Supreme Court dismisses appeal on rent adjustment, ruling self-inquiry of law does not create grounds for appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a First Instance Court decision reducing rent in a tenancy dispute. The appellant argued the lower court erred in applying the law regarding rent adjustment percentages, but the court found no grounds for appeal. The court held that when a court exercises its duty to apply the law correctly, even if it reaches a different conclusion than the appellant's request, this does not constitute a valid reason for an appeal under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577(1) and 3 of the Civil Procedure Code; An appeal is inadmissible when the court exercises its duty to apply the law correctly and characterizes the subject matter of the claim according to law, even if it reaches a different legal conclusion than that requested by the appellant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 73 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 73/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Μαΐου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Α. συζ. Ι. Ν., το γένος Β. Κ. και 2) Κ. χας Π. Κ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ιωάννου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπατσίλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 634/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1809/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 9-7-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 9-7-2018 (ειδικ. αριθμ. καταθ. 553/2018) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1809/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Με την από 7-9-2012 αγωγή του ο ενάγων - μισθωτής και ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε να αναπροσαρμοστεί (μειωθεί) κατ' άρθρο 388 ΑΚ και επικουρικά κατ' άρθρο 288 ΑΚ το μηνιαίο μίσθωμα που καταβάλλει στις εναγόμενες-εκμισθώτριες και ήδη αναιρεσείουσες για το περιγραφόμενο μίσθιο ακίνητο και, επίσης, να μειωθεί η ετήσια αναπροσαρμογή του μισθώματος από το ποσοστό 5% που είχε συμφωνηθεί για κάθε έτος για τα πρώτα έξι έτη της μίσθωσης και σε ποσοστό 6% για τα τελευταία έτη της μίσθωσης, σε ποσοστό 2% για κάθε μισθωτικό έτος.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 634/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή και μειώθηκε το μίσθωμα στο ποσό των 5.000 ευρώ το μήνα (από 6.077,50 ευρώ), ενώ απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το αίτημα για μείωση της συμφωνημένης ετήσιας αναπροσαρμογής του μισθώματος.
Κατά της απόφασης αυτής τα διάδικα μέρη άσκησαν τις από 2-9-2015 αντίθετες εφέσεις τους, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Με την απόφαση αυτή έγιναν δεκτές οι εφέσεις και εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση μόνο κατά το μέρος που αφορά το αίτημα μείωσης της συμφωνημένης ετήσιας ποσοστιαίας αναπροσαρμογής, κατά το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόφη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, ως εκ τούτου, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Οι εν λόγω αυτοτελείς ισχυρισμοί πρέπει να είχαν προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο διαφορετικά δεν μπορούσε να τους λάβει υπόψη, αλλά και να είχαν επαναφερθεί νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 240 του ΚΠολΔ, και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 2/2001). Αντίθετα δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις αυτοτελών ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997), έστω και αν προτείνονται ως λόγος έφεσης (ΑΠ 29/2012, ΑΠ 1862/ 2008).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επειδή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στηριζόμενο σε μία έκθεση εκτίμησης ενός αρχιτέκτονος μηχανικού, έλαβε υπόψη του και δέχθηκε ως αληθή έναν αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου περί της μισθωτικής αξίας του επιδίκου ακινήτου, χωρίς να υπάρχει απόδειξη για τον ισχυρισμό αυτό και χωρίς το δικαστήριο να διατάξει περαιτέρω απόδειξη πριν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναπροσαρμογής του συνομολογημένου και καταβαλλόμενου μηνιαίου μισθώματος.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν "πράγμα" υπό την εκτεθείσα στην μείζονα πρόταση έννοια, ήτοι αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, αλλά περιστατικά που προέκυψαν από την εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, με βάση τα οποία το Εφετείο δέχθηκε ότι είναι αναγκαία η αναπροσαρμογή (μείωση) του μισθώματος σύμφωνα με τη διάταξή του άρθρου 288 ΑΚ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 150/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, ύστερα από την άρνηση της αιτούμενης με την αγωγή αναπροσαρμογής (μείωσης) του καταβαλλόμενου μισθώματος, για το επίδικο μίσθιο ακίνητο, και το σχετικό λόγο της εφέσεως των εναγομένων - αναιρεσειουσών για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τη μείωση του μισθώματος, που είχε γίνει δεκτή με την πρωτόδικη απόφαση, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι είναι αναγκαία η αναπροσαρμογή (μείωση) του μισθώματος, όχι χωρίς απόδειξη, αλλά από την εκτίμηση των μνημονευόμενων στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του αποδεικτικών μέσων (μαρτύρων και εγγράφων).
Συνεπώς, ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, ως καταχρηστική, όταν η προφανής υπέρβαση των ορίων που συνεπάγεται και τα οποία επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός του σκοπός, προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή από άλλα περιστατικά, τα οποία καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική.
Η μακρά μόνο αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι αυτός δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, εκτός αν η αδράνεια αυτή συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, εξαιτίας των οποίων η ανατροπή, με τη μεταγενέστερη άσκησή του, της κατάστασης που δημιουργήθηκε, συνεπάγεται επαχθείς, όχι, όμως, και κατ' ανάγκη, αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, για την αποτροπή των οποίων να επιβάλλεται, με γνώμονα την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, η θυσία του (ΟλΑΠ 10/2012).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτόν, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τov εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο με την πληττόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη του τα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν την ιστορική βάση της ενστάσεώς τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος για αναπροσαρμογή του μισθώματος, που προέβαλαν παραδεκτά στον πρωτόδικο Δικαστήριο και επανέφεραν νόμιμα με λόγο εφέσεως στο Εφετείο.
Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του, παρότι ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος το ομολογεί, ότι λίγους μήνες μετά την έγερση της ένδικης αγωγής του και συγκεκριμένα μόλις το Απρίλιο του 2012 αναλαμβάνει και εκμεταλλεύεται έτερο πρατήριο στον ίδιο Δήμο και στην ίδια οδό, σε απόσταση λίγων μέτρων από το επίδικο μίσθιο πρατήριο, και ότι τα περιστατικά αυτά συνιστούν καταχρηστική κατ' άρθρο 281 ΑΚ συμπεριφορά, ερχόμενη σε αντίθεση με την αρχή της καλής πίστης που διέπει τις συναλλαγές κατ' άρθρο 288 ΑΚ.
Από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του από 1-4-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, οι εναγόμενες, ως συγκυρίες, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου η καθεμιά, εκμίσθωσαν στον ενάγοντα ένα πρατήριο πώλησης υγρών καυσίμων, και συγκεκριμένα οικόπεδο 500 τ.μ., με κτίσμα 45 τ.μ. (που χρησιμοποιείται ως γραφείο και χώρος πώλησης), υδραυλική ράμπα αλλαγής λαδιών, εγκατάσταση πλυντηρίου, καθώς και όλο τον απαραίτητο για τη λειτουργία του πρατηρίου εξοπλισμό, που βρίσκεται στη θέση "...
του Νομού ..., και επί της οδού .... Η διάρκεια της μίσθωσης ορίσθηκε 12ετής από 1-4-2008 ως 31-3-2020 ενώ συμφωνήθηκε ότι το μίσθιο θα χρησιμοποιηθεί από το μισθωτή ως επιχείρηση πρατηρίου πώλησης υγρών καυσίμων και συναφών ειδών (αξεσουάρ αυτοκινήτων, ελαστικών αυτοκινήτων, λιπαντικών κ.λπ.) και πλυντηρίου αυτοκινήτων.
Το μίσθωμα ορίσθηκε στο ποσό των 5.000 ευρώ, για το πρώτο μισθωτικό έτος, αναπροσαρμοζόμενο στη συνέχεια κατ' έτος για τα επόμενα πέντε έτη κατά ποσοστό 5% επί του καταβαλλόμενου μισθώματος του προηγουμένου έτους, ενώ για τα τελευταία έξι έτη κατά ποσοστό 6% κατ' έτος, πλέον χαρτοσήμου 3,6%. Ήδη, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, το μίσθωμα ανερχόταν στο ποσό των 6.077,50 ευρώ πλέον του αναλογούντος χαρτοσήμου 3,6%...
Ωστόσο, όπως είναι πασίδηλο, στις αρχές του έτους 2010, προκειμένου να ανταποκριθεί στις τρέχουσες δημοσιονομικές της ανάγκες, η χώρα κατέφυγε στη στήριξη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και στο μηχανισμό στήριξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ακολούθησε σημαντική μείωση των αποδοχών των μισθωτών και συνταξιούχων, η εμπορική κίνηση περιήλθε σε ολοένα και αυξανόμενη πτωτική τροχιά, ενώ πολλές επιχειρήσεις έκλεισαν με συνέπεια την απώλεια σημαντικού αριθμού θέσεων εργασίας.
Προσέτι από το έτος 2010 αυξήθηκαν κατακόρυφα οι επιβαρύνσεις επί τη τιμής των καυσίμων (ειδικός φόρος κατανάλωσης, Φ.Π.Α. κλπ), με αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με τη συρρίκνωση της καταναλωτικής δύναμης των πολιτών, τη μεγάλη πτώση των πωλήσεων καυσίμων. Και ναι μεν το μίσθιο βρίσκεται σε περιοχή με μεγάλη κίνηση, πλην όμως, όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα και επικαλούμενα από τον ενάγοντα στοιχεία της κίνησης του πρατηρίου επί του ένδικου μισθίου, για το μεν έτος 2010 είχε πωλήσεις μηνιαίως κατά μέσο όρο 480.000 λίτρων καυσίμων, και για το 2011 380.000 λίτρων, όταν κατά τα έτη 2008 και 2009 είχε πωλήσεις 600.000 λίτρων περίπου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τα επικαλούμενα από τον ενάγοντα συγκριτικά στοιχεία στην ίδια περιοχή και ειδικότερα, για πρατήριο με σήμα "REVOIL" επί της λεωφόρου ... καταβάλλεται ως μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 3.915 ευρώ (και ήδη μετά μείωση το ποσό των 2.500 ευρώ), ενώ για πρατήριο με το σήμα "..." επί της ..., καταβάλλεται μηνιαίο μίσθωμα 3.000 ευρώ.
Σύμφωνα δε με την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον ενάγοντα από 3-11-2014 εκτιμητική έκθεση του αρχιτέκτονα μηχανικού Μ. Τ., η μισθωτική αξία του ένδικου μισθίου ανέρχεται στο ποσό των 2.600 ευρώ μηνιαίως. Αντίθετα, οι εναγόμενες επικαλούνται ως συγκριτικό στοιχείο πρατήριο επί της Λ. ... 70, για το οποίο καταβάλλεται μηνιαίο μίσθωμα 9.000 ευρώ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το επίδικο πρατήριο, που λειτουργεί σταθερά επί 30 έτη, βρίσκεται σε προνομιούχα θέση, σε κομβικό σημείο όπου συνδέονται τρεις οδικοί άξονες, ήτοι η Λ. ..., η Λ. ... και η ..., ενώ το πρώτο πρατήριο που συναντά κανείς στη Λ. ... (διερχόμενος από τη Β. προς τη Β.), έχει πρόσοψη επί της Λ. ... μήκους 30 μέτρων και η είσοδος των οχημάτων είναι εύκολη και γρήγορη χωρίς να διέρχεται κανείς από παράδρομο, ενώ διαθέτει είσοδο και από την οδό Δ..
Ο ενάγων υπήρξε μισθωτής του επίδικου πρατηρίου ήδη από το έτος 1996, όταν με το από 8-3-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, μίσθωσε το επίδικο πρατήριο για χρονικό διάστημα 12 ετών και το εκμεταλλευόταν ο ίδιος σε συνεργασία με την προμηθεύτρια εταιρεία ("..."). Μάλιστα, πέραν του επιδίκου ο ενάγων διατηρεί την εκμετάλλευση και άλλου πρατηρίου καυσίμων, του προαναφερθέντος ως συγκριτικού στοιχείου, επί της ..., που εκμεταλλεύεται υπό την εταιρική μορφή "...
ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ". Ενόψει των ανωτέρω και ενόψει τόσο της εξαιτίας της οικονομικής κρίσης μείωσης των εσόδων της ασκούμενης στο μίσθιο επιχείρησης του ενάγοντος, αλλά και των εντεύθεν εν γένει δεδομένων περί την μισθωτική αξία των καταστημάτων της περιοχής, κρίνεται ότι η μηνιαία μισθωτική αξία του μισθίου, υπό καθεστώς ελεύθερης μίσθωσης, ανέρχεται στο ποσό των 5.000 ευρώ (πλέον του τέλους χαρτοσήμου).
Συνεπώς, προκύπτει ότι μεταξύ του συμβατικώς οφειλομένου μισθώματος και εκείνου που μπορεί να επιτευχθεί υπό καθεστώς ελεύθερης μίσθωσης ("ελευθέρου μισθώματος"), υπάρχει διαφορά σημαντική, ώστε επιβάλλεται, κατά τις αρχές της καλής πίστης, αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη, να αναπροσαρμοστεί κατ' άρθρο 288 ΑΚ, το καταβαλλόμενο μίσθωμα στο επίπεδο που αίρει τη δυσαναλογία και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη.
Η δε εμμονή των εναγομένων στην πληρωμή του συμφωνημένου μισθώματος, προσκρούει από την απαιτούμενη στις συναλλαγές καλή πίστη, με συνέπεια να παρίσταται αναγκαία, όπως προαναφέρθηκε, η αναπροσαρμογή (μείωση) του μισθώματος, στο ποσό των 5.000 ευρώ μηνιαίως (πλέον του τέλους χαρτοσήμου) για το χρόνο από την επίδοση της αγωγής και εντεύθεν.
Η ένσταση των εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος δεν είναι νόμιμη, αφού τα επικαλούμενα προς θεμελίωσή της περιστατικά (περί του ότι ο ενάγων διέθετε την επαγγελματική πείρα ώστε να έχει λάβει υπόψη του κατά τη σύναψη της μίσθωσης τα ενδεχόμενα διακύμανσης των τιμών των καυσίμων και της επιβολής προσθέτων φόρων και τελών) δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος κατά την έννοια της ΑΚ 281".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά εφάρμοσε στην κρινόμενη περίπτωση τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, δεδομένου ότι τα επικαλούμενα από τις αναιρεσείουσες πραγματικά περιστατικά προς στοιχειοθέτηση της παραπάνω ενστάσεως, δεν θεμελιώνουν κατάχρηση κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες μέμφονται το Εφετείο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, για τη μη παραδοχή της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος, είναι αβάσιμος.
Η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπει άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.
Παρέχει δε η διάταξη αυτή στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο, το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης (ΟλΑΠ 9/1997).
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 1 έως 3 του ΠΔ 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων και γενικά των προστατευομένων από το νόμο αυτό μισθώσεων", το μίσθωμα καθορίζεται ελεύθερα κατά τη σύναψη της μίσθωσης από τους συμβαλλόμενους, αναπροσαρμόζεται δε κατά τα χρονικά διαστήματα και το ύψος που προβλέπεται στη σύμβαση.
Όρος για ποσοστιαία σταδιακή αναπροσαρμογή του μισθώματος, που συνομολογείται μετά την 1η Σεπτεμβρίου 1994, ισχύει για χρόνο (συμβατικό ή με αναγκαστική παράταση), για τον οποίο δεν έχει προβλεφθεί σταδιακή αναπροσαρμογή, εφόσον τα μέρη δεν έχουν αποκλείσει την ισχύ του για χρόνο που δεν προβλέπεται από τη σύμβαση.
Αν δεν υπάρχει συμφωνία αναπροσαρμογής ή αυτή έχει εξαρτηθεί από άκυρη ρήτρα, η αναπροσαρμογή γίνεται μετά διετία από την έναρξη της σύμβασης, χωρίς δικαστική μεσολάβηση, στα ποσοστά που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου. Στη συνέχεια χωρεί αναπροσαρμογή του μισθώματος με μόνη προϋπόθεση την πάροδο έτους από την προηγούμενη, ανέρχεται δε η αναπροσαρμογή αυτή σε ποσοστό 75% της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μήνα της αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους (απλή δωδεκάμηνη μεταβολή), όπως αυτή υπολογίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος.
Τέλος, με την παρ. 4 του αυτού άρθρου ορίστηκε ότι "σε κάθε περίπτωση μπορεί να ζητηθεί αναπροσαρμογή του μισθώματος με τη συνδρομή του άρθρου 388 ΑΚ". Εξάλλου, η αναφορά στο νόμο μόνο του τελευταίου άρθρου δεν υποδηλώνει βούληση αποκλεισμού αναπροσαρμογής του μισθώματος υπό τις προϋποθέσεις της εφαρμοστέας, όπως προαναφέρθηκε, σε κάθε οφειλή διάταξης του άρθρου 288 του ΑΚ (ΟλΑΠ 9/1997).
Ο εκμισθωτής, επομένως, δεν αποκλείεται, ενόψει και του άρθρου 44 του ως άνω ΠΔ/τος, που ορίζει ότι οι μισθώσεις του εν λόγω διατάγματος, εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο σ' αυτό, διέπονται από τους συμβατικούς όρους τους και τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, να ζητήσει κατά το άρθρο 288 ΑΚ αναπροσαρμογή του οφειλόμενου αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή μισθώματος, εφόσον εξαιτίας προβλεπτών ή απρόβλεπτων περιστάσεων επήλθε αδιαμφισβήτητα τόσον ουσιώδης αύξηση της μισθωτικής αξίας του μισθίου ακινήτου, ώστε, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες, η εμμονή του μισθωτή στην καταβολή του ίδιου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, παρά την ανάγκη διασφάλισης των σκοπών του ως άνω νόμου και κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται, η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο το οποίο και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη (ΟλΑΠ 9/1997).
Το δικαίωμα αναπροσαρμογής κατά τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ είναι διαπλαστικό και κατά συνέπεια τόσο η αγωγή όσο και η απόφαση είναι διαπλαστικές. Αν λοιπόν πραγματοποιηθεί αναπροσαρμογή με δικαστική απόφαση, λόγω ακριβώς του διαπλαστικού της χαρακτήρα, του λοιπού ο περί του μισθώματος συμβατικός όρος (ήτοι η συμφωνία περί σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος) καταλύεται και δεν ισχύει για το μέλλον, αφού κρίνεται ότι είναι απρόσφορος πλέον να ρυθμίσει το ζήτημα του ύψους του μισθώματος.
Μετά από αυτή το μόνο που μπορεί να ισχύσει για το μέλλον είναι η νόμιμη αναπροσαρμογή που ρυθμίζεται από το άρθρο 7 παρ. 3 του ΠΔ 34/1995, η δε απαιτούμενη από το νόμο για την πραγματοποίηση αυτής ετήσια προθεσμία αρχίζει από το χρόνο που συντελείται η αναπροσαρμογή με την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή από την επίδοση της αγωγής.
Εξάλλου, με τη δικαστική απόφαση αναπροσαρμογής μεταβάλλονται τα περιστατικά, πάνω στα οποία οι συμβαλλόμενοι στήριξαν τη συμφωνία για σταδιακή αναπροσαρμογή και έτσι δεν μπορεί να γίνει λόγος για τήρηση των συμφωνηθέντων. Αυτή δε η ίδια η προσφυγή στο δικαστήριο εκ μέρους του ενός των συμβληθέντων μερών (ή και αμφοτέρων) υποδηλώνει με σαφήνεια τη θέληση του ενός (ή και αμφοτέρων) για μη τήρηση των συμφωνηθέντων.
Τελικά, με την αναπροσαρμογή του μισθώματος από το δικαστήριο και τη συνακόλουθη κατάργηση της συμφωνίας σταδιακής αναπροσαρμογής, επιτυγχάνεται η σε βάθος χρόνου ομαλοποίηση της διαταραχθείσας συμβατικής σχέσεως και ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος μελλοντικών δικαστικών διενέξεων από την ίδια συμβατική σχέση και για την ίδια αιτία (ΟλΑΠ 3/2014).
Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και στη διάταξη του αριθμού 9 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για την παρά το νόμο λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ιδρύεται, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, έλαβε υπόψη του γεγονότα τα οποία δεν περιλαμβάνονται σ' αυτήν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής.
Όταν όμως το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων σ' αυτή πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επιδίκου δικαιώματος και προσδίδει στην προβαλλόμενη με την αγωγή έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, έστω και αν καταλήγει σε νομικό συμπέρασμα διαφορετικό από το προβαλλόμενο από τον ενάγοντα, από τις σχετικές απόψεις του οποίου δεν δεσμεύεται, δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ούτε επιδικάζει κάτι που δεν ζητήθηκε, ούτε επιδικάζει περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, ώστε να δημιουργούνται λόγοι αναίρεσης από τα εδάφια 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες (εναγόμενες) προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί, ενώ με την αγωγή του ο αναιρεσίβλητος ζητούσε, πέραν της αναπροσαρμογής του μηνιαίου μισθώματος, τη μείωση της συμφωνημένης ετήσιας αναπροσαρμογής του μισθώματος από ποσοστό 5% για τα πρώτα έξι έτη και από ποσοστό 6% για τα επόμενα έξι έτη της μίσθωσης, σε ποσοστό 2% για κάθε μισθωτικό έτος και το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμο, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέλυσε τη συμβατική ρύθμιση για ετήσια αναπροσαρμογή του μισθώματος, ορίζοντας την αναπροσαρμογή αυτή με βάση το άρθρο 7 παρ. 3 του ΠΔ 34/1995, ήτοι σε ποσοστό ίσο με το 75% του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, το πρόσημο του οποίου είναι αρνητικό από την 1-11-2012 και μέχρι σήμερα, ήτοι επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο περισσότερα από όσα ζητούσε με την αγωγή του, και έτσι κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ. Το Εφετείο επί του παραπάνω αιτήματος της αγωγής δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω με την δικαστική αναπροσαρμογή καταλύεται για το μέλλον η συμβατική ρύθμιση για αναπροσαρμογή και ισχύει πλέον η νόμιμη αναπροσαρμογή όπως ρυθμίζεσαι με το άρθρο 7 παρ. 3 του ΠΔ/τος 34/1995.
Συνεπώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη δέχθηκε μεν την ανάγκη αναπροσαρμογής του μισθώματος από την επίδοση στο ως άνω ποσό, δεχόμενο εν μέρει την αγωγή, πλην όμως απέρριψε ως αβάσιμο στην ουσία το αίτημα περί μείωσης του ποσοστού της συμφωνημένης ετήσιας αναπροσαρμογής (και ως εκ τούτου να εξακολουθεί να ισχύει ο συμβατικός περί αναπροσαρμογής του μισθώματος κατά 5% ετησίως κατ' έτος για τα επόμενα του πρώτου 5 έτη και 6% ετησίως για τα τελευταία έξι έτη), έσφαλε αναφορικά με την τελευταία αυτή παραδοχή του περί την εφαρμογή του νόμου.
Κατ' αποδοχή λοιπόν ως βάσιμων και κατ' ουσίαν αμφοτέρων των εφέσεων, αφού κατόπιν αυτών ερευνάται αυτεπαγγέλτως το νόμιμο της αγωγής, πρέπει αφού εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το εν λόγω κεφάλαιό της και τη συναφή περί εξόδων διάταξή της... και κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί κατ' ουσίαν, κατά το αντίστοιχο μέρος της, να απορριφθεί ως μη νόμιμη πλέον κατά τα προεκτεθέντα η αγωγή κατά το εν λόγω αίτημά της (οπότε κατά συνέπεια σύμφωνα με τη σχετική πρόβλεψη του νόμου μετά το έτος από την επίδοση της αγωγής το μίσθωμα θα αναπροσαρμόζεται πλέον ετησίως κατά ποσοστό ίσο με το 75% της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μήνα αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου κάθε φορά έτους, όπως αυτή υπολογίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος)".
Έτσι κρίνοντας το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ορθά εφάρμοσε αυτεπαγγέλτως το νόμο και προέβη στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, προσδίδοντας στην προβαλλόμενη με την αγωγή έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, έστω και αν καταλήγει σε συμπέρασμα διαφορετικό από το προβαλλόμενο από τον ενάγοντα και δεν επιδικάζει κάτι που δεν ζητήθηκε, καθόσον, όπως αναπτύχθηκε στην ανωτέρω νομική σκέψη, αν πραγματοποιηθεί αναπροσαρμογή του μισθώματος με δικαστική απόφαση καταλύεται, από το χρόνο που συντελείται η αναπροσαρμογή με τη δικαστική απόφαση, ο συμβατικός όρος περί σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος και μπορεί να ισχύσει για το μέλλον η προβλεπόμενη με το άρθρο 7 παρ. 3 του ΠΔ/τος 34/1995 αναπροσαρμογή.
Συνεπώς, οι αιτιάσεις του τρίτου και τελευταίου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτες αφού κατά τα ανωτέρω δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης από τη διάταξη αυτή όταν το δικαστήριο, όπως στην προκειμένη περίπτωση, εφάρμοσε αυτεπαγγέλτως το νόμο και έχει προβεί στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, με βάση το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, έστω και αν κατέληξε σε διαφορετικό από το προβαλλόμενο από τον αναιρεσίβλητο νομικό συμπέρασμα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-7-2018 και με ειδικό αριθμό καταθέσεως 553/2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1809/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Και Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που κατατέθηκε για την ως άνω αίτηση αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ