Legislator Case Law & Legislation
565/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property ownership, rejecting arguments regarding adverse possession and abuse of right.

Case Number 565/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against the Second Instance Court's decision recognizing the respondents' property rights. The appellants argued for adverse possession and abuse of right, but the court found the lower court's factual findings regarding the timeline of possession and usage sufficient. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellants were ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 34, 35 of the Civil Code; Articles 62, 73, 286 of the Code of Civil Procedure: The court rejects claims of adverse possession when the factual record clearly demonstrates the opposing party's continuous possession and usage of the property without interruption, thereby negating the legal requirements for such a claim.

Keywords

AI generated
adverse possession property ownership abuse of right civil procedure appeal dismissal legal costs possession timeline

Cited Legislation

AI generated
Articles 34, 35 of the Civil Code
Articles 62, 73, 286 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 565 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 565/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη -Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 20η Νοεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των καλουσών- αναιρεσειουσών: 1.Α. Π. του Ε., 2 Κ. Κ. του Α., 3Σ. Σ. συζ. Γ. Μ., το γένος Α. Κ. κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ευάγγελο Κουρή.

Των καθών η κλήση- αναιρεσίβλητων: 1. Α. συζ. Λ. Κ., το γένος Ε. Κ., κατοίκου ... ,ατομικά και ως κληρονόμου της μητρός της Θ. χήρας Ε. Κ., η οποία δεν παραστάθηκε, 2 Κ. θυγατέρας Ε. Κ., συζ. Δ. Π., κατοίκου ... , ατομικά και ως κληρονόμου της μητρός της Θ. χήρας Ε. Κ., 3.Γ. Ε. Κ. συζ. Γ. Β. κατοίκου ... ατομικά και ως κληρονόμου της μητρός της Θ. χήρας Ε. Κ., 4.Λ. Ε. Κ. συζ. Β. Π., κατοίκου ..., ατομικά και ως κληρονόμου της μητρός της Θ. χήρας Ε. Κ., 5. Σ. Σ. Ε. Κ. συζ. Γ. Φ., κατοίκου ..., ατομικά και ως κληρονόμου της μητρός της Θ. χήρας Ε. Κ., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Ειρήνη Κρητσιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1274/2007 μη οριστική, 36/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 27/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 31-5-2018 αίτησή τους, που επανήλθε προς συζήτηση με την από 14-5-2019 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 31-5-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 27/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Με αυτήν έγινε δεκτή η στρεφόμενη κατά τεσσάρων εναγομένων (ήδη μετά το θάνατο των δύο πρώτων από αυτούς κατά τη διάρκεια της δευτεροβάθμιας δίκης οι αναιρεσείουσες, συνέχισαν τη δίκη στη θέση των αποβιωσάντων, ως κληρονόμοι τους, αλλά και ατομικά) αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αναγνωριστική κυριότητας οικοπέδου μετά των εντός αυτού κτισμάτων και διεκδικητική κυριότητας επί μέρους τμημάτων ορισμένων κτισμάτων, κατά τον επικαλούμενο παράγωγο τρόπο (κληρονομιά που αποδέχθηκαν και μετέγραψαν) και με έκτακτη χρησικτησία, αφού προηγουμένως έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης και εξαφανίστηκε τη τελευταία που είχε απορρίψει την αγωγή.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 34, 35 ΑΚ, προς εκείνες των άρθρων 62, 73, 286 επ. 313 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (573 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά τη διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.

Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου, δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, ενώ η απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή της δίκης.

Στην περίπτωση αυτή, τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος. Αν απευθύνονται κατά του τελευταίου, είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.

Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται από μόνοι τους κατά τη συζήτηση, με την ιδιότητα αυτή, στη θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ Ολομ. 31/2009, ΑΠ Ολομ. 27/1987, ΑΠ 401/2018, ΑΠ 338/2018, ΑΠ 1060/2017).

Η ακυρότητα δε αυτή, ως αναγόμενη στην έλλειψη της κατά το άρθρο 62 εδ.α ΚΠολΔικ διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας να είναι κάποιος διάδικος, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως (αρθρ. 73 ΚΠολΔικ), εφόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους στοιχεία προκύπτουν οι προϋποθέσεις αυτής, δηλαδή, ο προηγηθείς της άσκησης της αναίρεσης θάνατος του αναιρεσιβλήτου και η κατά την άσκηση αυτής γνώση του γεγονότος τούτου από τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 401/2018, ΑΠ 642/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, η πρώτη αναιρεσίβλητη-ενάγουσα-εκκαλούσα Θ. χα Ε. Κ. απεβίωσε στις 13-10-2017, δηλαδή, μετά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου (21-9-2017) και πριν από την κατάθεση στις 4-6-2018 της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, αφήνοντας ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τα πέντε τέκνα της, ήτοι τις λοιπές πέντε (5) αναιρεσίβλητες-ενάγουσες-εκκαλούσες, κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου την καθεμία, οι οποίες και δεν αποποιήθηκαν την κληρονομιά.

Τα ανωτέρω αποδεικνύονται, ιδίως, από την από 19-10-2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξίαρχου Δ.Ε ... του Δήμου Κεφαλονιάς, το με αριθ.πρωτ. .../30-10-2017 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Κεφαλονιάς και τα με αριθ.πρωτ. …2019 και …/2019 πιστοποιητικά του Ειρηνοδικείου Σαμαίων περί μη δημοσίευσης διαθήκης και μη αποποίησης του κληρονομικού δικαιώματος αντίστοιχα, αλλά και το με αριθ.

πρωτ. .../2019 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Κεφαλλονιάς περί μη αμφισβήτησης του κληρονομικού δικαιώματος. Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι οι αναιρεσείουσες γνώριζαν το θάνατο της πρώτης αναιρεσίβλητης.

Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης, είναι έγκυρη και κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία είχε αποβιώσει πριν από την άσκησή της και νόμιμα, μετά τη ματαίωση της συζήτησης αυτής κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο της 3-4-2019, φέρεται προς συζήτηση με την από 14-5-2019 κλήση των αναιρεσειουσών, την οποία απευθύνουν καθόλων των λοιπών πέντε (5) αναιρεσιβλήτων, τόσο ατομικά, όσο και με την ιδιότητα των εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιώσασας και στην οποία κλήση γίνεται λόγος για την έλλειψη γνώσης του θανάτου αυτής από τις αναιρεσείουσες.

Συνεπώς, νόμιμα χωρεί η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης με τις νομίμως κλητευθείσες και παριστάμενες κληρονόμους της αποβιώσασας, δηλαδή, με τις τέσσερις (4) λοιπές αναιρεσίβλητες και καθών η κλήση, πλην της 2ης αναιρεσίβλητης και 1ης των καθών η κλήση, Α. συζύγου Λ. Κ.-Κ., ως προς την οποία θα γίνει λόγος παρακάτω, και κατά το αναλογούν σε καθεμία κληρονομικό μερίδιο.

Οι παριστάμενες δε αναιρεσίβλητες με τις προτάσεις τους, όχι μόνο συνομολογούν το θάνατο της αποβιώσασας μητέρας τους, την κληρονομική τους ιδιότητα, αλλά και προσκομίζουν τα προαναφερόμενα έγγραφα και, επιπρόσθετα, συνομολογούν την έλλειψη της γνώσης του θανάτου της αποβιώσασας από τις αναιρεσείουσες και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς και κατά το μέρος που παρίστανται με την ιδιότητά ως κληρονόμων της αποβιώσασας.

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται, ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ, σε αποφατική περίπτωση, κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Κατά την παρ.3 εδ.β' του ίδιου άρθρου (που προστέθηκε σ' αυτό με το άρθρο 62 του Ν.4139/20.3.2013), αν στη δίκη μετείχαν περισσότεροι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (ΑΠ 571/2016). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 134 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ, αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση, διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον Εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή το οποίο εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση.

Η διάταξη αυτή, με την οποία καθιερώνεται νόμιμη πλασματική κλήτευση του διαδίκου, με πραγματική επίδοση του εγγράφου στον Εισαγγελέα, όταν εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, εξακολουθεί να ισχύει και μετά την κύρωση της από 15 Νοεμβρίου 1965 Διεθνούς Συμβάσεως της Χάγης με το νόμο 1334/1983.

Η διεθνής αυτή σύμβαση δεν καταργεί τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των χωρών που την υπέγραψαν, αλλά αποκλείει να θεωρηθεί η πλασματική επίδοση ως ολοκληρωθείσα με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκης ή άλλου ισοδυνάμου δικογράφου στον Εισαγγελέα, όπως ορίζει το άρθρο 136 παρ.1 ΚΠολΔ, δηλαδή, ανεξάρτητα από το αν παραλήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, κατά τον οριζόμενο στη σύμβαση αυτή τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται η θεμελιώδης αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως.

Ειδικότερα, με τις διατάξεις της πιο πάνω Διεθνούς Συμβάσεως, η οποία σύμφωνα με την από 3/17.8.1983 ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών, τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα από 18.9.1983, έχοντας την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ρυθμίστηκαν τα της επιδόσεως και κοινοποιήσεως στο εξωτερικό δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, όταν το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται το έγγραφο έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 5 και 6 της εν λόγω συμβάσεως, την οποία είχαν κυρώσει και οι ΗΠΑ, όταν πρόκειται να γίνει επίδοση σε πρόσωπο που διαμένει σε συμβαλλόμενο κράτος η σχετική αίτηση απευθύνεται προς την αρμόδια αρχή της χώρας στην οποία γίνεται η επίδοση, η δε επίδοση διενεργείται είτε σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο γίνεται είτε σύμφωνα με τον τύπο ή τη διαδικασία που επιθυμεί ο επισπεύδων, αρκεί να μην αντιβαίνει στη νομοθεσία του κράτους στο οποίο γίνεται η επίδοση και αποδεικνύεται από βεβαίωση που συντάσσει η αρμόδια αρχή του κράτους όπου έγινε η επίδοση, σύμφωνα με την οποία (βεβαίωση) θα προσδιορίζεται ο τύπος, η ημερομηνία εκτελέσεως της επιδόσεως και το πρόσωπο που παρέλαβε το επιδοτέο έγγραφο.

Επομένως, κατά τις διατάξεις της παραπάνω διεθνούς συμβάσεως, η επίδοση σε πρόσωπο που διαμένει στην επικράτεια ενός από τα συμβαλλόμενα κράτη, που γίνεται με επίσπευση υπηκόου του άλλου κράτους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συντελέστηκε από την παράδοση στον Εισαγγελέα του επιδοτέου εγγράφου, αλλά απαιτείται και η κατά τον παραπάνω τρόπο απόδειξη ότι πράγματι η επίδοση έγινε στο πρόσωπο προς το οποίο απευθυνόταν. (Ολ.ΑΠ 22 - 26/2009, ΑΠ 571/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτει ότι η προαναφερόμενη δεύτερη αναιρεσίβλητη και πρώτη των καθών η κλήση, Α. σύζυγος Λ. Κ.-Κ., για τον εαυτό της ατομικά και ως κληρονόμος της προναφερόμενης μητέρας της πρώτης αναιρεσίβλητης - αρχικώς ενάγουσας Θ.

χας Ε. Κ., κατά την εκφώνηση και συζήτηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 20-11-2019, δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Από την προσκομιζόμενη από τις επισπεύδουσες τη συζήτηση αναιρεσείουσες με αριθ. .../25-7-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ν.

Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της προαναφερόμενης από 14-5-2019 κλήσης των αναιρεσειουσών, την οποία, κατά τα προαναφερόμενα, απευθύνουν και κατ' αυτής με τις παραπάνω ιδιότητες, καλούμενη να παραστεί κατά την αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε στις 25-7-2019 στον Εισαγγελέα του δικαστηρίου τούτου, ώστε να κινηθεί από αυτόν η κατά τη Σύμβαση της Χάγης διαδικασία για την επίδοσή της στην παραπάνω, κάτοικο ΗΠΑ και στην αναφερόμενη γνωστή διεύθυνση.

Πλην, όμως, δεν προσκομίζεται η προαναφερόμενη βεβαίωση του άρθρου 6 της παραπάνω Διεθνούς Συμβάσεως περί πραγματοποίησης της επίδοσης της κλήσης προς την εν λόγω αναιρεσίβλητη και καθής η κλήση. Αντίθετα, προσκομίζονται στην ξένη απαντήσεις διάφορων αρχών των ΗΠΑ όπου αναφέρεται ότι δεν πραγματοποιήθηκε η επίδοση, διότι δεν κατέστη δυνατό να ευρεθεί η αναφερόμενη διεύθυνση της παραπάνω καλούμενης Α.

Κ.-Κ.. Επομένως, εφόσον δεν αποδεικνύεται η νόμιμη κλήτευση της ανωτέρω, (και με τις προαναφερόμενες δύο ιδιότητες), η οποία συνδέεται με τις λοιπές παριστάμενες αναρεσίβλητες (αδελφές της) με το δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρο 74 παρ. 1 ΚΠολΔ), ως διαφοράς που αφορά κυριότητα επί ακινήτου, πρέπει, κατά τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς την εν λόγω απολιπόμενη Α.

Κ.-Κ., αφού χωριστεί η υπόθεση ως προς αυτήν και να προχωρήσει η συζήτηση ως προς τους λοιπούς διαδίκους. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005).

Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να καθορίζεται ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορά η σχετική αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη του υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 293/2016, ΑΠ 434/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο έκτασης τριακοσίων ενός τετραγωνικών μέτρων και ενενήντα πέντε εκατοστών (301,95 τ.μ.), το οποίο βρίσκεται στον οικισμό ...

του δημοτικού διαμερίσματος ... του άλλοτε Δήμου και νυν δημοτικής ενότητας ... του Δήμου Κεφαλλονιάς. Εντός του οικοπέδου αυτού έχουν ανεγερθεί: α) μία ισόγεια κατοικία επιφάνειας 68 τ.μ. περίπου με υπόγειο ίδιας ακριβώς επιφάνειας, β) μία ακόμη ισόγεια κατοικία επιφάνειας 36 τ.μ. περίπου με υπόγειο ίσης επιφάνειας, γ) ένα ισόγειο κτίσμα επιφάνειας 14 τ.μ.

περίπου, δ) ένα έτερο ισόγειο κτίσμα επιφάνειας 13 τ.μ. κατά προσέγγιση, ε) ένας στεγασμένος χώρος, που χρησιμοποιείται ως αποθήκη, επιφάνειας 8 τ.μ. περίπου, στ) μία υδατοδεξαμενή, επιφάνειας 7 τ.μ. περίπου. Το επίδικο συνορεύει βορειοδυτικά με νυν ιδιοκτησία Λ. Κ. και τέως Γ. Μ., νοτιοδυτικά με τον επαρχιακό δρόμο ..., νοτιοανατολικά και εν μέρει νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία Δ.

Σ. και τέλος ανατολικά και βορειοανατολικά με δημοτική οδό πλάτους 1,50-2,50 μέτρων. Η τελευταία αυτή οδός διαχωρίζει το επίδικο ακίνητο από έτερο ακίνητο του απώτερου δικαιοπαρόχου όλων των διαδίκων, Γ. Κ., έκτασης κατά προσέγγιση 500 τ.μ. Το επίδικο οικόπεδο ανήκε αρχικά στον προαναφερόμενο Γ. Κ. του Α., πατέρα του ήδη αποβιώσαντος, 1ου εναγομένου, Α.

Κ., πεθερό της 1ης ενάγουσας και παππού των λοιπών εναγουσών και της 2ης και 3ης των εφεσίβλητων (3ης και 4ης αντίστοιχα των εναγομένων) και προπάππου της Α. Π., η οποία υπεισήλθε ως κληρονόμος στη θέση του αρχικώς 1ου εναγομένου παππού της, Α. Κ.. Ο ανωτέρω απώτερος δικαιοπάροχος των διαδίκων, Γ. Κ., είχε αποκτήσει δυνάμει του υπ' αριθ.

…1905 συμβολαίου αγοραπωλησίας του τέως Συμβολαιογράφου ..., Α. Δ., νομίμως μεταγεγραμμένου στο βιβλίο μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαμαίων (άλλοτε Δήμου ...) στον τόμο … και με αριθ. …, το περιγραφόμενο στο ανωτέρω συμβόλαιο ακίνητο, ήτοι, "... το ερείπιον εις θέσιν ... της περιφέρειας ... ομού με τα εξαρτήματα του και διάφορα δένδρα, εκτός μιας ελιάς όπου είναι εντός αυτού που είναι κληρονομιά Π., ....οριοθετούμενον γύρωθεν με κτήμα κληρονομίας Α.

και Γ. Τ., με ερείπιον Α. Κ., αμαξιτής οδού και οικόπεδον Σ. Σ.....". Σύμφωνα με τον ισχυρισμό των εναγουσών στον ανωτέρω τίτλο κτήσης περιλαμβάνεται τόσο το επίδικο οικόπεδο των 301,95 τ.μ., ένα μέρος της δημοτικής οδού έκτασης 46 τ.μ. καθώς και το όμορο της εν λόγω οδού και συγκεκριμένα το κείμενο ανατολικότερα αυτής έτερο οικόπεδο του προαναφερόμενου απώτερου δικαιοπαρόχου όλων των διαδίκων, έκτασης 500 τ.μ.

περίπου και ότι τα τρία αυτά επιμέρους τμήματα αποτελούσαν ένα ενιαίο ακίνητο συνολικής έκτασης 847 τ.μ. Ο ισχυρισμός αυτός αποδεικνύεται ουσιαστικά βάσιμος. Για την κρίση του αυτή το παρόν Δικαστήριο στηρίχθηκε στα κάτωθι αποδεικτικά στοιχεία και συγκεκριμένα: 1) Από την ανάγνωση του ανωτέρω υπ' αριθ. ...1905 συμβολαίου προκύπτει ότι στο ακίνητο που περιγράφεται σε αυτό και περιήλθε στην κυριότητα του απώτερου δικαιοπαρόχου των διαδίκων, Γ.

Κ., περιλαμβάνεται το ερείπιο που βρίσκεται μέχρι και σήμερα στο ίδιο σημείο, δηλαδή στο ΒΑ άκρο του αναφερόμενου υπό στοιχείο Β τμήματος του εν λόγω ακινήτου, όπως αυτά αποτυπώνονται στο από μηνός Μαΐου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου-μηχανικού, Γ. Κ., επιπλέον δε, αναφέρονται ως όρια του ακινήτου αυτού η ιδιοκτησία Σ.

Σ. και ήδη ιδιοκτησία Δ. Σ. και η αμαξιτή οδός, η οποία εν προκειμένω δεν είναι άλλη από την υπάρχουσα στο ίδιο σημείο σήμερα Επαρχιακή οδό, η οποία αποτυπώνεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα στο νότιο τμήμα του υπό στοιχείο Α τμήματος του ακινήτου, δεδομένου ότι κατά το έτος 1905 δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε άλλη διαμορφωμένη οδός στο συγκεκριμένο σημείο και κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, στον ανωτέρω τίτλο κτήσης του απώτερου δικαιοπαρόχου των διαδίκων το ακίνητο που περιγράφεται περιλαμβάνει τα με αριθμούς Α, Β και Γ τμήματα τα οποία όλα μαζί αποτελούσαν ένα ενιαίο ακίνητο συνολικής έκτασης 847 τ.μ. (301+46+500).

Ενισχυτικό δε στοιχείο της κρίσεως ότι η ανωτέρω αναφερόμενη αμαξιτή οδός είναι η σημερινή επαρχιακή οδός αποτελεί και η αναφορά στην υπ' αριθ. ...5-2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονός τοπογράφου-μηχανικού Ν. Π., περί του ενδεχόμενου της μη ύπαρξης της Δημοτική οδού το έτος 1905 (βλ. σελ. 4 της πραγματογνωμοσύνης όπου αναφέρεται ότι: "ενδέχεται να μην υπήρχε η Δημοτική οδός το έτος 1905"). 2) Από την ανάγνωση του υπ' αριθ. .../20-7-1956 συμβολαιογραφικού εγγράφου παραχώρησης δικαιώματος ανεγέρσεως οικήματος μετά χρήσεως εικοσαετούς του Συμβολαιογράφου Σαμαίων Ι.

Γ. Μ., με το οποίο ο απώτερος δικαιοπάροχος των διαδίκων, Γ. Κ., παρείχε άνευ ανταλλάγματος "το δικαίωμα ανεγέρσεως οικήματος μετά χρήσεως εικοσαετούς προς τον δικαιοπάροχο των εναγουσών, Ε. Κ., ενός τμήματος του οικοπέδου του εκτάσεως 150 τ.μ. ως διεχωρίσθη του υπολοίπου οικοπέδου του, οριοθετούμενου γύρωθεν Ανατολικά με Ν. (Δ.) χα Σ.

Σ., Δυτικά με το υπόλοιπον οικόπεδον του ιδίου, Γ. Α. Κ., Βόρεια με Γ. χας Μ. και Νότια με Χ. Μ., περιελθόν αυτώ δυνάμει του υπ' αριθ. …/1905 συμβολαίου" προκύπτει ότι το υπόλοιπο οικόπεδο του Γ. Κ. όπως διαχωρίστηκε, βρίσκεται ανατολικά του τμήματος που παραχωρήθηκε στον Ε. Κ. και ταυτίζεται με τα υπό στοιχεία ...

τμήματα του όλου οικοπέδου, όπως αυτά αποτυπώνονται στο προαναφερόμενο από μηνός Μαΐου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου-μηχανικού, Γ. Κ., ενώ κατά την ημερομηνία σύνταξης του ανωτέρω συμβολαιογραφικού εγγράφου (20-7-1956) δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε η δημοτική οδός, η οποία δημιουργήθηκε μεταγενέστερα και αναφέρεται για πρώτη φορά στην εγγραφείσα από 16-11-1956 υποθήκη, για την οποία θα γίνει ειδικότερη αναφορά παρακάτω.

Σύμφωνα με το ανωτέρω συμβολαιογραφικό έγγραφο δεν μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα στον Ε. Κ. το προπεριγραφόμενο εδαφικό τμήμα των 150 τ.μ., αλλά το δικαίωμα ανέγερσης οικήματος στο τμήμα αυτό που αποτελούσε μέρος της ιδιοκτησίας του Γ. Κ.. Από την αναφερόμενη δε στο ανωτέρω συμβόλαιο οριοθέτηση του τμήματος που παραχωρήθηκε στον Ε.

Κ., σύμφωνα με την οποία αυτό ανατολικά συνορεύει με ιδιοκτησία Ν. (Δ.) Σ. και δυτικά με υπόλοιπο οικόπεδο του ιδίου του Γ. Κ., συνάγεται ότι αυτό τοποθετείται όπως αναφέρεται στο σχήμα 2 του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Γ. Κ., το οποίο είναι συνημμένο στην από 28-5-2010 τεχνική του έκθεση, δηλαδή βρίσκεται ενδιάμεσα στο με στοιχείο 1 τμήμα του ακινήτου του Γ.

Κ. και στα με στοιχεία ... τμήματα του υπόλοιπου ακινήτου του Γ. Κ., όπως αυτά αποτυπώνονται στο από μηνός Μαΐου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου-μηχανικού, Γ. Κ.. Αναφορά στην επαρχιακή οδό δεν γίνεται, διότι αυτή δεν αποτελούσε όριο του εδαφικού τμήματος των 150 τ.μ., όπως επίσης δεν γίνεται αναφορά και στη δημοτική οδό, διότι αυτή δεν είχε διαμορφωθεί ακόμα κατά την ανωτέρω ημερομηνία (20-7-1956). 3) Από την εγγραφείσα υποθήκη αρωγής σε βάρος του Α.

Κ., δικαιοπαρόχου των εναγομένων, στις 30-10-1956, η οποία εγγράφηκε σε ακίνητο εκτάσεως 450 τ.μ., που συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες Ν. Σ., Γ. Κ., Γ. Μ. και δημοτική οδό, προκύπτει ότι η υποθήκη αυτή αφορά το τμήμα που αποτελείται από ολόκληρο το οικόπεδο Α, το τμήμα Γ και το τμήμα με τα στοιχεία ... του οικοπέδου με το στοιχείο Β, όπως αποτυπώνονται στο από μηνός Μαΐου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου-μηχανικού, Γ.

Κ., τα οποία όλα μαζί έχουν συνολικό εμβαδό 450 τ.μ. Η αναφερόμενη στην ανωτέρω περιγραφή του ακινήτου επί του οποίου εγγράφηκε η ως άνω υποθήκη αρωγής, δημοτική οδός, ταυτίζεται με την υφιστάμενη επαρχιακή οδό, δεδομένου ότι άλλη δημόσια οδός δεν είχε διαμορφωθεί κατά το χρόνο εγγραφής της υποθήκης αυτής, όπως προειπώθηκε, και επιπλέον από τις λοιπές αναφερόμενες ιδιοκτησίες με τις οποίες συνορεύει το ανωτέρω ακίνητο, προκύπτει ότι πρόκειται για το κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα οριοθετούμενο ακίνητο που αποτελείται από τα προαναφερόμενα τμήματα. 4) Από την εγγραφείσα υποθήκη αρωγής σε βάρος του Γ.

Κ., απώτερου δικαιοπαρόχου των διαδίκων, στις 16-11-1956, η οποία εγγράφηκε σε ακίνητο εκτάσεως 500 τ.μ., που συνορεύει με Ν. Σ., Γ. Μ., Επαρχιακή οδό και ετέραν Κοινοτική οδόν, προκύπτει ότι η υποθήκη αυτή αφορά το τμήμα που περιλαμβάνει ολόκληρο το οικόπεδο Α, τμήμα του ακινήτου Β και τμήμα του ακινήτου Γ. 5) Από τo υπ' αριθ. ...21-12-1956 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Σαμαίων Ι.

Μ., με το οποίο ο απώτερος δικαιοπάροχος των διαδίκων μεταβίβασε κατά κυριότητα στον υιό του Ε. Κ., δικαιοπάρχο των εναγουσών "έν τεμάχιον του οικοπέδου του κείμενου εντός του χωρίου ... της ομωνύμου κοινότητας και δη το προς νότον ολοκλήρου, ως διεχωρίσθη δι' ευθείας γραμμής, εκτάσεως 200 τ.μ., οριοθετούμενον γύρωθεν με Γ.

Μ., Ν. Σ., κοινοτικής οδού και αρκτικώς με το υπόλοιπον κτήμα του ιδίου δωρητού", προκύπτει ότι το μεταβιβασθέν στον Ε. Κ. ακίνητο, είναι ολόκληρο το νότιο τμήμα της ιδιοκτησίας του Γ. Κ., ήτοι το υπό στοιχείο Α περιγραφόμενο στο από μηνός Μαΐου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου-μηχανικού, Γ.

Κ., ακίνητο. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται επίσης από το γεγονός ότι στην ανωτέρω περιγραφή του μεταβιβασθέντος ακινήτου στο ανωτέρω συμβόλαιο δωρεάς ο μόνος προσανατολισμός που αναφέρεται είναι "αρκτικώς" δηλαδή βορείως όπου αναφέρεται ότι στο σημείο αυτό το εν λόγω ακίνητο συνορεύει με υπόλοιπο κτήμα του δωρητού Γ.

Κ. και επιπλέον το προς νότον όριό του είναι η κοινοτική οδός που δεν μπορεί να είναι άλλη παρά η νυν επαρχιακή οδός που είναι και η μόνη που υφίσταται στο συγκεκριμένο σημείο και σε κάθε περίπτωση δεν θα μπορούσε να είναι η δημοτική οδός που βρίσκεται βορειοανατολικά του ακινήτου, διότι τότε δεν θα αναγραφόταν στο ανωτέρω συμβόλαιο ότι το μεταβιβασθέν ακίνητο συνορεύει αρκτικώς με τμήμα του ιδίου δωρητού.

Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, τα οποία διατυπώθηκαν με σαφήνεια, εμπεριστατωμένη αιτιολογία και επιχειρήματα που έχουν λογική ακολουθία στην προσκομιζόμενη από 28-5-2010 τεχνική έκθεση του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Γ. Κ., σε αντίθεση με την διενεργηθείσα υπ' αριθ. ...5-2009 πραγματογνωμοσύνη που χαρακτηρίζεται από ασάφειες και λογικά ανακόλουθα συμπεράσματα, αποδείχθηκε κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ότι το δυνάμει του υπ'αριθ. .../21-12-1956 συμβολαίου δωρεάς νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου του τέως Δήμου ...

στον τόμο … και με αριθ. …, μεταβιβασθέν ακίνητο στον δικαιοπάροχο των εναγουσών Ε. Κ., είναι το περιγραφόμενο με στοιχείο Α ακίνητο που αποτυπώνεται στο από μηνός Μαΐου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Γ. Κ., συνολικής εκτάσεως 301,95 τ.μ. Εξάλλου, ενισχυτικό της κρίσης αυτής του Δικαστηρίου γεγονός, αποτελεί και το ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των διαδίκων, Γ.

Κ., μεταβίβασε λόγω δωρεάς στον υιό του Α. Κ., δικαιοπάροχο των εναγομένων, δυνάμει του υπ' αριθ. .../20-9-1956 συμβολαίου δωρεάς του Συμβολαιογράφου Σαμαίων, Ι. Μ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο …και με αριθμό …., ένα άλλο οικόπεδο εμβαδού 200 τ.μ., το οποίο συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες Α.

Σ. και Γ. Μ. και νότια και ανατολικά με υπόλοιπο οικόπεδο του δωρητή, το οποίο είναι άσχετο με το επίδικο, ενώ δεν υπάρχει συμβόλαιο δωρεάς ή μεταβίβασης του τμήματος που οι εναγόμενες προσδιορίζουν ως επίδικο, στον δικαιοπάροχό τους Α. Κ.. Από το γεγονός δε, ότι ενεγράφη υποθήκη αρωγής σε βάρος του τελευταίου στις 30-10-1956, και αφορούσε, όπως προεκτέθηκε ανωτέρω, τμήματα του επιδίκου και συγκεκριμένα το τμήμα που αποτελείται από ολόκληρο το οικόπεδο Α (επίδικο), το τμήμα Γ και το τμήμα με τα στοιχεία ...

του οικοπέδου με το στοιχείο Β, όπως αυτά αποτυπώνονται στο από μηνός Μαΐου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου-μηχανικού, Γ. Κ., τα οποία όλα μαζί έχουν συνολικό εμβαδό 450 τ.μ., που όμως δεν του ανήκαν κατά κυριότητα, δεν μπορεί να στηριχθεί πρόθεση του δικαιοπαρόχου του Γ. Κ. να του μεταβιβάσει το ανωτέρω οικόπεδο, αλλά η ανωτέρω ενέργεια της εγγραφής υποθήκης αιτιολογείται από το ότι ήταν ο μοναδικός τρόπος για τη λήψη της αρωγής, προκειμένου να αποδοθεί σε αυτόν (Α.

Κ.) ώστε να την διαθέσει για την ανέγερση δικής του οικίας, δεδομένου ότι αρωγή χορηγούνταν μόνο για υφιστάμενες σεισμόπληκτες οικίες, όπως ήταν και η ευρισκόμενη εντός του επιδίκου ακινήτου και όχι για την ανέγερση νέων κατοικιών. Επιπροσθέτως, πρέπει να σημειωθεί, ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των διαδίκων, Γ.

Κ., διέθετε έναν μόνο τίτλο κτήσης, ήτοι το υπ' αριθ. ...1905 συμβόλαιο αγοραπωλησίας και επομένως κατά την κοινή λογική, δυνάμει αυτού κατέστη κύριος, όχι μόνο του επιδίκου ακινήτου εμβαδού 301,95 τ.μ., αλλά και του υπολοίπου ακινήτου βορειοανατολικά αυτού, την ύπαρξη του οποίου οι εναγόμενες δεν αμφισβήτησαν και επιπλέον αναφέρεται και στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης ως ενδεχόμενο ότι τα δύο ακίνητα (το επίδικο και το βορειοανατολικά ευρισκόμενο αυτού) να αποτελούσαν το έτος 1905 ένα ενιαίο ακίνητο.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος των εναγουσών, Ε. Κ. από το χρόνο κτήσης του επιδίκου ακινήτου (21-12-1956) ασκούσε επ' αυτού τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής μέχρι και το χρόνο του θανάτου του, στις 30-12-1998, χωρίς να αμφισβητηθεί από κανέναν η αποκλειστική κυριότητά του σε αυτό. Ειδικότερα, αυτός επέβλεπε τα όρια του ακινήτου αυτού, το καθάριζε και περιποιόταν την αυλή του, επισκεύασε το προσεισμικό υπόγειο-οικία που υπήρχε μέσα σε αυτό, και στη συνέχεια άρχισε να κατασκευάζει τα λοιπά κτίσματα που βρίσκονται μέσα σε αυτό, ήτοι πέτρινα κτίσματα που χρησιμοποιούνταν ως κατοικία, τον φούρνο και τους λοιπούς βοηθητικούς χώρους, την υδατοδεξαμενή και τον βόθρο, τα οποία συντηρούσε και εκκένωνε με δικά του χρήματα.

Επίσης επισκεύασε την μάνδρα που υπάρχει στο όριο του οικοπέδου με το δημοτικό μονοπάτι. Ο ίδιος χρησιμοποιούσε το υπόγειο κτίσμα αρωγής εμβαδού 68 τ.μ. ως κατοικία αυτού και της οικογένειάς του, δηλαδή της γυναίκας του, των τέκνων του και των γονέων του οι οποίοι έμεναν μαζί τους μέχρι το θάνατό τους, ενώ χρησιμοποιούσε και το ευρισκόμενο εντός του ακινήτου βοηθητικό πέτρινο κτίσμα εμβαδού 14 τ.μ.

για τη λειτουργία φούρνου. Επίσης, στον ισόγειο όροφο της πιο πάνω οικίας αρωγής, εμβαδού επίσης 68 τ.μ., που αποτελούνταν από τέσσερα δωμάτια και ένα χωλ, ο Ε. Κ. χρησιδάνεισε για αόριστο χρόνο στον αδελφό του Β. Κ., τα δύο δωμάτια που βρίσκονταν στην πλευρά της οικίας προς την ιδιοκτησία Λ. Κ., προκειμένου ο τελευταίος, ο οποίος ασκούσε το επάγγελμα του τσαγκάρη, να τα χρησιμοποιεί ως χώρο της εργασίας του.

Αποδείχθηκε ακόμα, ότι τα άλλα δύο δωμάτια χρησιμοποιούνταν από τον Ε. Κ., για την κάλυψη των αναγκών της οικογένειάς του και στη συνέχεια εκμίσθωσε το ένα από αυτά στον Δ. Φ. για τη στέγαση οδοντιατρείου, το οποίο λειτούργησε για χρονικό διάστημα επτά ετών περίπου. Στη συνέχεια, το έτος 1988, μετά από παράκληση του δικαιοπαρόχου των εναγομένων, Α.

Κ., ο Ε. Κ. χρησιδάνεισε σε αυτόν τα προαναφερόμενα δύο δωμάτια και το χωλ του ισογείου ορόφου της οικίας αρωγής προκειμένου να τα χρησιμοποιεί ως θερινή κατοικία του ιδίου και της οικογένειάς του, όταν ερχόταν στο χωριό για λίγες ημέρες το καλοκαίρι από την Αθήνα, όπου διέμεναν μόνιμα. Προς διευκόλυνση δε, της διαμονής του τελευταίου στα ανωτέρω δωμάτια, ο αδελφός του Ε.

Κ. του επέτρεψε να κατασκευάσει ένα w.c. και να τοποθετήσει στον διάδρομο έναν νεροχύτη. Τα ανωτέρω γεγονότα επιβεβαιώθηκαν αφενός από τον εξετασθέντα μάρτυρα των εναγουσών ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, Δ. Π. του Γερασίμου, ο οποίος τυγχάνει σύζυγος της ενάγουσας Κ. θυγ. Ε. Κ., χωρίς η ιδιότητα του αυτή να μειώνει την αξιοπιστία της καταθέσεώς του και αφετέρου από την υπ' αριθ. ...3-3-2007 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα των εναγουσών Ν.

Π., ο οποίος ως μόνιμος κάτοικος του χωριού ... Σάμης Κεφαλληνίας και γεννηθείς το έτος 1926, είναι σε θέση να έχει άμεση, ιδία και ασφαλή γνώση περί της ιδιοκτησιακής κατάστασης των διαδίκων σε σχέση με το επίδικο ακίνητο. Πρέπει να σημειωθεί δε, σύμφωνα και με την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ότι ο ισχυρισμός των εναγομένων περί του ότι το έτος 1962 είχε προηγηθεί άτυπη διανομή όταν η μητέρα του δικαιοπαρόχου τους, Α.

Κ., μαζί με τα αδέλφια του μεταβίβασαν προς αυτόν ατύπως τα ποσοστά συγκυριότητάς τους επί του διαιρετού τμήματος του οικοπέδου επιφάνειας 122,95 τ.μ. που βρίσκεται στη βορειοδυτική πλευρά του όλου οικοπέδου και συνορεύει ολόγυρα με την επαρχιακή οδό, με ιδιοκτησία Λ. Κ., με ιδιοκτησία Σ. και με ιδιοκτησία εναγουσών, εντός του οποίου υπάρχει κτίσμα αρωγής που αποτελείται από ισόγειο εμβαδού 68 τ.μ.

και υπόγειο ίδιου εμβαδού, ασκώντας έκτοτε αυτός τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής, καθιστάμενος κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και στη συνέχεια ο δικαιοπάροχός τους Α. προέβη σε παραχώρηση της οικίας στον αδελφό του Ε., δικαιοπάροχο των εναγουσών, για να τη χρησιμοποιεί ως κατοικία του ίδιου και της οικογένειάς του με σύμβαση χρησιδανείου αορίστου διάρκειας, δεν ευσταθεί κατά την κοινή λογική, και ως εκ τούτου τυγχάνει απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος και τούτο διότι: 1)Αφενός η εν λόγω άτυπη διανομή δεν θα μπορούσε να αφορά το ανωτέρω ακίνητο που περιγράφουν οι εναγόμενες, για το οποίο, όπως προαναφέρθηκε είχε προηγηθεί το υπ' αριθ. ...21-12-1956 συμβόλαιο δωρεάς από τον Γ.

Κ. προς τον υιό του Ε. Κ., στο οποίο περιλαμβανόταν, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, και αυτό για το οποίο οι εναγόμενες προβάλλουν τον ισχυρισμό ιδίας κυριότητας του δικαιοπαρόχου τους και κατ' επέκταση και των ιδίων. Ο ανωτέρω ισχυρισμός των εναγομένων στηρίζεται ενδεχομένους στο γεγονός ότι το δωρηθέν με το ως άνω συμβόλαιο στον Ε.

Κ. ακίνητο είχε έκταση 200 τ.μ., και όχι 301,95 τ.μ., πλην όμως η αναφερόμενη έκταση των 200 τ.μ. δεν είναι δεσμευτική, αφού είναι δυνατόν να οφείλεται σε καταμέτρηση του εμβαδού του οικοπέδου κατά προσέγγιση, συλλογισμός που κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ενισχύεται και από την με ημερομηνία 20-1-1959 εγγραφείσα υποθήκη σε βάρος του Ε.

Κ., για το ακίνητο που του μεταβιβάστηκε από τον πατέρα του με το ως άνω συμβόλαιο δωρεάς, όπου εκεί η έκταση του αναφέρεται ότι είναι 250 τ.μ. 2) Αφετέρου, διότι ο Α. Κ. διαμένοντας μόνιμα με την οικογένειά του στην Αθήνα δεν είχε βάσιμο λόγο να κατασκευάσει κατοικία την οποία δεν θα χρησιμοποιούσε ο ίδιος για την κάλυψη των οικογενειακών του αναγκών αλλά με σκοπό να την χρησιδανείσει στον αδελφό του.

Εξάλλου, ο ανωτέρω ισχυρισμός έρχεται και σε λογική αντίφαση με το γεγονός ότι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων, Ε. Κ., διέμενε από το έτος 1956 στην ανωτέρω οικία, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από τις εναγόμενες και επιπλέον επιβεβαιώθηκε και από την εξετασθείσα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μάρτυρα των εναγομένων, Ε.

συζ. Β. Κ., ήτοι, ήδη, σε χρόνο προγενέστερο από τον χρόνο που έλαβε χώρα η επικαλούμενη άτυπη διανομή. Προς ενίσχυση της ανωτέρω κρίσεως του παρόντος Δικαστηρίου συνηγορεί και το γεγονός ότι παρότι και στον ίδιο τον Α. Κ. μεταβιβάστηκε λόγω δωρεάς από τον πατέρα του έτερο οικόπεδο, δυνάμει του ανωτέρω αναφερόμενου υπ' αριθ. .../20-9-1956 συμβολαίου δωρεάς, ευρισκόμενου στην ίδια περιοχή αλλά άσχετο ως προς τα όριά του με το επίδικο ακίνητο, αυτός δεν το αξιοποίησε, αλλά το μεταβίβασε στον αδελφό του Β. (Β.) όπως ανέφερε και η εξετασθείς μάρτυρας των εναγομένων ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, Ε.

Κ., σύζυγος του Β. Κ.. Επιπροσθέτως, το γεγονός της έκδοσης των λογαριασμών για τις δαπάνες κοινής ωφέλειας (ΔΕΗ, ΟΤΕ κ.λ.π...) στο όνομα του Α. Κ. δεν αποτελεί αδιαμφισβήτητο κριτήριο για τη στοιχειοθέτηση της κυριότητας αυτού επί του επιδίκου ακινήτου, αφού οι λογαριασμοί αυτοί θα μπορούσαν να εκδοθούν στο όνομά του και υπό την ιδιότητα του ως χρησάμενου το επίδικο.

Ακολούθως αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος των εναγουσών Ε. Κ., ασκούσε ανενόχλητα τις προαναφερόμενες πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου μέχρι και το χρόνο του θανάτου του στις 30-12-1998. Στη συνέχεια το νέμονταν ανενόχλητα οι ενάγουσες με διάνοια συγκυριών ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος δικαιοπαρόχου τους και κατά τα αναλογούντα σε αυτές εξ αδιαιρέτου ποσοστά των 5/20 η πρώτη και των 3/20 η καθεμία από τις λοιπές, την οποία κληρονομιά αποδέχθηκαν δυνάμει της υπ' αριθ. .../28-2-2004 πράξης δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Σαμαίων, Β.

Δ. Δ., νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαμαίων στον τόμο … και με αυξ. αριθμό …, μέχρι και το καλοκαίρι του έτους 2004, όταν οι εναγόμενες ισχυρίστηκαν ότι τους ανήκει κατά κυριότητα, αντιποιούμενες την συννομή τους, α) στο χρησιδανεισθέν τμήμα του ακινήτου τους, ήτοι στο νότιο-νοτιοανατολικό τμήμα του ισογείου ορόφου του κτίσματος αρωγής που είναι κτισμένο μέσα στο προπεριγραφόμενο οικόπεδο των 301,95 τ.μ., επιφάνειας 45 τ.μ.

περίπου, που συνορεύει βορειοδυτικά-βόρεια με το υπόλοιπο τμήμα του ίδιου ορόφου, βορειοανατολικά- ανατολικά κατά ένα μέρος με την ταράτσα του πέτρινου κτίσματος που χρησιμοποιούνταν ως φούρνος και κατά ένα μέρος με την ταράτσα που καλύπτει το χώρο ανάμεσα στις δύο οικίες, νοτιοανατολικά και νοτιοδυτικά με τον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, β) στην ταράτσα του πέτρινου κτίσματος επιφάνειας 14 τ.μ.

περίπου που υπάρχει στο ανωτέρω οικόπεδο, που συνορεύει βορειοδυτικά-δυτικά με τον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, βορειοανατολικά-ανατολικά με το κτίσμα επιφάνειας 13 τ.μ. περίπου που υπάρχει μέσα στο οικόπεδο, νότιοανατολικά-νότια κατά ένα μέρος με το κτίσμα επιφάνειας 36 τ.μ. περίπου, που υπάρχει μέσα στο οικόπεδο και κατά ένα μέρος με την ταράτσα που καλύπτει το χώρο ανάμεσα στις δύο οικίες και νοτιοδυτικά - δυτικά κατά ένα μέρος με το προπεριγραφόμενο χρησιδανεισθέν στις εναγόμενες τμήμα του ισογείου ορόφου του κτίσματος της αρωγής που υπάρχει μέσα στο οικόπεδο και κατά ένα μέρος με το τμήμα του ίδιου ορόφου που έχει χρησιδανειστεί στον Β.

Κ. και γ) στην ταράτσα επιφάνειας 8 τ.μ. περίπου, που καλύπτει το χώρο ανάμεσα στις δύο οικίες, η οποία συνορεύει βορειοδυτικά- βόρεια με την προπεριγραφόμενη ταράτσα επιφάνειας 14 τ.μ., βορειοανατολικά-ανατολικά με τον πιο πάνω ισόγειο όροφο του κτίσματος επιφάνειας 36 τ.μ. που υπάρχει μέσα στο οικόπεδο, νοτιοανατολικά-νότια με τον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και νοποδυτικά-δυτικά με το χρησιδανεισθέν στις εναγόμενες τμήμα του ισογείου ορόφου του κτίσματος αρωγής.

Έκτοτε οι εναγόμενες αμφισβητούν το δικαίωμα συγκυριότητας των εναγουσών επί των προπεριγραφόμένων τμημάτων τα οποία παρανόμως κατέχουν, έχοντας αποβάλλει αυτές από τη σύννομη τους. Πρέπει να σημειωθεί δε, ότι όπως προκύπτει από το από μηνός Μαΐου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Γ.

Κ., σε συνδυασμό με την συνταχθείσα τεχνική του έκθεση, τα συμπεράσματα της οποίας σε συνδυασμό με την αποτύπωση του επιδίκου και των εντός αυτού κτισμάτων στο συνοδεύον αυτή ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, αξιολογείται από το παρόν Δικαστήριο ότι στηρίζονται σε εμπεριστατωμένες αιτιολογίες, έτσι ώστε να μην κρίνεται αναγκαία η διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, όπως οι ενάγουσες ζητούν, το υπόγειο του αναφερόμενου με στοιχείο 1 κτίσματος εμβαδού 68 τ.μ.

το οποίο χρησιμοποιείται ως σαλόνι - τραπεζαρία - καθιστικό επικοινωνεί άμεσα με το ισόγειο του με στοιχείο 2 κτίσματος, εμβαδού 36 τ.μ., στο οποίο βρίσκονται τα υπνοδωμάτια και η κουζίνα. Η επικοινωνία των κτισμάτων του ακινήτου που για την διαπίστωση της ύπαρξης ή μη αυτής, τέθηκε με την υπ' αριθ. 1274/2007 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας ειδικό θέμα προς απόδειξη, γίνεται όσον αφορά ειδικότερα τα ανωτέρω κτίσματα μέσα από τον υπό στοιχείο 5 χώρο, από δύο αντικριστές πόρτες, έτσι ώστε να πρόκειται για εσωτερική διαρρύθμιση ενός ενιαίου διαμερίσματος.

Επίσης, ο φούρνος που αποτυπώνεται με το στοιχείο 4 έχει την είσοδό του μέσα από το καθιστικό του υπογείου του κτιρίου με το στοιχείο 1 έτσι ώστε για να τον χρησιμοποιήσει κάποιος πρέπει να εισέλθει υποχρεωτικά μέσα από το υπόγειο με το στοιχείο 1. Από την διαπίστωση σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα ότι το υπόγειο του κτίσματος 1 με το ισόγειο του κτίσματος 2 τα οποία επικοινωνούν μέσω του χώρου 5, αποτελούν ένα ενιαίο διαμέρισμα, ενώ δεν υπάρχει άλλη είσοδος για τον φούρνο παρά μόνο αυτή που τον συνδέει με το καθιστικό του υπογείου του κτιρίου με το στοιχείο 1, ενισχύεται η άποψη των εναγουσών περί της αποκλειστικής κυριότητας του δικαιοπαρόχου τους επί του επιδίκου ακινήτου και της μετέπειτα δικής τους συγκυριότητας επ' αυτού και καταρρίπτεται ο ισχυρισμός των εναγομένων περί δικής τους κυριότητας επί της ισογείου οικίας με στοιχείο 1 εμβαδού 68 τ.μ.

μετά του υπογείου της, ιδίου εμβαδού, αφού αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει από μόνη της ξεχωριστή οικία, αλλά το υπόγειο αυτής επικοινωνεί και συνδέεται με τον φούρνο που ανήκε στον δικαιοπάροχο των εναγουσών, για τον οποίο δεν υπάρχει άλλο σημείο πρόσβασης παρά μόνο μέσω της πόρτας του υπογείου του κτιρίου 1.

Επιπλέον δε στο ισόγειο του κτιρίου 1 δεν υφίσταται αυτοτελές μπάνιο και κουζίνα αλλά εξυπηρετούνταν από τους αντίστοιχους χώρους του κτιρίου 3 που επικοινωνεί με το ισόγειο του κτιρίου 2 και αποτελούσε παράρτημα αυτού. Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι ο δικαιοπάροχος των εναγουσών κατοικούσε μαζί με τη σύζυγό του - πρώτη ενάγουσα και τα τέκνα τους στο υπόγειο της υπό στοιχείο 1 κατοικίας από το έτος 1956, η δε τελευταία εξακολουθεί να διαμένει ακόμα και σήμερα εκεί, γεγονός που όπως προαναφέρθηκε, επιβεβαίωσε η εξεταζόμενη στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρας των εναγομένων Ε.

συζ. Β. Κ.. Κατόπιν των προεκτιθέμενων, οι ενάγουσες είναι αποκλειστικές συγκυρίες του επιδίκου ανωτέρω λεπτομερώς περιγραφόμενου οικοπέδου εμβαδού 301,95 τ.μ., κατά τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά των 5/20 η πρώτη και των 3/20 η καθεμία από τις λοιπές και των εντός αυτού κτισμάτων, όπως αυτά προαναφέρθηκαν, εκ των οποίων αυτές αποβλήθηκαν από τις εναγόμενες οι οποίες παρανόμως τα κατέχουν από τα προπεριγραφόμενα υπό στοιχεία ανωτέρω στο σκεπτικό υπό στοιχεία α, β και γ επιμέρους τμήματα των κτισμάτων.

Αβάσιμα λοιπόν οι εναγόμενες διατείνονται ότι είναι κυρίες του τμήματος του επιδίκου οικοπέδου, εμβαδού 122,95 τ.μ., με την εντός αυτού οικία αρωγής που αποτελείται από ισόγειο εμβαδού, 68 τ.μ. και υπόγειο ιδίου εμβαδού, αμφισβητώντας την συγκυριότητα των εναγουσών επ' αυτού και αποβάλλοντας τες από τη σύννομή τους επί των προαναφερομένων α, β και γ των προπεριγραφόμενων επιμέρους τμημάτων των κτισμάτων.

Σύμφωνα λοιπόν με τα προαναφερόμενα, η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Η εκκαλούμενη την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη γιατί δέχθηκε ότι τα επίδικα τμήματα ανήκαν στην κυριότητα των εναγομένων κάνοντας δεκτή την προβαλλόμενη εκ μέρους τους ένστασης ιδίας κυριότητας και ως προς τον παράγωγο και ως προς τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας των εναγουσών.

Κρίνοντας έτσι, δεν εκτίμησε σωστά τις αποδείξεις και γι' αυτό έσφαλε. Πρέπει λοιπόν να γίνει δεκτή η έφεση στο σύνολο της ως κατ' ουσίαν βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση αυτή στο δικαστήριο τούτο (άρθρο 535 παρ.1 του ΚΠολΔ), να δικάσει την ουσία της και να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, όπως ορίζεται στο διατακτικό".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε, όπως προεκτέθηκε, την ένδικη αγωγή και αναγνώρισε τις ενάγουσες συγκυρίες κατά ποσοστό 5/20 την πρώτη και κατά ποσοστό 3/20 εξ αδιαιρέτου καθεμία από τις λοιπές, με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) και με έκτακτη χρησικτησία στο επίδικο ακίνητο (οικόπεδο μετά των επί αυτού κτισμάτων) και υποχρέωσε τους εναγόμενους να αποδώσουν τα καταληφθέντα τμήματα των κτισμάτων, ενώ απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμο ισχυρισμό των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας σε τμήμα του επίδικου που απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείουσες με τις προτάσεις τους στη δευτεροβάθμια δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση για την απόδειξη του ισχυρισμού τους περί ιδίας κυριότητας επί τμήματος του επίδικου και, ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπόψη:

α)τις με αριθμούς .../05.03.2007 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Κ. των μαρτύρων τους Κ. Φ., Ε. Γ. και Γ. Σ., β) την μαρτυρική κατάθεση της εξετασθείσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Ε.ς συζύγου Β. Κ., γ) την από 30.10.1956 υποθήκη της Αγροτικής Τράπεζας κατά του Α. Κ., εγγραφείσα στα βιβλία Υποθηκών στον Τόμο… και με α.α. …, δ) την από 16.11.1956 υποθήκη της Αγροτικής Τράπεζας κατά του Γ. Κ., εγγραφείσα στα βιβλία Υποθηκών στον Τόμο … και με α.α. …, ε) την από 20.01.1959 υποθήκη της Αγροτικής Τράπεζας κατά του Ευαγγέλου Κυριακόπουλου (δικαιοπαρόχου μας), εγγραφείσα στα βιβλία Υποθηκών στον Τόμο … και με α.α. … και ζ) την διενεργηθείσα κατόπιν έκδοσης της με αριθμό 1274/2007 προδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, με αριθμό …./08.05.2009 πραγματογνωμοσύνη.

Όπως όμως προκύπτει από την στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ενυπάρχουσα διαβεβαίωση ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νόμιμα και αναλυτικά αναφερόμενα με επίκληση από τους διαδίκους προσαχθέντα έγγραφα, μέχρι του πέρατος της συζήτησης, στην οποία μάλιστα γίνεται αναφορά και αξιολόγηση των περισσοτέρων από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του και τα προαναφερόμενα έγγραφα, χωρίς μάλιστα να είναι υποχρεωμένο να κάνει μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και ουδεμία αμφιβολία δημιουργείται για τη συνεκτίμησή τους με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο πιο πάνω λόγος είναι αβάσιμος.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, προβλέποντας ιδίως ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο παράγει πλήρη απόδειξη, χωρίς ή με δυνατότητα ανταπόδειξης, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως κατ' αρχήν έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα (ισοδύναμα), μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα από τα άλλα αυτά αποδεικτικά μέσα.

Εξάλλου, η δικαστική πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα κατ' άρθρο 387 ΚΠολΔ και δεν έχει αυξημένη αποδεικτική δύναμη έναντι των άλλων αποδεικτικών μέσων που δεν δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί τα προκύπτοντα από αυτήν και εναπόκειται στο δικαστήριο να της προσδώσει την προσήκουσα βαρύτητα, χωρίς να υποχρεούται να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του (ΑΠ 908/2011, ΑΠ 1526/2008), όπως ελεύθερα άλλωστε κατ' άρθρο 390 ΚΠολΔ το δικαστήριο εκτιμά τις γνωμοδοτήσεις άλλων προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης και τέχνης (ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη), η οποία είναι ισοδύναμο αποδεικτικό μέσο με τη δικαστική αφού και οι δύο εκτιμώνται ελεύθερα (ΑΠ 1964/2009).

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, κατά τα επικαλούμενα "δέχθηκε ως εμπεριστατωμένη και πλήρη την τεχνική έκθεση και το από Μαΐου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου-μηχανικού Γ.

Κ., που ενεργούσε κατ' εντολή των αντιδίκων, σε σχέση με τη διενεργηθείσα με αριθ. ...5-2009 πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε με την 1274/2007 απόφαση του Μον.Πρωτ. Κεφαλληνίας, την οποία χαρακτήρισε ασαφή και ανακόλουθη, παρά το γεγονός ότι η πραγματογνώμονας τοπογράφος - μηχανικός Ν. Π. είχε διορισθεί από το Δικαστήριο".

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το δικαστήριο δεν προσέδωσε μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στα ισοδύναμα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτίμησε ελεύθερα, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός ως προς την αιτίαση για τη δικαστική πραγματογνωμοσύνη, είναι απαράδεκτος ως αντιφατικός σε σχέση με τον αμέσως προηγούμενο δεύτερο λόγο, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ για τη μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο, μεταξύ άλλων, και της εν λόγω δικαστικής πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 435/2016).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Τέτοια εσφαλμένη εφαρμογή νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ. κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας περί αποδείξεως απόφασης.

Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δ., με το άρθρο 5 του Ν.2195/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και συνεπώς ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ. περιορίζεται μόνον όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων περιστατικών για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του (ΑΠ 435/2016).

Με το τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθ. 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους απόδειξης ως προς τη συνδρομή των πραγματικών περιστατικών της κτήσης κυριότητας των εναγουσών και την ταυτότητα του επίδικου και του ισχυρισμού των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας σε τμήμα του επίδικου στους ίδιους (εναγόμενους), που έπρεπε να αποδείξουν, κατά τα επικαλούμενα, οι ενάγουσες.

Όπως, όμως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), και το περιεχόμενο αυτής, που προεκτέθηκε αναλυτικά, το Εφετείο δεν προέβη στην επικαλούμενη παραπάνω νομική πλημμέλεια, αφού δέχθηκε ότι ενάγουσες απέδειξαν τα επικαλούμενα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αγωγή τους ως προς την παράγωγη και πρωτότυπη κτήση κυριότητας στο επίδικο, φέροντες προς τούτο και το σχετικό βάρος απόδειξης, ενώ αντίθετα οι εναγόμενοι δεν απέδειξαν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό τους περί ιδίας κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, οι οποίοι είχαν και το σχετικό βάρος της απόδειξης και τις συνέπειες της μη απόδειξης αυτού.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος, παρεκτός του ότι υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών (ΑΠ 766/2017, ΑΠ 601/2011).

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της κυριότητας του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων και, ακολούθως, των ιδίων στο επίδικο, δεχόμενο έτσι την αγωγή, καθώς και ως προς το ζήτημα της ιδίας κυριότητας των αναιρεσειουσών σε τμήμα του επίδικου, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό τους.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι σχετικές ουσιαστικές διατάξεις (κανόνες δικαίου) που παραβιάστηκαν, ενώ εξάλλου δεν γίνεται καν μνεία περί παραβίασης διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν θεμελιώνεται επίσης ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 812/2018). Περαιτέρω, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 43/1990) ή αν πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ.527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Επομένως, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 1276/2011, ΑΠ 691/2018).

Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 249, 251, 261 και 263, 277, 1094 και 1095 Α.Κ. συνάγεται ότι η παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής είναι 20 έτη και αρχίζει από την κατάληψη του πράγματος από τον εναγόμενο, με την οποία επέρχεται η προσβολή του δικαιώματος της κυριότητας, έτσι ώστε αυτό δεν είναι δυνατόν να ασκηθεί, ενώ η αναγνωριστική αγωγή κυριότητας δεν υπόκειται σε παραγραφή, αν όμως παραγραφεί η αξίωση που ασκείται με την αντίστοιχη διεκδικητική αγωγή, εκλείπει το έννομο συμφέρον του ενάγοντος για την αναγνώριση της κυριότητας και η αναγνωριστική αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος (ΑΠ 1014/2017, ΑΠ 180/2018).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Για να θεωρηθεί η άσκηση δικαιώματος ως καταχρηστική, κατά την διάταξη αυτή, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολαβήσαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Ωστόσο, η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί κατ' αυτού, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.

Aν, όμως, η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υπόχρεου επιπτώσεις, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνταν αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον ίδιο συνέπειες, τότε η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ ΑΠ 33/2005, ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 645/2016, ΑΠ 860/2018).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 8β ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους παρακάτω ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών που πρόβαλαν νόμιμα τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου, όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με τις προτάσεις τους ήτοι 1) την ένσταση περί παραγραφής της αξίωσης των αναιρεσιβλήτων, με την επίκληση ότι από το έτος 1962 μέχρι και την άσκηση της αγωγής (2005), ο πρώτος αρχικώς εναγόμενος Α.

Κ. ασκούσε επί διαιρετού τμήματος 122,95 τμ του επίδικου, μετά του εντός αυτού κτίσματος αποτελούμενου από υπόγειο 72,52 τμ και ισογείου ιδίου εμβαδού, τις αναφερόμενες πράξεις νομής με διάνοια κυρίου αυτοπροσώπως και δια αντιπροσώπων των λοιπών εναγομένων, μετά από άτυπη μεταβίβαση προς αυτόν από τη μητέρα του αλλά και τα αδέλφια του του τμήματος αυτού και ότι έκτοτε παρήλθαν 40 και πλέον έτη, με αποτέλεσμα να παραγραφεί η αξίωση. 2) την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων εκ του άρθρου 281 ΑΚ, αναφορικά με το παραπάνω διαιρετό τμήμα του επίδικου, επικαλούμενες για τη θεμελίωση αυτής το ότι ο αρχικώς πρώτος εναγόμενος Α.

Κ. κατασκεύασε εξ ολοκλήρου το παραπάνω κτίσμα επί του διαιρετού τμήματος, ότι έκτοτε το συντηρούσε και προέβαινε σε επισκευές για χρονικό διάστημα 40 και πλέον έτη μέχρι την έγερση της αγωγής, ασκώντας τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής στο κτίσμα, που τέτοιες ουδέποτε άσκησαν οι αναιρεσίβλητες, ότι ποτέ οι αναιρεσίβλητες δεν εναντιώθηκαν και ουδέποτε προέβαλαν δικαιώματα αν και γνώριζαν την πραγματική κατάσταση και ότι έτσι δημιουργήθηκε η πεποίθηση στις αναιρεσείουσες ότι δεν θα εγερθεί η αγωγή, η οποία έτσι αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ και τους προκαλεί έντονη αδικία.

Ο λόγος αυτός: α) Αναφορικά με την ένσταση παραγραφής, είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλομένης, το περιεχόμενο της οποίας προεκτέθηκε αναλυτικά, το Εφετείο μη δεχόμενο και απορρίπτοντας ρητά και με επαρκείς αιτιολογίες την ένσταση ιδίας κυριότητας των αναιρεσειουσών, στηριζόμενη στην έκτακτη χρησικτησία, για τη θεμελίωση της οποίας έγινε επίκληση των ιδίων πραγματικών περιστατικών, που οι τελευταίες θεμελίωσαν και την ένσταση παραγραφής και, ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι ουδέποτε ο πρώτος εναγόμενος νεμήθηκε το αναφερόμενο τμήμα του επίδικου με διάνοια κυρίου από το αναφερόμενο έτος (1962), αλλά αντίθετα νεμήθηκε όλο το επίδικο ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων από το 1956 μέχρι το θάνατό του (1998) και ακολούθως οι ενάγουσες ενώ τμήμα μόνο δύο δωματίων από το προαναφερόμενο κτίσμα είχε χρησιδανείσει ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων στον πρώτο εναγόμενο το 1988 και ότι η κατάληψη του χρησιδανεισθέντος με αντιποίηση της νομής των αναιρεσιβλήτων, καθώς και των άλλων κτισμάτων και τμημάτων του επίδικου έγινε το 2004, έλαβε υπόψη την παραπάνω ένσταση περί παραγραφής και την απέρριψε εκ των πραγμάτων.

β) Αναφορικά με την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων εκ του άρθρου 281 ΑΚ, η ένσταση αυτή είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, καθόσον τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν από μόνα τους την άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων καταχρηστική, κατά την έννοια που προεκτέθηκε, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, ούτε η πάροδος του παραπάνω χρόνου αρκεί από μόνη της να θεμελιώσει την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος των αναρεισιβλήτων, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη. Συνακόλουθα, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να λάβει υπόψη την παραπάνω ένσταση και έτσι δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια με τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης κατά το παραπάνω μέρος, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.

Συνεπώς ο λόγος είναι αβάσιμος και κατά το μέρος αυτό.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έναντι των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν και με τις αναφερόμενες ιδιότητες, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες που ηττήθηκαν, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων αυτών, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Χωρίζει την υπόθεση ως προς την απολιπόμενη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων και πρώτη των καθών η κλήση Α. σύζ. Λ. Κ.-Κ..

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς αυτήν.

Απορρίπτει την από 31-5-2018 αίτηση των Α. Π. κλπ. έναντι των λοιπών αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν και με τις προαναφερόμενες δύο ιδιότητες, για αναίρεση της 27/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ