Supreme Court partially allows appeal on compensation timing and court costs in expropriation case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding expropriation compensation. The appellants argued that the lower court erred in rejecting their claim for compensation and incorrectly applied rules on court costs. The court found the rejection of the compensation claim inadmissible but ruled that the lower court failed to apply the correct statute regarding court fees in expropriation proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 17, 22 of Law 3693/1957; The lower court's application of the wrong statute for court costs in expropriation cases constitutes a violation of substantive law requiring remittal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 895 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 895/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Χ1 συζύγου ..., το γένος..., 2) Χ2 συζύγου ..., το γένος ..., κατοίκων..., 3) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ... Α.Ε.", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Κανδαράκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/5/2003 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με άλλες αιτήσεις.
Εκδόθηκε η 5043/2004 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι ως άνω αναιρεσείοντες με την από 25/7/2005 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 436/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 5043/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 2242/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/4/2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης ανέγνωσε την από 18/5/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αναίρεσης και του τρίτου κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ και την απόρριψη των υπολοίπων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο αναιρετικός λόγος του αριθμ. 1 εδ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί σφαλμένα η δε παράβαση εκδηλώνεται με ψευδή ερμηνεία ή με κακή εφαρμογή.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 εδ. γ' του αναθεωρημένου Συντάγματος του 2001, 13 παρ. 1 εδ. β', 29 παρ 2 εδ.α' και β του Ν. 2882/ 2001 συνάγεται, ότι επί απαλλοτριώσεως που κηρύχτηκε μετά την 1-2-1971, σε περίπτωση που η συζήτηση της αιτήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου και της ιδιαίτερης αποζημίωσης για το απομένον τμήμα του ενώπιον του αρμοδίου εφετείου γίνεται υπό την ισχύ των αναθεωρημένων διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος του 2001 και μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ως κρίσιμος χρόνος για προσδιορισμό της πραγματικής αξία του ακινήτου και της ιδιαίτερης αποζημίωσης για το απομένον τμήμα του λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό ακόμη και αν η σχετική αίτηση έχει ασκηθεί πριν από τη θέση σε ισχύ του της διατάξεως του εδ.
γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος του 2001. Η λύση αυτή επιβάλλεται και από τη διάταξη του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ,που κυρώθηκε με το ν.δ. 57/1974, και έχει έναντι των κοινών νόμων αυξημένη τυπική ισχύ (αρθρ. 28 του Συντάγματος). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα : Με την από 14-6-2002 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, κηρύχτηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την εκτέλεση του Ολυμπιακού έργου της Μαραθώνιας διαδρομής με τη διάνοιξη - διαπλάτυνση της Λεωφόρου ..., εδαφική έκταση εμβαδού 24.467,69 μ.τ .
Μεταξύ των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών βρίσκονται και η με αριθμ. Κ.Π 125, 124 και 16 ιδιοκτησίες των αναιρεσειόντων. Από τις ιδιοκτησίες αυτές τμήματα εμβαδού 96.79, 29.81 και 89.02 τ.μ. αντίστοιχα θεωρήθηκαν ως αυτοαποζημιούμενα λόγω συνδρομής του τεκμηρίου ωφελείας που προβλέπεται από το ν. 653/1977. Με την από 19-5-2003 αίτηση τους οι αναιρεσείοντες ζήτησαν να καθοριστεί οριστική αποζημίωση για τις απαλλοτριούμενες ως άνω ιδιοκτησίες τους και των επικειμένων τους, να καθοριστεί η αποζημίωση για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα αυτών και να αρθεί το τεκμήριο της ωφέλειας των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών τους και να μην υποχρεωθούν σε αυτοαποζημίωση.
Η αίτηση αυτή έγινε μερικά δεκτή ως προς τα δύο πρώτα αιτήματα της και απορρίφθηκε ως προς το τελευταίο με την 5043/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε, ως προς την ανωτέρω απορριπτική διάταξή της, με την 436/2006 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου. Μετά την εκδίκαση της υπόθεσης κατά το αναιρεθέν μέρος της εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση ως προς τις τρεις πρώτες αιτούσες κατά το κεφάλαιο της άρσης του τεκμηρίου αυτοαποζημίωσης και αναγνωρίστηκε ότι οι ιδιοκτησίες των αναιρεσειουσών δεν υπέχουν υποχρέωση αυτοαποζημίωσης, ενώ στο σκεπτικό της εν λόγω απόφασης περιλήφθηκε αναφορά ότι πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι αιτούσες δεν υποχρεούνται σε αυτοαποζημίωση η δε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης που έχει καθοριστεί με την υπ αριθμ. 5043/2004 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου για τις απαλλοτριούμενες εδαφικές εκτάσεις καταλαμβάνει και τις εκτάσεις για τις οποίες στο διορθωμένο κτηματολογικό πίνακα ορίζεται υποχρέωση των πιο πάνω ιδιοκτησιών (αναιρεσειουσών) για αυτοαποζημίωση.
Επομένως, κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της αξίας των απαλλοτριουμένων για τα αυτοαποζημιούενα και τα εναπομείναντα τμήματα τους ήταν η 10-10-2005, οπότε συζητήθηκε μετά από αναίρεση η αίτηση των αναιρεσειουσών ενώπιον του Εφετείου και μετά τη συζήτηση αυτή εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η συζήτηση της αίτησης για τον καθορισμό της προσωρινής αποζημίωσης έλαβε χώρα την 8-11-2002 και έκτοτε παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη.
Κατά συνέπεια το Εφετείο, το οποίο έλαβε υπόψη του προγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα εκείνον που λήφθηκε υπόψη με την υπ αριθμ. 5043/2004 απόφασή του (20-4-2004), εσφαλμένα εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης και ο λόγος αυτός πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 223 Κ.Πολ Δ, το οποίο, κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ 1 εδ. β' του Ν. 2882/2001 εφαρμόζεται και στη διαδικασία των απαλλοτριώσεων, προκύπτει, ότι μετά την άσκηση της αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης απαλλοτριούμενου η υποβολή αιτήματος για την καταψήφιση της αποζημιώσεως είναι ανεπίτρεπτη, αν δεν γίνεται με εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, αλλά με τις προτάσεις ή με την κλήση με την οποία εισάγεται η υπόθεση προς συζήτηση η οποία δεν αποτελεί εισαγωγικό δικόγραφο και δεν εφαρμόζονται γι' αυτήν οι περί ασκήσεως της αγωγής διατάξεις (Μπέη Πολ.Δ.
υπό το άρθρο 217 σελ. 970 ), διότι έτσι διευρύνεται απαραδέκτως το κύριο αίτημα της αγωγής για τον καθορισμό της αποζημίωσης αφού πρόκειται για αίτηση παροχής έννομης προστασίας διαφόρου είδους (Α.Π 566/2005, 1343/98). Επομένως, το Εφετείο το οποίο απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειουσών για καταβολή της επιδικασθησομένης αποζημίωσης το οποίο υπέβαλαν για πρώτη φορά με τις προτάσεις τους κατά την μετ' αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης ενώπιόν του, ως απαράδεκτο δεν παραβίασε καμία από τις επικαλούμενες από τις αναιρεσείουσες διατάξεις, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ.
που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα εφαρμόστηκαν οι διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 και επιβλήθηκε στο αναιρεσίβλητο μειωμένη δικαστική δαπάνη, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος στην ουσία εφόσον η διάταξη αυτή δεν ισχύει για τις δίκες των απαλλοτριώσεων στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες για την άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας και του καθορισμού αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα και εκείνα που εσφαλμένα αναφέρονται στον Κ.Π ως αυτοαποζημιούμενα, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος (ΑΠ 269/2003). Μετά την παραδοχή των ανωτέρω λόγων της αναίρεσης που κρίθηκαν ουσιαστικά βάσιμοι παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το μέρος της που αφορά τον κρίσιμο χρόνο για τον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ιδιοκτησιών των αναιρεσειουσών και τη διάταξη περί δικαστικής δαπάνης, να παραπεμθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο κατά το μέρος που αναιρέθηκε, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2242/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000 )ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ