Supreme Court dismisses appeal on appeal grounds regarding evidence and burden of proof in debt collection case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision. The appellant failed to prove that the bank's claim was invalid or that the court erred in its assessment of the evidence. Since the appellant bore the burden of proof and did not present sufficient evidence to refute the bank's assertions, the appellate court's findings were upheld.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11), 559(8), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the appellant fails to prove the invalidity of the lower court's decision or the falsity of the evidence presented.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 634 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός Απόφασης 634/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπαρμπάτση.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Ιουλίου 2000 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 8102/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 3 Φεβρουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμό 8278/6.5.2010 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θηβών ..., αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με τις υπ' αυτήν έκθεση καταθέσεως δικογράφου και πράξη ορισμού της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή, με κλήση προς παράσταση κατ' αυτή για τη συζήτησή της επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τον αναιρεσίβλητο, μετά από παραγγελία του έχοντος ειδική πληρεξουσιότητα και παραστάντος πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος.
Συνεπώς, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία αυτού (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (106), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 352 ΚΠολΔ, η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η ως άνω δικαστική ομολογία πρέπει να γίνεται μόνον κατά τον διαγραφόμενο από την παραπάνω διάταξη τύπο, ο οποίος συνίσταται σε δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή εκτός ακροατηρίου ενώπιον εντεταλμένου δικαστή, προφορική ή έγγραφη. Ως δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση νοείται το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση κατά το χρόνο που έγινε η ομολογία. Εξάλλου η ύπαρξη της ομολογίας κρίνεται αντικειμενικά και δεν αποτελεί προϋπόθεσή της η πρόθεση προς ομολογία (ΑΠ 1946/2008, ΑΠ 2225/2007).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των προτάσεων του ήδη αναιρεσιβλήτου και την επιτρεπτή εκτίμηση του περιεχομένου αυτών (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεν συνάγεται ομολογία αυτού σχετικά με συμφωνία συμπλήρωσης λευκών επιταγών. Επομένως, ο πρώτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, κατά το οικείο μέρος του, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Κατά δε το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο λόγος της έφεσης κριθεί βάσιμος, η απόφαση που προσβάλλεται εξαφανίζεται και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ' ουσίαν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι επί εφέσεως κατ' αποφάσεως, η οποία εκδόθηκε επί ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, αν κριθεί βάσιμος ένας λόγος εφέσεως, το Εφετείο πρέπει να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, να διακρατήσει την υπόθεση και να ερευνήσει όλους τους λόγους της ανακοπής, όχι όμως και αυτούς της εφέσεως ή τους προσθέτους λόγους, αφού το κύρος της διαταγής πληρωμής πλήττεται μόνον με τους διαλαμβανομένους στο δικόγραφο της ανακοπής λόγους (άρθρα 632 επόμ. ΚΠολΔ). Επομένως το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφαση έκρινε ομοίως, δεν άφησε αδίκαστους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος , ούτε παρέλειψε να λάβει υπόψη ισχυρισμούς του, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο τέταρτος, κατά το οικείο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Περαιτέρω ,ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα εξής: Η ανακοπτομένη, με την ασκηθείσα από 31-7-2000 ανακοπή, υπ' αριθμό 87/2000 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, εκδόθηκε κατόπιν της από 24.7.2000 αιτήσεως του εφεσιβλήτου κατά του καθ' ου βάσει δύο τραπεζικών επιταγών εκδόσεως του ανακόπτοντος και ήδη εκκαλούντος εις διαταγήν Α.
Μ., υπ' αριθ. ... και ... επιταγών, ποσού 6.000.000 δρχ. η πρώτη και 5.000.000 δρχ. η δευτέρα, εις χρέωσιν του υπ' αριθ. ... επί της Εθνικής Τραπέζης λογαριασμού. Ο άνω λήπτης οπισθογράφησεν περαιτέρω τις επιταγές εις τον καθ' ου η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητον αδελφόν του, ο οποίος τις ενεφάνισεν εμπροθέσμως, την 30.5.2000, εις την πληρώτριαν Εθνικήν Τράπεζα, πλην αυτές δεν επληρώθησαν, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίας γενομένης και της σχετικής βεβαιώσεως επί του σώματος εκάστης των επιταγών παρά του αρμοδίου υπαλλήλου της πληρωτρίας .
Οι εν θέματι επιταγές εξεδόθησαν από τον εκκαλούντα, χάριν καταβολής, διότι κατά Μάϊον και Ιούνιον του έτους 1995, δυνάμει δύο διαδοχικών συμβάσεων εντόκων δανείων, οι οποίες κατηρτίσθησαν μεταξύ του εκκαλούντος και του λήπτου των επιταγών, αδελφού του εφεσιβλήτου, Α. Μ., ο τελευταίος (Α. Μ.) κατέβαλεν εις τον εκκαλούντα, το συνολικόν ποσόν των 11.000.000 δρχ και δη 6.000.000 και 5.000.000 δρχ αντιστοίχως, με την συμφωνίαν ότι ο εκκαλών θα καταβάλλη εις το τέλος εκάστου μηνός, τους αναλογούντες εις το κεφάλαιον αυτό νομίμους τόκους.
Χρόνος επιστροφής του δανείου δεν συνεφωνήθη. Προς εξασφάλισιν του άνω κεφαλαίου του δανείου συνεφωνήθη η παρά του εκκαλούντος και εις διαταγήν του Α. Μ. έκδοσις των ισοπόσων των άνω δανείων υπ1 αριθ. ... και ... ενδίκων επιταγών επί της Εθνικής Τραπέζης, ποσού 6.000.000 δρχ. η πρώτη και 5.000.000 δρχ. η δευτέρα, τις οποίες ο εκκαλών ενώπιον του δανειστού Α.
Μ. συνεπλήρωσεν ως προς όλα τα στοιχεία των, πλην του χρόνου εκδόσεως αυτών, ο οποίος συνεφωνήθη να συμπληρωθή από τον Α. Μ., μετά από σχετικήν ειδοποίησιν του εκκαλούντος, όταν θα απεφάσιζεν την επιστροφήν του εν λόγω δανείου και ενώπιον του τις υπέγραψεν ο ίδιος ο εκκαλών. Κατά τις αρχές του έτους 2000, ο Α.
Μ. ησθένησεν και είχεν ανάγκην χρημάτων προς αντιμετώπισιν των προβλημάτων της υγείας του, λόγος δια τον οποίον και εζήτησεν από τον εκκαλούντα την επιστροφήν των ποσών των δανείων. Αυτός καίτοι υπεσχέθη την επιστροφήν των, δεν το έπραξε. Μετά ταύτα ο Α. Μ., αφού προηγουμένως, κατά συμμόρφωσιν προς τα συμπεφωνημένα, ειδοποίησεν τον εκκαλούντα, συνεπλήρωσεν ως χρόνον εκδόσεως των άνω επιταγών την 27.5.2000 εις την πρώτην και την 29.5.2000 εις την δευτέραν, εν συνεχεία τις μετεβίβασεν με λευκήν οπισθογράφησιν εις τον εφεσίβλητον, ο οποίος τις ενεφάνισεν εμπροθέσμως, την 30.5.2000, εις την πληρώτριαν Εθνικήν Τράπεζα, πλην αυτές δεν επληρώθησαν, ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, γενομένης περί τούτου και της σχετικής βεβαιώσεως επί του σώματος εκάστης των επιταγών, παρά του αρμοδίου υπαλλήλου της πληρωτρίας Τραπέζης.
Αποδειχθέντος, ως άνω, ότι ο εκκαλών εξέδωσεν ο ίδιος τις άνω επιταγές, θέσας ενώπιον του Α. Μ. ιδιοχείρως την υπογραφήν του εις την θέσιν του εκδότου αυτών δεν απεδείχθη ο αποτελών την βάσιν του λόγου ανακοπής κρίσιμος ισχυρισμός του ότι τις εν λόγω επιταγές δεν εξέδωσεν ο ίδιος, αλλ' η σύζυγος αυτού. Ειδικώτερον απεδείχθη ότι ο κατωτέρω τραπεζικός λογαριασμός, πράγματι ανήκεν εις την σύζυγον του εκκαλούντος, εις την οποίαν η άνω Τράπεζα παρεχώρησε και μπλοκ επιταγών, μεταξύ των οποίων και οι επίδικοι, το γεγονός όμως αυτό απέκρυψεν ο εκκαλών, κατά την έκδοσίν των από τον ίδιον, από τον Α.
Μ.. Στερείται δε εννόμου επιρροής ο περαιτέρω ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι δεν ενέχεται εξ επιταγής διότι η σύζυγός του ήτο η δικαιούχος του εφ' ου εσύρθησαν αυτές υπ' αριθ. ... λογαριασμού, καθ' όσον το έγκυρον της επιταγής και η εντεύθεν εξ αυτής ανάληψις υποχρεώσεως υπό την ιδιότητα του εκδότου, δεν προϋποθέτει οπωσδήποτε να προηγηθή η κατ' άρθρον 3 του Ν. 5960/1933 σύμβαση επιταγής.
Αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών, υπογράψας τα σώματα των επιταγών ενώπιον του λήπτου, ως εκδότης, δια της συμπεριφοράς του αυτής κατέστησεν δήλον εις τον άνω Α. Μ. ότι, θέτων την ιδίαν αυτού υπογραφήν επί των επιταγών ως εκδότης, αναλαμβάνει ο ίδιος ενοχήν εκ των επιταγών αυτών, υπό την άνω ιδιότητα. Ο δε λήπτης, ό οποίος ηγνόει ότι ο εκκαλών εστερείτο ιδίου μπλοκ επιταγών, επληροφορήθη ότι ο άνω λογαριασμός, επί του οποίου εσύροντο οι άνω επιταγές, ανήκεν εις την σύζυγον του εκκαλούντος, το πρώτον μετά την εμφάνισιν και σφράγισίν των.
Αυτά απεδείχθησαν από την περιεχομένην εις τα συνεκτιμώμενα ως δικαστικόν τεκμήριον μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα υπ' αριθ. 755/2000 πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, επί αιτήσεως αναστολής επί τη ασκήσει της ανακοπής ανωμοτί εξέτασιν του εφεσιβλήτου. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι οι υπογραφές δεν έχουν τεθή από αυτόν, αλλ' από την σύζυγόν του, ο εκκαλών επικαλείται την κατάθεσιν της συζύγου, του Α.
Γ., ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται εις τα συνταγέντα επί ετέρας δίκης ως άνω υπ' αριθ. 755/2000 πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως τούτου, συμφώνως προς την οποίαν η ιδία εξέδωσεν τις άνω επιταγές, ότι ο σύζυγος της δεν είχε τότε μπλόκ επιταγών και ότι "δέχεται να εκδοθή εις βάρος της διαταγή πληρωμής".
Η κατάθεση όμως αυτή, της συζύγου του εκκαλούντος δεν κρίνεται πειστική, διότι απεδείχθη ότι ο άνω λήπτης μέχρι της εμφανίσεως της επιταγής ηγνόει οτι ο λογαριασμός εις την Τράπεζαν ανήκεν εις την μάρτυρα, εν όψει δε του ότι τα δάνεια εδόθησαν προς τον εκκαλούντα ουδένα λόγον θα είχεν ο δανειστής να μη απαιτήση και την εξ επιταγής ενοχήν του πράγματι εκ δανείου ενεχομένου οφειλέτου του με την έκδοσιν των επιταγών εις διαταγήν του εκκαλούντος και με περαιτέρω οπισθογράφησιν του εκκαλούντος προς αυτόν, ώστε να ευθύνονται αμφότεροι οι σύζυγοι εξ επιταγής και δη ο οφειλέτης του εκκαλών και η σύζυγος του εγγυητικώς και όχι μόνον η μη οφειλέτης του, ως άνω μάρτυς, μετά της οποίας ουδένα ενοχικόν δεσμόν εκ δανείου είχεν.
Ειδικώτερον ουδένα λόγον είχεν ο δανειστής να εξαιρέση από του να ενέχεται εξ επιταγής αυτός ούτος ο εκ δανείου οφειλέτης του, ώστε να μη δύναται να επιτύχη κατ' αυτού την ευχερή έκδοσιν διαταγής πληρωμής επί τη βάσει των δύο επιταγών, αντί της μακροχρονίου, δυσαποδείκτου και πολυδαπάνου τακτικής διαδικασίας προς απόδοσιν του ποσού των δανείων.
Τέλος, απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός του εκκαλούντος περί νοθεύσεως ως προς τον τόπον και την ημερομηνίαν εκδόσεως από τον Α. Μ. και τον καθ' ου η ανακοπή Μ. Μ., διότι απεδείχθη ότι οι επιταγές αυτές παρεδόθησαν εις τον λήπτην συμπεπληρωμένες ως προς τον τόπον και ο λήπτης Α. Μ. προέβη, κατά την συμφωνίαν, εις συμπλήρωσιν ως προς το μόνον λευκόν στοιχείον αυτών, ήτοι την ημερομηνίαν, κατόπιν σχετικής συμφωνίας με τον εκκαλούντα και αφού τον είχε ειδοποιήσει.
Άλλωστε ουδένα λόγον είχεν ο δανειστής να δεχθή άκυρον ειταγήν, ήτοι τοιαύτην μη φέρουσαν τόπον εκδόσεως, καθ' όσον η έλλειψις αυτή δεν εξυπηρετώ οιονδήποτε σκοπόν, εν αντιθέσει προς την έλλειψιν της ημερομηνίας η οποία ήτο εκ των πραγμάτων επιβεβλημένη, διότι συμπληρουμένη εις τον κατάλληλον χρόνον κατά την συμφωνίαν των διαδίκων, είχεν επιρροήν εις τον χρόνον εξοφλήσεως του δανείου.
Συνεπώς προς τα ανωτέρω, ο ανακόπτων, ο οποίος φέρει το βάρος αποδείξεως των πραγματικών ισχυρισμών των θεμελιωτικών των λόγων ανακοπής του και ο οποίος δεν εξήτασεν μάρτυρα εις το ακροατήριον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου επί των βαρυνόντων αυτών θεμάτων αποδείξεως, δεν απέδειξεν κατά τα ανωτέρω ότι δεν ενέχεται εξ επιταγής ότι, δηλαδή, η υπογραφή του εκδότου εις τις επιταγές αυτές δεν ετέθη υπ' αυτού ως ιδία αυτού υπογραφή, ούτε απέδειξεν ότι οι άνω επιταγές ήσαν ασυμπλήρωτες ως προς τον.
τόπον εκδόσεως ούτε και απέδειξεν τον ισχυρισμόν του ότι ο λήπτης και ο καθ' ου η ανακοπή συνεπλήρωσαν άνευ δικαιώματος την ημερομηνίαν εις εκάστην τούτων, κατά τα προδιαληφθέντα, και συνακολούθως δεν απέδειξεν ούτε ότι ο καθ' ού κατά την κτήσιν αυτών ο καθ' ού η ανακοπή ετέλει εν κακή πίστει, προκειμένου να παρακωλύσει τον ανακόπτοντα από την προβολήν ενστάσεων εκ του δανείου, ούτε ότι η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής υπήρξεν αποτέλεσμα απάτης επί δικαστηρίου.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋπόθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη.
Δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς, αποτελούντες "πράγματα", υπό την ως άνω έννοια, χωρίς να προταθούν. Οι προταθέντες από τον καθ' ού η ανακοπή ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς αλλά αρνητικοί ή επιχειρήματα.
Στην προκειμένη περίπτωση, λόγω της φύσεως της υποθέσεως, τέτοιους ισχυρισμούς αποτελούν μόνον οι ως άνω λόγοι ανακοπής, το βάρος της αποδείξεως των οποίων φέρει ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσίβλητος. Επομένως, ο πρώτος και ο τέταρτος, κατά τα οικεία μέρη τους, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ο δεύτερος, ο τρίτος και ο τέταρτος, κατά το οικείο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αντίθετοι , λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-2-2009 αίτηση του Ν. Γ. Γ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 8.102/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ