Legislator Case Law & Legislation
815/2017 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on civil costs, ruling the lower court correctly applied statutory fee calculations.

Case Number 815/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court judgment regarding civil litigation costs. The State argued the lower court incorrectly calculated fees based on specific statutes, but the Court found the First Instance Court correctly applied the relevant laws and refused to apply non-applicable provisions. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the plaintiffs' legal expenses.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible only if a substantive law rule was violated, and the Court ruled that the lower court correctly applied the substantive rules regarding litigation costs without error.

Keywords

AI generated
appeal admissibility litigation costs substantive law violation legal fees calculation Code of Civil Procedure state liability judicial expenses

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of Law 653/1977
Article 18 of Law 2882/2001
Article 22 of Law 3693/1957
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 406/2015
Supreme Court Case 2120/2014
Supreme Court Case 2161/2013
Supreme Court Case 895/2010
Supreme Court Case 1129/2014
Supreme Court Case 1333/2013
Supreme Court Case 218/2003
Supreme Court Case 7/2013

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 815 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 815/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. συζ. Ι. Ι., το γένος Π. Τ., κατοίκου ... και 2) Φ. συζ. Η. Κ., το γένος Π. Τ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Νικολέτα Μαγκλαβέρα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η 2η των αναιρεσιβλήτων αναγράφεται και ως "Κ.".

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18535/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 276/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-12-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιο Χοϊμές διάβασε την από 20-2-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγόμενων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε, με το άρθρ. 62 παρ. 9 και 10 ν. 947/1979, και στις νέες χαράξεις και διαπλατύνσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 εδάφ.

α’ του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία, μετά την επικύρωσή της, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και των προαναφερόμενων διατάξεων του ν. 653/ 1977, κατ’ άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ Ολομ., 7/2013, 11/2004 και 10/2004).

Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και, συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση (ΑΠ Ολομ. 7/2013), ήτοι ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/2001 (που ισχύει από 19-1-2002), το οποίο, πάντως, κατά το άρθρ. 37 εδάφ.

α’ του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι τότε είχαν συντελεστεί (ΑΠ Ολομ., 7/2013, 12/2011, 11/2011). Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου ακινήτου εισαγόταν προς κρίση, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, διότι, κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη (ΑΠ Ολομ. 8/1999), δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης, άποψη που τελικά κρίθηκε, κατά τα προεκτιθέμενα, ότι παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Ήδη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1, 2, 3, 6 και 7 του ν. 2971/2001, το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του νόμου 653/1977 είναι, όπως προεκτέθηκε, μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού (ΑΠ 318/2016, ΑΠ 1258/ 2015, ΑΠ 406/2015).

Μάλιστα, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου αυτού (33 του ν. 2971/2001) προκύπτει ότι τα στοιχεία, για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου, διευρύνονται και, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου κατά τις διατάξεις που ισχύουν (ΑΠ 423/2016, ΑΠ 318/2016, ΑΠ 1363/2015).

Εξάλλου, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 653/1977, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 111, 118 εδάφ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο ισχυρισμός αυτός για την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας, πρέπει στο δικόγραφο της αγωγής (ή της αίτησης) να αναφέρεται η ιδιότητα του ενάγοντος (ή του αιτούντος) ως κυρίου του απαλλοτριωμένου ακινήτου και να εκτίθενται, σαφώς και συγκεκριμένα, τα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων το τμήμα του ακινήτου που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση δεν ωφελείται απ’ αυτήν, αλλά, αντίθετα, ζημιώνεται (ΑΠ 104/2015, ΑΠ 34/2015).

Περαιτέρω, η αοριστία της αγωγής (ή της αίτησης) μπορεί να συνίσταται στην ανεπαρκή ή ασαφή εξειδίκευση ουσιωδών γεγονότων, αναγκαίων για την επέλευση της επιδιωκόμενης έννομης συνέπειας (πραγματική αοριστία), η οποία ελέγχεται αναιρετικά από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 104/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση, από 22-4-2008, αγωγή των αναιρεσιβλήτων (αναγνωριστική της ανυπαρξίας υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης από την αναφερόμενη αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου τους και, συνάμα, καταψηφιστική για την καταβολή της σχετικής αποζημίωσης), αυτές, επικαλούμενες ότι είναι συγκυρίες, κατά ποσοστό 50% η καθεμία, του περιγραφόμενου, αναγκαστικά απαλλοτριωμένου για τη διάνοιξη της Εγνατίας Οδού, ακινήτου, εμβαδού 8.220,94 τετρ.

μέτρων, και ότι, ενώ αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της σχετικής αποζημίωσης που καθορίστηκε οριστικά, αποζημιώθηκαν για έκταση μόνο 3.606,30 τετρ. μέτρων, ζήτησαν την καταβολή σ’ αυτές, κατ’ ισομοιρίαν, του ποσού των 29.764,43 ευρώ, ως αποζημίωση για την υπόλοιπη έκταση των 4.614,64 τετραγωνικών μέτρων του απαλλοτριωμένου ακινήτου τους, η οποία θεωρήθηκε, εσφαλμένα, ότι αυτοαποζημιώνεται, παρά το ότι το ακίνητό τους, μετά την κατασκευή της Εγνατίας Οδού, δεν αποκομίζει καμία ωφέλεια, καθόσον 1) το ακίνητό τους, πριν από τη διάνοιξη - κατασκευή της εν λόγω οδού, που είναι περίκλειστη με κιγκλιδώματα και μπάρες, είχε πρόσβαση στην επαρχιακή οδό ..., ενώ τώρα δεν έχει πρόσοψη - πρόσβαση στην Εγνατία Οδό, αφού αυτή είναι υπερυψωμένη και βρίσκεται σε υψομετρική διαφορά 6-7 μέτρων από αυτό και 2) από τα δύο τμήματα του ακινήτου τους που απέμειναν από την απαλλοτρίωση, α) το μεν πρώτο, εμβαδού 2.312,76 τετρ.

μέτρων, εμπίπτει, ολόκληρο, μέσα στη ζώνη των 60 μέτρων από τον άξονα της οδού και των 40 μέτρων από το όριο της απαλλοτρίωσης, όπου απαγορεύεται η ανοικοδόμηση και β) του δε δεύτερου, εμβαδού 8.894 τετρ. μέτρων, μειώνεται, κατά πολύ, η δυνατότητα προσοδοφόρας καλλιέργειας αλλά και οικοδομικής εκμετάλλευσής του, αφού, λόγω των υποχρεωτικών αποστάσεων, μειώνεται σημαντικά η οικοδομήσιμη επιφάνειά του.

Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή αυτή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της, διαλαμβάνει όλα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωση του ένδικου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων - εναγουσών στοιχεία, ήτοι 1) την ιδιότητα αυτών ως (συγ)κυρίων του απαλλοτριωμένου ακινήτου και 2) τα συγκεκριμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων τα παραπάνω δύο τμήματα του ακινήτου τους που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση δεν ωφελούνται απ’ αυτήν αλλά, αντίθετα, ζημιώνονται.

Δεν ήταν, εξάλλου, απαραίτητο, για το ορισμένο της αγωγής, τα τρία επιμέρους εδαφικά τμήματα του ακινήτου τους των 4.614,64 τετρ. μέτρων (που αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής με το εμβαδόν και τα στοιχεία - αριθμούς του σχετικού κτηματολογικού πίνακα και του αντίστοιχου κτηματολογικού διαγράμματος), τα οποία κρίθηκαν ότι αυτοαποζημιώνονται (επιφάνειας, αντίστοιχα, σε τετραγωνικά μέτρα, α) 1.156,38, β) 2.725,46 και γ) 732,80), να προσδιοριστούν - επιμεριστούν, κατά το εμβαδόν τους, στα δύο πιο πάνω τμήματα του ακινήτου που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, όπως υποστηρίζει το αναιρεσείον, αφού τούτο μπορεί να συναχθεί από τις αποδείξεις.

Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, οι αναιρεσίβλητες, παραδεκτά, κατ’ άρθρ. 224 εδάφ. β’ του ΚΠολΔ, με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους που καταχωρίστηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, συμπλήρωσαν - διευκρίνισαν την αγωγή τους, αποσαφηνίζοντας ότι στο πρώτο εναπομένον τμήμα των 2.312,76 τετρ.

μέτρων επιμερίζονται τα 1.156,38 τετρ. μέτρα και στο δεύτερο τμήμα των 8.894 τετρ. μέτρων επιμερίζονται τα υπόλοιπα 2.725,46 τετρ. μέτρα και 732,80 τετρ. μέτρα, όπως διαλαμβάνεται στην εφετειακή απόφαση και προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προσκομιζόμενων (από τις αναιρεσίβλητες) οικείων πρακτικών συνεδρίασης, χωρίς η προσθήκη - δήλωσή της αυτή, μέσα στο διαδικαστικό πεδίο, να συνιστά υπέρβαση του περιορισμού που τίθεται από την εν λόγω διάταξη, αλλά διευκρινιστική συμπλήρωση που βρίσκεται μέσα στα όρια αυτής.

Επομένως, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 276/2014 απόφασή του, κρίνοντας ότι η αγωγή είναι ορισμένη, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ και ορθά δεν κήρυξε απαράδεκτο. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, επικαλούμενο την πλημμέλεια αυτή από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της, είναι αβάσιμος.

Το άρθρο 17 του Συντάγματος ορίζει στην παρ. 2 ότι "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης..." και στην παρ. 4 εδάφιο τελευταίο ότι "η αποζημίωση δεν υπόκειται, ως αποζημίωση, σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος".

Η τελευταία αυτή διάταξη αποσκοπεί στο να αποτρέψει κάθε επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημίωσης ώστε αυτή να μη φαλκιδευθεί και να περιέλθει στον δικαιούχο ακέραιη. Περαιτέρω, στο άρθρο 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως το τρίτο εδάφιο της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 ν. 4070/2012 και εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ. 9 περ.

δ’ των μεταβατικών διατάξεων του ίδιου νόμου, και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη της ισχύος του, απαλλοτριώσεις που συμπίπτει με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, στις 10-4-2012 (ΦΕΚ Α/82/10-4-2012), κατά το άρθρο 188 του νόμου αυτού (ΑΠ 1175/2015, ΑΠ 844/2015), ορίζεται, μεταξύ των άλλων, ότι η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων, α) βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης και επιδικάζεται πάντοτε από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση, β) η εκκαθάρισή της γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του "Κώδικα Δικηγόρων" που ισχύουν κάθε φορά και γ) όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση, κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995, η επιδικαζόμενη από τα δικαστήρια αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων.

Λόγω της πιο πάνω συνταγματικής αρχής, δηλαδή ότι η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης, το ποσό αυτής πρέπει να περιέρχεται στον δικαιούχο ακέραιο. Μέρος αυτής αποτελούν και τα δικαστικά έξοδα, αφού ο καθ’ ου η απαλλοτρίωση αναγκαίως υποβάλλεται σ’ αυτά για να επιτύχει τον καθορισμό της αποζημίωσης που δικαιούται να λάβει.

Άρα, αυτά, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του (άρθρο 189 ΚΠολΔ), αποτελούν παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνουν το ποσό της και βαρύνουν, όπως εκείνη, τον υπόχρεο στην καταβολή της και, συνεπώς, πρέπει να επιδικάζονται σε βάρος του υπόχρεου και να περιέρχονται στον δικαιούχο της αποζημίωσης.

Η δικηγορική αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, που πρέπει να επιδικαστεί και να περιέλθει σ’ αυτόν, συνίσταται στο ποσό που προκύπτει κατ’ εφαρμογή των οικείων διατάξεων του "Κώδικα Δικηγόρων" (άρθρ. 100 επ. ν.δ. 3026/1954 και ήδη άρθρ. 63 επ. ν. 4194/2013), γιατί αυτό αποτελεί τη νόμιμη αμοιβή και, συνακόλουθα, τη δαπάνη στην οποία αναγκαίως αυτός υποβάλλεται.

Για το λόγο αυτόν, κατά τον καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής, δεν λαμβάνεται υπόψη τυχόν ιδιαίτερη με το δικηγόρο συμφωνία (εργολαβία δίκης), ενώ το ποσό αυτής δεν υπόκειται, κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΚΠολΔ), σε συμψηφισμό, ούτε σε μείωση ή περιορισμό [μέχρι του ποσού των 293 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993)], αφού έτσι ο δικαιούχος θα επιβαρυνόταν με τη διαφορά, με αποτέλεσμα τη φαλκίδευση του ποσού της αποζημίωσης.

Εξάλλου, αφού αντικείμενο της προκείμενης δίκης είναι, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην πρώτη σκέψη της παρούσας, η αποκατάσταση της ζημίας των αναιρεσιβλήτων από τη μη καταβολή της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε για τα απαλλοτριωμένα ακίνητά τους που εσφαλμένα αναφέρονται στον κτηματολογικό πίνακα (ΚΠ) ως "αυτοαποζημιούμενα", ενώ, παράλληλα, το ποσό της ζημίας τους αυτής ταυτίζεται με το ποσό της παραπάνω αποζημίωσης, στην ουσία πρόκειται για δίκη με αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.

Ως εκ τούτου, αναφορικά με τη δικαστική δαπάνη, θα εφαρμοστούν οι διατάξεις που εφαρμόζονται στη δίκη της απαλλοτρίωσης, εκείνες δηλαδή των άρθρων 176, 189, 191 ΚΠολΔ, 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 και 100, 107, 109 και 114 του ν.δ. 3026/1954 και ήδη 58 παρ. 3, 63, 68, 69 παρ. 1 και 2, Παραρτήματα Ι και

ΙΙΙ του ν. 4194/2013 "Κώδικα Δικηγόρων", όπως ισχύει. Αντίθετα, δεν εφαρμόζονται και στη δίκη αυτή, όπως και στη δίκη της απαλλοτρίωσης, οι διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 και 2 του νόμου 3693/1957, διότι έτσι φαλκιδεύεται η πλήρης αποζημίωση, με συνέπεια την παραβίαση του άρθρου 17 του Συντάγματος που την προβλέπει. Με την αντίθετη εκδοχή, αν μεν το δικαστικό στάδιο της απαλλοτριωτικής διαδικασίας είχε προχωρήσει ομαλά, στην αποζημίωση του δικαιούχου θα περιλαμβανόταν η πλήρης δικαστική δαπάνη του, ενώ, όταν αυτός αναγκάζεται, λόγω υπαιτιότητας του υπόχρεου, να διεκδικήσει, όχι με την απλούστερη απαλλοτριωτική διαδικασία, αλλά με την τακτική, την αποζημίωσή του, να περιορίζεται αυτή με τον κατακερματισμό της δικαστικής του δαπάνης (ΑΠ 406/2015, ΑΠ 2120/2014, ΑΠ 2161/2013, ΑΠ 895/2010, αντίθ., πάντως, ΑΠ 1129/2014, ΑΠ 1333/2013).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον δεύτερο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την παραπάνω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια ότι εσφαλμένα το υποχρέωσε στην καταβολή του ποσού των 517,50 ευρώ για δικαστικά έξοδα και αμοιβή της πληρεξούσιας δικηγόρου των εφεσιβλήτων και νυν αναιρεσιβλήτων, για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του "Κώδικα Δικηγόρων", ήτοι α) 1% επί της καταβλητέας αποζημίωσης, ως αμοιβή της πληρεξούσιας δικηγόρου τους για τη σύνταξη των προτάσεων (29.764,43 ευρώ επί 1% ίσον 297,50 ευρώ) και β) 220 ευρώ, για την παράσταση με τα έξοδά της στο Εφετείο, με την αιτιολογία ότι η κατά το άρθρο 18 παρ. 4 ν. 2882/2001 δικαστική δαπάνη σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση Ελληνικού Δημοσίου υπολογίζεται με βάση τις διατάξεις αυτές.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, με την κρίση του αυτή, δεν παραβίασε, ευθέως, τις προαναφερόμενες διατάξεις για τη δικαστική δαπάνη που είναι και ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 218/2003), τις οποίες ορθά εφάρμοσε, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/ 1957, δεδομένου ότι αυτές πράγματι δεν εφαρμόζονται, καθόσον το ποσό της δικηγορικής αμοιβής δεν υπόκειται σε συμψηφισμό, μείωση ή περιορισμό, κατά το άρθρο αυτό, και στην εξεταζόμενη περίπτωση και, κατά συνέπεια, δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον που νικήθηκε στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρ. 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Δεκεμβρίου 2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 358/11-12-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 276/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ