Supreme Court dismisses appeal on compulsory expropriation costs, ruling full compensation violates constitutional right to full indemnity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a Third Instance Court ruling on compulsory expropriation costs. The State argued for reduced legal fees, but the Court held that applying specific cost reduction statutes would fragment the full compensation owed to the owners. Consequently, the Court ruled that the full amount of legal expenses must be included in the total indemnity to comply with the Constitution's guarantee of full compensation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; Article 17 of the Constitution: When a claimant is forced to seek full compensation due to the obligor's fault, the legal costs must be fully included in the indemnity to prevent violation of the constitutional right to full compensation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 807 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 807/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Θ. Κ. του Ι., που δεν παραστάθηκε, 3) Β. Κ. θυγ. Κ., συζ. Ι. Μ., κατοίκου ... και 4) Χ. Κ. του Λ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1ος και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Ρήγα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Θ. Κ. του Ι. (2ος) απεβίωσε στις 30-11-2013 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου νόμιμοι κληρονόμοι του i. Θ. χα Θ. Κ., ii. Ι. Κ. του Θ. και iii. Β. Κ. του Θ., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπούνται από τον ίδιο, ενώ η 3η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2005 αγωγή των ήδη 1ου, 3ης και 4ου των αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Θ. Κ. του Ι., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 121/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 711/2010 μη οριστική και 61/2013 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-7-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 8-12-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 5-7-2013 και με αρ. εκθ. καταθ. 18/2013 αιτήσεως για αναίρεση της 61/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 1551Β/4.10.2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Χ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, που επισπεύδει την συζήτηση της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως (16.12.2016), επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντος Θεοδώρας Καραχάλιου, Παρέδρου του Ν.Σ.Κ., στην τρίτη αναιρεσίβλητη Β. Κ.. Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλε την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. δήλωση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση.
Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά. Στην προκειμένη περίπτωση από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα και ειδικότερα: 1) το από 30.11.2013 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου, που έχει συντάξει ο Ληξίαρχος ..., Δ.
Κ., 2) το με αριθμό πρωτ. 42784/2013 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ..., 3) το υπ' αριθμ. πραξ. …2/2014 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας περί δημοσιεύσεως της από 18.9.2013 ιδιόγραφης διαθήκης και κηρύξεως αυτής κυρίας, 4) τα με αριθμούς 37894/2016 και 3386/2016 πιστοποιητικά των γραμματέων του Πρωτοδικείου Αθηνών και του Ειρηνοδικείου Αθηνών, αντίστοιχα, περί μη δημοσιεύσεως άλλης διαθήκης και 5) την υπ' αριθμ. 106/2014 διάταξη του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας, προκύπτει ότι στις 30.11.2013, μετά την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, απεβίωσε, στον ..., ο αρχικώς δεύτερος αναιρεσίβλητος Θ.
Κ. του Ι., κάτοικος εν ζωή ..., ο οποίος με την από 18.9.2013 ιδιόγραφη διαθήκη, που δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Ειρηνοδικείο Καλλιθέας και κηρύχθηκε κυρία, κατέλειπε ως κληρονόμους του, τους μοναδικούς πλησιεστέρους συγγενείς του, ήτοι την σύζυγό του Θ. χα Θ. Κ., κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου και τα τέκνα του Ι. Κ.
και Β. Κ., κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου το κάθε τέκνο, οι οποίοι και αποδέχθηκαν την κληρονομία του. Επομένως, νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, οι ανωτέρω κληρονόμοι του ως άνω αποβιώσαντος δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, δια του νομίμως παρισταμένου εκπροσωπούντος αυτούς πληρεξουσίου δικηγόρου τους Παύλου Ρήγα, τον θάνατο του προαναφερομένου αναιρεσιβλήτου και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης, που βιαίως διακόπηκε λόγω του θανάτου αυτού.
Ενόψει αυτών και αφού δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον η ιδιότητα των ανωτέρω ως κληρονόμων του άνω θανόντος δευτέρου αναιρεσιβλήτου, η διακοπείσα δίκη νομίμως και παραδεκτώς συνεχίζεται από τους προαναφερόμενους κληρονόμους αυτού.
Η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ελέγχεται αυτεπάγγελτα από το ουσιαστικό δικαστήριο, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δικ., εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της, σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για την θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ.ΑΠ 18/1998, AΠ 1182/2012).
Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όπως συμβαίνει όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία), ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).
Στις περιπτώσεις αυτές (της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής) η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δικ., αντίστοιχα (ΑΠ 1182/2014, ΑΠ 579/2015, ΑΠ 669/ 2007). Εξ άλλου, ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε, ως αόριστη.
Περαιτέρω, οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγόμενων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε, με το άρθρ. 62 παρ. 9 και 10 ν. 947/1979, και στις νέες χαράξεις και διαπλατύνσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 εδάφ.
α' του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία, μετά την επικύρωσή της, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και των προαναφερόμενων διατάξεων του ν. 653/ 1977, κατ' άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ Ολομ., 7/2013, 11/2004 και 10/2004).
Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και, επομένως, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση (ΑΠ Ολομ. 7/2013), ήτοι ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/2001 (που ισχύει από 19-1-2002), το οποίο, πάντως, κατά το άρθρ. 37 εδάφ.
α' του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι τότε είχαν συντελεστεί (ΑΠ Ολομ., 7/2013, 12/2011, 11/2011). Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου ακινήτου εισαγόταν προς κρίση, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, διότι, κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη (ΑΠ Ολομ. 8/1999), δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης, άποψη που τελικά κρίθηκε, κατά τα προεκτιθέμενα, ότι παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Ήδη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1, 2, 3, 6 και 7 του ν. 2971/2001, το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του νόμου 653/1977 είναι, όπως προαναφέρθηκε, μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού (ΑΠ 318/ 2016, ΑΠ 1258/2015, ΑΠ 406/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 27.5.2005 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, ιστορούσαν ότι με την υπ' αριθ. 1061509/6441/0010/13.7.99 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για την κατασκευή του έργου "Προσβάσεις Γέφυρας Ρίου - Αντιρρίου", υπέρ και με δαπάνες του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, τα αναφερόμενα σ' αυτήν ακίνητά τους.
Ότι για την ως άνω απαλλοτρίωση καθορίσθηκε οριστική αποζημίωση με την υπ' αριθ. 1207/2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών και στη συνέχεια αυτοί ως ιδιοκτήτες των ακινήτων αυτών αποζημιώθηκαν από το εναγόμενο για τμήμα μόνον από την συνολική έκταση των ιδιοκτησιών τους, καθόσον για τα υπόλοιπα τμήματα θεωρήθηκε ότι δεν δικαιούνται αποζημίωση ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες.
Ότι στην πραγματικότητα από την κατασκευή του εν λόγω έργου δεν ωφελήθηκαν τα απομένοντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους (αγροτεμαχίων - ελαιώνων), αλλά αντιθέτως ζημιώθηκαν, διότι: 1) δεν απέκτησαν πρόσωπο στην εθνική οδό, αφού η, συνδέουσα την γέφυρα Ρίου - Αντιρρίου οδός είναι υπερυψωμένη, από 5 έως 10 μέτρα πάνω σε τεχνητές επιχωματώσεις και αναχώματα και καμία πρόσοψη ή πρόσβαση σε αυτή δεν έχουν τα απομείναντα ακίνητά τους, 2) η οδός είναι κλειστή, χωρίς δυνατότητα προσβάσεως σ' αυτήν και χρησιμοποιήσεώς της, 3) σε απόσταση 20 μέτρων από το όριο της απαλλοτριώσεως απαγορεύεται η ανέγερση παντός κτίσματος, 4) τα ακίνητα είναι εκτεθειμένα στις άσχημες για το περιβάλλον συνθήκες που δημιουργούνται από την κατασκευή της γέφυρας (δρόμου) και υποβαθμίζονται λόγω υπερβολικού θορύβου και μόλυνσης της ατμόσφαιρας από τα καυσαέρια των αυτοκινήτων που θα διέρχονται από την οδό Ρίου - Αντιρρίου, τα οποία υπολογίζονται τουλάχιστον σε 10.000 ημερησίως.
Με την επίκληση των πραγματικών αυτών περιστατικών ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει, με το νόμιμο τόκο, τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά ως αποζημίωση για την αξία των απαλλοτριουμένων τμημάτων των ακινήτων ενός εκάστου, για τα οποία μη νομίμως θεωρήθηκε ότι δεν δικαιούνται αποζημίωση.
Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, επί της οποίας έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, περιέχει όλα τα κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ και τις ανωτέρω διατάξεις, αναγκαία για το ορισμένο αυτής στοιχεία και, συνεπώς, παρίσταται επαρκώς ορισμένη. Στοιχεία, όπως αναφορά πλευρικών διαστάσεων ενός εκάστου ακινήτου, μήκος προσώπου και βάθος αυτών, αν τα εν λόγω ακίνητα είναι οικοδομήσιμα ή όχι, ενόψει της ρητής αναφοράς στην αγωγή, ότι πρόκειται περί αγροτεμαχίων (ελαιώνων), δεν απαιτούνται, αφού είναι στοιχεία που μπορούν να συμπληρωθούν με τις αποδείξεις και δεν ήταν απαραίτητο να ιστορούνται στην αγωγή προς θεμελίωσή της.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση, κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., εκ του ότι το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτο, λόγω αοριστίας το δικόγραφο της αγωγής, καθ' όσον δεν διαλαμβάνονται σ' αυτήν τα παραπάνω στοιχεία, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον προβληθέντα με τον συναφή δεύτερο λόγο της εφέσεώς του ισχυρισμό, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και 4/2005, ΑΠ 368/2008).
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για την θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1304/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα της προκειμένης αναιρετικής δίκης, πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθ. 1061509/6441/ 0010/13.7.99 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ τευχ.
Δ' 612/6.8.1999), απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για την κατασκευή του έργου "Προσβάσεις Γέφυρας Ρίου - Αντιρρίου", υπέρ και με δαπάνες του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, εδαφική έκταση, συνολικού εμβαδού 87.758,54 μ2. Η ως άνω απαλλοτριωθείσα έκταση απεικονίζεται στο από Μαρτίου 1999 και με αριθμ. 1, 2 και 3 κτηματολογικά διαγράμματα και στον αντίστοιχο από Ιανουαρίου 1999 κτηματολογικό πίνακα της Διεύθυνσης Δ 12 του ΥΠΕΧΩΔΕ, τα οποία έχουν συντάξει οι Γ.
Δ. και Σ. Β. για την ανάδοχο εταιρία και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής Δ. στις 2.4.1999, ως και στην από Ιουνίου 2000 έκθεση κτηματογράφησης που συντάχθηκε από τον Τοπογράφο Μηχανικό Χ. Δ. και θεωρήθηκε από τον Διευθυντή ΕΥΔΕ/ΣΕΑ Δ. Κ.. Τμήμα της έκτασης αυτής, εμβαδού 41.883,21 μ2, βρίσκεται στο Νομό Αιτωλοακαρνανίας, στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Αντιρρίου.
Τον Ιανουάριο του 1999 συντάχθηκε οριστικός κτηματολογικός πίνακας των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν και ακολούθως με την υπ' αριθ. 143/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου καθορίσθηκε η προσωρινή τιμή μονάδας για τον υπολογισμό της οφειλόμενης αποζημίωσης. Μέσα στην απαλλοτριωθείσα έκταση περιλαμβάνονται τα υπ' αριθ. 02, 05, 03 και 28 ακίνητα του κτηματολογικού πίνακα, που ανήκουν στους ενάγοντες.
Το εναγόμενο παρακατέθεσε την 13.12.2000 το οφειλόμενο ποσό των 384.508.005 δραχμών στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, για την παρακατάθεση δε αυτή εκδόθηκε το υπ' αριθ. 5765/4.12.2000 γραμμάτιο παρακαταθήκης. Η ειδοποίηση για την ανωτέρω παρακατάθεση δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 612, τεύχος Δ', της 29ης.12.2000 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβέρνησης κι έτσι συντελέστηκε η επίδικη απαλλοτρίωση.
Στη συνέχεια το Εφετείο Πατρών με την υπ' αριθ. 1207/2002 απόφασή του καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τις εδαφικές εκτάσεις των ως άνω ακινήτων και δη ως εξής: στο ποσό των 50 ευρώ ανά τ.μ. για τα με αριθμ. ακπ 02, 05 και 03 ακίνητα του κτηματολογικού πίνακα και στα 60 ευρώ ανά μ2 για την ακπ 28 ιδιοκτησία.
Με την υπ' αριθ. 143/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης των πιο πάνω ιδιοκτησιών: α) ο Κ. Κ. της υπ' αριθ. 02 ιδιοκτησίας, β) ο Θ. Κ. της υπ' αριθ. 05 ιδιοκτησίας, γ) η Β. θυγ. Κ. Κ., συζ. Ι. Μ., της υπ' αριθ. 03 ιδιοκτησίας και δ) ο Χ. Κ. της υπ' αριθ. 28 ιδιοκτησίας. Οι παραπάνω ιδιοκτησίες, κατ' εφαρμογή του τεκμηρίου του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, χρεώθηκαν με αυτοαποζημίωση ως ωφελούμενες παρόδιες.
Ειδικότερα χρεώθηκαν η υπ' αριθ. 02 ιδιοκτησία για ολόκληρη την απαλλοτριωθείσα έκταση των 520,8 τ.μ., η υπ' αριθ. 05 ιδιοκτησία για ολόκληρη την απαλλοτριωθείσα έκταση των 207,21 τ.μ., η υπ' αριθ. 03 ιδιοκτησία για έκταση 23,87 τ.μ. από την απαλλοτριωθείσα έκταση των 1.298,37 τ.μ. και η υπ' αριθ. 28 ιδιοκτησία για 254,34 τ.μ. από την απαλλοτριωθείσα έκταση των 1.150,54 τ.μ., συμψηφίζοντας την οφειλόμενη αποζημίωση με την υποχρέωση αυτοαποζημίωσης.
Κατά την κρίση όμως και του Δικαστηρίου τούτου τα εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων δεν ωφελήθηκαν από την διάνοιξη της προαναφερόμενης οδού, όπως άλλωστε κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ο μάρτυρας από την πλευρά των εναγόντων. Συγκεκριμένα όχι μόνο δεν απέκτησαν πρόσωπο σ' αυτή, αλλά βρίσκονται σε μεγάλη, άνω των πέντε μέτρων, υψομετρική διαφορά.
Η οδός είναι ταχείας κυκλοφορίας και κλειστή, αφού δεν επιτρέπεται η επικοινωνία με τα ακίνητα που βρίσκονται ένθεν και ένθεν αυτής, η δε προσπέλασή της γίνεται με ειδικές περίπλοκες κυκλοφοριακές συνδέσεις. Αλλά και η αξιοποίηση πλέον των εναπομεινάντων τμημάτων των ακινήτων καθίσταται προβληματική, αφού για να προσεγγίσει κανείς αυτά πρέπει να κάνει διαδρομή δύο και τριών χιλιομέτρων και με την ανοχή των ομόρων ιδιοκτητών.
Επί πλέον τα ακίνητα υφίστανται ζημία, επειδή συνεχώς είναι εκτεθειμένα στις άσχημες για το περιβάλλον συνθήκες που δημιουργήθηκαν από την κατασκευή του δρόμου, υπερβολικό θόρυβο, μόλυνση της ατμόσφαιρας από τα καυσαέρια που καθιστά ακόμη και τα γεωργικά προϊόντα που παράγονται ακατάλληλα. Ας σημειωθεί ότι τα επίδικα ακίνητα είναι αγροτεμάχια και δη ελαιώνες, των οποίων ο καρπός επηρεάζεται δυσμενώς από το καυσαέριο των αυτοκινήτων.
Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός του εκκαλούντος, ότι δηλαδή σε περίπτωση νέας χάραξης, διαπλάτυνσης και βελτίωσης οδών είναι αυταπόδεικτη η αύξηση της αξίας των παροδίων ακινήτων και επομένως της ωφέλειάς τους αποτελεί το σκεπτικό του επιβαλλόμενου τεκμηρίου ωφελείας, πλην όμως, κατ' αυτού μάχεται ο ισχυριζόμενος ότι δεν ωφελείται το ακίνητό του, ως εκ της επιβαρύνσεως που η διάνοιξη νέας οδού επάγεται σε αυτό.
Επομένως οι ιδιοκτήτες τους δεν έχουν υποχρέωση να συμμετάσχουν στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του Ν. 653/1997, αλλά πρέπει να αποζημιωθούν πλήρως από το εναγόμενο, με βάση την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης που ορίσθηκε με την παραπάνω απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία (τιμή) αναφέρεται στην πραγματική αξία των ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο της απαλλοτριώσεως, όπως ορθά έκρινε και η προσβαλλόμενη απόφαση, απορριπτομένου στο σημείο αυτό του τρίτου λόγου της έφεσης.
Αβάσιμος τέλος είναι ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι για τα εναπομείναντα τμήματα των επίδικων ακινήτων δεν συντρέχει λόγος καθορισμού αποζημιώσεως, επειδή με την υπ' αριθ. 1207/2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών καθορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα και μη απαλλοτριωθέντα τμήματα λόγω μείωσης της αξίας τους σε ποσοστό 30%, 40%, 90% και 80% αντίστοιχα για κάθε ιδιοκτησία επί του ύψους της καθορισθείσας οριστικής τιμής μονάδος, καθόσον η αποζημίωση αυτή ως αφορώσα σε απαλλοτριωθέν αλλά μη αποζημιωθέν ακίνητο δεν έχει σχέση με την ιδιαίτερη αποζημίωση, που καθορίζεται για τη μείωση της αξίας του απομένοντος εκτός απαλλοτριώσεως τμήματος του ακινήτου, διότι η τελευταία αυτή αποζημίωση αφορά ακίνητο μη απαλλοτριωθέν, η δε απόφαση που επιδικάζει ιδιαίτερη αποζημίωση για τέτοιο ακίνητο δεν αποτελεί δεδικασμένο για άλλο τμήμα του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε αλλά δεν αποζημιώθηκε, κατ' εφαρμογή του μαχητού τεκμηρίου της ωφέλειας του ενδιαφερόμενου ως παροδίου...".
Υπό τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, εφόσον η απαλλοτρίωση συντελέστηκε προ της ισχύος του νόμου 2971/ 2001 και, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο συναφής τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.
Περαιτέρω, το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις, αφού διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφαρμόστηκαν, για την θεμελίωση του αποδεικτικού του πορίσματος περί της υπάρξεως ή μη ωφέλειας για τις ιδιοκτησίες των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εφόσον παρέθεσε στην προσβαλλομένη απόφασή του τους λόγους ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας των επιδίκων ακινήτων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλης αιτιολογίας, διότι για τα ακίνητα αυτά, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συντρέχει η βασική προϋπόθεση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 653/1977, δηλαδή η απόκτηση προσώπου επί των διανοιγομένων οδών, σε περίπτωση συνδρομής της οποίας και μόνον τότε θα έπρεπε να εξεταστούν και άλλα στοιχεία (οικοδομησιμότητα, δυνατότητες χρήσεως των ακινήτων κ.λπ.) (ΑΠ 455/2016, ΑΠ 653/2014).
Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που προβάλλονται με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ότι δηλαδή είναι ελλιπείς, ασαφείς και ανεπαρκείς οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως γιατί "δεν αναφέρονται: α) ποία συγκεκριμένα εκ τεσσάρων ακινήτων των αντιδίκων είχαν πρόσωπο σε πρωτεύον ή δευτερεύον εθνικό δίκτυο, β) πόση υψομετρική διαφορά υπάρχει για ένα έκαστο των ακινήτων στον κατασκευασθέντα δρόμο, γ) ποίες είναι οι "ειδικές περίπλοκες κυκλοφοριακές συνδέσεις", σε τι ακριβώς συνίσταται η πολυπλοκότητά τους, δ) πώς επηρεάστηκε δυσμενώς η παραγωγή του ελαιοκάρπου των ακινήτων, διά της παράθεσης ειδικής εμπεριστατωμένης γεωπονικής μελέτης και της προσκόμισης των εγγράφων Ε1 και Ε9 των αντιδίκων, εκ των οποίων θα εμφαινόταν τι αγροτικό εισόδημα δήλωναν στη Δ.Ο.Υ.
πριν την κατασκευή του δρόμου και τι μετά" είναι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην οικεία νομική σκέψη, απαράδεκτες, καθ' όσον ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, είναι σαφές. Σε κάθε περίπτωση οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στην ως άνω διάταξη, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.).
Επομένως, το δικαστήριο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις άνω διατάξεις και πρέπει ο σχετικός, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, από το άρθρο 340 εδ. β' του Κ.Πολ.Δικ., κατά το οποίο "Στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που οδήγησαν τον δικαστή να σχηματίσει την πεποίθησή του" προκύπτει ότι δεν επιβάλλεται υποχρέωση του δικαστηρίου να αναφέρει στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του κάθε ένα από τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, από τα οποία κατέληξε στο πόρισμα του.
Εντεύθεν και η παράλειψη του Εφετείου να αναφέρει συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία κατέληξε στο σχηματισμό της κρίσεώς του δεν αποτελεί έλλειψη αιτιολογίας και δεν δημιουργεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. αναιρετικό λόγο (ΑΠ 894/ 2008). Επομένως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί απώλειας προσώπου των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων στην κατασκευασθείσα οδό και περί υποβαθμίσεως των ακινήτων τους, λόγω της ηχορυπάνσεως, χωρίς αιτιολογία, αφού δεν αναφέρεται σ' αυτήν πως και από πού αποδείχθηκαν τα ανωτέρω.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την ίδια την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν νομίμως μετ' επικλήσεως.
Το άρθρο 17 του Συντάγματος ορίζει στην παρ. 2 ότι "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης..." και στην παρ. 4 εδάφιο τελευταίο ότι "η αποζημίωση δεν υπόκειται, ως αποζημίωση, σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος".
Η τελευταία αυτή διάταξη αποσκοπεί στο να αποτρέψει κάθε επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημιώσεως ώστε αυτή να μη φαλκιδευθεί και να περιέλθει στο δικαιούχο ακέραιη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 "Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", όπως ίσχυε (μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν.δ. 446/1974) και ήδη άρθρο 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 130 παρ. 1 και 2 του ν. 4070/2012), η δικαστική δαπάνη:
α) βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημιώσεως και επιδικάζεται πάντοτε από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση, β) η εκκαθάρισή της γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του "Κώδικα Δικηγόρων" που ισχύουν κάθε φορά και γ) το άρθρο 22 του ν. 3693/1957 δεν εφαρμόζεται. Λόγω της πιο πάνω συνταγματικής αρχής, δηλαδή ότι η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης, το ποσό αυτής πρέπει να περιέρχεται στο δικαιούχο ακέραιο.
Μέρος αυτής αποτελούν και τα δικαστικά έξοδα, αφού ο καθ' ου η απαλλοτρίωση αναγκαίως υποβάλλεται σ' αυτά για να επιτύχει τον καθορισμό της αποζημιώσεως που δικαιούται να λάβει. Άρα, αυτά, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του (άρθρο 189 του Κ.Πολ.Δικ.), αποτελούν παρακολούθημα της αποζημιώσεως, προσαυξάνουν το ποσό της και βαρύνουν, όπως εκείνη, τον υπόχρεο στην καταβολή της και, συνεπώς, πρέπει να επιδικάζονται σε βάρος του υπόχρεου και να περιέρχονται στο δικαιούχο της αποζημιώσεως.
Η δικηγορική αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημιώσεως, που πρέπει να επιδικαστεί και να περιέλθει σ' αυτόν, συνίσταται στο ποσό που προκύπτει κατ' εφαρμογή των οικείων διατάξεων του "Κώδικα Δικηγόρων" (άρθρ. 100 επ. ν.δ. 3026/1954, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, ήδη άρθρο 63 επ.
ν. 4194/2013), γιατί αυτό αποτελεί τη νόμιμη αμοιβή και, συνακόλουθα, τη δαπάνη στην οποία αναγκαίως αυτός υποβάλλεται. Εξάλλου, αφού αντικείμενο της προκειμένης δίκης είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην πρώτη σκέψη της παρούσας, η αποκατάσταση της ζημίας των αναιρεσιβλήτων από τη μη καταβολή της αποζημιώσεως που προσδιορίστηκε για τα απαλλοτριωμένα ακίνητά τους που εσφαλμένα αναφέρονται στον κτηματολογικό πίνακα (ΚΠ) ως "αυτοαποζημιούμενα", ενώ, παράλληλα, το ποσό της ζημίας τους αυτής ταυτίζεται με το ποσό της παραπάνω αποζημιώσεως, στην ουσία πρόκειται για δίκη με αντικείμενο την καταβολή αποζημιώσεως λόγω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως.
Επομένως, αναφορικά με την δικαστική δαπάνη, θα εφαρμοστούν οι διατάξεις που εφαρμόζονται στην δίκη της απαλλοτριώσεως, εκείνες δηλαδή των άρθρων 176, 189, 191 του Κ.Πολ.Δικ., 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 και 100, 107, 109 και 114 του "Κώδικα Δικηγόρων" (ν.δ. 3026/1954, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται εδώ). Αντίθετα, δεν εφαρμόζονται και στην δίκη αυτή, όπως και στη δίκη της απαλλοτριώσεως, οι διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 και 2 του νόμου 3693/1957, διότι έτσι φαλκιδεύεται η πλήρης αποζημίωση, με συνέπεια να παραβιάζεται το άρθρο 17 του Συντάγματος που την προβλέπει.
Με την αντίθετη εκδοχή, αν μεν το δικαστικό στάδιο της απαλλοτριωτικής διαδικασίας είχε προχωρήσει ομαλά, στην αποζημίωση του δικαιούχου θα περιλαμβανόταν η πλήρης δικαστική δαπάνη του, ενώ, όταν αυτός αναγκάζεται, λόγω υπαιτιότητας του υπόχρεου, να διεκδικήσει, όχι με την απλούστερη απαλλοτριωτική διαδικασία, αλλά με την τακτική, την αποζημίωσή του, να περιορίζεται αυτή με τον κατακερματισμό της δικαστικής του δαπάνης (ΑΠ 212/2017, ΑΠ 406/2015, ΑΠ 2120/2014, ΑΠ 2161/ 2013).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον έκτο (και τελευταίο) λόγο της αναιρέσεως, το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., πλημμέλεια με την αιτίαση ότι εσφαλμένα το υποχρέωσε στην καταβολή του ποσού των 500 ευρώ για δικαστικά έξοδα και αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου των ήδη αναιρεσιβλήτων, για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, αντί να συμψηφίσει αυτά ή να του επιβληθεί μειωμένη δικαστική δαπάνη.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος διότι το Εφετείο, με την κρίση του αυτή, δεν παραβίασε ευθέως τις παραπάνω διατάξεις, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 και, κατά συνέπειαν, δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην δικαστική δαπάνη των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμα αίτημα των τελευταίων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), μειωμένων όμως, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη Β. Κ., η οποία ερημοδίκησε και, συνεπώς, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.7.2013 και με αριθμό καταθέσεως 18/2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 61/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ