Legislator Case Law & Legislation
663/2017 AI generated

Supreme Court dismisses social security fund's appeal regarding a third-party seizure and set-off claim.

Case Number 663/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Social Security Institute's appeal against the First Instance Court's decision to reject a set-off defense. The lower court correctly ruled that the set-off claim was insufficiently detailed to proceed with a factual inquiry. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 984, 985, 986, 988, 990 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A third party subject to seizure must declare the existence of a claim within eight days; failure to do so or an inaccurate negative declaration renders the seizure valid unless corrected within thirty days. An appeal against a judgment rejecting a set-off defense as vague is inadmissible because the court of first instance did not conduct a factual inquiry.

Keywords

AI generated
third party seizure set-off defense vague claim rejection inadmissible appeal legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Articles 984, 985, 986, 988 of the Code of Civil Procedure
Article 990 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 5 of Law 1738/1987

Cited Case Law

AI generated
Case 481/1991 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 663 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 663/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη - Εισηγητή, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.)", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μωυσίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αναγνωστόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2010 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4369/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 3206/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-1-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 985, 986 και 988 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο τρίτος, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε κατάσχεση απαίτησης του καθ’ ου η εκτέλεση, οφείλει μέσα σε οκτώ ημέρες από την επίδοση σ’ αυτόν του κατασχετηρίου να δηλώσει στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του, αν υπάρχει η απαίτηση και σε καταφατική περίπτωση να ενεργήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρ. 988 ΚΠολΔ, διαφορετικά, αν η απαίτηση δεν υπάρχει ή πρόκειται για απαίτηση ακατάσχετη, πρέπει να προβεί σε αντίστοιχη αρνητική δήλωση, με την οποία εξομοιώνεται και η παράλειψη δήλωσης, δικαιούται δε αυτός που επέβαλε την κατάσχεση να ανακόψει την αρνητική (ρητή ή σιωπηρή) δήλωση μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από της δηλώσεως, επικαλούμενος ανακρίβεια αυτής.

Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρ. 990 ΚΠολΔ η κατ’ αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε ως προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών.

Συνακόλουθα τούτων, αντικείμενο της σχετικής δίκης, που δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθού η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι και με ποιους περιορισμούς οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος. Επομένως, στο δικόγραφο της ανακοπής από το άρθρο 986 ΚΠολΔ, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφείλει να προσδιορίζει κατά τα ουσιώδη στοιχεία της την απαίτηση, δηλαδή την αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθού η εκτέλεση (δικαιογόνος αιτία) και τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν (παραγωγικά γεγονότα), αφού ο ανακόπτων φέρει το βάρος της απόδειξης της κατασχεμένης απαιτήσεως, αλλιώς το δικόγραφο της ανακοπής είναι αόριστο (ΑΠ 480/2012, 256/2011).

Εξάλλου, το μόνο ποσό που πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς από τον ανακόπτοντα είναι το ποσό της απαιτήσεως για το οποίο επέβαλε την κατάσχεση και όχι το ποσό για το οποίο ασκείται η ανακοπή κατά της δηλώσεως του τρίτου. Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και συγκεκριμένα ότι έκρινε ορισμένη την ένδικη ανακοπή της αναιρεσίβλητης, μολονότι δεν προσδιορίζεται στο δικόγραφο αυτής, τι είδους συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, με ποιο αντικείμενο, κόστος και διάρκεια είχε καταρτίσει με το αναιρεσείον η καθής η εκτέλεση εταιρεία με την επωνυμία "...Α.Ε.", τι ποσό έχει εισπράξει η τελευταία από το αναιρεσείον και ποιο είναι το τυχόν οφειλόμενο υπόλοιπο.

Ωστόσο, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, αρκούσε για το ορισμένο της ανακοπής η αναφορά της δικαιογόνου αιτίας και των παραγωγικών γεγονότων της οφειλής του τρίτου προς την καθής η εκτέλεση, από την επισκόπηση δε του οικείου δικογράφου προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη επικαλείτο στην ανακοπή της ότι υφίσταται υπέρ της καθής η εκτέλεση υπόλοιπο πιστωμένου τιμήματος από συμβάσεις παροχής υπηρεσιών προς το αναιρεσείον, το οποίο ανερχόταν κατά το χρόνο επιβολής της κατασχέσεως εις χείρας του τουλάχιστον στο ποσόν της απαιτήσεώς της, και συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ και όχι από τον αρ. 1 πλημμέλεια (κατά τη νοηματική του εκτίμηση), και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο το Εφετείο δέχθηκε την ανακοπή της αναιρεσίβλητης ως παραδεκτή, ενώ αυτή ασκήθηκε εκπρόθεσμα, δηλαδή την 12-7-2010, μετά την παρέλευση της 30θήμερης προθεσμίας.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η δήλωση του αναιρεσείοντος στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών υποβλήθηκε στις 11-6-2010, ενώ η ένδικη ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά της δηλώσεως αυτής επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 12-7-2010, ημέρα Δευτέρα, όπως προκύπτει από την …2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν.

Ζ., και κατά συνέπεια δεν ασκήθηκε εκπροθέσμως, εφόσον η 30θήμερη προθεσμία άρχισε σύμφωνα με το άρθρο 144 παρ. 1 ΚΠολΔ την επομένη της ημέρας, κατά την οποία συνέβη το γεγονός που αποτελεί την αφετηρία της, δηλαδή στις 12-6-2010, και έληξε την 11-7-2010, πλην όμως επειδή η ημέρα αυτή ήταν Κυριακή και άρα κατά νόμο εξαιρετέα, την επομένη εργάσιμη ημέρα, δηλαδή στις 12-7-2010.

Κατά συνέπεια, όχι παρά το νόμο το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ανακοπή και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις του άρθρου 985 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο τρίτος, στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, παρέλειψε την υποβολή της δηλώσεως περί του αν υφίσταται η απαίτηση που κατασχέθηκε ή υπέβαλε ανακριβή δήλωση, ευθύνεται έναντι του κατασχόντος σε αποζημίωση. Προϋπόθεση για την ευθύνη του τρίτου είναι το ζημιογόνο γεγονός της παραλείψεως της δηλώσεως ή της ανακρίβειας της δηλώσεως που υποβλήθηκε, η ζημία του κατασχόντος και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας.

Το περιεχόμενο της ζημίας θα κριθεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο, περιλαμβάνει δε η αποζημίωση κάθε ζημία που είναι απότοκος της συμπεριφοράς του τρίτου. Έτσι, δεν αποκλείεται ο κατασχών να αναζητήσει ολόκληρη την απαίτησή του, για την ικανοποίηση της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση, όταν επικαλείται και αποδεικνύει ότι η μη είσπραξη της οφειλής οφείλεται στη συμπεριφορά του τρίτου, εάν απέκρυψε ή παρέλειψε ορισμένα περιστατικά και από την απόκρυψη αυτή ή παράλειψη, ως αιτίου, ζημιώθηκε ο κατασχών.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος τα ακόλουθα: "Με την 232/2010 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, η οποία εκδόθηκε κατόπιν αίτησης της ανακόπτουσας (και ήδη αναιρεσίβλητης), η οφειλέτρια αυτής εταιρεία με την επωνυμία "...Α.Ε." υποχρεώθηκε να της καταβάλει το ποσό των 23.600 ευρώ νομιμοτόκως Την 26-4-2010 επέδωσε στην ως άνω οφειλέτρια την από 26-4-2010 επιταγή προς πληρωμή και ζητούσε να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 25.533,19 ευρώ, στο οποίο είχε ανέλθει η απαίτησή της μαζί με τους τόκους, τη δικαστική δαπάνη και τα μέχρι τότε έξοδα εκτέλεσης.

Στη συνέχεια με το από 10-5-2010 κατασχετήριο, που επιδόθηκε στην οφειλέτρια την 18-5-2010 και στο καθού η ανακοπή (και ήδη αναιρεσείον) την 12-5-2010, κατάσχεσε αναγκαστικά στα χέρια του ως τρίτου μέχρι του ποσού των 26.093,19 ευρώ, στο οποίο είχε ανέλθει η απαίτησή της με τα έξοδα σύνταξης και επίδοσης του κατασχετηρίου, κάθε απαίτηση που όφειλε το καθού η ανακοπή στην ως άνω οφειλέτρια, ως υπόλοιπο πιστωθέντος τιμήματος από συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, για τις οποίες είχαν εκδοθεί σχετικά τιμολόγια.

Το καθού η ανακοπή προέβη εμπροθέσμως σε δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με το εξής περιεχόμενο: "Δεν υπάρχει υπόλοιπο, αφού ήδη παρακρατείται κάθε ποσό που δικαιούται η καθής λόγω οφειλής προς το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, λόγω ασφαλιστικών εισφορών, που ανέρχονται στο ποσό των 152.330,70 ευρώ και εάν μετά την εξόφληση του ανωτέρω οφειλόμενου ποσού παραμείνει υπόλοιπο, αυτό θα παρακρατηθεί και θα αποδοθεί στην κατασχούσα".

Με τη δήλωση αυτή ... το καθού η ανακοπή δεν αμφισβητεί την ύπαρξη της απαίτησης της καθής η εκτέλεση εναντίον του, ... ούτε την απαίτηση της ανακόπτουσας εναντίον της καθής η εκτέλεση. Ωστόσο, δεν προσδιορίζει, και μάλιστα κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, εάν υπάρχει η κατασχεθείσα απαίτηση, το ύψος και τη δικαιογόνο σχέση αυτής, αλλά επικαλείται λόγο που, κατά τους ισχυρισμούς του, εμποδίζει την ικανοποίησή της, και συγκεκριμένα την ύπαρξη ανταπαίτησής του κατά της καθής η εκτέλεση από οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές, ποσού 152.330,70 ευρώ, χωρίς να προσδιορίζει το χρόνο κατά τον οποίο η εν λόγω ανταπαίτηση κατέστη ληξιπρόθεσμη. ...

Το εκκαλούν, χωρίς και πάλι να δηλώνει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο την ύπαρξη, το ύψος και τη δικαιογόνο σχέση της κατασχεθείσας απαίτησης, παραθέτει πίνακα ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτό της καθής η εκτέλεση, που αφορύν οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές χρονικού διαστήματος από 13-7-2009 έως 31-5-2011, συνολικού ύψους 173.150,67 ευρώ, στο οποίο, όπως ισχυρίζεται, ανήλθε η οφειλή της καθής η εκτέλεση με τις προσαυξήσεις.

Ωστόσο, το καθού δεν επικαλείται, ούτε αποδεικνύει νόμιμο λόγο αδυναμίας ικανοποίησης της κατασχεθείσας απαίτησης εξαιτίας της ύπαρξης των εν λόγω οφειλών της καθής η εκτέλεση προς αυτό, το μεγαλύτερο μάλιστα μέρος των οποίων ... δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο κατά το χρόνο επίδοσης του κατασχετηρίου (12-5-2010).

Ενόψει των ανωτέρω, η ένδικη δήλωση είναι ανακριβής". Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 985 ΚΠολΔ, εφόσον η δήλωση του αναιρεσείοντος με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε, αν και αναγνωρίζει εμμέσως την ύπαρξη απαιτήσεων της καθής η εκτέλεση σε βάρος του, ωστόσο δεν αναφέρει το συγκεκριμένο ποσό στο οποίο ανέρχονταν οι απαιτήσεις αυτές κατά το χρόνο επιβολής της κατασχέσεως εις χείρας του ως τρίτου, καθώς και τη δικαιογόνο σχέση αυτών.

Το γεγονός ότι το αναιρεσείον έχει ανταπαιτήσεις κατά της καθής η εκτέλεση από οφειλόμενες εισφορές δεν αναιρεί την υποχρέωσή του να παραθέσει στη δήλωσή του ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου τα αναγκαία στοιχεία για τις απαιτήσεις αυτής, η παράλειψη δε αυτή δεν καθιστά δυνατή τη διάγνωση, κατά πόσον οι απαιτήσεις ή οι οφειλές της καθής η εκτέλεση είναι μεγαλύτερες κατά το χρόνο επιδόσεως του κατασχετηρίου, με συνέπεια η ως άνω δήλωση του να παρίσταται ως ανακριβής.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, όχι δε και από τον αρ. 8, δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο ότι εσφαλμένα έκρινε ως ανακριβή τη δήλωσή του, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 984 παρ. 2 ΚΠολΔ απαγορεύεται και δεν παράγει έννομες συνέπειες για τον κατασχόντα η εξόφληση από τον τρίτο της κατασχεθείσας απαίτησης ή ο συμψηφισμός της με μεταγενέστερη απαίτηση, καθώς και η απόδοση σ’ εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση ή η διάθεση σε τρίτους του κατασχεθέντος, αφότου του επιδοθεί το έγγραφο του άρθρου 983 ΚΠολΔ, έστω και αν αυτό δεν επιδόθηκε ακόμη σ’ εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 449 ΑΚ, αν η απαίτηση έχει κατασχεθεί, ο οφειλέτης της δεν μπορεί να προτείνει κατά του προσώπου που επέβαλε την κατάσχεση σε συμψηφισμό ανταπαίτηση που απέκτησε κατά του δανειστή μετά την κατάσχεση. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι ο τρίτος δικαιούται να προτείνει προς συμψηφισμό και μετά την κατάσχεση ανταπαίτησή του, η οποία ήταν γεγενημένη κατά το χρόνο της προς αυτόν κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου και, επομένως, προγενέστερη της κατασχέσεως (ΑΠ 354/2010, 1411/2011).

Κρίσιμος χρόνος, για να κριθεί αν η απαίτηση που προβάλλεται προς συμψηφισμό προηγείται της κατασχέσεως, είναι το χρονικό σημείο κατά το οποίο συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού, δηλαδή το ληξιπρόθεσμο της απαιτήσεως. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή αυτή που συνδέεται με την εκτίμηση του δικαστηρίου ως προς τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος τα ακόλουθα: "Το καθού προτείνει επικουρικώς ένσταση συμψηφισμού της απαίτησης της καθής η κατάσχεση μέχρι του ποσού των 26.093,19 ευρώ με το ποσό των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς αυτό, ανερχομένων κατά την επίδικη περίοδο σε 153.177,63 ευρώ και ήδη σε 173.150,67 ευρώ ...

Η εν λόγω ένσταση συμψηφισμού είναι αόριστη και, για το λόγο αυτό, απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι το καθού η ανακοπή δεν προσδιορίζει το ύψος της ανταπαίτησής του κατά της καθής η εκτέλεση, που ήταν ήδη γεγενημένη κατά τον ως άνω χρόνο επίδοσης του κατασχετηρίου, ώστε ... να δύναται να συμψηφισθεί με την κατασχεθείσα απαίτηση, δεδομένου ότι στον πίνακα οφειλών φέρεται να έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες μέχρι την 12-5-2010 μόνο οι ασφαλιστικές εισφορές του χρονικού διαστήματος από 1-4-2009 έως την 30-4-2009, ποσού 2.726,10 ευρώ, καθώς και μέρος των ασφαλιστικών εισφορών του χρονικού διαστήματος από 1-4-2010 έως 30-6-2010, ποσού 49.499,17 ευρώ, χωρίς να προσδιορίζεται από το συνολικό αυτό ποσό, ποιο ποσό αντιστοιχεί στο μέχρι την 12-5-2010 χρονικό διάστημα, (προσδιορισμός ο οποίος γίνεται ανεπιτρέπτως για πρώτη φορά με το αναιρετήριο).

Ισχυρίζεται επιπλέον το καθού η ανακοπή ότι η καθής η εκτέλεση την 3-1-2011 απώλεσε τη ρύθμιση των οφειλών της, που είχε λάβει χώρα κατ’ εφαρμογή του ν. 3863/2010, χωρίς να προσδιορίζει αν, στα πλαίσια της ρύθμισης αυτής, είχε εξοφληθεί μέρος των οφειλών και, σε θετική περίπτωση, αν αυτό αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές προηγούμενου της 12-5-2010 χρονικού διαστήματος".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 984 παρ. 2 ΚΠολΔ και 449 ΑΚ, εφόσον για το ορισμένο της ενστάσεως συμψηφισμού που πρόβαλε το αναιρεσείον δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος. Κατ’ ακολουθίαν τούτων ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, όχι δε και από τους αρ. 8 και 10, τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο ότι εσφαλμένα έκρινε ως αόριστη την ένσταση συμψηφισμού που είχε προτείνει με λόγο εφέσεως, είναι αβάσιμος.

Οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 και 20 ΚΠολΔ πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα, τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τα σφάλματα αυτά αναφέρονται στα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού.

Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως δεν μπορούν να ιδρυθούν, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο της ουσίας δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 481/1991). Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ’ αριθμ. ...13-9-2013 εγγράφου του ΙΚΑ Κερκύρας και το χρηματικό κατάλογο εργοδότη της ...2010, από τα οποία έγγραφα προέκυπτε ότι νόμιμα πρότεινε σε συμψηφισμό κατά της κατασχούσης αναιρεσίβλητης γεγενημένες απαιτήσεις του από ασφαλιστικές εισφορές, που είχε κατά της καθής η εκτέλεση, και ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ και όχι από τον αρ. 8 (κατά τη νοηματική του εκτίμηση) έκτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον ως άνω χρηματικό κατάλογο του εργοδότη, από τον οποίο προέκυπτε η νομική και ουσιαστική βασιμότητα της ενστάσεως συμψηφισμού, είναι απαράδεκτοι, αφού το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τη σχετική ένσταση ως αόριστη και έτσι δεν προέβη σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί το αναιρεσείον ως ηττώμενος διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), η οποία θα καθορισθεί μειωμένη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 ν. 3693/1957, 5 παρ. 12 ν. 1738/1987, σε συνδυασμό με την Κ.Υ.Α. (Οικονομικών & Δικαιοσύνης) 134423/1993, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19 Ιανουαρίου 2016 αίτηση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.)" για αναίρεση της 3206/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσόν των οποίων ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ