Supreme Court dismisses appeal where lower court rejected claims as inadmissible or unlawful without substantive ruling.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision to reject the plaintiffs' claims as inadmissible or unlawful. The appellants argued the lower court lacked a legal basis and failed to provide sufficient reasoning for rejecting the claims. The court ruled that since the lower court did not examine the merits of the claims, no substantive ruling existed to ground an appeal on lack of legal basis.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the absence of a substantive ruling or insufficient reasoning is inadmissible when the lower court rejected the claim as inadmissible or unlawful without examining the merits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 615 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 615 /2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Μ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 2)Μ. Π. του Μ., κατοίκου ..., 3)Μ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 4)Κ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 5)Φ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 6)Χ. Α. του Σ., κατοίκου ..., και 7)Α. Α. του Ε., κατοίκου .... Οι 1ος , 2ος, 3η και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Δουκάκη και οι 5η, 6η και 7η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." με το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στον ..., 2)εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." (πρώην "... ..." και με το δ.τ. "... ..." ή "... ... Ε.Π.Ε.") (πρώην ... ... ΕΠΕ) που εδρεύει στον ..., 3)Ε. Ε. του Χ., κατοίκου ... (επαγγελματική έδρα) και κατοίκου ... (διεύθυνση κατοικίας), υπό την ιδιότητά του ως βασικού και κυριάρχου μετόχου, Πρόεδρου, Διευθύνοντος Συμβούλου του νομίμου εκπροσώπου του ομίλου εταιρειών ... (πρώην ομίλου εταιρειών ...), και 4)εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Μερίκα, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/11/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2236/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 4952/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/3/2018 αίτησή τους και τους από 21/7/2018 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Aπό τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. ...0 Ε'/12-6-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Η. Α., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη καταθέσεως, ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους.
Κατά τη δικάσιμο αυτή δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο οι αναιρεσείουσες Φ. Π., Χ. Α. και Α. Α. (5η, 6η και 7η των αναιρεσειόντων), όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα προς την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου.
Επομένως πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτών. Εξάλλου, από την υπ' αριθμ. ...2 Ε'/24-7-2018 έκθεση επιδόσεως του ίδιου πιο πάνω δικαστικού επιμελητή, σε συνδυασμό προς την από 24-7-2018 απόδειξη παραλαβής εγγράφου που θυροκολλήθηκε και την από 25-7-2018 βεβαίωση αποστολής συστημένης επιστολής, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο των από 21-7-2018 πρόσθετων λόγων, που άσκησαν οι αναιρεσείοντες Μ.
Μ., Μ. Π., Μ. Χ., Κ. Μ. και Α. Α. (1ος, 2ος, 3η, 4ος και 7η των αναιρεσειόντων) με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 24-7-2018, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου δεν εμφανίστηκε η 7η αναιρεσείουσα Α.
Α., πλην όμως, παρά την απουσία αυτής, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα.
2. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, όπως διευρύνθηκε με τους από 21-7-2018 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 4952/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ενάγοντες Μ. Μ., Μ.
Π., Μ. Χ., Κ. Μ., Φ. Π., Χ. Α. και Α. Α. (ήδη αναιρεσείοντες), με την από 5-11-2014 αγωγή τους κατά των εναγομένων ...'', ''... ...'', Ε. Ε. του Χ.,(1ης, 2ης και 3ου των αναιρεσιβλήτων) ''... ...'', ''... ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ '' (μη εδώ διαδίκων) και ... ΕΠΕ'' (6ης των αναιρεσιβλήτων) επικαλέσθηκαν τα ακόλουθα: Ότι κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες προσλήφθηκαν από την πρώτη εναγομένη εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στον τουριστικό κλάδο, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος, Πρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος είναι ο τρίτος εναγόμενος, πλην της πέμπτης ενάγουσας, η οποία προσλήφθηκε από την τέταρτη εναγομένη εταιρεία, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πλην του δεύτερου ενάγοντος, η σύμβαση του οποίου ήταν ορισμένου χρόνου, με τις ειδικότητες και έναντι των μηνιαίων αποδοχών που αναφέρονται αναλυτικά για τον καθένα.
Ότι όλες οι προσλήψεις έγιναν από τον τρίτο εναγόμενο, ο οποίος είναι ο βασικός μέτοχος, ιδρυτής και ιθύνων νους των επιχειρήσεων του ομίλου ''...'', που ήδη έχει μετονομασθεί σε όμιλο ''...'', στον οποίο ανήκουν όλες οι εναγόμενες εταιρείες. Ότι ο τρίτος εναγόμενος χρησιμοποίησε καταχρηστικά και αντίθετα προς τη συναλλακτική καλή πίστη τη νομική προσωπικότητα αυτών προς αποφυγή της προσωπικής του ευθύνης για τις αναλαμβανόμενες από αυτόν υποχρεώσεις. 'Οτι στοιχεία δηλωτικά της εκ μέρους του καταχρηστικής εκμετάλλευσης της νομικής προσωπικότητας των εν λόγω εταιρειών αποτελούν η ταύτισή του με αυτές, το γεγονός ότι όλοι οι εργαζόμενοι των εταιρειών ελάμβαναν από αυτόν εντολές και οδηγίες κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ότι τα Διοικητικά Συμβούλια όλων των εταιρειών απαρτίζονταν από τον ίδιο και συγγενικά του πρόσωπα, καθώς και αχυρανθρώπους, ότι οι εν λόγω εταιρείες τελούσαν μεταξύ τους σε ενότητα, χωρίς να υφίσταται σχέση μητρικής με θυγατρική, καθόσον έχουν κοινή επωνυμία, κοινό ουσιαστικά διαχειριστή, ίδιο αντικείμενο εργασίας και ίδια έδρα, ότι οι εταιρείες αυτές είχαν συσσωρεύσει υπέρογκα χρέη στο όνομά τους προς το Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία, τους προμηθευτές κλπ, σε σχέση με το εταιρικό ή μετοχικό κεφάλαιο και από τη σκόπιμη υποκεφαλαιοδότηση των εναγομένων εταιρειών από τον τρίτο εναγόμενο. 'Οτι οι εργοδότριες εταιρείες, δια του τρίτου εναγομένου, προέβησαν στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των πρώτου, τρίτης, πέμπτης και έβδομης των εναγόντων, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης.
Ότι στη συνέχεια ο πρώτος, η τρίτη και ο τέταρτος των εναγόντων άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή κατά της πρώτης εναγομένης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1313/2013 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και
1) αναγνώρισε την ακυρότητα της από 23-3-2012 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της τρίτης ενάγουσας από την πρώτη εναγομένη και επιδίκασε σ' αυτή για μισθούς υπερημερίας από Ιούλιο 2012 έως Φεβρουάριο 2013, δώρο Χριστουγέννων 2012 και επίδομα αδείας 2012 το συνολικό ποσό των 11.014,47 ευρώ,
2) επιδίκασε στους πρώτο, τρίτη και τέταρτο των εναγόντων τα ποσά των 14.571,25, 19.218,68 και 16.124,68 ευρώ αντίστοιχα και
3) αναγνώρισε την υποχρέωση της πρώτης εναγομένης να καταβάλει στους πρώτο και τρίτη των εναγόντων τα ποσά των 16.065,75 και 4.151,82 αντίστοιχα., τα ανωτέρω δε ποσά δεν έχουν καταβληθεί. Ότι η έκτη και έβδομη των εναγουσών άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών αγωγή κατά της πρώτης εναγομένης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 698/2014 απόφαση, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και επιδίκασε στις ανωτέρω ενάγουσες τα ποσά των 2.557 και 8.744 ευρώ αντίστοιχα, τα οποία δεν τους κατέβαλε η εναγομένη εργοδότρια. Ότι η 7η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών αγωγή και κατά της πέμπτης εναγομένης εταιρείας, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 138/2013 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, που επιδίκασε στην ενάγουσα το ποσό των 6.144 ευρώ, το οποίο δεν της έχει καταβληθεί. Επικαλούμενοι περαιτέρω οι ενάγοντες ότι συντρέχει νόμιμος λόγος άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου των εναγομένων εταιρειών και κατά τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, άλλως κατά τις διατάξεις των άρθρων 281, 914 και 919 ΑΚ, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν :
α) στους πρώτο και τέταρτο ενάγοντα τα ποσά των 30.637 και 16.124,68 ευρώ, που τους επιδικάσθηκαν με την 1313/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών,
β) στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 49.934,81 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνεται το ποσό που της επιδικάσθηκε με την ως άνω απόφαση και μισθοί υπερημερίας για περαιτέρω χρονικό διάστημα λόγω της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της,
γ) στην έκτη και έβδομη ενάγουσα τα ποσά των 2.557 και 8.488 ευρώ, αντίστοιχα, που τους επιδικάσθηκαν με την ως άνω απόφαση και ακόμη στην έβδομη ενάγουσα το ποσό των 6.144 ευρώ, που της επιδικάσθηκε με την υπ' αριθμ. 138/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, τα οποία δεν τους καταβλήθηκαν,
δ) στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 3.350 ευρώ για συμφωνηθείσα αμοιβή και
ε) στην πέμπτη ενάγουσα το ποσό των 6.420,78 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και μισθούς υπερημερίας, με το νόμιμο τόκο όπως ορίζεται ειδικότερα στην αγωγή. Επί της αγωγής αυτής, η οποία συζητήθηκε ερήμην της τέταρτης και πέμπτης των εναγομένων εταιρειών, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2236/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, τα αιτούμενα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της δήλης ημέρας καταβολής τους. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 17-12-2015 έφεση από τους πρώτη, δεύτερη, τρίτο και έκτη των εναγομένων,( ήδη 1η, 2η, 3ο και 4η των αναιρεσιβλήτων) επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία έκρινε ως εξής:
1) απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος ως προς τους πρώτο, τρίτη, τέταρτο, έκτη και έβδομη των εναγόντων κατά το μέρος που στρέφονται κατά της πρώτης εναγομένης (ήδη 1ης αναιρεσίβλητης), διότι τα αιτούμενα από αυτούς ποσά τους έχουν ήδη επιδικασθεί με τις προαναφερόμενες αποφάσεις,
2) απέρρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας κατά τα λοιπά ως προς τους πρώτο, τρίτη και τέταρτο των εναγόντων, με το αιτιολογικό ότι τα αιτούμενα από αυτούς ποσά, ήτοι των 30.637, όσον αφορά την πρώτη ενάγουσα, που της επιδικάσθηκε με την 1313/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, των 19.218,68 και 4.151,82 ευρώ, που επιδικάσθηκαν στην τρίτη ενάγουσα με την ίδια απόφαση, καθώς και τα ποσά των 16.845,66 ευρώ και 16.124,68 ευρώ, που επιδικάσθηκαν με την ίδια απόφαση στον τέταρτο ενάγοντα, δεν προσδιορίζουν οι ενάγοντες σε τι συνίστανται τα επί μέρους κονδύλια αυτών, ποια η αιτία οφειλής τους (πχ. αν αφορούν δεδουλευμένες αποδοχές, αμοιβή για εργασία Σαββάτου, Κυριακών, υπερεργασία, υπερωρία, δώρα εορτών ή επιδόματα αδείας) και ποιο χρονικό διάστημα αφορούν, αν δηλαδή οφείλοντα από την επικαλούμενη επίσχεση εργασίας ή από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους,
3) απέρριψε την αγωγή ως προς το δεύτερο ενάγοντα ως μη νόμιμη, διότι, υπό τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, κρίθηκε ότι η καταρτισθείσα μεταξύ αυτού και της πρώτης εναγομένης σύμβαση εργασίας φέρει το χαρακτήρα σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, επί της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου,
4) απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά το μέρος που ζητείται η άρση της νομικής προσωπικότητας των δεύτερης και έκτης των εναγομένων εταιρειών, (ήδη 2ης και 4ης των αναιρεσιβλήτων) με την αιτιολογία ότι επί αφερέγγυου νομικού προσώπου η άρση της νομικής του προσωπικότητας, που είναι περιορισμένη και αφορά μόνο σε συγκεκριμένη συναλλαγή, αποσκοπεί μεν στην επέκταση της ευθύνης προς εκπλήρωση της εκ της συναλλαγής αυτής οφειλής και πέραν του συμβατικού δεσμού, στην πρόσθεση, δηλαδή, ενός ακόμη μη συμβληθέντος οφειλέτη, από την προσωπική περιουσία του οποίου μπορεί να ικανοποιηθεί ο εταιρικός δανειστής, δεν επάγεται όμως διάχυση ή μετακύλιση της ευθύνης αυτής παρά μόνο καθέτως, σ' εκείνο ακριβώς το πρόσωπο που κυριαρχεί στη διοίκηση του αφερέγγυου οφειλέτη και υποτάσσει τη συναλλακτική του δραστηριότητα στη δική του επιχειρηματική βούληση, όχι δε και οριζοντίως σε άλλα νομικά πρόσωπα, που εκ παραλλήλου με το αφερέγγυο πρόσωπο συναλλάσσονται προς εξυπηρέτηση των αθέμιτων σκοπών του πρόσθετου οφειλέτη, δεν μετείχαν όμως στη συγκεκριμένη συναλλαγή, για την οποία αίρεται η περιουσιακή αυτοτέλεια του συμβατικού οφειλέτη και
5) απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή ως προς τον τρίτο εναγόμενο, (ήδη 3ο αναιρεσίβλητο) με το αιτιολογικό ότι, υπό τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο αυτής, η ευθύνη του επιχειρείται να θεμελιωθεί στην κάμψη της νομικής προσωπικότητας των λοιπών εναγομένων εταιρειών, στην ιδιότητα του εναγομένου ως Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εργοδότριας των εναγόντων πρώτης εναγομένης, ως ιδρυτή και βασικού μετόχου των εναγομένων εταιρειών, χωρίς όμως να παρατίθενται άλλα συγκεκρμένα πραγματικά περιστατικά, ικανά να οδηγήσουν κατά νόμο σε άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου κάθε εργοδότριας των εναγόντων εταιρείας, όπως θα έπρεπε.
Ειδικότερα, κατά το Εφετείο η ένδικη αγωγή έπρεπε να διαλαμβάνει για το ορισμένο αυτής συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία να καταδεικνύουν είτε την ανεπαρκή χρηματοδότηση της πρώτης και τετάρτης των εναγομένων εργοδοτριών με συγκεκριμένη αναφορά σε έλλειψη εσόδων οποιασδήποτε μορφής διαφορετικών από τα ίδια κεφάλαια του τρίτου εναγομένου, είτε τη σύγχυση ατομικής και εταιρικής περιουσίας, ιδίως με παράθεση των περιουσιακών στοιχείων εκείνων και του ιδίου, καθώς και του συγκεκριμένου τρόπου συγχύσεως αυτών, είτε την εικονικότητα του νομικού προσώπου των ως άνω εταιρειών, είτε την έλλειψη συναλλακτικής οργάνωσης και δράσης των εταιρειών αυτών, είτε συγκεκριμένη συμπεριφορά του τρίτου εναγομένου όταν δρα προς τα έξω, αγνοώντας την ύπαρξη των εταιρειών ή δηλώνοντας ατομικά την επιχειρηματική του ιδιότητα ή παρέχοντας προσωπικές εγγυήσεις για λογαριασμό των εταιρειών αυτών ή αποφεύγοντας την παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτών, παρά την προηγούμενη πρακτική του.
Πρέπει, επομένως, η ως άνω αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής που, όπως προεκτέθηκε, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, να συνεκδικασθούν λόγω συνάφειας(άρθροα 246, 569 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους. 4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ.
γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού.
Επομένως, ο λόγος αυτός δεν μπορεί να δημιουργηθεί όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 507/2018). Περαιτέρω, τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (άρθρο 559 αριθμ. 1).
Αν, στην πρώτη περίπτωση, χρησιμοποιώντας τα διδάγματα της κοινής πείρας ή τα πορίσματα της επιστήμης αντίθετα προς τις αρχές της λογικής, το δικαστήριο διαγνώσει εσφαλμένως ότι συνέτρεξαν ή όχι τα περιστατικά που στηρίζουν το δικαίωμα, δεν υπάρχει παράβαση κανενός νόμου και, άρα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.
Αν πάλι το δικαστήριο παραλείψει εντελώς να τα χρησιμοποιήσει, η παράλειψη αυτή δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559, καθόσον, όπως συνάγεται από τα άρθρα 336 § 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν καταλέγονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ ΑΠ 8/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ.
γ' του ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, μεταξύ των οποίων δεν έλαβε υπόψη τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και πέντε (5) ένορκες βεβαιώσεις, ήτοι τις …23/15-5-2015, …24/15-5-2015, …25/15-5-2015, …26/15-5-2015 και …26/15-5-2015 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών των Η.
Κ., Α. Ε., Ζ. Π., Κ. Τ. και Μ. Π. αντίστοιχα, οι οποίες ελήφθησαν μετά από προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων τους, καθώς επίσης δεν γίνεται μνεία σ' αυτή ότι ελήφθησαν υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, προκειμένου να διαγνώσει τη συνδρομή των στοιχείων για την άρση (κάμψη) της νομικής προσωπικότητας των εναγομένων εταιρειών, την αδικοπρακτική και καταχρηστική συμπεριφορά του τρίτου εναγομένου κατά την ίδρυση, λειτουργία και διοίκηση των εταιρειών αυτών.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον αυτός δεν μπορεί να δημιουργηθεί στην προκείμενη περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας δεν προέβη σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, αλλά απέρριψε την αγωγή εν μέρει ως απαράδεκτη και εν μέρει ως νομικά αβάσιμη, κατά τα προεκτεθέντα.
Εξάλλου, απαράδεκτος είναι ο λόγος αυτός και κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής, εφόσον αυτά, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεν συγκαταλέγονται στα αποδεικτικά μέσα.
5. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ''πράγματα'' θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απάραδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 8/2013, 25/2003, 3/1997) .
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπκό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ ΑΠ 11/1996).
Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου και τον ταυτόσημο πρώτο πρόσθετο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους πιο κάτω ουσιώδεις ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων που προτάθηκαν από αυτούς με το αγωγικό δικόγραφο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σχετικά με την κοινή ή σχεδόν κοινή επωνυμία όλων των εταιρειών του ομίλου, την κοινή έδρα αυτών στον ..., στην οδό ..., από όπου ασκούσε τη κεντρική διεύθυνση και έδινε οδηγίες και εντολές ο τρίτος εναγόμενος, το κοινό αντικείμενο όλων των εταιρειών (τουριστικός τομέας), την τοποθέτηση από αυτόν στα Διοικητικά Συμβούλια των εν λόγω εταιρειών ''αχυρανθρώπων'' ( στενών συγγενικών ή φιλικών του προσώπων, αλλά και υπαλλήλων του), με μηδενική ή ανύπαρκτη επιχειρηματική πείρα και γνώσεις (π.χ.
την υπερήλικη μητέρα του, τα νεαρά παιδιά του, τα ανήψια του, τη σύζυγό του, τους υπαλλήλους του), τις εικονικές πωλήσεις και μεταβιβάσεις μεριδίων και μετοχών από τη μία εταιρεία στην άλλη και την εντεύθεν σύγχυση των εταιρικών περιουσιών και της ευθύνης, την πρακτική της παροχής εγγυήσεων από τη μία εταιρεία για χρέη της άλλης και των υποχρεώσεων που είχε μία εταιρεία έναντι τρίτων, το γεγονός ότι ο τρίτος εναγόμενος διαφήμιζε πως επρόκειτο περί ενός ισχυρού ομίλου, με τον ίδιο ως Διευθύνοντα Σύμβουλο, τη συγκέντρωση στο πρόσωπο του τρίτου εναγομένου των ιδιοτήτων του ιδρυτή, βασικού μετόχου, Προέδρου, Διευθύνοντος Συμβούλου και μέλους των Διοικητικών Συμβουλίων όλων των εταιρειών και τη συσσώρευση υπέρογκων χρεών (άνω των 9.000.000 ευρώ) στις εταιρείες του ομίλου σε σύγκριση με το μετοχικό ή εταιρικό τους κεφάλαιο, το οποίο υπερέβαιναν έως και 17 φορές και τη σκόπιμη υποκεφαλαιοδότηση των εναγομένων εταιρειών από τον τρίτο εναγόμενο.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι τους ανωτέρω αγωγικούς ισχυρισμούς το Εφετείο τους έλαβε υπόψη και απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη κατά το μέρος που με αυτή εζητείτο η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειας των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων) νομικών προσώπων (πλην της πρώτης, η οποία ήταν εργοδότης των εναγόντων, η 5η εναγόμενη που ήταν εργοδότης της 5ης ενάγουσας και ήδη 5ης αναιρεσείουσας δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), και ως αόριστη ως προς τον τρίτο εναγόμενο, έτσι ώστε να υπέχουν και αυτοί ευθύνη για τις υποχρεώσεις των πρώτης και πέμπτης των εναγομένων εταιρειών απέναντι στους ενάγοντες .
6. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως ''αίτηση'' νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 25/2003).
Ο ανωτέρω λόγος δεν ιδρύεται αν το αίτημα ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή μη νόμιμο ή αλυσιτελές (ΑΠ 670/2016, 850/2009). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση και για την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την αγωγή τους όσον αφορά τη βάση της άρσης της περιουσιακής αυτοτέλειας των προαναφερόμενων νομικών προσώπων λόγω της κατάχρησης της αυτοτελούς ύπαρξης αυτών, ώστε να ευθύνονται τόσο αυτές, όσο και ο τρίτος εναγόμενος για τις οφειλές των πρώτης και πέμπτης των εναγομένων, εφόσον δεν έλαβε υπόψη τους ανωτέρω ισχυρισμούς τους, που περιέχονται στον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, εφόσον το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως προς τη βάση αυτή ως νομικά αβάσιμη, ενώ ως προς την ευθύνη του φυσικού προσώπου ως αόριστη και, συνεπώς, δεν την άφησε αδίκαστη.
7. Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης, αλλά και των κατ' ιδίαν λόγων αυτής, θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από την προσβαλλόμενη απόφαση και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς για τον αναιρεσείοντα συνέπειας, Επομένως, αν οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, οι σχετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 40/2018, 306/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ, 106, 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή τους ως προς την άρση (κάμψη) της νομικής προσωπικότητας της δεύτερης και έκτης των εναγομένων εταιρειών και ήδη δεύτερης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων.
Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που επικαλείται παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 106 και 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι οι ως άνω διατάξεις είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, οπότε δεν μπορεί να ιδρυθεί λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρο 559 ΚΠολΔ. (ΑΠ 115/2011, 394/2002). Όμως, ο ίδιος λόγος είναι στο σύνολό του αλυσιτελής και απορριπτέος, καθόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι η ένδικη αγωγή ως προς τα αιτούμενα από τους ενάγοντες ποσά, που τους έχουν ήδη επιδικασθεί με δικαστικές αποφάσεις, είναι απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος των πιο πάνω εναγόντων κατά το μέρος που στρέφονται κατά της πρώτης εναγομένης εταιρείας, ότι ως προς τα υπόλοιπα ποσά η ίδια αγωγή είναι απορριπτέα ως αόριστη και, τέλος, ότι η αγωγή κατά το μέρος που αφορά το δεύτερο ενάγοντα και ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα είναι μη νόμιμη.
Οι αναιρεσείοντες δεν πλήττουν με λόγο αναίρεσης την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις ανωτέρω απορριπτικές διατάξεις της και ως εκ τούτου δεν έχουν έννομο συμφέρον να πλήξουν τη διάταξη αυτής που απορρίπτει την αγωγή για άρση της νομικής προσωπικότητας της δεύτερης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων εταιρειών ως μη νόμιμη, με την οποία ζητούν να τους επιδικασθούν τα ίδια ποσά.
8. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.
Επομένως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (Ολ ΑΠ 9/2011, 3/1997). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ψέγουν την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης και ειδικότερα για ανεπαρκή αιτιολογία ως προς την απόρριψη της βάσης της αγωγής τους για άρση της νομικής προσωπικότητας των εταιρειών που προαναφέρθηκαν και τον καταλογισμό ατομικής ευθύνης σε βάρος του τρίτου εναγομένου για τα χρέη της πρώτης και πέμπτης των εναγομένων εταιρειών.Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον ως προς τα ανωτέρω αγωγικά αιτήματα δεν υπήρξε ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και συνακόλουθα αποδεικτικό πόρισμα, αφού απορρίφθηκαν ως νομικά αβάσιμα και αόριστα αντίστοιχα. 9.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-3-2018 αίτηση αναίρεσης και τους από 21-7-2018 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4952/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ