεν εις ολόκληρον έκαστος το ποσό των 11.739 ευρώ, αφετέρου δε ο δεύτερος το ποσό των 53.412 ευρώ, νομμοτόκως, κατά τις εκεί διακρίσεις και ακολούθως δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσία, αφού απέρριψε και τις προβληθείσες από τους αναιρεσείοντες εντάσεις εξόφλησης και καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, την πρώτη ως ουσιαστικά αβάσιμη και τη δεύτερη ως μη νόμιμη, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή αυτού και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντεςς να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο η μεν πρώτη το ποσό των 11.738,81 ευρώ, ο δε δεύτερος το ποσό των 23.829,79 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο, δεχόμενο μερική μόνον ακυρότητα των τεσσάρων ένδικων συμβάσεων δανείου ως αισχροκερδών, λόγω συνομολόγησης αθεμίτων (τοκογλυφικών) τόκων που τελούσαν σε προφανή δυσαναλογία με τα πράγματι δανεισθέντα χρηματικά ποσά, απέρριψε την ένσταση των αναιρεσειόντων περί ολικής ακυρότητας αυτών, ακολούθως δε δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά το έγκυρο μέρος των ως άνω συμβάσεων, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 179, 180, 181, 294 και 806 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά που υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, ήτοι α) ότι με διαδοχικές συμβάσεις δανείου ο αναιρεσίβλητος δάνεισε στο δεύτερο αναιρεσείοντα τα ποσά των 2.620.000 δρχ, 1.500.000 δρχ και 4.000.000 δρχ, αντίστοιχα, και στην πρώτη αναιρεσείουσα το ποσό των 4.000.000 δρχ, ότι τα ποσά αυτά αφορούν το κεφάλαιο των δανείων, χωρίς να περιέχουν τοκογλυφικούς τόκους και ότι, ως εκ τούτου, οι εν λόγω συμβάσεις κατά το διακριτό αυτό μέρος τους ήταν έγκυρες, άκυρες δε ως αισχροκερδείς κατά το υπερβάλλον ποσό των αθέμιτων (τοκογλυφικών) τόκων, και β) ότι οι συμβαλλόμενοι διάδικοι και αν ακόμη γνώριζαν, κατά τη σύναψη των συμβάσεων δανείων, την ακυρότητα αυτών κατά το μέρος του υπερβάλλοντος αθέμιτου (τοκογλυφικού) επιτοκίου, θα προέβαιναν στην κατάρτιση αυτών κατά το έγκυρο μέρος τους, πληρούν το πραγματικό των προδιαληφθεισών διατάξεων και δικαιολογούν την απόρριψη της προαναφερόμενης ένστασης των αναιρεσειόντων περί ολικής ακυρότητας των ενδίκων συμβάσεων δανείου και την παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά το έγκυρο μέρος αυτών, υπάρχει δε νομική ακολουθία μεταξύ των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικά ότι αντί να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 179 και 180 ΑΚ και να κρίνει ότι οι δανειακές συμβάσεις είναι εξ ολοκλήρου άκυρες, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 294 και 181 ΑΚ περί μερικής ακυρότητας, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.και ειδικά ότι εσφαλμένα δεν υπήγαγε στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες πραγματικά περιστατικά και δεν δέχτηκε ότι αυτά θεμελιώνουν καταχρηστική συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχτηκε τα ακόλουθα: "...στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενοι (ήδη αναιρεσείοντες) παραδεκτά προέβαλαν .... την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, την οποία παραδεκτά και νόμιμα επαναφέρουν με λόγο έφεσης, με την οποία ισχυρίζονται ότι η άσκηση της υπό κρίση αγωγής υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, καθόσον η ένδικη αγωγή ασκήθηκε το έτος 2001, ήτοι μετά πάροδο 14 ετών από τη σύναψη του πρώτου δανείου και 11 ετών από τη σύναψη του τελευταίου και η μακρόχρονη αυτή αδράνεια του ενάγοντος τους δημιούργησε ευλόγως την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του, ότι εκτός αυτού ο ενάγων είχε ήδη λάβει σχεδόν ολόκληρα τα κεφάλαιά του από τα συναφθέντα τέσσερα δάνεια και υπολοιπόταν ένα μικρό ποσό για την εξόφληση του κεφαλαίου, ότι ο ενάγων γνώριζε ότι όλα τα χρήματα που δάνεισε στον πρώτο εναγόμενο χρησιμοποιήθηκαν για τις εργασίες ανακαίνισης στο κατάστημα των αδελφών Β., προκειμένου να λειτουργήσει εκεί η επιχείρησή του (πρώτου εναγόμενου), γεγονός που δεν επιτεύχθηκε λόγω της εμπλοκής του με τους άνω ιδιοκτήτες σε δικαστικούς αγώνες με αποτέλεσμα την εκμηδένιση του οικογενειακού τους εισοδήματος, ότι στην πεποίθησή τους αυτή συνέβαλε και το γεγονός ότι ο ενάγων παραπλανητικά καθυστερούσε να ασκήσει το δικαίωμά του, σκοπός του δε ήταν να υποπέσει σε παραγραφή το έγκλημα της τοκογλυφίας που είχε διαπράξει σε βάρος τους, ότι κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα ο πρώτος εναγόμενος προσεβλήθη από σοβαρή ασθένεια (καρκίνος του πνεύμονος) με σοβαρές συνέπειες για την υγεία του, γεγονός που γνώριζε ο ενάγων και ότι ενόψει αυτών και της αδράνειας του δικαιούχου- ενάγοντος η επακολουθείσασα άσκηση του δικαιώματός του που τείνει σε ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρόν χρόνο, εξέρχεται των ορίων που τίθενται με την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η επιχειρούμενη δε από τον ενάγοντα ανατροπή της κατάστασης προκαλεί εξαιρετικά δυσμενείς και επαχθείς συνέπειες για τους ίδιους.

Με το παραπάνω περιεχόμενο η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη, καθόσον τα επικαλούμενα ως άνω περιστατικά, ακόμα και αν θεωρηθούν αληθινά, δεν μπορούν, σύμφωνα με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος, να θεμελιώσουν την επικαλούμενη κατάχρηση, κατά την έννοια που προεκτάθηκε.

Ειδικότερα, δεν αρκεί μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου- ενάγοντος, έστω και με σκοπό, κατά τους εναγόμενους, την αποφυγή σε βάρος του ποινικής δίωξης για το αδίκημα της τοκογλυφίας και όταν ακόμη η συμπεριφορά αυτή δημιούργησε στους εναγόμενους την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε επίσης το γεγονός ότι το προϊόν των δανείων διατέθηκε για τη δημιουργία της επιχείρησης του πρώτου εναγόμενου, η οποία όμως τελικά δεν λειτούργησε από λόγους που δεν αφορούσαν το πρόσωπό του (πρώτου εναγόμενου) με συνέπεια την οικονομική καταστροφή τους καθώς και το πρόβλημα υγείας που εμφανίστηκε στον τελευταίο, καθόσον τα τελευταία αυτά γεγονότα (επαγγελματική αποτυχία και λόγοι υγείας) δεν συνδέονται με τη συμπεριφορά του δικαιούχου ενάγοντος, ενώ η επικαλούμενη εξόφληση του μεγαλύτερου μέρους του κεφαλαίου των δανείων ανάγεται στην ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε την επικουρικά ασκηθείσα ένταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (ΑΚ 281) ως νομικά αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, δεδομένου ότι τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες πιο πάνω πραγματικά περιστατικά προς στοιχειοθέτηση της παραπάνω ένστασης δεν θεμελιώνουν κατάχρηση, (ΑΠ 73/2020, ΑΠ 414/2020, ΑΠ 565/2020).

Επομένως, ο σχετικός τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ακολούθως, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το αριθ.11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και ειδικά δεν έλαβε υπόψη την ΓΞ .../21.5.1990 επιταγή της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος ποσού 3.000.000 δρχ.

σε διαταγή του αναιρεσίβλητου, σε συνδυασμό με την ομολογία του τελευταίου με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ομολογία που μετέφερε με τις ίδιες προτάσεις και στο Εφετείο, από τα οποία αποδεικνύεται ότι το ποσό που έλαβε ως δάνειο η πρώτη αναιρεσείουσα από τον αναιρεσίβλητο ανερχόταν στο ύψος των 3.000.000 δρχ.

και όχι των 4.000.000 δρχ. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθόσον αφενός μεν από τις ως άνω παραδοχές της απόφασης συνάγεται ότι λήφθηκε υπόψη η ανωτέρω τραπεζική επιταγή, η οποία, μάλιστα, ειδικά αξιολογήθηκε, αφετέρου δε από την, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσίβλητου στο πρωτόδικο Δικαστήριο και στο Εφετείο δεν συνάγεται ομολογία με το ανωτέρω περιεχόμενο, περί δανεισμού, δηλαδή, της πρώτης αναιρεσείουσας ύψους 3.000.000 δρχ.

και όχι 4.000.000 δρχ., δεδομένου ότι ρητά αναφέρεται στις προτάσεις η χορήγηση δανείου ύψους 4.000.000 δρχ. στην πρώτη αναιρεσείουσα, η δε αναφορά του ποσού των 3.000.000 δρχ. στην προσθήκη και αντίκρουση αφορά τον ισχυρισμό της τελευταίας περί δανείου ύψους 3.000.000 δρχ και τοκογλυφικών τόκων 1.000.000 δρχ,, που από το Εφετείο κρίθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του ως ουσιαστικά αβάσιμος. (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 902/2019, ΑΠ 634/2011).

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, ο οποίος δεν κατέθεσε εμπρόθεσμα, κατ' άρθρο 570 παρ.1 ΚΠολΔ, προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8.2.2019 αίτηση των Ε. Θ. και Ά. Θ. για αναίρεση της 2108/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ