Legislator Case Law & Legislation
670/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to lack of legal interest and procedural inadmissibility.

Case Number 670/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Larissa. The appellant argued that the lower court erred in rejecting her divorce claim due to lack of legal interest and failure to consider her evidence. The court ruled that the appellant lacked a legal interest to pursue the appeal regardless of the divorce outcome and that the appeal was procedurally inadmissible for failing to specify which claims were disregarded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 570, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal for lack of legal interest when the lower court's decision on the merits is not subject to review, and it rejects appeals that fail to specify the exact claims disregarded by the lower court.

Keywords

AI generated
lack of legal interest procedural inadmissibility cassation appeal divorce proceedings Code of Civil Procedure legal interest disregarded claims

Cited Legislation

AI generated
Article 570 § 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 577 §§ 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 173, 183, 189 § 1, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 670 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 670/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. Σ. του Ν., κατοίκου ... Παραστάθηκε για τον εαυτό της με την ιδιότητα του δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Ρ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ευθυμίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 4-12-2016 και 14-5-2017 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτου και αναιρεσείουσας, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 510/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 473/2021 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-11-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρ. 570 § 1 ΚΠολΔ οι διάδικοι δεν υποχρεούνται να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων, οπότε αυτές κατατίθενται είκοσι τουλάχιστον ημέρες προ της δικασίμου. Κατά δε τις διατάξεις του άρθ. 577 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης, αν δε αυτή δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια διαδικαστική προϋπόθεση, ο ΑΠ την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της άσκησης αναίρεσης είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της, τη συνδρομή της οποίας εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, βάσει των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης που παραδεκτά επισκοπεί, εκτός εάν το απαράδεκτο συνδέεται με την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων (π.χ.

αποδεικτικό επιδόσεως), που προσκομίζει και επικαλείται ο ενιστάμενος αναιρεσίβλητος, ο οποίος εάν κατέθεσε τις έγγραφες προτάσεις του σε προθεσμία μικρότερη των 20 ημερών, καθιστά δικονομικώς απαράδεκτη την προβολή με αυτές της ένστασης απαραδέκτου της άσκησης της αναίρεσης, αλλά και τη λήψη για την απόδειξη της ίδιας ένστασης των προσκομιζομένων από αυτόν με τις εκπρόθεσμες προτάσεις αποδεικτικών στοιχείων (όπως π.χ.

αποδεικτικών επιδόσεως), που δεν περιλαμβάνονται στα κατ` άρθ. 561 § 2 διαδικαστικά έγγραφα, που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (ΟλΑΠ 412/1981, ΑΠ 548/2019, ΑΠ 983/2010). Από την ως άνω διάταξη προκύπτει, κατ'ευθεία εφαρμογή, ότι και η ένσταση απαραδέκτου της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως λόγω ακυρότητος της επίδοσης και εντεύθεν δικονομικής βλάβης του παρασταθέντος κατ'αυτήν διαδίκου, πρέπει να προβάλλεται από αυτόν με εμπροθέσμως κατατιθέμενες προτάσεις, αφού στηρίζεται σε γεγονότα που δεν προκύπτουν από την αυτεπάγγελτη έρευνα (ΑΠ 35/2010, πρβλ.

και ΑΠ 116/1997 ΕλλΔνη 1997.1535, ΑΠ 446/1998 ΝοΒ 1999.1137).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθ. 108, 110 §2, 498 §1, 568 και 576 §§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη.

Εξ άλλου κατά τις διατάξεις του άρθ. 226 § 4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ , που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθ. 575 § 1 εδ. β' ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του, χωρίς εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 213/2018, ΑΠ 1507/2017, ΑΠ 716/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση προβάλλεται εκ μέρους της αναιρεσείουσας με τις προτάσεις της, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 6-12-2024, ήτοι τρείς ημέρες πριν από τη δικάσιμο της 9-12-2024, το απαράδεκτο της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως (και της κλήσεως προς συζήτησή της) εκ του λόγου ότι στο επιδοθέν σ'αυτήν την 19-10-2022 επιμελεία του αναιρεσιβλήτου αντίγραφο της από 8-11-2021 αιτήσεώς της για την αναίρεση της υπ'αριθ. 473/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, είχε επισυναφθεί εκ παραδρομής η υπ'αριθ. 1321/2022 πράξη ορισμού δικασίμου ενώπιον του Αρείου Πάγου, που αφορούσε όμως την από 29-6-2020 αίτησή της για την αναίρεση της υπ'αριθ. 46/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, στην οποία είχε επίσης εκ παραδρομής επισυναφθεί η υπ'αριθ. 1322/2022 πράξη που αφορούσε την πρώτη υπόθεση και ότι παρά το γεγονός ότι κατά την ορισθείσα για τη συζήτηση της από 8-11-2021 αιτήσεώς της για την αναίρεση της υπ'αριθ. 473/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας δικάσιμο της 24-4-2023 παραστάθηκε και υπέβαλε κοινό αίτημα αναβολής με τον αντίδικό της αναιρεσίβλητο, το οποίο έγινε δεκτό και αναβλήθηκε η υπόθεση για τη δικάσιμο της 9-12-2024, δεν μπορούσε εξαιτίας της λανθασμένης επίδοσης να αντιληφθεί ότι στις 8-1-2024 δικαζόταν η αίτηση αναίρεσής κατά της υπ'αριθ. 46/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, η συζήτηση της οποίας εν τέλει αναβλήθηκε για τις 19-5-2025, η δε παράσταση που έκανε στις 24-4-2023 πίστευε ότι αφορούσε την αίτηση αναίρεσης κατά της τελευταίας ως άνω αποφάσεως και όχι αυτήν την 473/2021 αποφάσεως.

Ότι εξαιτίας του ότι δεν κλήθηκε νόμιμα για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αιτήσεώς της για την αναίρεση της υπ'αριθ. 473/2021 αποφάσεως, υπέστη δικονομική βλάβη , αφού δεν μπόρεσε να ασκήσει πρόσθετους λόγους αναίρεσης. Ζητεί δε την εκ του λόγου τούτου ακύρωση της επίδοσης της κλήσης. Επειδή αυτό που ερευνάται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο είναι, σε περίπτωση που ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ'αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος (άρθ. 576 § 2 ΚΠολΔ) αν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα παραστάθηκε κατά τη δικάσιμο της 24-4-2023 ότε είχε προσδιοριστεί να δικαστεί η από 8-11-2021 αίτησή της για την αναίρεση της υπ'αριθ. 473/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας χωρίς να προβάλλει λόγο ακυρότητας της κλητεύσεώς της, τον οποίο προβάλει για πρώτη κατά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης επικαλούμενη δικονομική βλάβη.

Όμως η επίκληση ακυρότητας της κλητεύσεως και η εντεύθεν επίκληση δικονομικής βλάβης εξαιτίας αυτής, δεν ελέγχονται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, αφού προς απόδειξη των ισχυρισμών της θα πρέπει να προσκομιστεί το αντίγραφο του εις αυτήν επιδοθέντος δικογράφου, καθώς και να ερευνηθεί ο περί δικονομικής βλάβης ισχυρισμός της, που θα έπρεπε να είχαν προταθεί με προτάσεις κατατεθειμένες εντός της προθεσμίας του άρθ. 570 § 1 ΚΠολΔ.

Επομένως, ο προταθείς με τις εκπρόθεσμες προτάσεις της αναιρεσείουσας ισχυρισμός της είναι απαράδεκτος και δεν λαμβάνεται υπόψη. Με την κρινόμενη από 8-11-2021 αίτηση αναίρεσης ζητείται η εξαφάνιση της προσβαλλομένης υπ'αριθ. 473/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των άρθ. 592 επ.

ΚΠολΔ, με την οποία απορρίφθηκε η από 20-5-2019 έφεση της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος αυτής για την άσκησή της. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 24-9-2021 η δε αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Λάρισας στις 10-11-2021 από την ίδια την αναιρεσείουσα, η οποία είναι δικηγόρος στον Δικηγορικό Σύλλογο Λάρισας (άρθ. 495, 553, 556, 558, 564 § 3 ΚΠολΔ).

Πρέπει, συνεπώς, να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 1439 § 1 ΑΚ καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσεως να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσεως, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να μπορεί να ζητηθεί το διαζύγιο.

Έτσι ο ενάγων, για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του, πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσεως γεγονότα αυτά και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου του ή και των δύο και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός ώστε βασίμως η εξακολούθηση της συμβιώσεως έχει καταστεί αφόρητη γι` αυτόν.

Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από το ποιον από τους δύο συζύγους βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το εάν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο ενός μόνο. Αν όμως το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικώς με το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1439 § 1 ΑΚ.

Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός, συνεπάγεται ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμιά πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής αποφάσεως του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμιά περίπτωση, ούτε και στη δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο, όπως προβλέπει το άρθρο 1442 ΑΚ , ενόψει της διατάξεως του άρθρου 1444 § 1 ΑΚ, αλλά ούτε, κατ'ακολουθίαν, και σε νομικές διατάξεις που ρυθμίζουν ειδικά θέματα.

Αντικείμενο της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσεως του γάμου. Επομένως στην περίπτωση συνεκδικάσεως αντίθετων αγωγών διαζυγίου, με τις οποίες καθένας από τους συζύγους ζητεί τη λύση του γάμου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσεως από λόγο που αφορά το πρόσωπο του άλλου συζύγου, αν η μία από αυτές γίνει δεκτή και η άλλη απορριφθεί, ο διάδικος του οποίου η αγωγή απορρίφθηκε δεν έχει έννομο συμφέρον κατά τα άρθρα 68, 516 § 2 και 556 § 2 ΚΠολΔ να ασκήσει αντίστοιχα έφεση ή αναίρεση κατά της πρωτόδικης ή της τελεσίδικης αποφάσεως και να ζητήσει την εξαφάνισή της με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου του και να γίνει δεκτή η δική του αγωγή, καθόσον η έννομη συνέπεια που και αυτός επιδίωξε με την αγωγή του, δηλαδή η λύση του γάμου, στην οποία εμμένει, έχει ήδη επέλθει, και ως εκ τούτου το εκατέρωθεν υποβληθέν αίτημα δικαστικής διαπλάσεως έχει ικανοποιηθεί με την απαγγελία διαζυγίου, έστω και με βάση διάφορα περιστατικά, που συγκροτούν όμως τον ίδιο λόγο, ήτοι τον αντικειμενικό κλονισμό του γάμου (ΑΠ 1262/2020, ΑΠ 1471/2019).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για την αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, νομιμοποίηση του διαδίκου αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της καταγομένης προς κρίση εννόμου σχέσεως χωρίς, (κατ' αρχήν) να ασκεί επιρροή η αλήθεια ή όχι αυτού αφού η έλλειψη συνδρομής της παραπάνω διαδικαστικής προϋποθέσεως συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως νομικά μεν αβάσιμης κατά το στάδιο έρευνας της νομικής βασιμότητας της αγωγής ως ουσιαστικά δε αβάσιμης στην περίπτωση μη αποδείξεως (κατά το στάδιο έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας) των επικληθέντων προς θεμελίωσή της (ενεργητικής νομιμοποιήσεως) πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 628/2010 ΑΠ 2402/2007 ΑΠ 1928/2008).

Ενόψει δε του ότι, κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη, η νομιμοποίηση του διαδίκου και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή όχι των προϋποθέσεων αυτών, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθ. 1 του άρθ. 559 και όχι εκείνον του αριθ. 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής ή του ενδίκου μέσου, αντίστοιχα, δεν εκτίθενται τα στοιχεία εκείνα που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση του διαδίκου και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον του για την άσκηση τους (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1157/2017, ΑΠ 1212/2012), οπότε η έλλειψη νομιμοποίησης και εννόμου συμφέροντος ελέγχονται με το λόγο από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 742/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος της ήδη αναιρεσείουσας για την άσκησή της, η έφεσή της κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απαγγελθεί η λύση του γάμου των διαδίκων κατά παραδοχή αντίθετων αγωγών των διαδίκων περί λύσεως του γάμου τους λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης (άρθ. 1439 § 1 ΑΚ) εξαιτίας γεγονότων που αφορούσαν και τους δύο διαδίκους.

Από δε τις παραδοχές της πρωτόδικης αποφάσεως που επικυρώθηκε με την προσβαλλόμενη και το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσεως του γάμου των διαδίκων, στο οποίο, ως αποκλειστικό αντικείμενο της δίκης, κατέληξε, δεχόμενη αμφότερες τις αντίθετες αγωγές, οι οποίες είχαν το αυτό αντικείμενο και αίτημα και την ίδια πραγματική θεμελίωση, διέφεραν δε μόνο κατά το στοιχείο της υπαιτιότητας, προκύπτει, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως, ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΑΠ 50/2013), και τούτο ασχέτως των όποιων συνεπειών θα μπορούσε να έχει η κρίση της αυτή είτε ως προς τη διατροφή είτε ως προς τη θεμελίωση δικαιωμάτων με βάση ειδικές διατάξεις.

Η δε πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως σχετικά με την έλλειψη δυνατότητας να λάβει αυτή σύνταξη χηρείας λόγω της καταγνωσθείσης συνυπαιτιότητος, δεν στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό. Επομένως, ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος να την ασκήσει και συνεπώς οι συναφείς πρώτος, δεύτερος και τρίτος, κατά το πρώτο αυτού σκέλος, λόγοι αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης και κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά μέσα , που προσκόμισε με τις προτάσεις της. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος , καθόσον δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, όπως στην προκειμένη περίπτωση, αλλά απέρριψε την αγωγή, την έφεση κλπ. ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη (ΟλΑΠ 3/1997 ΕλλΔνη 1997.539, ΑΠ 615/2019, ΑΠ 663/2017).

Περαιτέρω με το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς της σχετικά με την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος για την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, τους οποίους επίσης άφησε αδίκαστους υποπίπτοντας και στην πλημμέλεια από τον αριθ. 9 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (τέταρτο σκέλος). Οι λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 8 και 9 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτοι, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει ποιοί είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί της που δεν ελήφθησαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ούτε ποιο αίτημά της άφησε αδίκαστο. Σε κάθε όμως περίπτωση το έννομο συμφέρον που επικαλείται, δεν αποτελεί πραγματικό ισχυρισμό αλλά διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης που ερευνάται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση το ερεύνησε και έκρινε ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί αυτή και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του με τις κατατεθείσες προτάσεις του (άρθ. 173, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ) όπως αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-11-2021 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 473/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ