Legislator Case Law & Legislation
655/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding court costs calculation for public liability cases under Greek law.

Case Number 655/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Government's appeal against a regional court judgment ordering it to pay 4,500 euros in legal costs. The Government argued that costs should be capped at 293 euros because the case proceeded via ordinary litigation rather than expropriation procedures. The court rejected this, ruling that the specific provisions limiting costs for ordinary litigation do not apply to appeals against expropriation decisions, thus validating the higher cost award.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173-193 of the Code of Civil Procedure; Article 22 of Law 3693/1957: The provisions limiting court costs to 293 euros for ordinary litigation do not apply to appeals against expropriation decisions, allowing full cost recovery based on the Code of Lawyers.

Keywords

AI generated
expropriation appeal court costs calculation ordinary litigation public liability Code of Lawyers legal fees costs cap

Cited Legislation

AI generated
Article 173 to 193 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 18 paragraph 4 of Law 2882/2001
Article 17 paragraph 4 of Decree-Law 797/1971
Article 242 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 655 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 655/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αντώνιο Αντωνίου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) …. 29) … Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην των υπό στοιχ. 4α, 4β, 6α, 11α, 11β, 14α, 14γ, 14δ, 18α, 18β, 26α, 26β και 29ου, που δεν παραστάθηκαν, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άλκη Λιάτσο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι: 1) Η. Σ. χα Χ. Α., το γένος Χ. Κ. (υπό στοιχ. 4α), απεβίωσε στις 3-9-2018 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η νόμιμη κληρονόμος της Ε. θυγ. Χ. Α. (υπό στοιχ. 4γ), που εκπροσωπείται από τον ίδιο, 2) Ο Ε. Κ. του Α. (υπό στοιχ. 6α), απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του Ν. Κ. του Ε. (υπό στοιχ. 6β) και Κ. θυγ. Ε. Κ. (υπό στοιχ. 6γ), που εκπροσωπούνται από τον ίδιο, 3) Ο. Μ. Ο. του Μ. (υπό στοιχ. 11α), απεβίωσε στις 15-11-2019 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η νόμιμος κληρονόμος Π. χα Μ. Ο., το γένος Λ. Τ., που εκπροσωπείται από τον ίδιο, 4) Η Θ. Ν. του Σ. (υπό στοιχ. 18β), που ήταν νόμιμη κληρονόμος της αποβιώσασας στις 5-8-2017 Ε. Ν. του Σ. (υπό στοιχ. 18α) απεβίωσε στις 27-9-2019 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμες εκ διαθήκης κληρονόμοι της Μ. χα Δ. Μ., το γένος Β. Ν. και Α. χα Δ. Μ., το Β. Ν., που εκπροσωπούνται από τον ίδιο, 5) Ο Π. Α. του Ε. (29ος), απεβίωσε στις 11-9-2016 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η νόμιμη κληρονόμος Ε. Α. του Π., συζ. Ε. Κ., που εκπροσωπείται από τον ίδιο.

Επίσης, ο ως άνω δικηγόρος Άλκης Λιάτσος γνωστοποίησε στο ακροατήριο το θάνατο των Ν. Α. του Χ. (υπό στοιχ. 4β), Ά. Ο. του Μ. (υπό στοιχ. 11β) και Ε. Ν. του Σ. (υπό στοιχ. 18α).

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2005 αγωγή ορισμένων εκ των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, ήδη αποβιωσάντων, στη θέση των οποίων έχουν υπεισέλθει και συνεχίζουν την ανοιγείσα δίκη οι κληρονόμοι τους, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων και επί της οποίας εκδόθηκε η 571/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτόν αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση στο αρμόδιο Εφετείο Ιωαννίνων.

Εκδόθηκε η 43/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-10-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 Κ.Πολ.Δ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.

Με το άρθρο 62 του ν. 4139/12-3-2013 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3, το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι: α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, β) στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου που επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία πλέον αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσίβλητος θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται ότι επισπεύδει με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (Ολ.ΑΠ 7/2008, 39/2005 9/2003) και γ) εφόσον οι αναιρεσίβλητοι είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι' αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός έστω από τους αναιρεσίβλτους που επέσπευσαν τη συζήτηση, είτε αυτοί παρίστανται, είτε δεν παρίστανται κατ' αυτήν, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους, αν οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν έχουν κλητευθεί από τον αντίδικό τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση τυχόν ομοδίκους τους.

Αντιθέτως, σε περιπτώσεις απλής ομοδικίας ισχύει η ως άνω ρύθμιση της διάταξης του β' εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις - άρθρο 98 του ν. 4139/2013 (ΑΠ 586/2014, ΑΠ 240/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση από την με αρ.10098/24-6-2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Κ. Κ. προκύπτει ότι με γραπτή παραγγελία του δικηγόρου Ιωαννίνων Άλκη Λιάτσου ακριβές αντίγραφο της με αρ. έκθεσης κατάθεσης 38/24-10-2016 αίτησης αναίρεσης που κατατέθηκε από τον δικαστικό πληρεξούσιο Ν.Σ.Κ.

Χρήστο Κολύβα πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (18-12-2020), με αριθμό πινακίου 22, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν από 25-10-2019 Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ) με κλήση προς συζήτηση για την παραπάνω δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσείον από τους αναιρεσίβλητους που επισπεύδουν την δίκη.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι εκ των αναιρεσιβλήτων Φ. Α., Λ. Α., Χ. Α., Μ. Τ. και Σ. Τ. αναφερόμενοι στην αρχή της παρούσας με τους αριθμούς 14α,14γ,14δ,26α και 26β αντίστοιχα οι οποίοι ερημοδικούν και θεωρούνται δικονομικά απόντες.

Ωστόσο, δεν θα εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη η επίσπευση της συζήτησης της αναίρεσης, που είχε γίνει και κατ' εντολή και των απολειπομένων αναιρεσιβλήτων (από κοινού με τους λοιπούς) προς τον ανωτέρω δικηγόρο, ο οποίος και για δικό τους λογαριασμό είχε επισπεύσει τη συζήτηση της αναίρεσης δεν είναι έγκυρη πλέον ως προς τους απολειπόμενους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι δεν προκύπτει ότι έχουν χορηγήσει ρητή πληρεξουσιότητα προς τον ως άνω δικηγόρο για την επίσπευση της συζήτησης ούτε ότι έχουν κληθεί στην δίκη.

Επομένως, η υπόθεση πρέπει να χωριστεί ως προς αυτούς και λόγω της δικονομικής σχέσης της απλής ομοδικίας, που συνδέει τους αναιρεσίβλητους, να κηρυχθεί ( ως προς αυτούς) απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Διάταξη δικαστικών εξόδων σε βάρος τους δεν ορίζεται, διότι η απόφαση αυτή ως προς αυτούς δεν είναι οριστική (ΑΠ Ολ. 4/2013).

Περαιτέρω όσον αφορά τους εκ των αναιρεσιβλήτων Ν. Α., Ά. Ο. και Ε. Ν. που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας με τους αριθμούς 4β,11β και 18α πρέπει να ανασταλεί η διαδικασία διότι ο εκπροσωπήσας αυτούς στο Εφετείο δικηγόρος Άλκης Λιάτσος εμφανίστηκε στο ακροατήριο και δήλωσε τον θάνατο τους. Από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ και 62, 73, 313 παρ. 1 περ.

δ` ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατός του επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ένδικο μέσο της αναίρεσης που ασκείται κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του θανόντος πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, ν` απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του θανόντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, με την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναίρεσης είχε λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και ν` απευθύνει κατ` αυτών την αναίρεση.

Η αναίρεση που απευθύνεται κατά του θανόντος, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει τον θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του θανόντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 31/2009, 27/1987 ΑΠ178/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 24-10-2016 με την σύνταξη από τον αρμόδιο γραμματέα της 38/24-102016 πράξης κατάθεσης, απευθύνεται δε και κατά των αναιρεσιβλήτων Σ. Α., Ε. Κ., Μ. Ο., Θ. Ν. και Π. Α., οι οποίοι απεβίωσαν. Όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, o Π.

Α. απεβίωσε την 11-9-2016, πριν από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από το …/1/2016 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξίαρχου .... Ο ίδιος πιο πάνω δικηγόρος, εμφανισθείς στο ακροατήριο αυτού του δικαστηρίου, αφού γνωστοποίησε τον πιο πάνω θάνατο, δήλωσε στην συνέχεια ότι την δίκη συνεχίζει η κληρονόμος του θανόντος Ε.

Α.. Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει γνωστοποίηση στο αναιρεσείον από την κληρονόμο του θανόντος ως άνω αναιρεσιβλήτου περί του θανάτου αυτού κατά το προ της άσκησης της αναίρεσης χρονικό διάστημα, ούτε προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι το αναιρεσείον είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του ως άνω θανάτου πριν από την άσκηση της αναίρεσης, η οποία, επομένως, είναι έγκυρη και ισχυρή, παρότι στρέφεται και κατά θανόντος, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με την νόμιμη παραπάνω υπό την μη αμφισβητηθείσα ιδιότητα της ως κληρονόμο του.

Ο ίδιος δικηγόρος εκπροσωπήσας τους παραπάνω θανόντες στο Εφετείο δήλωσε στο ακροατήριο αυτού του δικαστηρίου ότι παρίσταται και συνεχίζει την δίκη η Ε. θυγατέρα Χ. Α. ως κληρονόμος της θανούσας Σ. Α., παρίστανται και συνεχίζουν την δίκη οι Ν. Κ. και Κ. θυγατέρα Ε. Κ. ως κληρονόμοι του Ε. Κ., παρίσταται και συνεχίζει την δίκη η Π.

Ο. ως κληρονόμος του Μ. Ο., παρίστανται και συνεχίζουν την δίκη η Μ. Μ. και Α. Μ. ως κληρονόμοι της θανούσας Θ. Ν.. Οι παραπάνω θανόντες Σ. Α., Ε. Κ., Μ. Ο. και Θ. Ν. απεβίωσαν αντίστοιχα την 3-9-2018, 18-2-2020, 15-11-2019 και 27-9-2019 (βλ προσκομισθείσες ληξιαρχικές πράξεις θανάτου και το με αρ. …/2020 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων) δηλαδή απεβίωσαν μετά την άσκηση της κρινόμενης αναίρεσης.

Επομένως νόμιμα όλοι οι παραπάνω κληρονόμοι παρίστανται υπό την μη αμφισβητηθείσα ιδιότητα τους ως κληρονόμων ο κάθε ένας του αναφερομένου θανόντος του οποίου τον θάνατο γνωστοποίησαν και συνεχίζουν την δίκη. Επομένως πρέπει να συζητηθεί η αίτηση αναίρεσης, ως προς τους παραπάνω συνεχίζοντες την δίκη κληρονόμους και τους λοιπούς διαδίκους, που παραστάθηκαν και εκπροσωπήθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο.

Η κρινόμενη από 24-10-2016 (αρ. κατ.38/2016) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 43/2016 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ) Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα:

Οι αιτούντες άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων και κατά του Ελληνικού Δημοσίου την κρινόμενη με αρ. έκθεσης κατάθεσης 2002/28-12-2005 αγωγή τους με την οποία ισχυρίστηκαν ότι με την με αρ. .../26-3-1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων που δημοσιεύτηκε νόμιμα απαλλοτριώθηκαν για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την διάνοιξη της Εγνατίας Οδού, όπως ειδικότερα αναφέρεται σε αυτή έκταση εμβαδού 726.394 τ.μ.

στην οποία περιλαμβάνονται και ακίνητα ιδιοκτησίας τους. Ότι για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας δυνάμει της με αρ. 709/1998 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και οριστική τιμή μονάδας δυνάμει της με αρ. 251/2002 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων, ενώ αυτοί (αιτούντες) αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης δυνάμει των στην αγωγή αναφερομένων για κάθε έναν αποφάσεων.

Ότι τμήματα των ιδιοκτησιών τους που απαλλοτριώθηκαν, όπως ειδικότερα περιγράφονται στην αγωγή, θεωρήθηκαν αυτοαποζημιούμενα κατ' εφαρμογή του ν.653/1977, διότι ως προς αυτά θεωρήθηκαν ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες. Ότι όμως τα συγκεκριμένα ακίνητα δεν ωφελούνται για τους λόγους που εκτίθενται στην αγωγή.

Με βάση τα παραπάνω ζήτησαν επικαλούμενοι ότι η εφαρμογή των πραοναφερθεισών διατάξεων περί αυτοαποζημιώσεως είναι αντίθετες στο άρθρο 1 του πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και στο άρθρο 17 του Συντάγματος να υποχρεωθεί το ήδη αναιρεσείον να καταβάλει στον κάθε ένα τα ποσά που αναφέρονται στην αγωγή δηλαδή την αποζημίωση για τα μη αποζημιωθέντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους με βάση την ορισθείσα οριστική τιμή μονάδας άλλως το ίδιο ποσό κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Για την αγωγή αυτή εκδόθηκε η με αρ. 571/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων με την οποία το δικαστήριο κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο καθ ύλη δικαστήριο δηλαδή το Εφετείο Ιωαννίνων κρίνοντας ότι η συγκεκριμένη απαλλοτρίωση συντελέστηκε μετά την ισχύ του ν.2971/2001. Το Εφετείο Ιωαννίνων, στο οποίο εισήχθη η υπόθεση προς συζήτηση με την με αρ.233/19-6-2014 κλήση των αιτούντων, δεσμευόμενο κατά τις παραδοχές του ως προς την καθ ύλη αρμοδιότητά του από την προαναφερθείσα ήδη τότε τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, προέβη στην εκδίκαση της υπόθεσης, αν και διαπίστωσε, ότι η ένδικη απαλλοτρίωση συντελέστηκε πριν την ισχύ του ν.2971/2001.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε μερικά την αίτηση .

Με τις διατάξεις του άρθρ. 1 του ν.653/1977 "περί υποχρεώσεως των παροδίων ιδιοκτητών δια την διάνοιξιν εθνικών οδών κλπ", οι οποίες κατά το άρθρ. 62 § 9 του ν. 947/1979 "περί οικιστικών περιοχών" εφαρμόζονται και για βελτιωτικές υφιστάμενων οδών νέες χαράξεις ή διαπλατύνσεις αυτών ή τμημάτων τους, ορίζονται τα ακόλουθα: "Προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάκοντα μέτρων (το οποίο με το άρθρ. 14 § 1 του ν. 1349/1983 σε συνδυασμό με το άρθρ. 6 § 14 του ν. 2052/1992 αυξήθηκε σε πενήντα μέτρα), οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται εκάστης πλευράς υποχρεούνται εις αποζημίωσιν ζώνης πλάτους δεκαπέντε μέτρων (που αυξήθηκε με τα αυτά άρθρ. 14 § 1 του ν. 1349/1983 και 6 § 14 του ν. 2052/1992 σε εικοσιπέντε μέτρα), δια συμμετοχής των εις τας δαπάνας απαλλοτριώσεως των καταλαμβανομένων υπό των οδών τούτων ακινήτων, η δε επιβάρυνσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη το ήμισυ του εμβαδού του βαρυνομένου ακινήτου (παρ. 1)...

Ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται δια την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπον επί των διανοιγομένων οδών (παρ. 3)... Οσάκις οι δικαιούχοι αποζημιώσεως δια την απαλλοτίωσιν είναι και υπόχρεοι δια την πληρωμήν αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (παρ. 4)...".

Εισάγεται έτσι με τη διάταξη ειδικότερα της παρ. 3 του ως άνω άρθρου τεκμήριο ωφέλειας για τους ιδιοκτήτες ακινήτων, τα οποία με τη διάνοιξη εθνικής οδού αποκτούν πρόσωπο σ` αυτή. Το τεκμήριο αυτό κρίθηκε αρχικά ως αμάχητο, που σημαίνει ότι οι παρόδιοι ιδιοκτήτες δεν μπορούν να το ανατρέψουν αποδεικνύοντας την έλλειψη ωφέλειάς τους από τη διάνοιξη εθνικής οδού.

Παράλληλα κρίθηκε ότι η καθιέρωση του ίδιου τεκμηρίου ως αμάχητου δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρ. 17 § 2 εδ. α του Συντάγματος, που επιβάλλει την προηγούμενη πλήρη αποζημίωση του ιδιοκτήτη αναγκαστικά απαλλοτριούμενου ακινήτου προκειμένου αυτός να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, αφού με βάση το εν λόγω τεκμήριο προσδιορίζονται οι υπόχρεοι μόνο προς αποζημίωση για τη διάνοιξη εθνικής οδού, χωρίς κατά τα λοιπά να θίγεται το δικαίωμα αποζημίωσης όσων οι ιδιοκτησίες αναγκαστικά απαλλοτριώνονται για τη διάνοιξή της.

Κατ` επέκταση η συνταγματικότητα του τεκμηρίου δεν αναιρείται από τη συνδρομή στο ίδιο πρόσωπο δικαιώματος αποζημίωσης και συγχρόνως υποχρέωσης προς αποζημίωση με συνέπεια τον αμοιβαίο συμψηφισμό τους (ΟλΑΠ 14/1991). Υπό την έννοια αυτή ναι μεν η αποζημίωση για την απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία εμφανίζεται τυπικά να είναι πλήρης, όμως αυτοτελώς η υποχρέωση αποζημίωσης για τη διάνοιξη εθνικής οδού, δηλαδή ανεξάρτητα από τη σύμπτωση στο ίδιο πρόσωπο με δικαίωμα αποζημίωσης, συνιστά για τον υπόχρεο προσβολή της περιουσίας του, όταν το τεκμήριο ωφέλειας της παρ. 3 του άρθρ. 1 του ν. 653/1977, στο οποίο βασίζεται, χαρακτηρίζεται ως αμάχητο, αφού τότε ανατρέπεται η αναγκαία ισορροπία μεταξύ της επιβάρυνσης του παρόδιου ιδιοκτήτη και του επιδιωκόμενου γενικού συμφέροντος, αν συμβεί η ωφέλειά του να είναι ανύπαρκτη ή σημαντικά μικρότερη από το μέγεθος της υποχρέωσής του προς αποζημίωση.

Συνεπώς εφόσον η ύπαρξη ωφέλειας από τη διάνοιξη εθνικής οδού δεν είναι δεδομένη για τους παρόδιους ιδιοκτήτες ακινήτων, ενώ και το μέγεθός της μπορεί να ποικίλει κατά περίπτωση, δεν επιτρέπεται να προσδιορίζεται κατά τρόπο αμάχητο με διάταξη γενικής εφαρμογής. Μια τέτοια διάταξη, η οποία εμποδίζει τον υπόχρεο να αποδείξει στη συγκεκριμένη περίπτωση την έλλειψη ωφέλειάς του ή το πραγματικό μέγεθός της από τη διάνοιξη εθνικής οδού, συνιστά υπερβολική (δυσανάλογη) γι` αυτόν επιβάρυνση και προσκρούει έτσι στη διάταξη του άρθρ. 1εδ.

α του από 20.3.1952 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην από 4.11.1950 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που προστατεύει την περιουσία στην ευρύτερη δυνατή έννοιά της, ορίζοντας η διάταξη αυτή ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του (πρβλ. ΕυρΔΔΑ 72/1995/578/664 και 106/1995/612/700 της 15.11.1996).

Το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο και η ίδια η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κυρώθηκαν από κοινού αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ/γμα 53/1974 και συνεπώς αποτελούν έκτοτε εσωτερικό δίκαιο που υπερισχύει κατά το άρθρ. 28 § 1 του Συντάγματος κάθε αντίθετης διάταξης του ημεδαπού δικαίου. Παρέπεται ως εκ τούτου ότι το ως άνω τεκμήριο ωφέλειας μόνον ως μαχητό μπορεί να ισχύει, με συνέπεια ο ισχυριζόμενος την έλλειψη ωφέλειάς του από τη διάνοιξη εθνικής οδού να μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειάς του, να ανατρέψει το τεκμήριο, προκειμένου να αποφύγει την καταβολή αποζημίωσης, είτε αξιώνεται αυτή ευθέως κατά την παρ. 1 του άρθρ. 1 ν. 653/1977 είτε συμψηφιστικά κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, οπότε και δικαιούται στη δεύτερη αυτή περίπτωση να ζητήσει να αποζημιωθεί αντίστοιχα και για το τμήμα της ιδιοκτησίας του που απαλλοτριώθηκε μεν αναγκαστικά για τη διάνοιξη εθνικής οδού, θεωρήθηκε όμως ως προς αυτό ότι πρέπει να αυτοαποζημιωθεί ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης.

Ηδη το ως άνω τεκμήριο ρητά χαρακτηρίζεται ως μαχητό από τη διάταξη του άρθρ. 33 § 1 του ν. 2971/2001 και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού, με το οποίο ορίζονται περαιτέρω και τα ακόλουθα: "Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης, η υποβολή δε της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης (παρ. 2).

Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή επιτροπή... (παρ. 3)... Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση στο κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο..., το οποίο οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης... (παρ. 6)...".

Εξ άλλου με το άρθρ. 37 εδ. α του αυτού ν. 2971/2001, που περιέχει κανόνα διαχρονικού δικαίου, ορίζεται ότι η ισχύς των διατάξεων του ως άνω άρθρ. 33 αρχίζει μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζονται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί, στις δε περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου αυτού έχει παρέλθει η προθεσμία της τρίτης παραγράφου του η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη της ισχύος του.

Σύμφωνα με το σαφές γλωσσικό νόημα του άρθρ. 37εδ. α του ν. 2971/2001 καταλαμβάνονται από τις διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρ. 33 ίδιου νόμου οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις για τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση των εθνικών οδών της Χώρας, οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, αφού άλλωστε κατά το άρθρ. 2 του ΑΚ "ο νόμος ορίζει για το μέλλον (και) δεν έχει αναδρομική ισχύ...".

Καταλαμβάνονται επίσης αναδρομικά οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρ. 33 του ν. 2971/2001, αλλά δεν είχαν μέχρι τότε συντελεσθεί, αφού το άρθρ. 2 του ΑΚ δεν έχει αυξημένη τυπική δύναμη και συνεπώς ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται να προσδώσει στο νόμο αναδρομική ισχύ, εφόσον δεν προσβάλλονται έτσι συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα (ΟλΑΠ 6/2007).

Αντίθετα το άρθρ. 37 εδ. α του ν. 2971/2001 δεν περιέχει ρύθμιση για τις συντελεσμένες ήδη κατά την έναρξη ισχύος του άρθρ. 33 του ίδιου νόμου αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, οι οποίες και αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του τελευταίου αυτού άρθρου, όπως αυτό εμφατικά προκύπτει από το σύνδεσμο "και" που χρησιμοποιείται στο κείμενο του ως άνω άρθρου 37 για να καταδειχθεί ακριβώς ότι οι ρυθμίσεις του άρθρ. 33, που αφορούν κατ` αρχήν τις μελλοντικές αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, επεκτείνονται μεν και σε κηρυγμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, μόνον όμως αν αυτές ήταν ακόμη τότε σε εξέλιξη και όχι ήδη συντελεσμένες.

Ως προς τις απαλλοτριώσεις ωστόσο αυτές η περιοριστική ρύθμιση του άρθρ. 37 εδ. α του ν. 2971/2001 δεν καταλείπει κενό στην εφαρμογή του δικαίου προκειμένου να ανατραπεί δικαστικά το νόμιμο κατά τ` ανωτέρω τεκμήριο ωφέλειας των ιδιοκτητών ακινήτων που απέκτησαν με τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση εθνικής οδού πρόσωπο σ` αυτή, αφού ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επιδιώξει τη δικαστική ανατροπή του τεκμηρίου με τον τρόπο που μπορούσε και πριν από το ν. 2971/2001, δηλαδή είτε στο πλαίσιο της δίκης για τον καθορισμό της οφειλόμενης για την απαλλοτρίωση αποζημίωσης είτε και εκτός της δίκης αυτής (ΟλΑΠ 10 και 11/2004ΟΛ Α.Π.11/2011).

Προ της ισχύος δηλαδή του νόμου αυτού και του άρθρου 33 παρ. 1 αυτού, σε περίπτωση αμφισβητήσεως του παρόδιου ιδιοκτήτη ότι ωφελείται το ακίνητο του από τη διάνοιξη, διαπλάτυνση, βελτίωση κλπ. των οδών, που προαναφέρθηκαν και προβολής ισχυρισμού του ότι αυτός δεν υποχρεούται σε αυτοαποζημίωση, δημιουργείται διαφορά, για την επίλυση της οποίας αρμόδια ήταν τα αρμόδια καθ' ύλη πολιτικά δικαστήρια, που δίκαζαν κατά την τακτική διαδικασία.

Επομένως ως προς τις άνω αναγκαστικές απαλλοτριώσεις δεν τίθεται ζήτημα ανάλογης εφαρμογής των άρθρ. 33 & 37 εδ. α του ν. 2971/2001, αφού η αναλογία προϋποθέτει αποχή του θετικού δικαίου από οποιαδήποτε ρύθμιση της κρίσιμης βιοτικής περίπτωσης, μολονότι η ρύθμισή της αξιώνεται από την έννομη τάξη. Διαφορετική από την αναλογία ως μέθοδο ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου, που στηρίζεται στην ουσιώδη ομοιότητα της αρρύθμιστης περίπτωσης με ρυθμισμένες από την έννομη τάξη αντίστοιχες περιπτώσεις (αναλογία νόμου), είναι η διασταλτική ερμηνεία της εφαρμοστέας διάταξης νόμου, που επιχειρείται όταν διαπιστώνεται ότι το γλωσσικό (γραμματικό-ιστορικό) νόημα της διάταξης υπολείπεται του επιδιωκόμενου μ` αυτή σκοπού, όπως αυτός προσδιορίζεται με αξιολογικά στοιχεία αντλούμενα από την ίδια την εφαρμοστέα διάταξη, αυτοτελώς αλλά και σε συστηματική αλληλουχία με συναφείς διατάξεις.

Κατά την έννοια αυτή η διασταλτική ερμηνεία, όπως και η αναλογία, αποτελούν ειδικότερες εφαρμογές της τελολογίας ως βασικής μεθόδου ερμηνείας του δικαίου με αναφορά στις γενικές αξίες του. Οι διατάξεις του άρθρ. 37 εδ. α του ν. 2971/2001, με τις οποίες οι ρυθμίσεις του άρθρ. 33 του ίδιου νόμου επεκτάθηκαν και σε κηρυγμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, εφόσον όμως αυτές ήταν ακόμη τότε σε εξέλιξη και όχι ήδη συντελεσμένες, σκοπό είχαν να συμβάλλουν στη γρήγορη εκκαθάριση των σχετικών με το τεκμήριο ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών εκκρεμοτήτων, ορίζοντας προς το σκοπό αυτό, αμέσως ή κατά παραπομπή, ιδιαίτερα σύντομες προθεσμίες για την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανατροπής του τεκμηρίου και κατ` επέκταση για τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, αφού η έννοια της πλήρους αποζημίωσης, από την οποία εξαρτάται η συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση εθνικής οδού, διαφοροποιείται ανάλογα με την ύπαρξη ή όχι αντίστοιχης ωφέλειας για τους παρόδιους ιδιοκτήτες, δηλαδή ανάλογα με την ανατροπή ή όχι του σχετικού τεκμηρίου.

Εξυπηρετείται έτσι τόσο το συμφέρον του υπόχρεου προς αποζημίωση προκειμένου αυτός να έχει σε εύλογο χρόνο σαφή και οριστική αντίληψη του μεγέθους των υποχρεώσεών του όσο και το δημόσιο συμφέρον προκειμένου με τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης να καταστεί δυνατή η εκτέλεση του έργου που αυτή αφορά.

Ο παραπάνω όμως σκοπός δεν συντρέχει για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που είχαν ήδη συντελεσθεί κατά την έναρξη ισχύος του άρθρ. 33 του ν. 2971/2001, αφού ως προς αυτές ήταν πλέον δυνατή χωρίς άλλο η κατάληψη των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν, η δε ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας μέσα στις εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες των άρθρων 33 και 37 εδ.

α του ως άνω νόμου δεν εξυπηρετεί στην περίπτωση αυτή άξιο λόγου συμφέρον οποιασδήποτε πλευράς. Αντίθετα υπερακοντίζει το σκοπό του νόμου η άποψη ότι καταλαμβάνονται από τις διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρ. 33 του ν. 2971/2001 και οι συντελεσμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, αφού καταλήγει σε δυσανάλογη επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημίωσης, αξιώνοντας απ` αυτόν, παρόλο που η διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης είχε τότε ουσιαστικά ολοκληρωθεί, να ήταν σε ετοιμότητα προκειμένου έγκαιρα να αντιλαμβανόταν τη σχετική νομοθετική μεταβολή και να ενεργούσε σύμφωνα μ` αυτή για την ανατροπή του νόμιμου σε βάρος του τεκμηρίου ωφέλειας, με στόχο την είσπραξη τελικά πλήρους της αποζημίωσής του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε για την ουσία της υπόθεσης, η ελάσσων πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλ.

τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδομένη νομική πλημμέλεια. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως της εκ πλαγίου παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α)σε τί συνίσταται η στέρηση νόμιμης βάσης της αποφάσεως, ήτοι ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ)η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ)οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά κατ' επιλογή, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον επικαλούμενο πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυρίζεται ότι α) εν όψει του ότι κατά την άσκηση της κρινόμενης αγωγής δεν τηρήθηκε η διαδικασία των άρθρων 33 και 37 ν.2971/2001 ως και η προβλεπόμενη από την παρ. 3 αρθ.33 ίδιου νόμου προθεσμία, εσφαλμένα κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη αυτή (αγωγή) κατά παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, διότι η απαλλοτρίωση συντελέστηκε μετά την 21-6-2002, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος του ν.2971/2001,αφού όπως αναφέρεται στην αγωγή τα εντάλματα πληρωμής υπέρ των δικαστικά αναγνωρισθέντων δικαιούχων αποζημίωσης εκδόθηκαν μετά την 21-6-2002 β) ότι κατά παραβίαση των ίδιων πιο πάνω διατάξεων, ενώ το Εφετείο δέχτηκε ότι η ένδικη απαλλοτρίωση συντελέστηκε το έτος 1998 στην συνέχεια έκρινε νόμιμη την αγωγή στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 33 του ν.2971/2001 και γ) ότι δεν διαλαμβάνει καμία αιτιολογία σχετικά με το πώς οδηγήθηκε στην κρίση του ότι η απαλλοτρίωση συντελέστηκε το έτος 1998.

Ο λόγος αυτός κατά το υπό στοιχείο α σκέλος του πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αβάσιμος διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το δικαστήριο δέχτηκε ότι η ένδικη απαλλοτρίωση συντελέστηκε πριν την ισχύ του ν.2971/2001 και μάλιστα με την παρακατάθεση από το Ελληνικό Δημόσιο της αποζημίωσης των δικαιούχων με το με αρ..../19-12-1998 γραμμάτιο και δημοσιεύτηκε η σχετική αγγελία στο ΦΕΚ τεύχος ..

αρ…./28-1-1999 και ανεξαρτήτως του ότι οι σχετικές αιτιάσεις αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια και επάρκεια των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως των παραπάνω διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Ο ίδιος λόγος κατά το υπό στοιχείο β σκέλος του πρέπει να απορριφθεί προεχόντως λόγω αοριστίας αφού δεν συνδέεται η αποδιδόμενη πλημμέλεια με οποιαδήποτε επίδραση στο διατακτικό της απόφασης ,ενώ κατά το υπό στοιχ. γ' σκέλος του είναι αβάσιμος αφού το δικαστήριο αναφέρει ρητά ποτέ έλαβε χώρα η συντέλεση της απαλλοτριώσης και δεν οφείλει να συμπεριλάβει σχετικά με αυτό περισσότερα στοιχεία στο σκεπτικό του.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον επικαλούμενο την από τον αρ.19 ου άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας άλλως περιέχει ανεπαρκείς τέτοιες δεχόμενη ότι τα ακίνητα των εναγόντων δεν ωφελούνται χωρίς όμως να αναφέρει το συνολικό εμβαδό κάθε ιδιοκτησίας πριν και μετά την απαλλοτρίωση, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί αν υπέστησαν μεταβολές ως προς το σχήμα και την αξία τους, αν επηρεάζεται η χρήση τους και ποιες είναι οι επιπτώσεις της απαλλοτρίωσης και του κατασκευασθέντος έργου στις δυνατότητες χρήσης των ένδικων ιδιοκτησιών σύμφωνα με τον προορισμό τους.

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 43/2016 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561παρ.1ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης Από το ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε, επίσης, ότι τα εναπομείναντα τμήματα των ως άνω ιδιοκτησιών των εναγόντων βρίσκονται μεν αμέσως παράπλευρα της Εγνατίας Οδού, της οποίας έχει ήδη ολοκληρωθεί η κατασκευή, αλλά δεν έχουν άμεση προσπέλαση και επικοινωνία με αυτήν, διότι η οδός αυτή έχει κατασκευασθεί, όπως προβλεπόταν, ως κλειστός αυτοκινητόδρομος ταχείας κυκλοφορίας, με περίφραξη από μπάρες - κράσπεδα και σε ορισμένα σημεία με τσιμεντοκολώνες και δικτυωτό πλέγμα, λόγω και των προβλεπόμενων πολεοδομικών περιορισμών, για την πρόσβαση των παρόδιων ιδιοκτησιών προς την οδό ταχείας κυκλοφορίας (βλ.

ιδίως το άρθρο 29 παρ 7 του Ν. 2696/1999). Επιπλέον υφίσταται υψομετρική διαφορά, κυμαινόμενη από 2,5 έως 5 μέτρα, καθόσον η οδός στη συγκεκριμένη περιοχή κατασκευάσθηκε με επιχωμάτωση, υπερυψωμένη σε σχέση με τις παρακείμενες ιδιοκτησίες, για λόγους ασφαλείας και ακώλυτης διέλευσης της κυκλοφορίας. Παράλληλα, όμως, τα εναπομείναντα τμήματα των εν λόγω ακινήτων έχουν πρόσβαση σε παράπλευρο οδικό δίκτυο (service road), που κατασκευάσθηκε στο επίπεδο των ιδιοκτησιών για την εξυπηρέτησή τους και καθίσταται δυνατή η πρόσβαση στις οδούς αυτές ή σε βελτιωμένο προϋπάρχον οδικό δίκτυο, με το οποίο επικοινωνούσαν και προηγουμένως οι εν λόγω ιδιοκτησίες (βλ.

σχετικά το από 23-11-2007 έγγραφο της Περιφερειακής Υπηρεσίας Ιωαννίνων της "...."). Είναι δυνατή, επίσης, η ασφαλής και νόμιμη πρόσβαση στην κατασκευασθείσα Εγνατία Οδό, κεντρικό οδικό άξονα της Ελληνικής Επικράτειας, μέσω της χρήσης ανισόπεδων κόμβων στην περιοχή και, συγκεκριμένα, στις θέσεις ... και ..., οι οποίες, προφανώς, δεν βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση από τις ένδικες ιδιοκτησίες, χωρίς, όμως, να προκύψει από κάποιο αποδεικτικό μέσο η ακριβής απόσταση (πρβλ.

την από Αύγουστο 2007 τεχνική έκθεση του Πολιτικού Μηχανικού Π. Κ., σύμφωνα με την οποία χρειάζεται να διανυθεί απόσταση 500 - 700 μέτρων, περίπου, μέσω των κόμβων αυτών, για να καταλήξει κανείς στις εγγύτερες σε αυτόν ιδιοκτησίες υπ' αριθ …, …κτλ. οι οποίες δεν ταυτίζονται, όμως. με τις επίδικες). Όμως και αυτή η επικοινωνία, ενόψει της αγροτικής εκμετάλλευσης των επίδικων ακινήτων και της εκτάσεως αυτών, που ανέρχεται κατ' ανώτατο εμβαδόν σε 5.904 τετραγωνικά μέτρα δεν προσφέρει προοπτικές προσφορότερης εκμετάλλευσης και προσοδοφόρου αξιοποίησης για τα εναπομείναντα ακίνητα, σε σχέση με την εκμετάλλευσή τους πριν την κατασκευή αυτής της οδού καθόσον δεν χρησιμοποιείται αυτή για την πρόσβαση των ιδιοκτητών τους από τους οικισμούς προς τα ακίνητα είτε για την κίνηση των γεωργικών μηχανημάτων είτε για τη μεταφορά των προϊόντων.

Ας σημειωθεί ότι οι ενάγοντες δεν επικαλούνται τυχόν οικοπεδική αξία των ιδιοκτησιών τους, ενώ στην τεχνική έκθεση του Π. Κ., γίνεται ενδεικτική αναφορά για την ιδιοκτησία ... ότι ήταν άρτια και οικοδομήσιμη (ήδη δομημένη), έχει περιέλθει, όμως, εξ απόψεων όρων δόμησης σε δυσμενέστερη κατάσταση μετά την απαλλοτρίωση, καθόσον το εναπομείναν τμήμα, μετά την απαλλοτρίωση επιφανείας 1.547 τ.μ., καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και, συνεπώς, μη εκμεταλλεύσιμο από πολεοδομικής απόψεως.

Περαιτέρω, όσον αφορά την υπ' αριθ. … ιδιοκτησία, στην τεχνική έκθεση του ίδιου ως άνω Πολιτικού Μηχανικού εκτίθεται ότι το εναπομένον μετά την απαλλοτρίωση γήπεδο, συνολικής επιφανείας 205 τ.μ., καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, η δε μείωση της αξίας του θα φθάσει σε ποσοστό 50%. Ενόψει όλων όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει να αρθεί το τεκμήριο ωφέλειας όλων των επίδικων ιδιοκτησιών, εξαλειφομένης πλήρως της υποχρέωσης επιβάρυνσης με αυτοαποζημίωση και να επιδικασθεί, ως αποζημίωση, λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των ιδιοκτησιών τους.

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το αποδεικτικό πόρισμα της απόφασης, είναι σαφώς και επαρκώς αιτιολογημένο, κατά τρόπο που να επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφαρμόστηκαν και τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Με πλήρεις, σαφείς και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες το δικαστήριο κατέληξε στο παραπάνω πόρισμα του, και χωρίς την ανάγκη παράθεσης άλλων, εκθέτοντας αναλυτικά τους λόγους εξ αιτίας των οποίων δεν ωφελούνται ως παρόδιοι ιδιοκτήτες οι ενάγοντες, αφού δεν έχουν άμεση προσπέλαση στην κατασκευασθείσα οδό.

Εξ άλλου η πρόσβαση σε αυτή μέσω ανισόπεδων κόμβων εν όψει της αγροτικής εκμετάλλευσης των ακινήτων δεν προσφέρει προοπτικές προσφορότερης εκμετάλλευσης για τα εναπομείναντα ακίνητα όπως ειδικότερα αναφέρεται στην απόφαση. Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από το αναιρεσείον πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογιών απορριπτομένων ως αβασίμων των σχετικών λόγων αναίρεσης και ανεξαρτήτως του ότι οι σχετικές αιτιάσεις αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Επομένως οι από τον αριθμό 19 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτιάσεις του δεύτερου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 "Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", όπως ίσχυε (μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν.δ. 446/1974), και ήδη άρθρ. 18 παρ. 4 εδάφ. α`-γ` του ν. 2882/2001 α) η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης και επιδικάζεται πάντοτε από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση, β) η εκκαθάρισή της γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του "Κώδικα Δικηγόρων" που ισχύουν κάθε φορά και γ) το άρθρο 22 του ν. 3693/1957 δεν εφαρμόζεται.

Λόγω της πιο πάνω συνταγματικής αρχής, δηλαδή ότι η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης, το ποσό αυτής πρέπει να περιέρχεται στο δικαιούχο ακέραιο. Μέρος αυτής αποτελούν και τα δικαστικά έξοδα, αφού ο καθ` ου η απαλλοτρίωση αναγκαίως υποβάλλεται σ` αυτά για να επιτύχει τον καθορισμό της αποζημίωσης που δικαιούται να λάβει.

Άρα, αυτά, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του (άρθρο 189 ΚΠολΔ), αποτελούν παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνουν το ποσό της και βαρύνουν, όπως εκείνη, τον υπόχρεο στην καταβολή της και συνεπώς, πρέπει να επιδικάζονται σε βάρος του υπόχρεου και να περιέρχονται στο δικαιούχο της αποζημίωσης.

Η δικηγορική αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, που πρέπει να επιδικαστεί και να περιέλθει σ` αυτόν, συνίσταται στο ποσό που προκύπτει κατ` εφαρμογή των οικείων διατάξεων του "Κώδικα Δικηγόρων" (άρθρ. άρθρ. 63 επ. ν. 4194/2013), γιατί αυτό αποτελεί τη νόμιμη αμοιβή και, συνακόλουθα, τη δαπάνη στην οποία αναγκαίως αυτός υποβάλλεται.

Για το λόγο αυτό κατά τον καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής δεν λαμβάνεται υπόψη τυχόν ιδιαίτερη με το δικηγόρο συμφωνία (εργολαβία δίκης), ενώ το ποσό αυτής δεν υπόκειται, κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ.18 ΚΠολΔ), σε συμψηφισμό, ούτε σε μείωση ή περιορισμό [μέχρι του ποσού των 293 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993)], αφού έτσι ο δικαιούχος θα επιβαρυνόταν με τη διαφορά, με αποτέλεσμα τη φαλκίδευση του ποσού της αποζημίωσης.

Εξάλλου, αφού αντικείμενο της προκείμενης δίκης είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η αποκατάσταση της ζημίας των αναιρεσιβλήτων από τη μη καταβολή της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε για τα απαλλοτριωμένα ακίνητά τους που εσφαλμένα αναφέρονται στον κτηματολογικό πίνακα (ΚΠ) ως "αυτοαποζημιούμενα", ενώ, παράλληλα, το ποσό της ζημίας τους αυτής ταυτίζεται με το ποσό της παραπάνω αποζημίωσης, στην ουσία πρόκειται για δίκη με αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.

Επομένως, αναφορικά με τη δικαστική δαπάνη, θα εφαρμοστούν οι διατάξεις που εφαρμόζονται στη δίκη της απαλλοτρίωσης, εκείνες δηλαδή των άρθρων 176, 189, 191 ΚΠολΔ, 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 και του Κώδικα Δικηγόρων. Αντίθετα, δεν εφαρμόζονται και στη δίκη αυτή, όπως και στη δίκη της απαλλοτρίωσης, οι διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 και 2 του νόμου 3693/1957, διότι έτσι φαλκιδεύεται η πλήρης αποζημίωση, με συνέπεια την παραβίαση του άρθρου 17 του Συντάγματος που την προβλέπει.

Με την αντίθετη εκδοχή, αν μεν το δικαστικό στάδιο της απαλλοτριωτικής διαδικασίας είχε προχωρήσει ομαλά, στην αποζημίωση του δικαιούχου θα περιλαμβανόταν η πλήρης δικαστική δαπάνη του, ενώ, όταν αυτός αναγκάζεται, λόγω υπαιτιότητας του υπόχρεου, να διεκδικήσει, όχι με την απλούστερη απαλλοτριωτική διαδικασία, αλλά με την τακτική, την αποζημίωσή του, να περιορίζεται αυτή με τον κατακερματισμό της δικαστικής του δαπάνης (ΑΠ 473/2017, ΑΠ 406/2015, ΑΠ 2120/2014, ΑΠ 2161/2013, ΑΠ 895/2010, αντίθ., πάντως, ΑΠ 1129/2014, ΑΠ 1333/2013).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την παραπάνω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια ότι εσφαλμένα το υποχρέωσε στην καταβολή του ποσού των 4.500 ευρώ για δικαστικά έξοδα και αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου των εναγόντων και νυν αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του "Κώδικα Δικηγόρων", με την αιτιολογία ότι η κατά το άρθρο 17 παρ. 4 ν.δ. 797/1971 (και ήδη άρθρ. 18 παρ. 4 ν. 2882/2001) δικαστική δαπάνη σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση Ελληνικού Δημοσίου υπολογίζεται με βάση τις διατάξεις αυτές και δεν υπόκειται σε συμψηφισμό, μείωση ή περιορισμό κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, ενώ έπρεπε, κατά το αναιρεσείον, αφού η δίκη διεξήχθη κατά την τακτική διαδικασία, η δικαστική δαπάνη που επιβλήθηκε σε βάρος του να μην υπερβεί το όριο των 293 ευρώ που θεσπίζεται με τις διατάξεις του τελευταίου άρθρου (22 του ν. 3693/1957).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, με την κρίση του αυτή, δεν παραβίασε, ευθέως, τις παραπάνω διατάξεις που είναι και ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1055/2017, 473/2017, 218/2003), τις οποίες ορθά εφάρμοσε, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 δεδομένου ότι αυτές πράγματι δεν εφαρμόζονται στην ερευνώμενη περίπτωση, και, ως εκ τούτου, δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 815/2017, ΑΠ 807/2017).

Μετά απ' αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), τα οποία ορίζει μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, δοθέντος ότι η αποκλείουσα την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 δεν έχει εφαρμογή στην δίκη της αναίρεσης κατ' απόφασης εφετείου περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας στην οποία εφαρμόζονται, όσον αφορά στη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Kηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση ως προς τους αναιρεσίβλητους Φ. Α., Λ. Α., Χ. Α., Μ. Τ. και Σ. Τ. Αναστέλλει την διαδικασία όσον αφορά τους εκ των αναιρεσιβλήτων Ν. Α., Ά. Ο. και Ε. Ν..

Απορρίπτει, την αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 43/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων όσον αφορά τους λοιπούς διαδίκους. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ